Λεξιλόγιο (μέρος Β΄).

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ  (μέρος 2ο).

 

(Οι επεξηγήσεις των αριθμών σε παρένθεση παρατίθενται στο τέλος του Λεξιλογίου. Όπου δεν υπάρχει αριθμός, η επεξήγηση δόθηκε με βάση τη σημασία της λέξης ή της πρότασης ή της φράσης, όπως έχει περιέλθει σε γνώση μας στην περιοχή του Γκέρμπεσι).

 Λ.

Λάγια, η = η μαύρη προβατίνα.

Λαγούσια ή λαγούσα, η = επιμήκης ράβδος μήκους περίπου δύο μέτρων, κυρτή στην άκρη, ώστε μ’ αυτή να συλλαμβάνουν τα ζώα από τον λαιμό.

Λαζί, το = μικρό κομμάτι χωραφιού μέσα στο δάσος που έγινε ύστερα από υλοτόμηση, μεμονωμένο χωράφι.

Λαμπίκος, ο = επί υγρών: ο διαυγής, ο καθαρός και μεταφορικά ο αστραφτερός. (1)

Λανάρι, το = χειροκίνητη κατασκευή ή μηχάνημα για το ξάσιμο των μαλλιών των προβάτων  που προορίζονται για νήματα. (1)

Λαχίδι, το = μικρό κομμάτι χωραφιού. (1)

Λαψάνα, η = το χόρτο σινάπι (το αρουραίο). (1)

Λεβέτι, το = (Ομήρου Οδύσ. στ. 13) καζάνι.

Λεφούσι, το = συφερτός, μέγα πλήθος,  επί ακρίδων: έπεσε λεφούσι από ακρίδες. (5)  

Λειψός, η, ο = επί άρτου: ο άζυμος: ψήσαμε το ψωμί λειψό στο τηγάνι και φάγαμε, η πίττα μου έμεινε λειψή.(1)  Στα Καλαβρυτοχώρια σημαίνει και μπομπότα άζυμη. (2) Λειψοκουλούρα, η = η κουλούρα χωρίς προζύμι.

Λημέρια, τα = καταφύγια των κλεφτών. (6)

Λιανός, ή, ό = λεπτός, ή ό.

Λιανώματα, τα = τα μικρά σφάγια (πρόβατα, γίδια), όχι βόδια μοσχάρια κ.λ. (4)

Λιάρα, η = γίδα άσπρη με σημάδια μαύρα ή και αντίθετα. (2)

Λιβακώνω = ζεσταίνομαι. (2) (από το λίβας= άνεμος εκ Λιβύης, θερμός, καυστικός, καταθλιπτικός άνεμος. (1) )

Λίμα, η = (Ιταλ.), μεγάλη πείνα, λαιμαργία. (1)

Λούγκα, η = αδένας μηρού. (2)

Λωβός, ή, ο = επί ανθρώπων: ο μη άρτιος, ο μη τέλειος, ο αδύνατος, ο λεπτοφυής ή και ο ανάπηρος: και τα δυο του παιδιά είναι λωβά. (1)

Μ.

Μαγάρα, η = κόπρανα ανθρώπων, αλλά και μτφ. ο κουτοπόνηρος, ο βρωμιάρης.

Μάγκανα, τα = Μαλώματα. (2) Γκρίνιες.

Μαΐστρος, ο = (λέξη Ενετική:maistro) ο βορειοδυτικός άνεμος. (6)

Μαλάθα, η = καλάθι από καλάμι, σκεπαστό μέσα στο οποίο έβαζαν το ψωμί.

Μανάρι, το = θρεφτάρι, αμνός σιτευτός. (1) Αρνί οικόσιτο. (2)

Μαναχά (τους) = μοναχά (τους).

Μαργώνω = παγώνω – εμάργωσε = επάγωσε, εψύχθηκε. (6)

Μάρκαλος, ο = (Σλαβ.) βάτεμα γιδιών ή προβάτων (Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστορία της πόλεως των Πατρών)

Μαρτίνια, τα = οικόσιτα ζώα, συνήθως 2-3 πρόβατα ή  γίδες.

Μάσια ή μάσα, η = μεταλλικό εργαλείο για την τακτοποίηση της φωτιάς.

Μάτα = ξανά, πάλι (Από τότε δε ματαπήγα στο βουνό)

Ματαράτσι, το = μάλλινο σκέπασμα διπλό. (2)

Μάτερο, το = το χωράφι το εύφορο.

Ματσούκι, το = (Ομήρου Οδύσ. στ. 320) ραβδί χοντρό, ρόπαλο.

Μαχιάς, ο = το ένα από τα τέσσερα δοκάρια, αν η στέγη έχει το σχήμα πυραμίδος ή από τα δύο αν ο ένας εκ των τεσάρων τοίχων καταλήγει σε γωνία στο πάνω μέρος, το οποίο ξεκινάει από την γωνία του τοίχου και κατακήγει στον κορφιά.

Μερτικό, το = μερίδιο.

Μερομήνια, τα : οι πρώτες δώδεκα ημέρες του Αυγούστου, από την καιρική κατάσταση των οποίων ο λαός μαντεύει την κατάσταση των μηνών του έτους αρχίζοντας από τον Αύγουστο. (1)

Μεσάντρα, η = ξύλινο χώρισμα δωματίων. (2)

Μεσοσπορίτισσα Παναγία = η Παναγία που γιορτάζεται στο μέσον της σποράς (21 Νοεμβρίου).

Μεσοράχη, η = η κορυφή μεταξύ δύο βουνών.

Μετερίζι, το = (Τούρκ.: meteris) οχύρωμα. (6)

Μισογόμι = το μέσο του σαμαριού ενός φορτωμένου και από τις δύο πλευρές ζώου. Φόρτωσα κάμποσες καλαμιές, έβαλα και το παιδί μισογόμι. (5)    

Μόλογο, το = αντικείμενο συζητήσεων. (3) (Θα γίνεις μόλογο)

Μουλαϊνικο, το = μαλακό, ήρεμο. (2)

Μουνουχισμένος = ευνουχισμένος, εκείνος που του έχουν αφαιρεθεί τα γεννητικά όργανα.

Μούργος, ο = σκυλί μαύρο. (2)

Μουρχούτα, η = βαθύ πιάτο. (2)

Μουρχούτας, ο = λαίμαργος. (5)

Μουστσίδι  έγινα =  μούσκεψα.

Μουτουλάκου (επίρρ.) = «καλά και σώνει ντέ», επίτηδες.

Μπαλντίμια, τα = οι δερμάτινες λουρίδες που αγκαλιάζουν τα καπούλια του ζώου και συγκρατούν το σαμάρι πάνω του.

Μπαζίνα ή Μπατζίνα, η = φαγητό φτιαγμένο με μπομποτάλευρο, με τσιγαρισμένο σε λάδι κρεμύδι, με νερό και αλάτι. Αλλιώς ο χυλός. (5)

 Μπαϊράκι, το = (Τούρκ.: bayrak) σημαία αλλά και στρατιωτικές δυνάμεις. (6)

Μπαρδαβίτσα, η = κρεατοελιά χεριού. (2)

Μπάρτζα, η = η γίδα που είναι μισή κόκκινη και μισή μαύρη.

Μπερντάχι, το = το δάρσιμο, το ξύλο: έφαγε ένα μπερντάχι = τον έδειρα.

Μπερσίμι, το (μπιρσίμι ή και μπρισίμι) = (Τουρκ. ibrisim) μεταξωτή κλωστή για ράψιμο. (4)

Μπίμπες, οι = μεγάλα κουδούνια με ειδικά βαρύ και σκληρό ήχο, που κρεμιούνται στα κριάρια και τα κεσέμια για να οδηγούν το κοπάδι.

Μπίτ(ι), επίρρ. = (Αλβ.) ουδόλως, όλως διόλου, καθόλου: είναι μπίτι βλάκας. (1)

Μπόλια, η = η πετσέτα. (2) Αλλά και: μαντήλι, τσεμπέρι. (4)

Μπόλικος, ο = πολύς. (3)

Μπομπόλια, τα = τα σαλιγκάρια που ζουν στο χώμα, εν αντιθέσει με τα πετροσαλίγκαρα που «κολλάνε» στις πέτρες.

Μπομπότα, η = το εξ αραβοσίτου άλευρον. (1) Aλλά και το ψωμί από το αλεύρι αυτό.

Μπονώρα, επίρρ. = (Ιταλ.) Ενωρίς, λίαν πρωί (Να ρθείς μπονώρα, ήρθε μπονώρα μπονώρα να μου ζητήσει δανεικά). (1).

Μπόρα, η = (Αρβαν. Λέξη: μπόρ = χιόνι), (Κατά το Λεξικό του Δημητράκου η λέξη έχει Ιταλική προέλευση), αιφνιδιαστική και ραγδαία βροχή μικρής διάρκειας, καταιγίδα, θύελλα.

Μποτσίκι, το = αγριοκρέμμυδο. (5)  

Μποτσόνι, το = κλειστό πλαστικό κυρίως δοχείο για μεταφορά νερού ή άλλου υγρού.

Μπούλα, η = αποκριάτικος μασκαράς. (5)  

Μπουλούκι, το = (Τούρκ.) κατά λέξη στα τούρκικα μεταφράζεται κομμάτι, αλλά σημαίνει το στρατιωτικό τμήμα κυρίως ιππέων. (Χαλίλ Ιναλτζίκ: Η Οθωμανική Αυτοκρατορία-Εκδ. Αλεξάνδρεια). Σημαίνει όμως και ασύντακτο πλήθος ανθρώπων. (1)

Μπουνταλάς, ο = (Τούρκ.: budala) ανόητος. (6)

Μπουράματα, τα = περιεχόμενο στομάχου. (2) Το περιεχόμενο των εντέρων του ζώου. (5)   

Μπούρμπουλας, ο = το έντομο κάνθαρος. (1)

Μπούσουλας, ο = (Ιταλ.) ναυτική πυξίδα. (1)

Μπούτσικα, η = Η γίδα που έχει εδώ – εκεί κόκκινα μούτρα.

Μπο(υ)χός, ο = (Σλαβ.) κουρνιαχτός (Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστορία της πόλεως των Πατρών)

Μπρακάτσι, το = χάλκινο γανωμένο σκεύος μεταφοράς γάλακτος ή και φαγητού, με χερούλι μεταλλικό που συγκρατείται στα δύο διαμετρικά αντίθετα σημεία του στομίου του.

Μπροστόβαρο, το = Αυτό που το βάρος γέρνει (κλίνει) προς τα μπρός.

Μυρώνι, το = αρωματικό χόρτο του βουνού για πίτες. Φυτρώνει σε μεγάλο υψόμετρο. (5)  

Ν.

Νάκα, η = είδος φορητής κούνιας μωρών από γιδίσιο δέρμα ή σκληρό υφαντό που συγκρατείται σε δύο ράβδους  όπου προσδένονται και τα σχοινιά με τα οποία και κρεμιέται σον ώμο της μάνας.

Νέθω = γνέθω. (5)    

Νεραϊδοπαρμένος, ο = εκείνος του οποίου πήραν το μυαλό οι νεράϊδες, οευρισκόμενος σε νοσηρά ονειροφαντασία και περιφερόμενος σ’ έρημους τόπους. (1)

Νερομπούλι, το = φαγητό ανούσιο, άνοστο λόγω της μεγάλης ποσότητας νερού που περιέχει. (1)

Νεροτριβή, η = η δια της επενεργείας καταρρέοντος ύδατος τριβή και η εξ’ αυτής κατεργασία χονδρών υφαντών, δια της οποίας αποκτούν απαλότητα και παχύ χνούδι. (1)

Νεροφίδα, η = το νερόφιδο, το ερπετό τορπιδόνωτος. (1)

Νίβομαι = (μεσαιωνικό και δημοτική) του νίπτομαι, πλένομαι στο πρόσωπο. (1)

Νίλα, η = μεγάλη φθορά, ζημιά, καταστροφή. (έπαθα μεγάλη νίλα). (1)

Νιονιό , το = (μεταφορικά) το μυαλό (Δεν έχεις καθόλου νιονιό;)

Νισάφι, το = (Τουρκ.) διάκριση, χάρη, ευσπλαχνία, έλεος (νισάφι πιά!). (1)

Νιτερέσο, το = (Ιταλ.) το συμφέρον. (1) Αλλά στην Πελοπόννησο σημαίνει και συναλλαγή (Με συγγενή φάε και πιές αλλά νιτερέσο μην κάνεις).

Νογάω = εννοώ, αντιλαμβάνομαι (δεν νογάει να ξεχωρίσει δυό γαϊδάρων άχυρα). (1)

Νομάτοι, και νοματαίοι, οι = άτομα, πρόσωπα (είχα δέκα νοματαίους στο τραπέζι). (1)

Νόννα, η = η γιαγιά. (1)

Νουρά, η =ουρά. (1)

Νταβαντούρι, το = (Τούρκ.) θόρυβος, σύγχυση, αταξία εν συρροή ανθρώπων. (1)

Νταγιαντώ, -ίζω = υπομένω, υποφέρω, ανέχομαι, βαστώ. (1)

Ντάλα, επίρρ. = Ντάλα μεσημέρι: το καταμεσήμερο, ακριβώς το μεσημέρι. (1)

Νταλγκάς, ο = (Τούρκ.) σφοδρά επιθυμία, πόθος, μεράκι. (1)

Νταραβέρι, το = (Τούρκ.) δοσοληψία εμπορική, συναλλαγή (στο παζάρι έγινε καλό νταραβέρι), αλλά και διαπληκτισμός, φασαρία, καβγάς, τσακωμός (αν δεν με πληρώσεις θα γίνει μεγάλο νταραβέρι) ως επίσης και σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων (τα κόψαμε τα νταραβέρια). (1)

Ντερμπεντέρης, ο, η, το = (Περσ.) ο ανοιχτόκαρδος, ο γενναιόφρων, ο λεβέντης (ντερμπεντέρισσα Βασίλω). (1)

Ντέρτι, το = (Τούρκ. dert) ψυχικός πόνος, καημός, βάσανο. (4) Στεναχώρια, λύπη. (6)

Ντίπ, επίρρ. = (Τούρκ.) καθόλου (ντίπ ολότελα = εντελώς, καθόλου). (1)

Ντόμπρος, α, ο = (Σλαβ.) ειλικρινής, απόνηρος, κατηγορηματικός - ντόμπρος άνθρωπος. Επίρρ. –α = ειλικρινώς, με θάρρος – του μίλησε ντόμπρα. (1)

Ντορβάς, ο = (Τούρκ.) μικρό σακκίδιο(1). (ο ντορβάς του αλόγου – το σακκίδιο με την τροφή που κρεμούν στο ζώο ώστενα είναι το κεφάλι του πάντα μέσα για να μπορεί να τρώγει).

Ντορής, ο = το κόκκινο άλογο. (1)

Ντορός ή και τορός, ο = τα ίχνη, τα πατήματα, αλλά και τα κρατούντα ήθη και έθιμα (πάω με τον ντορό: ακολουθώ τα κρατούντα ήθη και έθιμα, χάνω ή έχασα τον ντορό: έχασα την κατεύθυνση ή τις συνήθειές μου). (1)

Ντόρος, ο = μέγας θόρυβος, αναστάτωσις, οχλοβοή διαλαλιά.(1) Η λέξη αυτή νομίζουμε ότι προέρχεται από την ιταλική toro που σημαίνει ταύρος, αλλά προήλθε από την Ζάκυνθο όπου οι τοπικοί κρεοπώλες, ύστερα από συμφωνία με πλουσιόπαιδα, εξαπέλυαν στους δρόμους της πόλης τους ταύρους, που έφερναν με τα πλοία, και στη συνέχεια τους καταδίωκαν με πάταγο και φωνές. (βλ. Λ. Ζώη: Λεξικόν Ζακύνθου).

Ντουγρού ή και ντογρού, επίρρ. = (Τούρκ.) ευθεία (1) (τραβάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη).

Ντούρος, ο = (Ιταλ.) ευθυτενής, ίσιος, ο μη λυγιζόμενος (ντούρα κορμοστασιά). (1)

Ντρίλλι, το = (Αγγλ. ) ύφασμα βαμβακερό για φθηνές ανδρικές ενδυμασίες (1). (το ντρίλλινο παντελόνι).

Ντρόμισσες ή ντρόμιζες οι = (Αρβ.) οι τριφτάδες (βλ. λέξη).

 Ξ.

Ξαγγλίζω =χτενίζω με αραιό χτένι. (1)

Ξάγι ή ξάϊ, το = δοχείο ορισμένης χωρητικότητας σιτηρών, με το οποίο μετριέται το δικαίωμα (το ποσοστό) αλέσεως του μυλωνά, τα αλεστικά (1) (στο τέλος το παίρνει ο μυλωνάς τ’ αξάϊ).

Ξαίνω = κτενίζω με τέχνη το μαλλί ώστε να γίνει κατάλληλο για την δημιουργία του νήματος (γνέσιμο), λαναρίζω.

Ξανασαίνω = παύω να ασθμαίνω, αναπαύομαι από την κούραση, ανασαίνω ήσυχα.. (1)

Ξαποσταίνω = αναπαύομαι από την κούραση, ξεκουράζομαι (κάθισα να ξαποστάσω). (1)

Ξαργιτού, επίρρ. = (Μεσαιων.) επίτηδες, γι αυτόν τον σκοπό. (1)

Ξαρίζω = καθαρίζω τα περιττά κλαδιά, συγιρίζω.

Ξεθρακάω = αφαιρώ την θράκα, βγάζω κάρβουνα, σκαλίζω τη φωτιά.

Ξεϊγκλωτος, ο = ασουλούπωτος. (2) ετυμολογικά σημαίνει : ο χωρίς ίνγκλα.

Ξεκοτσάρω = ξεγαντζώνω. (1)

Ξεκουμπίζω = διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο, αποπέμπω (ξεκουμπίσου γρήγορα από μπροστά μου, να μην σε βλέπω).

Ξεκουρβουλιάζω = ξεριζώνω τα κούρβουλα, τους κορμούς του κλίματος του αμπελιού.

Ξέλαση, η = δωρεάν ομαδική εργασία. (2) Ο  Ν. Γ. Πολίτης (Λαογραφία 1909-1910) ορίζει ως εξής την ξέλαση ή κρασοφιλιά: Η εν εορταίς δωρεάν καλλιέργεια των αγρών δυστηχήσαντος κτηματίου, υπό φίλων του.

Ξεμπουντουλώνω = ξεθεμελιώνω, καταστρέφω αντικείμενα ή ξεκληρίζω οικογένειες. (5)  

Ξεμπροστιάζω = αφαιρώ το προσωπείον κάποιου μπροστά σε άλλους, αποκαλύπτω τα σφάλματα ή την αναξιότητα κάποιου. (1)

Ξεπέζεμα, το = ξεκαβαλίκευμα, η κάθοδος από το ζώο.

Ξερικός, ο = επί χωραφιών: ο μη ποτιζόμενος, επί φυτών: ο αναπτυσσόμενος χωρίς πότισμα (ξερικά φασόλια). (1)

Ξεροσταλιάζω = στέκομαι αναγκαστικά πολλή ώρα στο ίδιο μέρος. (1)

Ξεσυνερίζομαι = προκαλούμαι. (3)

Ξεχαρβαλωμένος, η, ο = παραλυμένος, εξαρθρωμένος, χαλαρωμένος, διαλυμένος: ξεχαρβάλωσε η πόρτα, σπίτι ξεχαρβαλωμένο. (1)

Ξινάρι, το = αξίνα, εργαλείο σκαψίματος, αξίνα.

Ξινόγαλο ή ξυνόλαλα, το = το ξινισμένο γάλα.

Ξυλοφάϊ, το = εργαλείο επεξεργασίας ξύλου, η ράσπα.

Ξωτικά, τα = δαιμόνια τα οποία εδημιούργησε3 η λαϊκή φαντασία, στοιχειά κ.λ. (1)

Ξώφαλτσα, επίρρ. = ξυστά, επιπόλαια, ξώπετσα. (1)

Ο.

Ογλήγορα (επίρρ.) = γρήγορα.

Όγοιος, α, ο = όποιος , α, ο

Ολούθε, επίρρ. = από όλα τα μέρη, από παντού. (1)

Οματιά, η = χοιρινά έντερα παραγεμισμένα. (2)  Λιχουδιά φτιαγμένη με τα έντερα του χοιρινού με σιτάρι κομμένο και βρασμένο με πολλά μυρωδικά, ψημένα στο φούρνο. (5)

Ομπρίζει (το σπίτι) = αναδίδει υγρασία μεγάλη, μπάζει νερό από τα θεμέλια ή το έδαφος.

Οργυιά, η = το μήκος των εκτεταμένων βραχιόνων, το μεταξύ των δύο εκτεταμένων χειρών διάστημα από του ενός άκρου μέχρι του άλλου, αλλά και μονάδα μετρήσεως εκτάσεων. (1)

Ορμήνεια, η = συμβουλή, καθοδήγηση, υπόδειξη, νουθεσία. (1)

Όρνιο, το = το αρπαχτικό σαρκοφάγο πτηνό αλλά και ο βλάκας, ο ηλίθιος, ο χαζός. (1)

Ούλα = όλα. (3)

Π.

Παγαίνω = πηγαίνω. (1)

Παίρνω (τον ύπνο) δίπλα = κοιμάμαι.

Παλουκώνομαι = κάθομαι επί τέλους κάτω. Παλουκώσου, τι κάθεσαι σα στυλιάρι όρθιος τόση ώρα; (5)  

Παντοχή, η = (απαντοχή) προσδοκία, ελπίδα, καταφυγή. (2) (νάχω και γω μια παντοχή, νάχω και την ελπίδα).

Πανωγόμι, το = το επί πλέον φορτίο. (3) (έγινε πανωγόμι στα παιδιά του).

Πανωπροίκι, το = το, πέραν του συμφωνηθέντος, χρηματικό ποσό που δίδεται ως προίκα.

Παπάς, ο = κορμός στη στέγη που ξεκινάει από την συμβολή των ψαλλιδιών και κατεβαίνει μέχρι το πάτερο, χωρίς να το ακουμπάει πολλές φορές. Πάνω του στηρίζονται κέθετοι στα ψαλλίδια δοκοί.

Παραβόλα, η = η άκρη του σπαρμένου χωραφιού, που έχει χόρτο κατάλληλο για βοσκή. (5)  

Παραγώνι, το = το μέρος γύρω και κοντά στην εστία, στην γωνιά. (1)

Παραδίνω = υβρίζω, στέλνω στο διάβολο (του παρέδωκε τον πατέρα). (1) 

Παραθαρράω = δίνω θάρρος, παρηγορώ. (1)

Παράλλαμα, το = (Ομήρου Ιλιάδα στ. 742) τέρας.

Παράωρα, επίρρ. = μετά την κατάλληλη ώρα, σε πολύ περασμένη ώρα, πολύ αργά (και νύχτα δεν θα τραγουδώ παράωρα στα πλάγια / το θλιβερό τραγούδι μου). (1)

Παρλιακός, ο = κουτός μισότρελος. (2) Αλλά και ο κατά κάποιον τρόπο σωματικά ελλιπής. (1)  Την ίδια έννοια έχει και η λέξη παρτσακλός.

Παρμάρα, η = ασθένεια κατά την οποία το πρόβατο ή η γίδα δεν «φέρνει» γάλα. Προκειμένου να γίνει καλά το ζώο βρέχουν τους μαστούς με κρύο νερό.

Πάτερο ή πατερό, το = μεγάλο και χονδρό ξύλινο δοκάρι, από την μία μεριά του τοίχου έως την άλλη. Πάνω στα πάτερα στηρίζονται τα ψαλλίδια και το ταβάνι.

Παχνί, ή παγνί, το = ξύλινο εντός σταύλου κατασκεύασμα ή κοίλωμα μέσα στο οποίο μπαίνει η τροφή για τα υποζύγια, άλογα και βοοειδή κυρίως.

Παχουμάς, ο = παχύ χώμα. (2)

Πεζούλι, το ή και πεζούλα, η = λιθόκτιστο τοιχάκι έξωαπό σπίτι, εκκλησία κ.λ. χρησιμεύον ως κάθισμα, αλλά και ο τοίχος σε κατηφορικό έδαφος για την συγκράτηση του χώματος και την ισοπέδωση του εδάφους. (1)

Πείρα, η = ζέστη από την φωτιά.

Περδικλώνω ή και περδουκλώνω ή και πεδικλώνω = δένω τα πόδια του ζώου ή και τα χέρια κάποιου και έτσι τα δεσμεύω, αλλά έχει και την έννοια της παρεμβολής εμποδίου μεταξύ των ποδιών με σκοπό να πέση (τρικλοποδιά), επίσης σημαίνει και το μπέρδεμα των ποδιών σε κάτι με κίνδυνο να πέση κάτω (σκοντάπτω). (1)

Περικόβει ή περικόφτει (η βροχή) = μουκεύει μέχρι τη σάρκα.

Περκάλεση, η = παράκληση.

Πεσκέσι, το = (Τούρκ. peskes) δώρο συνιστάμενο κυρίως εις εδώδιμα: κάθε μέρα του πάνε πεσκέσι (1)

Πιθωσηκώματα, τα = απιθώνω και σηκώνομαι. (3)

Πιλαλάω, πιλαλώ = 1) αναγκάζω κάποιον να βαδίσει ταχέως, ελαύνω: πιλάλα το άλογο να πάμε γρήγορα, 2) τρέχω δρομαίως, βαδίζω τροχάδην, ταχέως, επελαύνω: κι αν ειν’ στα πόδια γρήγορος κι αν πιλαλεί και τρέχει. (1)

Πίνος, ο = ρύπος (βρωμιά) των μαλλιών των προβάτων.

Πινόμαλλα, τα = Τα μαλλιά των προβάτων που έχουν πίνον, που είναι βρώμικα και άπλυτα.

Πίρος, ο = βούλωμα κρασοβάρελου. (2)

Πιστρόφια, τα = Η επίσκεψη της νύφης μετά τον γάμο στο πατρικό της σπίτι μετά την οποία επιτρέπεται πλέον να έλθουν οι συγγενείς αυτής εις την οικοίαν του γαμπρού.

Πιστρώνω = διπλώνω τα κλινοσκεπάσματα από κάτω μου για να μην περνάει μέσα το κρύο. (5)  

Πισωκάπουλα, επίρρ. = επί ιππεύοντος από πίσω, πίσω στα καπουλια του υποζυγίου. (1)

Πισωκέρα, η = η γίδα πούχει τα κέρατα προς τα πίσω.

Πλαντάζω = αισθάνομαι ισχυράν στενοχώριαν από οργή, αγανάκτηση ή ταραχή, σκάω από το κακό μου, άγχομαι, αποπνίγομαι, στεναχωρούμαι υπερβολικά (θα πλαντάξει από το κακό του). (1)

Πλατσουρίζω ή -άω = τσαλαβουτώ στα νερά. (5)

Πλεμονάρα , η = ασθένεια κατά την οποία το πρόβατο ή η γίδα «λαγγοδέρνει», φουσκώνει, ανοίγει το στόμα και σκούζει. Την ποτίζουν ζουμί από πλεμονοχόρταρο βρασμένο σε τσιπουρο. (Φωτόπουλος Αθ.)

Πλιάτσικο, το = (Βουλγ. ) λεία, λάφυρο και η πράξη: λαφυραγωγία, διαρπαγή. (1) 

Ποδεμή, η = υποδηση. (2)

Ποκάρι, το = το σύνολο του μαλλιού από το κούρεμα του προβάτου, αλλά και όγκος μαλλιού. (1)

Πόλκα, η = είδος γυναικείου ενδύματος το οποίο φοριέται στο στήθος και φθάνει μέχρι την μέση και καλύπτει το πάνω μέρος της φούστας (1)

Ποριά, η = το πέρασμα, η διάβαση του ποταμιού, του χειμάρρου κ.λ. αλλά και το μέρος περιφραγμένου χώρου (κήπου, αμπελιού κ.λ.) από το οποίο μπαίνει κάποιος, μπασιά. (1)

Πούθε (επίρρ.) = από πού;, αλλά και: πού; Από πούθε ήρθες; Πούθε πας;

Πουμόνω = γεμίζω καπνούς: Πούμωσε το σπίτι καπνούς = γέμισε το σπίτι καπνούς.

Πούντος, ερωτ. = που είναι αυτός; (3)

Πράμματα, τα = στάνη. (2), αιγοπρόβατα. (6)

Πρόγκα, η = εξάρτημα του αλετριού που κρατάει το σταβάρι (το μακρύ μέρος του από το ζυγό). (5)  

Προγκάω = με φωνές και θορύβους αποδιώκω (πρόγκα τα πρόβατα να πάνε πέρα), αλλά και φέρομαι προς κάποιον απότομα , βάναυσα, τον εκδιώκω με την στάση μου (ήρθε να μου ζητήσει δανεικά και τον πρόγκιξα), επί ζώου: ερεθίζομαι, εξάπτομαι, ξαφνιάζομαι (το άλογο άκουσε την τουφεκιά και πρόγκιξε). (1)

Προσφάϊ, το = κάθε τι που τρώγεται μαζί με ψωμί ως συμπλήρωμα αυτού. (1)

Προψές = προχθές, προχθές το βράδυ (προ+ψες).

Πυτιά, η = είναι το πρώτο γάλα του προβάτου, το οποίο παίρνεται από το στομάχι του  μικρού αρνιού ή κατσικιού που θα το βυζάξει αφού σφαγεί. Χρησιμοποιείται για την φυσική πήξι του γάλακτος σε τυρί.

Η ερμηνεία των λέξεων ελήφθη από:

(1)     Μέγα Λεξικό Όλης της Ελληνικής Γλώσσης – Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

(2)     Λαογραφικά Καλαβρύτων – Π. Παπαρρηγόπουλου.

(3)     Ιστορικό Λεξικό των Πατρών – Κ. Ν. Τριανταφύλλου.

(4)     Δημοτικά τραγούδια της άνω Μεσσηνίας – Βασίλη Κ. Μαστραγγελόπουλου.

(5)     Λαογραφικά θέματα: Ι. Μ. Μαθόπουλος.

(6)     Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή) – Ακαδημία Αθηνών – Αθήνα 1962.

(Από το βιβλίο: Αθανασίου Τζώρτζη: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες…).

About these ads
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s