Και ένα ακόμα ποίημα για τις μάνες… και ο πόνος για τη Δεχουνιώτισσα μάνα του ποιητή.

 

Το ποίημα που ακολουθεί προέρχεται από το χειρόγραφο πόνημα του γηραιού Δεχουνιώτη Μεγακλή Γεωργακόπουλου, με τίτλο «Κειμήλιο» Με καταγραφές μνήμης από τη ζωή του συγγραφέα του στο Δεχούνι αλλά και κατά την μετέπειτα ζωή του.

Δεν διεκδικεί δάφνες ομοιοκαταληκτικές, ριματικές, μετρικές κ.λ.

Δικαιούται όμως να τύχει της προσοχής μας και της ανάλογης εκτίμησής μας, διότι ο δημιουργός του είναι αυθεντικός, είναι αληθινός και με την πένα του φιλοτεχνεί εικόνες ζωντανές και νοσταλγικές.

Αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: διότι ο Μέγας Γεωργακόπουλος, εκφράζει τα συναισθήματά του για την δική του ορφάνια, για τη δική του πρόωρα χαμένη  μάνα.

Advertisements
Posted in Καταχωρήσεις άρθρων αναγνωστών | Tagged | Σχολιάστε

Το τρίτο μέρος του αφιερώματος στην Καλαβρυτινή μάνα, από την εφημερίδα «Πελοπόννησος» σήμερα…

(Με διπλό κλικ στην εικόνα μεγενθύνεται και γίνεται ευανάγνωστη).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα (Μέρος 3ο).

(Η φωτογραφία είναι από το   ).

Παρουσιάζω στη συνέχεια το Τρίτο μέρος του αφιερώματος στην Καλαβρυτινή Μάνα, το οποίο δεν γνωρίζω αν δημοσιεύθηκε ή όχι στην εφημερίδα «Πελοπόννησος», όπου είχε δοθεί και είχαν δημοσιευθεί και τα δύο προηγούμενα μέρη.

Γ. Η Καλαβρυτινή μάνα στο ολοκαύτωμα της 13ης  Δεκεμβρίου 1943, αλλά και μετέπειτα.

Στις 13 Δεκέμβρη του 1943, δεν καταστράφηκαν τα Καλάβρυτα, ούτε εκτελέστηκαν οι Καλαβρυτινοί μόνο, διαλύθηκαν και οι ψυχές που έμειναν πίσω. Είναι οι συγκλονιστικές φιγούρες των συζύγων και μανάδων των εκτελεσθέντων και οι ελάχιστοι που επέζησαν. Είναι οι γυναίκες που μεμιάς έγιναν δυο φορές άντρες και χίλιες φορές Ελληνίδες.

Μερικά παραδείγματα του δράματος αυτού των ηρωικών αυτών μορφών παρατίθενται στη συνέχεια:

♦ Η Ελένη μάνα του τσαγκάρη Δημήτρη Σημαντήρα και η αδελφή του Αγγελική τον έκρυψαν σε έναν λάκκο στο παχνί, όπου τον κάλυψαν με κοτρόνες. Όταν χτύπησαν οι καμπάνες και καλούσαν τους κατοίκους στο σχολείο των Καλαβρύτων, δεν άντεξε να είναι κρυμμένος στο λάκκο και το πρωί βγήκε από την  κρυψώνα και συνόδευσε τη μάνα του και την αδερφή του στο σχολείο. Εκτελέστηκε στις 13 Δεκέμβρη του 1943. Είχε πεθάνει και ο αδερφός του Παναγιώτης στο Αλβανικό μέτωπο. (Μάγερ, σ. 410, 412, Δ. Καλδίρης σ. 66).

♦ Η Κωνσταντίνα, μάνα των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 παιδιών της Παναγιώτη και Βίκτωρα και σύζυγος του επίσης εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς την ίδια ημέρα, τσαγκάρη εκ Καλαβρύτων Επαμεινώνδα Αναστασόπουλου. Ο Παναγιώτης (κουρέας) ήταν 19 ετών και ο Βίκτωρας μαθητής 17 ετών.

♦ Η Εξακουστή, μάνα του μοναχογιού δικηγόρου Βίκτωρα Μπαλαλά, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, καθώς διηγείται η Φρ. Νίκα, σκάβει τον τάφο του παιδιού της «… Εγώ σκάβω, σκάβω συνέχεια. Κάθε τόσο σταματάω να βγάλω τα χώματα με τα χέρια μου. Τα νύχια μου έχουν ματώσει. Μου παίρνουν το σκεπάρνι. Είναι η μάνα του Βίκτωρα του Μπαλαλά. Πηγαίνει να σκάψει τον τάφο του παιδιού της…».

 ♦ Η Μαριγώ Φερλελή μάνα του 17χρονου Αργύρη, τρέχει αλαφιασμένη στο σωρό των σκοτωμένων. Είναι φρακαρισμένος ανάμεσα στους σκοτωμένους, με το κεφάλι ανοιγμένο ανάμεσα στα δύο αδέρφια του του δίδυμου μ’ αυτόν Βασίλη και του 14χρονου Κίμωνα. Η μάνα του πιάνει το καύκαλο, που κρέμεται το μισό βουτηγμένο στο αίμα… (Φρ. Νίκα). Η ίδια διηγείται: «…Τότε άκουσα τη φωνή του Αργύρη μου: «Μανούλα μου, έλα γρήγορα», φώναξε, και κούνησε το χέρι του./ Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα κι απάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν, κι έφθασα κοντά του. Πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα, πώς δεν ήταν σοβαρά, το ρώτησα./ -Που είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας;/ -Νάτος, μάνα, μου λέει, και έδειξε δίπλα το αναίσθητο πτώμα του Βασίλη./ -Ο Κίμωνας που είναι;/ -Να και ο Κίμωνας. Κοντά του και το παιδάκι μου κουβαριασμένο./ -Τον άκουσα τον Κίμωνα, μάνα, να φωνάζει στους Γερμανούς, γιατί με σκοτώνετε εμένα, Είμαι μικρός, δεν έκανα τίποτα. Όταν σταμάτησε όμως η φωνή του, σταμάτησε και η ζωή του./ -Πως να σε πάρω, Αργύρη, τώρα πέρα; Έλα ν’ ανέβεις στον ώμο μου, του λέω./ -Όχι, μάνα μου, θα πάω μόνος μου. Στηρίχθηκε σ’ έμένα και σιγά – σιγά φθάσαμε στο σπίτι του Ντήλιου, που  γλύτωσε από τη φωτιά. Εκεί του ‘δεσα τα τραύµατά του…» (Δ. Καλδίρης, Το δράμα των Καλαβρύτων).

♦ Η Παρασκευή σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς την 8.12.1943 στην Κερπινή οικοδόμου Νικολάου Χρυσάνθου, έμεινε χήρα με πέντε ανήλικα παιδιά. Βεβαίωση του «υπεύθυνου του ΕΑΜ Κερπινής» αναφέρει ότι «…η Παρασκευή χήρα Νικολάου Χρυσάνθου… έχει οικογένειαν, αποτελουμένην εκ τεσσάρων (4) ανηλίκων τέκνων ηλικίας κάτω των δέκα (10) ετών όλα. Τυγχάνει πυροπαθής Αης κατηγορίας, ομοίως κατά την ιδίαν ημέραν της καταστροφής της αφηρέθη υπό των Γερμανών και το ένα και μόνον άλογο που είχεν δια την εξυπηρέτησιν της οικογενείας της…».

♦ Η Μαρία σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 κτηματία Τσαπάρα Χρήστου «…νοικοκυροπούλα, παντρεύτηκε τον Τσαπάρα που ήρθε από την Αμερική. Καλοστεκούμενος ο Χρήστος. Τη μακάριζαν στο χωριό οι κοπέλες για την τύχη της. Είχε μεγαλώσει κι αυτή στην ορφάνια. Απάνω που είπε δόξα σοι ο Θεός, έμεινε χήρα μ’ ένα κοριτσάκι μικρό, τη Βασούλα…» (Φρ. Νίκα).

♦ Η Θεώνη Σιορώκου για την οποία ο πρόεδρος της αυτοδιοίκησης Βραχναιΐκων βεβαιώνει στις 10.10.1944 ότι: «…η Θεώνη χα Νικολάου Σιορώκου είναι πυροπαθής Βραχνιού Καλαβρύτων και με θύματα τον άνδρα της Νικόλαον και το παιδί της Αντώνιον κατά την επιδρομή των Γερμανών στας 10.12.43 κατά την οποίαν αφού της πήραν ότι κινητό είχε μέσα στα δυό της σπίτια τα οποία και της έκαψαν, της επήραν και το μουλάρι της που είχε και συντηρούσε την πενταμελή της οικογένεια…». (Αρχ. 12 Σ/ ΕΛΑΣ, Ε.Λ.Ι.Α./2).

Η πεθερά του Κων. Δημόπουλου (του Γ.), από Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων, για την οποία αναφέρει: «… Όταν είδον που φύγαν από το στενό κατέβηκα στην κορυφή Κουνόκαστρο αγνάντιο στο χωριό μας Άγιος Νικόλαος, ήλθεν και η γυναίκα μου με τα παιδιά μου αγναντέψαμεν το χωριό μας, ηβλέπαμεν τους Γερμανούς να φεύγουν δια τα Μαζαίϊκα, εκατεβήκαμε στο σπίτι μας, είχαμε τη γριά τη μάνα της γυναικός μου αφήσει στο σπίτι διότι δεν μπορούσε να έλθει στο βουνό. Η γριά πήρε κατσουλώντας  και ανέβηκεν στο δάσος άνωθεν του χωριού και επήγεν στις Πουρναρίστες ως ένα γράβαλον και εχώθηκεν μέσα αλλά δεν την χωρούσεν το γράβαλο, η τρύπα και τα πόδια της ήσαν έξω. Εγώ με την γυναίκα μου πήραμεν ψάχνοντας με τα παιδιά μου το δάσος να βρούμε τη γριά, πέρασεν η κόρη μου από το γράβαλο, σύμπτωσις[;] είδε τα πόδια της γριάς, την τράβηξεν και την έβγαλεν έξω από τα πόδια της γριάς. Εφώναξε εμένα και της μάνας της: τρεχάτε, ελάτε εδώ την ηύρα τη νόνα μου. Ετρέξαμεν πήγαμεν στη γριά την βρήκαμεν λιγοθυμισμένη, φωνάξαμεν κάτου στους γειτόνους: τρέξατε, φέρτε κρασί και νερό. Οι γειτόνοι μας τρέξαν, φέραν κρασί και νερό, την μυρίσαμεν, την νίψαμεν με κρασί και με νερό, την επαναφέραμεν, της δώσαμεν λιγο κρασί και λιγάκι νερό και εσυνήλθεν και την πήρα καλικούτσα στο κορμί μου και την κατέβασα στο σπίτι μου…».

Η Γλογοβίτη Σταυρούλα «(Σύζ. Ιω. Γλογοβίτου), το γένος Ιω. Αργυρόπουλου και μητέρα της Τσεβούλας [«(Τσεβούλα, θυγ. Ιω. Γλογοβίτου) ετών 20. Καταδικάσθηκε σε θάνατο με απόφαση του Στρατοδικείου της Πάτρας την 18η Μαΐου του 1949 μαζί με τη μητέρα της Σταυρούλα. Οι δύο γυναίκες, μητέρα και κόρη εκτελέσθηκαν»]. Ήταν εύπορη και η ωραιότερη γυναίκα του χωριού. Στη διάρκεια της ξένης κατοχής εβοήθησε τον πατριωτικό Αγώνα μέσα από τις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης. Με τη δημιουργία του Δ.Σ.Ε. ενίσχυσε με ποικίλους τρόπους το κίνημα. Συνελήφθη το 1947 από τις κυβερνητικές δυνάμεις και παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο της Κορίνθου. Ο βασιλικός επίτροπος Βασιλάκης εζήτησε την εσχάτη των ποινών. Με την παρέμβαση όμως του πολιτικού Αποσκίτη, η Σταυρούλα απέφυγε το θάνατο. Μετά την αποφυλάκιση και την επιστροφή της στο χωριό ετέθη και πάλι στην υπηρεσία του Αγώνα. Συμπαραστάτη και βοηθό είχε την θυγατέρα της Τσεβούλα. Συνελήφθη την 25η Φεβρουαρίου 1949 μαζί με την Τσεβούλα. Στις 18 Μαΐου της ίδιας χρονιάς μάνα και κόρη επέρασαν από το Στρατοδικείο της Πάτρας, του οποίου βασιλικός επίτροπος και αυτή τη φορά ήταν ο Βασιλάκης. Και οι δύο καταδικάσθηκαν σε θάνατο και υπερήφανες … παρέδωκαν το πνεύμα τους προ των 6 βημάτων στο Γηροκομείον της Πάτρας, τον «Κρανίου τόπον» της Αχαΐας και της Ηλείας…» (Λέφας, Χιλιάδες…, 171).

Η «μαμά» Οικονόμου Ασπασία, η οποία όπως ο Γερμανός στρατιώτης Βάλτερ Ροζέ αναφέρει: «…όταν ταρυματία με μετέφεραν στην Κλειτορία, είδα καθώς ήμουν ξαπλωμένος σε πάγκο, στο αναρρωτήριο, την «Μαμά» μου, όπως τη φώναζα (Σ.Σ. Ασπασία Οικονόμου) που με είχε περιθάλψει όταν αρρώστησα αιχμάλωτο και της φώναξα ακριβώς έτσι: «Μάνα ζω!!». Κλαίγοντας με αγκάλισε και κλαίγαμε και οι δυό, προς κατάπληξη των Γερμανών που μας έβλεπαν. (Σ.Σ. Τον αδελφό της «Μαμάς» του Ροζέ Βαλτέρ, τον Παναγιώτη Β. Οικονόμου, τον πήραν με τη βία οι Γερμανοί στου Μαγέρου με άλλους Μαζιώτες για να τους βοηθήσουν στην ανάσυρση των πτωμάτων από το γκρεμό που τα είχαν ρίξει οι αντάρτες και στην ταφή τους και, αφού αυτό έγινε, αμέσως μετά τους σκότωσαν»….».

Η εκ Πριολίθου χήρα Ευθυμία, σύζυγος του εκτελεσθέντος στις 13.12.1943 λιγνιτωρύχου εκ Καλαβρύτων Γεωργίου Βάγια ετών 27, απέκτησε μαζί του 4 παιδιά. Η χήρα Ευθυμία Βάγια υπήρξε μια από τις ηρωικές μορφές του δράματος που στάθηκε όρθια, άξια μάνα και πατέρας μαζί… Απεβίωσε το 2008 (Μους. Καλαβρ. Ολοκαυτ.).

♦ Η Αντιόπη, μάνα του Χονδρονικόλα Ιωάννη του Νικολάου, ενός εκ των 33, εκ του Ολοκαυτώματος της 13 Δεκεμβρίου 1943, ορφανών νέων από τα Καλάβρυτα, οι οποίοι τον Οκτώβρη του 1955 πήγαν στη Γερμανία, όπου παρέμειναν για 2 χρόνια, για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας Πολιτικού και συγγραφέως Σραμμ. Το παιδί αυτό το πιο μικρό σε ηλικία μετά από λίγους μήνες στις 5 Ιουνίου πέθανε (πνίγηκε) στο Βερολίνο στην παγωμένη λίμνη όπου είχε πάει καταϊδρωμένος για μπάνιο με δύο Γερμανούς φίλους του. Εκεί υπέστη καρδιακή ανακοπή και κατέληξε στο βυθό. «Η άτυχη μητέρα του πληροφορήθηκε το θάνατό του στις 9.6.1956 από δύο υπαλλήλους, έναν της Γερμανικής πρεσβείας και έναν του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Τη ρώτησαν αν ήθελε να ταφεί ο γιός της στη Γερμανία, όπου θα μπορούσε να πάει αεροπορικώς η ίδια, ή αν επιθυμούσε να μεταφερθεί η σωρός του στα Καλάβρυτα. Η Αντιόπη Χονδρονικόλα ζήτησε να γίνει η μεταφορά στα Καλάβρυτα και για ένα λόγο παραπάνω: Εκείνη την εποχή είχε σπάσει το πόδι της και ήταν αδύνατο να μεταβεί στο Βερολίνο». Η σωρός του έφτασε στα Καλάβυτα στις 19.6.1956. «Η Αντιόπη Χονδρονικόλα υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα. ‘Ηταν μια ψηλή γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, δυναμική με επιβλητικό παρουσιαστικό. Είχε χάσει εκτός από τον άνδρα της τρία ακόμη παιδιά, δηλαδή τέσσερα νεκρά παιδιά που όλα έχουν σχέση με τη Γερμανία. Το ότι η γυναίκα αυτή δεν έχασε τα λογικά της είναι ένα πραγματικπο θαύμα. Είχε ακόμη τέσσερα παιδιά εν ζωή, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Όλοι τη γνωρίζαμε σαν μία αξιοπρεπή δυναμική γυναίκα που πάλευε για τα πέντε ορφανά της. Δεν μπορούσαμε όμως να φαντασθούμε ότι πίσω απ’ αυτή τη γυναίκα, τη λιγομίλητη, τη σοβαρή και πάντα ευγενική κρυβόταν μια ηρωΐδα της ζωής […]» (Χαμακιώτης-Αντωνόπουλος, «Αναδρομώντας…224»).

♦ Η μάνα που καλείται να προδώσει το παιδί της: «Όταν το Νοέμβρη του 1948 ο στρατός έκανε επιδρομή – εξόρμηση στο Σκούπι ο λοχαγός διέταξε να συλλάβουν και να του παρουσιάσουν την ηλικιωμένη και άρρωστη μάνα του αντάρτη Γιώργου Καλαβέσιου, Χριστίνα Καλαβέσιου. Της ζήτησε να αποκαλύψει που είναι το παιδί της και όταν εκείνη αρνήθηκε και με δεδομένο ότι δεν μπορούσαν να την πάρουν μαζί τους, της είπε: «Ελληνίδα γεννήθηκες, Βουλγάρισσα θα πεθάνεις» (Παλαιολογόπουλος Δημ.).».

♦ Ο δήμος Αργυρόπουλος από τα Άνω Σουδενά, καταδικασθείς για κατοχικά αδικήματα εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 20.9.1949.  Σε γράμμα του από τις φυλακές Ακροναυπλίας με ημερομηνία 19.9.1949 έγραφε: «…Ξέρω ότι ο θάνατός μου θα σου πληγώσει την καρδιά και σένα [πατέρα] και της μάνας μου… Αγαπητέ μου πατέρα στάσου παρήγορος της μάνας μου…» (Λέφας, Χιλιάδες…,).

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος (πρεσβυτέρα) του ιερέα Παναγιώτη Δημόπουλου (Παπακαλού) από το Αγρίδι Καλαβρύτων, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, έμεινε χήρα με τρεις κόρες την Μαρία, την Άννα και την Πούλια.

♦ Η σύζυγος του δικαστικού Σταύρου Σταυρόπουλου από τα Καλάβρυτα, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…,) αμέσως μετά την εκτέλεση των Καλαβρυτινών, αναφέρει: «… Είναι και η Αθηνούλα εδώ η Σταυροπούλου. Όλη νύχτα δεν την πήρα είδηση να λέγαμε καμιά κουβέντα. Τώρα την κατάλαβα από τη φωνή της και της μίλησα. «Είδα τον μπαμπά σου απάνω με τον αδερφό σου». «Ναι ανεβήκαμε κι εμείς και τους είδαμε». «Τους κατεβάσατε κάτω;». «Όχι. Εμείς δεν έχουμε και τάφο. Η μάνα μου δεν ξέρει τι να κάνουμε.». Κοιτάζω τη μάνα της. Κουβαριασμένη σε μια κουβέρτα με τη μικρότερη αδελφή της. Ο πατέρας τους ήταν πταισματοδίκης στα Καλάβρυτα. Ένας κοντόχοντρος καλοσυνάτος άνθρωπος. Όλο αστεία μας έλεγε, όταν πηγαίναμε στο απίτι της Αθηνούλας για να διαβάσουμε…».

♦ Η μάνα του συνταξιούχου πλέον δασκάλου Γεωργίου Τσάμη, τον οποίο οι Γερμανοί τον Δεκέμβρη του 1943 υποχρέωσαν μαζί με άλλους να τους ακολουθήσει για να περισυλλέξουν τους νεκρούς στη θέση Μαγέρου και μάταια η μάνα του τους εκλιπαρούσε να τον αφήσουν. Όταν συνέλεξαν τους νεκρούς, τους φόρτωσαν στα ζώα και επέστρεφαν, εκμεταλλεύτηκε το παραπάτημα ενός ζώου, που είχε σαν συνέπεια να πέσει το πτώμα που μετέφερε στο ρυάκι και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος και όταν έφυγαν οι Γερμα- νοί έτρεξε σαν τρελός προς το σπίτι του.

♦ Η Βασιλική σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αντώνη Χαμακιώτη, έμεινε χήρα με δύο παιδιά τον Σωτήρη και τον Κωνσταντίνο. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας», Εκδ. Δημοτ. Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, Καλάβρυτα 2010, σ. 186 εξ… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «Φτάνω στο χωράφι. Τι να δω; Όλη η πλαγιά σπαρμένη με διάφορα χρώματα… σαν εμποροπανήγυρις… Ανεβαίνω τρέχοντας μ’ όση δύναμη μου ’χε απομείνει. Συναντώ τον Τάκη τον Κόκκινο, που ήταν τραυματισμένος δεν τον ρώτησα τίποτα… Φτάνω εκεί που είναι σήμερα η είσοδος. Βρίσκω τα παιδιά με τη θεία τους και τη γιαγιά τους. Είχαν βρει τον Αντώνη. Μόνο η χαριστική τον είχε πάρει… δεν είχε άλλο τραύμα… Αμέσως – δεν είχαμε, βλέπεις καιρό, γιατί το Δεκέμβρη η μέρα είναι μικρή – τον βάζουμε πάνω σε μια κουβέρτα και τον κατεβάζουμε στο νεκροταφείο. Τον αφήσαμεν εκεί σκεπασμένο. Το γαμπρό μου τον βρήκαμε ανάμεσα σε πολλούς άλλους σκοτωμένους είχε πάνω του πολλά τραύματα… Όταν τον κατεβάσαμε κι αυτόν στο νεκροταφείο, είχε πιά νυχτώσει. Εξαντλημένες και νηστικές, πήγαμε στου Τσαρουχά το σπίτι, που είχε γλυτώσει απ’ τη φωτιά, και μας έδωσαν λίγο ψωμί, ένα κομματάκι τυρί και λίγο κρασί. Θυμάμαι τη θεία Μιχαλιά όπως ήταν τα χέρια της γιομάτα αίματα, βούταγε το ψωμί στο ποτήρι με το κρασί… Τα παιδιά που ν’ αποκοιμηθούν… Η ψείρα ήταν τόση, που περπάταγε… Ξημέρωσε κάποτε και συνεχίσαμε το έργο του ενταφιασμού. Μήπως είχαμε ξινάρια; Δανειστήκαμε και σκάψαμε – όχι πολύ βαθειά… «Τώρα, μου λέει η πεθερά μου, βόηθα να τους βάλουμε μέσα στο λάκκο, γιατί θα τους φάνε τα σκυλιά»… «Δεν μπορώ, της λέω, δεν έχω δύναμη». Πέρασε τότε ο Τσαρουχάς, ο θείος μου, και μας βοήθησε. Αφού τους σκεπάσαμε με μια κουβέρτα, ρίξαμε πάνω τους χώμα, πέτρες και ό,τι άλλο βρέθηκε εκεί. Συνεχίσαμε βοθώντας συγγενείς και γνωστούς […] Θυμάμαι, πήγα να βοηθήσω τη θεια Μιχαλιά του Χαμακιώτη. Φέραμε το γιό της, το Χαράλαμπο, ένα παλικάρι δυο μέτρα… Στο δρόμο πέσανε κάτω λίγα μυαλά, γιατί τον είχε πάρει η χαριστική στο κεφάλι και του το ’χε διαλύσει. Έσκυψε η μάνα του ευλαβικά, τα μάζεψε και τάβαλε στην τσέπη της ποδιάς της…[…]. Στις τρεις μέρες ήρθε κόσμος απ’ τα χωριά. Μας έφεραν ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσαν. Και το κυριότερο: Πήγαν στο νεκροταφείο κι έριξαν χώμα πολύ πάνω στα μνήματα, για να μην μπορούν πιά τα σκυλιά να τους ξεθάβουν τη νύχτα».

♦ Η Βικτωρία Τσοκανά η οποία είχε τέσσερα αδέλφια. Ένα κορίτσι, την Αγγελική, και τρία αγόρια, τον Νίκο, τον Πάνο και τον Γιάννη, οι οποίοι μαζί με τον πατέρα τους Θανάση εκτελέστηκαν στις 13.12.43 στη Λάκα του Καπή. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας». Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «[…] Και έτσι φτάσαμε μες στου Καπή τη Λάκα και τι να δούμε. Όλοι οι άντρες σωρό κάτω, ούτε γνώριζες κανέναν, ήταν τελείως μεταμορφωμένοι, με τα μυαλά έξω πήρε η μανούλα μου τα μυαλά του πατέρα μου και των αδερφών μου με τη χούφτα της και τα έβαζε μέσα στα κρανία τους. […] Εγώ, όπως γονάτιζα κάτω, η φούστα μου έσταζε αίμα. Γονάτιζα για να γνωρίσω τα αδέρφια μου και τον πατεράκο μου. Η μάνα μου ως φαίνεται, με λυπήθηκε, ήμουν δεκαεπτά χρονών κοπέλα. Και αφού είχε πάρει η νύχτα καλά – καλά μου λέει: «Πάμε παιδάκι μου», να πάμε εκεί που καιγόταν μια φωτίτσα. Εκεί είχαν τους τραυματίες […]. Αλλά η μάνα μου έκανε τις δικές της σκέψεις και πριν φωτίσει καλά – καλά μου λέει: «Να κάτσεις δωπαλιά, θα πάω στο σπίτι μας, στο περιβόλι που πότιζα, έχω αφήσει ένα ξινάρι. Να το φέρω, να πάμε στο νεκροταφείο, να σκάψουμε, να βάλουμε το Γιάννη, το Νίκο, τον Πάνο μας και τον πατέρα σου. Κάμε το σταυρό σου παιδάκι μου, και σήκω να πάμε». […] Κι αφού ξαναπήγαμε στου Καπή τη Λάκκα, έναν – έναν σε μια κουβέρτα μαζί με τις ξαδερφάδες Κική και Διαμαντούλα τους κατεβάσαμε στο νεκροταφείο. Τα μάτια μας είχαν στερέψει από δάκρυα. […] Η πολυπικραμένη μάνα μου πήρε το ξινάρι που είχε φέρει από το περιβόλι μας και άρχισε να μετράει τα μέτρα που ήθελε να σκάψει. Εγώ είχα εξαντληθεί πια και αφού έσκαψε μόνη της, παίρνει το μεγαλύτερο γιό της, το Γιάννη μας, και, αφού του φόρεσε τη βέρα της, τον έβαλε πρώτο στην αιματοβαμμένη αυτή γης. Μετά πήγε και έκοψε περικοκλάδες και τις έβαλε για στεφάνια. Τελείωσε. Έβαλε όλους στην αράδα και τον πολυκουρασμένο πατερούλη μου. Πήρε πάλι γτο ξινάρι και τους εσκέπασε με το χώμα. Μετά έκατσε πάνω στο χώμα και τους εμοιρολόγαγε…[…]. «Μανούλα μου», της έλεγα της μάνας μου, «Νύχτωσε για τα καλά, πάμε να φύγουμε», αλλά που να πηγαίναμε; Το αρχοντικό και νοικοκυρεμένο μας σπιτάκι είχε γίνει στάχτη. Ενώ τα φουστάνια μας και μένα και της μάνας μου έσταζαν αίμα, με λυπήθηε και μου λέει: «Κίνα μπροστά», και αφού περάσαμε από το σπιτάκι μας, μας πήρε ο Μίμης και ο Στέφανος Χαμακιώτης και μας πήγε σ’ ένα καλυβάκι που τους είχε μείνει, και στη γωνιά του είχαν ανάψει λίγη φωτιά […] «Θεία Μαρία, έλα κοντά, και συ Βικτωρία, να ζεσταθείτε». Έπειτα είχαν βράσει φιδέ, και μας έδωσαν και ήπιαμε. Περάσαμε εκεί τη νύχτα και, αφού ξημέρωσε, πήγαμε στο σπίτι μας και σκάβαμε, ξυπόλυτη εγώ, μήπως σκεπάζαμε μια γωνίτσα με τσίγκους». Μαρτυρία της οκτασέλιδη, αναδημοσιευμένη από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 5.7.1992, για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

♦ Η μάνα με το κακό προαίσθημα. Η ίδια ως άνω Βικτωρία Τσοκανά  διηγείται: «… Η μανούλα μου Μαρία Τοκανά, έλεγε στον πατέρα μου: Σήκω Θανάση και πάρε τα παιδιά και φύγετε. Θα μας τα σκοτώσουν οι Γερμανοί». Αλλά ο πατέρας μου της έλεγε: «Ησύχασε Μαρία, κάμε τις δουλειές σου». Αφού δεν την άκουγε ο πατέρας μου… σηκώνεται τα μεσάνυχτα και πάει στον αδερφό της τον Αποστόλη…, του λέει, «δε με ακούει ο Θανάσης, σήκω αδελφούλη μου και πάρε τα παιδιά μας να φύγετε», «Πήγαινε, Μαρία, να κοιτάξεις τις δουλειές σου, δεν έχω να πάω πουθενά»…».

♦ Η Ευσταθία Τζούδα – Μητσονιά, μαθήτρια τότε, περιγράφει τις τραγικές στιγμές των γυναικών μέσα στο σχολείο. Η μαρτυρία της δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει πως στον πλατύ διάδρομο του σχολείου πήραν απ’ τα χέρια τους (ήταν μαζί με τη μάνα της και τη Μαρία) τον αδελφό τους και τον πήγαν με τους άντρες. Επίσης αναφέρει ότι αναζητούσαν στις αίθουσες όπου στοιβάζονταν γυναίκες, την αδερφή της την Ελένη με το αβάπτιστο, δύομισι μηνών μωρό της και την πεθερά της Ελένης. Και συνεχίζει: «Οι ώρες ήταν ατέλειωτες… Τα μικρότερα παιδιά, νηστικά, έκλαιγαν. Εμείς, τα μεγαλύτερα, είχαμε αγκαλιάσει τις μανάδες μας και τις ρωτάγαμε συνέχεια – λες κι αυτές ήξεραν: «Τι θ’ απογίνουμε;», «Που βρίσκονται οι άντρες;». Έτσι έφτασε το μεσημέρι. Κάποια στιγμή ακούω την Αγλαΐα, τη δασκάλα μου να φωνάζει: «Φωτιά! Μας καίνε!» Τη βλέπω απ’ τα παραθυράκια, απ’ το υπόγειο, να βγαίνουν οι φλόγες. Και τραβάει με τα χέρια της, με όση δύναμη είχε τα συρματοπλέγματα και σέρνεται σαν φίδι, πέφτει κάτω και ξεκολλάει μία πλάκα από το πρεβάζι και πέφτει πάνω στο πόδι της». Είναι ανείπωτες οι στιγμές εκείνες του τρόμου και του αλαλαγμού! Ένα κύμα, μια μάζα γίναμε που σπρωχνόμαστε να περάσουμε στην επόμενη αίθουσα, για να βγούμε στην πόρτα. Αλλά δε φτάναμε ποτέ! Ένιωθα να μας πνίγουν οι καπνοί… Νόμιζα πως έφθανε το τέλος μας… Φτάσαμε κάποτε στη συνεχόμενη αίθουσα νι εκεί, πάνω στην πόρτα, βλέπουμε έναν Γερμανό που έτεινε το όπλο του καταπάνω μας. Πέσαμε ανάσκελα απ’ τον τρόμο μας, για να μην μας πάρουν οι σφαίρες… Εκείνος όμως – φαίνεται, δεν ήθελε να μας σκοτώσει… Βγήκαμε στο διάδρομο, προχωρήσαμε στη μεγάλη πόρτα του διαδρόμου και κατηφορήσαμε τα σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας στη μεγάλη πόρτα του προαυλίου, μας κοίταζαν οι Γερμανοί στρατιώτες και μας έκαναν με νοήματα να πάμε κάτω προς τα χωράφια. Καθώς έκανα να προχωρήσω για το σπίτι, τι αντίκρυσαν τα μάτια μου… Η φωτιά είχε περιζώσει τα Καλάβρυτα …» (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας),).

♦ Η Ελένη Τσάφου (Τσαφαλένη), 98 ετών. «Παντρεύτηκε 19 ετών ένα συγχωριανό της, που είχε πρόβατα και χωράφια. Έκανε 5 παιδιά και στα 27 της χρόνια έμεινε χήρα. Ο άντρας της πέθανε από πνευμονία. Μόλις σαράντησε ο άντρας της, γέννησε και το πέμπτο παιδί της, το Νάσο/ Δεν ξαναπαντρεύτηκε και μόνη της μεγάλωσε τα παιδιά της. Την βοήθησαν φυσικά και οι δικοί της. Τα πεθερικά της δεν τα γνώρισε».

♦ Η Αγγελική Ζηρογιάννη. (Στρέζοβα). «… Έχω 5 παιδιά, το Γεράσιμο, το Παναγιώτη, την Αντρούλα, το Βαγγέλη και τον Αντρέα. Έμεινα χήρα πολύ νιά, κουράστηκα να τα μεγαλώσω. Τον άντρα μου τόνε σκότωσαν οι Γερμανοί, ήτανε τσοπάνης και όργωνε τα χωράφια. Από τότε που πέθανε έμεινα ολομόναχη στο κόσμο με τα παιδιά μου….».

♦ Η Αγιανιτοπούλου: Μια μάνα, που ‘χε χάσει το παιδί της, γιατί είχε φύγει μόνο του, όταν έφθασαν οι Γερμανοί, πήρε το δρόμο, που πήγαινε στα Σουδενά, να ρωτήσει, μήπως το σκότωσαν. Ήταν αυτή, που την παραμονή της καταστροφής πέρασε όλη η οικογένειά της μια νύχτα αγωνίας, Όταν έφθασε στον Αι – Νικόλα των Σουδενών αντίκρισε Γερμανούς να κατεβαίνουν, Έτρεμε από το φόβο της. Τη σταμάτησαν και τη ρώτησαν που πηγαίνει. Εκείνη, μόλις σήκωσε το κεφάλι της, αντίκρισε τον Γερμανό αξιωματικό, που έδιωχνε την παραμονή της καταστροφής τον άνδρα της! Τότε αναλύθηκε σε κλάματα και αναφιλητά. Εκείνος κάτι της έλεγε αλλά η ίδια δεν  ήθελε να τον ξαναδεί. Προχώρησε ακολουθώντας τον άγνωστο δρόμο της».

♦ Η Νικολίτσα σύζυγος του Καλαβρυτινού Κυριάκου Μπαλαλά, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς όπως και τα δύο από τα 7 παιδιά της ο Νίκος 22 ετών και ο Ανδρέας μαθητής 13 ετών. Συγκλονίζει η περιγραφή της κόρης της Δώρας 16 ετών τότε, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»: «Στο σχολείο επικρατούσε μεγάλη οχλαγωγία, ανησυχία μεγάλη. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, πλακωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Δεν κοιτούσαμε και πολύ έξω απ’ τα παράθυρα. Θυμάμαι πως, αφού αρχίσανε να βάζουν φωτιά στα σπίτια, διέκρινα ότι έβγαινε καπνός μέσα απ’ το πάτωμα. Είπαν τότε πως θα μας κάψουνε κι εμάς. Συγκεκριμένα, ήταν η Χοντρονικόλα, η Νίτσα του Καλδίρη, του Αργύρη του Φερλελή η μάνα – ποια άλλη ήταν, δε θυμάμαι καλά – που είπανε: «Παιδιά, θα μας κάψουνε»… Και με το «θα μας κάψουνε», παραμερίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά και πάνε στην πόρτα. Πιάνοντας και οι τρεις με τα χέρια τους, τραβήξανε με μεγάλη δύναμη κι ανοίξανε την πόρτα της αίθουσας που βρισκόμασταν. Με το που ορμήσαμε να φύγουμε, βλέπουμε μπροστά μας ένα στρατιώτη και τον κολλάμε στον προθάλαμο… Αυτός κοκάλωσε ούτε να ενεργήσει, ούτε να πυροβολήσει… Τίποτα. Μας κοίταζε κατάπληκτος… Τότε άρχισαν να σπάνε τα τζάμια. Άλλοι πηδάγανε απ’ τα παράθυρα κι άλλοι βγαίνουν απ’ την πόρτα. Όταν βγήκα έξω και κατέβηκα τις σκάλες, είδα μέσα στο μεγάλο καπνό να καίγονται τα σπίτια. Συγχρόνως, προς την Τράπεζα Αθηνών ήταν οι Γερμανοί παραταγμένοι στην αράδα. Φαινόντουσαν σαν να τάχανε χαμένα. Καθώς όμως έβγαινε ο κόσμος απ’ το σχολείο, τον σπρώχνανε προς το σταθμό και του λέγανε: «Προς τα κάτω, προς τα κάτω…». […] Σε λίγο έφτασε η είδηση της συμφοράς και πιάσανε τα ουρλιαχτά! Εκείνη την ώρα, εγώ δεν ανέβηκα αμέσως στον τόπο της εκτέλεσης. […]. Το βράδυ μείναμε με τη θεία μου κάτω από το σπίτι. Όλα ανοιχτά, τέντα… Ήμασταν και πενήντα γυναίκες και τα παιδιά μέσα στο σπίτι κι ακούγαμε τους Γερμανούς να περνάνε «κρακ, κρακ, κρακ» κι εμείς φοβόμαστε μη μας σκοτώσουνε… Τη νύχτα φύγανε. Λαγκάδι – λαγκάδι, ενώ καίγονταν δεξιά κι αριστερά τα σπίτια, πήγαμε στο Φουρναριό, στο σπίτι της μάνας μου και μείναμε εκεί μέχρι το πρωΐ. Ξημερώνοντας, η μάνα μου μας έδωσε μια μπουκιά ψωμί από εκείνο που είχε πάρει κοντά της και μου είπε: «Παιδάκι μου, να πάρουμε τα ξινάρια και να πάμε να τους τακτοποιήσουμε, για’ θα τους φάνε τα σκυλιά». Εκείνο που θυμάμαι απ’ τον τόπο της εκτέλεσης είναι κάτι φρικτό… Δεν ήταν μάτι ανθρώπου να το αντικρύσει. Ο πατέρας μου είχε κοντά του τα παιδιά και τους είδα όλους μαζί… Θυμάμαι τον μικρό που είχε μια τρύπα στο κεφαλάκι του απ’ τη χαριστική. Απ’ αυτήν σκοτώθηκε… Τη μεταφορά των σωρών την κάναμε με μια κουβέρτα – δεν υπάρχει δυστυχώς, αυτή η κουβέρτα σήμερα. Φέρναμε έναν – έναν πάνω σ’ αυτήν, γιατί δεν μπορούσαμε  να κουβαλήσουμε παραπάνω. Ήμουνα εγώ, η Θεώνη, η μάνα μου και η θεία μου ση Σωτηρούλα. Ο τάφος ήταν πολύ ρηχός ούτε πενήντα πόνους δεν τον ανοίξαμε. Τους σκεπάσαμε και ρίξαμε λίγο χώμα επάνω… Ούτε πενήντα πόντους ίσα που τους κάλυπτε το χώμα…».

♦ Η Αθηνά σύζυγος του Χρήστου Κουτσουρή, της οποίας τα παιδιά Δημήτριος 20 ετών, Γιάννης 26 ετών εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα) αναφέρει τις στιγμές της μάνας μπρος στα σκοτωμένα παιδιά της: «… «Τρεχάτε», φωνάζει μια γυναίκα. «Κάποιος ζωντανός βογκάει κάτω απ’ τα πτώματα. Να τον σώσουμε». Τρέχουμε. Τραβάμε. Ένα – δύο – τρία – τέσσερα πτώματα. Είναι ο Γιάννος ο Κουτσουρής. Τι κίτρινος! Τον βαστά μια γυναίκα μ’ ανασηκωμένο το κεφάλι, κι όλες οι άλλες από πάνω του, προσπαθούμε να του δώσουμε πνοή από την πνοή μας. Εκείνος ανοίγει δυό τρεις φορές το στόμα του, προσπαθώντας να μας μιλήσει, κοιτά ένα γύρω με τα έκπληκτα και τρομαγμένα μάτια του και πέφτει βαρύς στην αγκαλιά της γυναίκας. Ξεψύχησε. Κάπου εδώ θα είναι κι ο Μήτσος, ο μικρότερος αδελφός του. Ο Κωστάκης γλύτωσε. Ο μεγαλύτερος γιός της Κουτσουρίνας είναι αντάρτης…».

♦ Η Ξακουστή σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Καλαβρυτινού Αναστασίου Κατσίνη και μητέρα του επίσης εκτελεσθέντα στις 13.12.1943 παιδιού της Σωτήρη. Να πως περιγράφει τη μεταφορά του νεκρού παιδιού της η Φραντζ. Νίκα (Καλάβρυτα…): «Η θεία Ξάκω έχει τακτοποιήσει το Σωτηράκη στην κουβέρτα και ξεκινάμε…. Είναι παιδί 17 χρονών. Θεέ μου γιατί τόσα παιδιά, γιατί; Προχωρούμε σιγά σιγά και προσεχτικά μη σκοντάψουμε και χτυπήσει ο Σωτηράκης. Η θεια – Ξάκω θα πονέσει αν συμβεί κάτι τέτοι. Νομίζω πως ο δρόμος είναι γρηγορότερος από την πρώτη φορά. Της θειας – Ξάκως όμως της φάνηκε ατελείωτος. Κάθε τόσο παρακαλεί να σταματήσουμε να πάρει ανάσα…».

♦ Η Χρυσούλα Χαρακτηνιώτου, σύζυγος του φαρμακοποιού Ιωάννη Κελαϊδίτη από τη Χίο, της οποίας οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο λόφο Καπή τον άνδρα και τα τρία παιδιά: Λεωνίδα 22 χρόνων, Δημήτρη 20 χρόνων και Νίκο 18 χρόνων. Ήταν εγκατεστημένος στην Ηγουμενίτσα αλλά έφυγε για ν’ αποφύγει τον κίνδυνο των Ιταλών και πήγε στα Καλάβρυτα… Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…), αναφέρει: ««… Φτάνω και πάλι απάνω. Μα πώς θ’ αντέξουμε; Τι εφιαλτικές σκηνές!… Πλησιάζω τη μάνα του Λεωνίδα του Κελαηδίτη. Είναι ανάμεσα σε τέσσερα αγαπημένα κορμιά. Τον άντρα της. Τον Λεώνίδα που ήταν συμμαθητής μου. Τον Νικολάκη και το Δημητράκη… Στέκεται η μάνα τους σαν χαμένη, μαζί με μια αδελφή της, νομίζω μην ξέροντας τι να κάνει… Συνέρχεται κι η αδελφή της και προσπαθεί να τακτοποιήσει το Νικολάκη. Εμείς με τη μάνα τους κατεβάζουμε το Λεωνίδα… Φτάσαμε στο νεκροταφείο. Η μάνα κάθεται δίπλα στο παιδί της αμίλητη, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τι θα γίνουν οι άλλοι τρεις οι δικοί της που είναι απάνω. Σε λίγο έρχεται η αδερφή της κουβαλώντας, με κάποια άλλη γυναίκα, τον Δημητράκη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει…».

♦ Η Όλγα Κοτσίρη δεύτερη σύζυγος του Βασιλείου Αναστόπουλου από τον Πριόλιθο, εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς στις 13.12.1943, μητέρα δύο παιδιών του Δημήτρη και της Βασιλικής η οποία γεννήθηκε το βράδυ της σφαγής των Καλαβρυτινών. «Οι Γερμανοί  σεβάστηκαν την ετοιμόγεννη και δεν έκαψαν το σπίτι της… Ήρθε στον κόσμο ένας καινούργιος άνθρωπος σε μια τόσο ζοφερή νύχτα…» (Φρ. Νίκα, Καλάβρυτα…).

♦ Η Ελένη σύζυγος του Γεωργίου Τσεκούρα, της οποίας ο 30χρονος γιός Βασίλης και ο 20χρονος Σπύρος εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13-12-1943. Είχε 7 παιδιά. Η φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) αναφέρει: «Από πάνω μου είναι η Τσεκούραινα με τα δυο παιδιά της Το Βασίλη και τον Πίπη, αριστερά είναι η γριά Φιλιππίνα η Τσαπάραινα με το μονάκριβο παιδί της τον Αντρέα. Δεν έχουν ξινάρι ν’ αρχίσουν τουλάχιστον. Κάθονται και οι δυό με σταυρωμένα χέρια και περιμένουν αμίλητες, σκληρές, με τα χείλη σφιγμένα… Τώρα η μάνα του, μια ανήμπορη γριά, περιμένει μέσα στο κρύο ποιος θα τη βοηθήσει να θάψει το παιδί της…».

♦ Η Αγγελική σύζυγος του Φίλιππα Τσαπάρα και μητέρα δύο παιδιών του Ηλία και του Ανδρέα ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 (βλ. και σχετ. Ελένη σύζυγος Γεωργίου Τσεκούρα). «… εγώ με το σκαλιστήρι [πάω να βοηθήσω] τη γριά Φιλιππίνα για τον τάφο του Αντρέα. Η γριούλα προσπαθεί να με βοηθήσει, δίνοντάς μου συγχρόνως χίλιες ευχές. Ποιος να μου τόλεγε πως θα ’παιρνα ευχές για μια τέτοια δουλειά…».

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Καλαβρύτων Γραμματέα της Εισαγγελίας και εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αλέκου Μπρε. Ήταν εννιά μηνών έγκυος. Η Βικτωρία Τσοκανά (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ. (Αναδρομώντας…), διηγείται: «[…] Εκεί που κάθε φορά ανεβαίναμε, στο μαρτυρικό αυτό τόπο [Λάκκα Καπή], βλέπω την κ. Τασία Μπρε, η οποία έκλαιγε απαρηγόρητα και έλεγε: «Αλέκο μου, Αλέκο μου, τι θα μπορούσα να κάνω εγώ για σένα, αγαπημένε μου Αλέκο;». Δεν μπορούσε να τον σώσει γιατί ήταν εννιά μηνών. Πλησιάζω κοντά της και της λέω: «Τασία, μην κλαις άλλο. Εγώ θα ρθω να πάρω τον Αλέκο σου και θα τον πάω στο νεκροταφείο» και αφού τελειώσαμε όλους τους δικούς μας, πάμε και παίρνουμε τον Αλέκο Μπρε, και η κ. Τασία με την αγαπημένη μου μανούλα ’ρχόσαντε από κοντά. Τα παιδάκια της κ. Μπρε δεν τα θυμάμαι καθόλου αν ήσαντε εκεί στον πατέρα τους. Ηταν ο Σωτήρης, ο Γιώργος και άλλο ένα κοριτσάκι. Στο νεκροταφείο δε θυμάμαι που τον άφησα τον Αλέκο Μπρε. Ούτε θυμάμαι ποιος έσκαψε και τον ενταφίασε. Ίσως εγώ…[…]».

♦ Η Καστανιώτισσα, η οποία όπως η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) διηγείται: «… Μας πήρε μαζί της η Καστανιώτισσα και μας πήγε σε μια σπηλιά που είχε κρύψει τα παιδιά της. Πόσα μερόνυχτα μείναμε εκεί ούτε ξέρω. Ίσως έναν αιώνα. Η Καστανιώτισσα μας έφερνε κάθε μέρα λίγο ψωμάκι που το μοιραζόμασταν με τα παιδιά της. Κάποτε καταλάγιασε ο τόπος, είχαν φύγει οι Γερμανοί…».

♦ Η βασανισμένη μάνα που δεν έχασε την ανθρωπιά της. Η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) παραθέτει την περιγραφή της Γωγώς Σακκαλή: «… Με μαζεύει μια γειτόνισσα. Μια ταλαίπωρη μάνα που έχει χάσει τρία παιδιά και τον άντρα της, και προσπαθεί τ’ άλλα τρία παιδιά που της απόμειναν και μένα να μας ζεστάνει με φωτιά και να μας ταΐσει με ό,τι βρίσκει. Ώσπου την Τρίτη ημέρα μετά την καταστροφή, βλέπω στα ερείπια του σπιτιού μας τη μάνα μου κουλουριασμένη να κλαίει και να φωνάζει αναζητώντας τους ανθρώπους της και το βιός της…».

Τέλος,

θα πρέπει να αναφέρουμε ότι 33 βασανισμένες μανάδες παραμέρισαν το αβυσσαλέο μίσος κατά των Γερμανών και μπροστά στην πιθανότητα τα παιδιά τους να δουν μια καλύτερη τύχη, δέχτηκαν και πήραν τη σκληρή απόφαση τον Οκτώβρη του 1955 και 33 ορφανά Καλαβρυτινόπουλα, τα ονόματα των οποίων ακολουθούν, μετέβησαν στη Γερμανία για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας πολιτικού και συγγραφέως Σραμ φον Τάντεν Έρενγκαρντ: Αγγελόπουλος Αλέκος, Αναστόπουλος Μίμης, Αντωνόπουλος Χρήστος, Γεωργακόπουλος Παναγιώτης, Δημόπουλος Σπύρος, Ιωαννίδης Ανδρέας, Ιωαννίδης Ιωάννης,  Καλδίρης Εμμανουήλ, Καλδίρης παναγιώτης, Καποτάς Ηλίας, Καποτάς Σπύρος, Καράγιωργας Περικλής, Καψοκαλύβας Χρήστος, Κυριακόπουλος Δημήτριος, Κυριακόπουλος Παναγιώτης, Κυριακόπουλος Χρήστος, Λούτσης Ιωάννης, Μαυρίδης Θεολόγος, Μπράτσικας Νίκος, Μπράτσικας Παναγιώτης, Παπαδιαμαντόπουλος Σόλων, Ρεκουνιώτης Δήμος, Ρεκουνιώτης Σταμάτης, Ρεκουνιώτης Φιλοποίμην, Ρεκουνιώτης Φώτιος, Σαμοθρακίτης Αλέκος, Σουρούκης Ιωάννης, Σταθούλιας Τάκης, Τάσσης Νικόλαος, Χαμακιώτης Ντίνος, Χαμακιώτης Σωτήριος, Χειλόπουλος Κώστας, Χονδρονικόλας Ιωάννης (Τα ονόματα από το βιβλίο των Χαμακιώτη Σ. – Αντωνόπουλου Χ., «Αναδρομώντας…»).

Πηγές: Όλα όσα παραπάνω έχουν αναγραφεί, έχουν αντληθεί από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων». Αν οι αναφερόμενες εδώ πηγές τους είναι ελλιπείς,  σ’ αυτό (το Λεξικό) υπάρχει η πλήρης αναγραφή των πηγών αυτών.

 

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Δρούλια Λουκία… αιωνία της η μνήμη.

Στις 18 του περασμένου μήνα Ιουλίου πέθανε η ιστορικός Δρούλια Λουκία.

Δρούλια Λουκία: ( Αθήνα 1931- Αθήνα 18 Ιουλίου 2019) Η Λουκία Δρούλια, απόγονος της παλιάς οικογένειας πολιτικών των Ζαΐμη (κόρη του Θρασυβούλου Α. Ζαΐμη) και σύζυγος του Κων. Α. Δρούλια.

«(Κερπινή), πολλές μελέτες για Πελοποννησιακά θέματα» (Ν. Π. Σακελλαρόπ.- Επετ. Καλ/των, τ. ΙΘ΄ 1996). Η οικογένεια Ζαΐμη ως τα 1840, αθησαύριστα κείμενα, ΕΚ 1 (1969), σ. 61-76. (Δημοσίευσις κειμένων εκ του αρχείου Ζαΐμη μετά τινων σχολίων). Πελοποννησιακά στρατεύματα στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου: μία μαρτυρία, ΕΚ 4 (1972), σ. 47-54. (Δημοσίευσις επιστολής του Ανδρ. Ζαΐμη προς τους αδελφούς Ράγκου και ιστορική πλαισίωσις αυτής). Δρούλια Λουκία – Μαλτέζου Χρύσα: Το αρχείον της ιεράς μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, «Σύμμεικτα», ΚΒΕ/ΕΙΕ εν Αθήναις 1970, σ. 1-20 + 9 πιν. (Α. Φωτόπουλος, Καλαβρυτινή βιβλιογραφία…, 5).

Από το ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση:

«Με ιδιαίτερη λύπη αποχαιρετήσαμε το Σάββατο 20 Ιουλίου 2019 τη Λουκία Δρούλια, μια σπουδαία γυναίκα με επιστημονική διαδρομή διεθνούς κύρους. Η Λουκία Δρούλια ήταν ιστορικός, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στον Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε Διδακτορικό Δίπλωμα 3ου κύκλου από το Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV, 1974). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο οποίο διατέλεσε Διευθύντρια Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών (1981-1996) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (1986-1996). Το ερευνητικό της έργο καθώς και οι δημοσιεύσεις βιβλίων, άρθρων και μελετών σε συλλογικούς τόμους είναι η παρακαταθήκη της στους νέους επιστήμονες, στους επερχόμενους ερευνητές αλλά και σε όλους εμάς. Πολύτιμο κομμάτι αυτής της παρακαταθήκης είναι η βιβλιοθήκη της Λουκίας Δρούλια, που αριθμεί περί τα 13.000 τεκμήρια και παραδόθηκε στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη τον Σεπτέμβριο του 2018. Κύριος προσανατολισμός της είναι η νεοελληνική ιστορία και λογοτεχνία, με έμφαση στον Ελληνικό Διαφωτισμό, την Επανάσταση και τον φιλελληνισμό, την περιηγητική λογοτεχνία και την ιστορία του ελληνικού βιβλίου και Τύπου.».

Από το ίδιο ίδρυμα μεταφέρω και τα εξής:

«Η Λουκία Δρούλια είναι [ήταν] ιστορικός, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στον Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε Διδακτορικό Δίπλωμα 3ου κύκλου από το Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV, 1974). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Βοηθός έρευνας KNE/EIE, 1960-1974, Κύρια ερευνήτρια, 1974-1981), στο οποίο διατέλεσε Διευθύντρια Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών (1981-1996) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (1986-1996). Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν σε θέματα κοινωνίας και παιδείας στην περίοδο του Ελληνικού Διαφωτισμού και τον 19ο αιώνα, στο κίνημα του Φιλελληνισμού στον 19ο αιώνα, στην ιστορία του ελληνικού βιβλίου και των ελληνικών βιβλιοθηκών (15ος-20ός αι.), στην περιηγητική λογοτεχνία για τη NA Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο (15ος-19ος αι.) και στην ιστορία του ελληνικού Τύπου (1784-1996). Διατέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Ο Ερανιστής» (1969-1986), διαχειρίστρια (Γ. Γραμματέας) του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού (1969-1977), καθώς και εκπρόσωπος του EIE στη μη κυβερνητική Επιτροπή Ανθρωπιστικών Σπουδών του European Science Foundation στο Στρασβούργο (1987-1996). Την περίοδο 1989-1996 υπήρξε εθνική συντονίστρια του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ και μέλος της Επιτροπής του προγράμματος της UNESCO «Δρόμοι του μεταξιού, δρόμοι επικοινωνίας». Διατέλεσε επίσης μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του περιοδικού «Revue des Etudes S.E. Européennes» (Βουκουρέστι, 1990-2000), μέλος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (1995-1997) και μέλος της Εφορείας της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς βιβλία, άρθρα και μελέτες σε συλλογικούς τόμους, μεταξύ των οποίων: Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de l’Indépendance grecque. Répertoire bibliographique, Αθήνα 1974 (βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, 1976), Modern Greek Culture. A Selected Bibliography, C. Th. Dimaras, C. Koumarianou και L. Droulia, Θεσσαλονίκη 1968 (4η αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα 1974), Tο ελληνικό βιβλίο (σε συνεργασία με την Αικ. Κουμαριανού και την Evro Layton), Αθήνα 1986 (βραβείο της Association pour l’encouragement des études grecques, Παρίσι 1987), H ιστορία του ελληνικού βιβλίου. Προσεγγίσεις και σύγχρονες κατευθύνσεις της έρευνας. Βιβλιογραφία των ελληνικών εργασιών (1965-2000), Αθήνα 2001, και Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974. Εφημερίδες, Περιοδικά, Δημοσιογράφοι, Εκδότες, (επιμέλεια: Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου), Αθήνα 2008.».

 

Posted in Ειδήσεις | Σχολιάστε

Έφοδος των Ελλήνων κατά της Τριπολιτσάς την νύχτα της 27ης Δεκεμβρίου 1825.

Τον Ιούνιο του 1825 η Τριπολιτσά  κυριεύτηκε από τον Ιμπραήμ ο οποίος τη χρησιμοποίησε ως ορμητήριό του.

Όταν ο Ιμπραΐμ βρισκόταν στην εκστρατεία κατά του Μεσολογγίου, ο Θ. Κολοκοτρώνης έβαλε κατά νου, να επιχειρήσει να εισβάλλει στην Τριπολιτσά.

Σε έγγραφο του στις 2 Δεκεμβρίου 1825, από τους Μύλους Ναυπλίου έγραφε: «Προς το έξοχον υπουργείον του Πολέμου./ Αφ’ ής ημέρας έφθασα ενταύθα δεν έπαυσα να ζητώ παρά της επιτροπής την σπουδαίαν εκπλήρωσιν των συντεινούντων[;] δια την μελετουμέμην εισπήδησιν εις την Τριπολιτζάν μέσα, και παρ’ αυτής μεν άλλην απάντησιν δεν λαμβάνω, ειμή ότι στερείται της ευκολίας, ανεφέρθην μ’ όλα ταύτα δια του εξόχου υπουργείου και προς την Σ. Διοίκησιν προ πέντε ημερών δια να ευκολύνη και την επιτροπήν και ημάς, και έλαβα την απάντησιν ότι προβλέπονται όλα ταναγκαία, άχρι σήμερον όμως όχι μόνον το παξιμάδι, πολεμοφόδια και λοιπά εστάλησαν, αλλ’ ουδέ αι σκάλαι τας οποίας δια αναφοράς μου από Αλωνίσταιναν εζήτησα το μόνον ευκολώτατον και ολιγοέξοδον, αλλ’ αναγκαιότατον ζήτημα, έξοχον υπουργείον!…….».

Οι σκάλες βρέθηκαν και η απόπειρα για να μπούν οι Ελληνες από τα τείχη στην Τριπολιτσά, έγινε τη νύχτα της 27ης Δεκεμβρίου, αλλά απέτυχε. Για το γεγονός αναφέρουν μεταξύ άλλων και οι:

Οικονόμου Μ. (Ιστορικά … σ. 615), όστις την αποτυχία του κατά Τριπολιτσάς μελετηθέντος εγχειρήματος την τοποθετεί [λανθασμένα] την νύχτα 25-26 Δεκεμβρίου 1825.

Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία…, τ. Γ΄, 346) τοποθετεί το γεγονός περί το μεσονύκτιον της 27 Δεκεμβρίου 1825 αναφέροντας: «… Τρία σώματα [Πελοποννησίων] ώδευσαν περί το μεσονύκτιον της 27 Δεκεμβρίου προς την πόλιν, φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν. Ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν απροσδόκητοι, αλλ’ ηπατήθησαν, διότιοι Τούρκοι προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι, εν ώ προσήγγιζε το υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν πρώτο σώμα, και κραυγάσαντες «σας είδομεν Ρωμαίοι» τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνο οι Τριπολιτσιώται, ως 250, επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον της πόλεως, αλλ’ εξήλθον 300 ιππείς και πεζοί και τους έτρεψαν  φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3…». Ο Τρικούπης αναφέρει επίσης ότι ο Ιωάννης Φιλήμων «… εις κατασκοπήν της αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθεν ριψοκινδύνως λήγοντος του Νοεμβρίου του 1825, υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφονήθη, ενδιέμεινε δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε…».

Στο έντυπο «Ο Ελληνικός Αγών…, υπό Σ. Α. Εν Αθήναις 1860″,  σ. 38 αναφέρεται: «… Αναχωρήσαντος του Ιμβραήμη από την Πελοπόννησον, συνήχθησαν περί την Τριπολιτσάν πέντε περίπου χιλιάδες Ελλήνων προτιθέμενοι να εφορμήσωσι και να κυριεύσωσιν αυτήν. Τα σχέδια των Ελλήνων εννόησαν οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι, και ότε κατά την νύκτα της 27 Δεκεμβρίου 1825 επεχείρησαν την έφοδον, εύρον τους Τούρκους όλους γρηγορούντας, και ούτως ανεχώρησαν χωρίς να εκτεθ.ωσιν εις ανωφελή κίνδυνον. Εφονεύθησαν εν τούτοις υπέρ τους τριάκοντα εξ ενός σώματος, το οποίον δεν ηθέλησε ν’ αναχωρήση συγχρόνως με τα λοιπά…».

Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης και πού αποδίδει την αποτυχία:

Στις 28 Δεκεμβρίου 1825, έγγραφο του προς το υπουργείο του Πολέμου έχει ως εξής:

«… Ω! με πόσην της ψυχής μου θλίψιν κινώ κάλαμον ν’ αναφέρω προς το έξ. υπουργείον την αποτυχίαν του πολυθρυλλήτου κατά Τριπολιτζάς επιχειρήματός μας, δοκιμασθέντος απόψε την παρελθούσα νύκτα! Κρίνω περιττόν και ούτ’ έχω ευχαρίστησιν να περιγράψω [… 2. λ.] οπωσδήποτε γενόμενον, αφού έκβασις έλαβε την αποτυχίαν, τούτο μόνο λέγω ότι η ελληνική μοχθηρία έκαμε και τώρα να χάσωμεν ένα πόντον[;] ο οποίος ενομίζετο σχεδόν βέβαιος. Εν τοσούτω δεν φθάνει ότι αι κοιναί και αι ιδικαί μου ελπίδες εψεύσθησαν κατά τούτο, αλλά δια προσθήκην εις το δυστύχημα εχάσαμεν και είκοσι Έλληνες τους μεν φονευθέντας, τους δε συλληφθέντας εξ αδοκείας[;] των, και οι εχθροί έλαβον ακριβή διάγνωση πλέον του πράγματος. Οι ημέτεροι εβάλθησαν εις λιποταξίαν και μένει να ιδώ εις ποίον βαθμόν θα καταντήση και εις ποίαν κατάστασιν θα μείνη το στρατόπεδον, περί των οποίων ακολούθως πάλιν θέλει ειδοποιήσει το έξοχον υπουργείον. Μένω επί του παρόντος/ τη 28 Δεκεμβρίου 1825/ Από Μπερτζοβά./ Ο πατριώτης/ Θ. Κολοκοτρώνης».

Στις 30 Δεκεμβρίου 1825 έγραφε: «Προς το έξοχον υπουργείον του Πολέμου./ Κατά τας 28 του παρόντος πάλιν ανεφερόμην προς το έξ. υπουργείον τούτο, και με λύπην μου ειδοποίουν την αποτυχίαν του κατά της Τριπολιτζάς επιχειρήματός μας. Αίτια της αποτυχίας ταύτης κυρίως εστάθησαν η ηθική αταξία των στρατιωτών μας ούσα αδιόρθωτος δια τε την πληθύν[;] και την νύκτα, και επί τούτοις η μεγάλη αγρυπνία των εχθρών εις την οποίαν τους εύρομεν. Μ’ όλα ταύτα οι στρατιώται είχον την τόλμην και επιτηδειότητα, ώστε έστησαν τας σκάλας εις το τείχος, και εάν ήθελε συνδράμει και η ευταξία δεν ηθέλαμεν αποτύχει. Εν τοσούτω με την αναχώρησίν των άφησαν και τας σκάλας εις το τείχος, και εις τον αποσυρμόν των διασκορπισθέντες απροφύλακτοι εδώ κι εκεί μερικοί Τριπολιτζιώται περί την τετάρτην ώραν της ημέρας, πεντήκοντα ιππείς υπό τους εχθρούς επέπεσαν εις αυτούς αιφνιδίως και εφόνευσαν εξ’ αυτών και συνέλαβον και ζώντας ως και προχθές έγραφον. Το συμβάν τούτο όμως απεδόθη εις την ανοησίαν των παθόντων, και δεν ανάγεται ολικώς εις το στρατόπεδον δια τούτο και ουδέν αποτέλεσμα δειλίας επέφερεν. Το κακόν όμως είναι οπού η ανοικονομία των τροφών την οποίαν ο χειμών και η έλλειψις των ζώων κατέστησε δυσκολοτέραν επροξένησε την λειποταξίαν την οποίαν ήτο σχεδόν αδύνατον να δυσωπήσω[;], αγκαλά ούτε δυνατόν ήτο ούτε ωφέλιμον πλέον να εξακολουθήσωμε το αυτό σχέδιον, δια ταύτα οικονομώ το πράγμα ως αι περιστάσεις μου υπαγορεύουν, διέταξα δε Τριπολιτζότας των οποίων επικεφαλής διώρισα τον κ. Αλέξην και κ. Λάμπρον δια να σταθούν πέριξ της Τριπολιτζάς και ούτοι είναι ικανοί ν’ αντικρούσουν κάθε έφοδον των εν αυτή εχθρών, διέταξα και τους Καρυτινούς καπ. Αντώνην και […] να είναι έτοιμοι να συνυπακούωνται μετ΄αυτών ………………… Μένω εν τοσούτω./ τη 30 Δεκεμβρίου 1825/ από Μύλους Ναυπλίου/ ο πατριώτης/ Θ. Κολοκοτρώνης».

Πηγή: Τα έγγραφα προέρχονται από τα Γ.Α.Κ. και έχουν περιληφθεί ολόκληρα στο λ. Κολοκοτρώνης Θεόδωρος, στο «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων», όπως αυτό συμπληρώνεται.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα (Μέρος 2ο).

Δημοσίευση στην εφημ. «Πελοπόννησος»  του Β΄μέρους της έρευνάς μου, για τις αναφορές της Λαογραφίας στην Καλαβρυτινή μάνα.

 

Posted in Ιστορία | Σχολιάστε

Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα.

Δημοσίευση στην εφημ. «Πελοπόννησος»  μέρους της έρευνάς μου (λόγω περιορισμένου χώρου), σχετικά με την Καλαβρυτινή μάνα κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Το πλήρες κείμενο του Α΄αυτού μέρους παρατίθεται μετά τις φωτογραφίες της δημοσίευσης της εφημερίδας.

Α. Η Καλαβρυτινή μάνα κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του 1821.

Η ηρωική αυτή γυναίκα εκτός από την απώλεια του συζύγου της, όταν έμεινε μόνη και ανυπεράσπιστη με το φόβο όχι μόνο του εχθρού αλλά και όσων καραδοκούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάστασή της, φορτώθηκε ένα βαρύ και δυσβάσταχτο φορτίο: Την πολυμελή οικογένεια, τα ανήλικα που έπρεπε να θρέψει, τη φτώχεια που την έπνιγε, τον αγώνα για επιβίωση.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων μανάδων, τέτοιων ηρωικών γυναικών:

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος του αγωνιστού Πανάγου Αναστασοπούλου από Παγκράτι Κλειτορίας, έμεινε χήρα με δύο ανήλικα αγόρια, τον Κωνσταντίνο και τον Πανάγο και μία κόρη τη Βαρσάμω σε ηλικία γάμου, και με την εργασία της αλλά και λόγω της ανεπαρκούς περιουσίας που άφησε ο σύζυγός της, πάσχιζε να συντηρήσει την οικογένειά της, και ζητούσε την αποζημίωση του ανδρός της.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του Ανδριακόπουλου Αντώνη από Σοπωτό, ήταν έγκυος όταν ο άνδρας της έπεσε πολεμώντας ηρωικά στο Λεβίδι το 1821. Εκτός από το αγόρι που γεννήθηκε είχε και ένα ακόμη κορίτσι και έμεινε χωρίς εισόδημα ή περιουσία και δυσκολεύτηκε πολύ να συντηρήσει την φτωχή της οικογένειά. Ζητούσε από την επιτροπή μία αποζημίωση ανάλογη της προσφορά του άνδρα της.

♦ Η Δεσπούλα του Αναγνώστη Ανδρουτσόπουλου από Διακοφτό, όστις εσουβλίσθη υπό των Τούρκων, έμεινε χήρα με τρία ορφανά παιδιά και ζητούσε βοήθεια ανάλογη της προσφοράς του άνδρα της, όπως και η κόρη της Τασούλα.

♦ Η χήρα γυναίκα του εξ Αγίου Βασιλείου (Σουδενών) αγωνιστή του 1821 Αθανασίου Αμαράντου αναγκάστηκε να ζητήσει μετά του γιού της Βασιλείου βοήθεια από το Υπουργ. των Στρατιωτικών, διότι ήταν και κηδεμών της ανήλικης κόρης της Πηνελόπης.

♦ Η Παναγιώτα Γεωργοπούλου, γυναίκα του πεσόντος στην Πάτρα 22.10.1822 Παναγιώτη Ανδρουτσόπουλου από Αλέσταινα, έμεινε χήρα με πέντε παιδιά, με καμένο σπίτι και χωρίς περιουσία.

♦ Η Αναστασία χήρα Γεωργίου Αργυροπούλου ή Χαϊδοπούλου από Σουδενά Καλαβρύτων, όστις εφονεύθη μαχόμενος στη μάχη στα Δεμέστιχα της Βλασίας το 1827 και άφησε χήρα την Αναστασία με τρία ή τέσσερα ανήλικα παιδιά.

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Κυριτσόβης Ηλία Βαγενοπούλου, όστις αποθνήσκων την άφησε χήρα με τα εξής τέκνα: Αγγελέτο ετών 18, Γιάννη ετών 15, Αναστάση ετών 10, Χρυσάφω ετών 8 και Παναγιώτα ετών 5.

♦ Η σύζυγος του υπό τις διαταγές του Ν. Σολιώτη, αγωνισθέντος και πεσόντος, Γεωργίου Βασιλείου από Τσιβλό, έμεινε χήρα με τρείς κόρες τις Αναστασιά, Θεώνη και Αργυρή καθώς και ένα γιό τον Κωνσταντίνο.

♦ Η Αικατερίνη χήρα του εκ Βυσωκά αγωνιστή του 1821 Αθανασίου Βελούση η οποία επιτρόπευε τα ανήλικα τέκνα τους Γιάννη ετών 11 και Ανδριάνα ετών 8, ζητούσε διαγραφή των χρεών του αποβιώσαντος συζύγου της.

♦ Η Σταθούλα χήρα του εκ Στρεζόβης πεσόντος στα Τρίκορφα, άγωνιστή του 1821 Γαρουφόπιυλου Αναγνώστη έμεινε με τρία παιδιά. Το 1846 αναφέρεται ότι κατά την μετάβασή της από τα Τρίκορφα στη Στρέζοβα την αιχμαλώτισαν με τα τρία παιδιά της των οποίων αγνοείται η τύχη διότι η Ευσταθούλα ελευθερώθηκε στο Ναυαρίνο το 1828 αλλά δεν έχει ουδέ τα αναγκαία προς το ζήν.

♦ Η Βαρσάμω από το χωρίο Γκέρμπεσι του δήμου Βλασίας, χήρα του εκ Λαγοβουνίου Γιαννακόπουλυ Αναστασίου, φονευθέντος στη μάχη του Λεβιδίου, έμεινε με δύο κορίτσια και ένα αγόρι ανήλικα.

♦ Η Κανέλλα σύζυγος του εκ Λειβαρτζίου Δημητρίου Ν. Γιαννακόπουλου, έμεινε χήρα με τρεις άγαμες θυγατέρες (Ρουμπίνης, Αφροδίτη και Θεοχαρίστη) και ένα αγόρι και δεν έχει τα αναγκαία να ζήσει, ούτε περιουσία κινητή ή ακίνητη διαθέτει.

♦ Η Ελένη χήρα του εκ Χαλκιάνικων Παναγή Δελούκα, επίτροπος των παιδιών τους Σωτηρίου, Νικάνδρου, Σπυρίδωνος, Αγγελή, Γερασίμου, Ιωάννου και Γεωργίου, ζητάει αμοιβή για τους αγώνες του αποβιώσαντος συζύγου της.

♦ Μπροστά στα μάτια της μάνας του, οι Τούρκοι αφού μετέφεραν τον συλληφθέντα εκ Βιλιβίνας Αλέξη Δημητρακόπουλο (Διακοκαλόγερο) στα Καλάβρυτα, τον βασάνισαν κόβοντάς του τα άκρα, την οποία ο ίδιος ο καπετάν Αλέξης παρηγορούσε, λέγοντάς της πώς «τα παλικάρια τα καλά έτσι πεθαίνουν…».

♦ Η Αγγελική Γκολφινοπούλου, χήρα του εκ Σόλου Σωτηρίου Ζαφειρόπουλου πεσόντος στο Λεβίδι, έμεινε χήρα με την ανήλικη κόρη της Βασιλική.

♦ Η Θεοχαροπούλου Ειρήνη, σύζυγος του Α. Βουλγαρη, χιλιάρχου το 1821, όστις απεβίωσε και την άφησε χήρα με δύο ανήλικα τέκνα τον Λεωνίδα και την Αθηνά σε δεινή κατάσταση.

♦ Η Παρασκευή σύζυγος του εκ Σαββανών αγωνιστή του 1821 Δημητρίου Καλλιμάνη, έμεινε χήρα με 5 παιδιά (Γεώργιο, Βασίλειο, Ιωάννη, Γρηγόριο και Χαρίκεια)

♦ Η Μαρία σύζυγος του εκ Βερσοβά Καλπαντώνη ή Δραγατάκου, πεσόντος στην Πάτρα το 1822 πολεμώντας τους Τούρκους, έμεινε χήρα με πέντε αγόρια (Αγγελή, Αποστόλη, Κωνσταντίνο, Παύλο, Αντώνη) και τρία κορίτσια (Αναστασία, Παναγιού, Θανάσω), αλλά και αυτή πέθανε το 1842.

♦ Η Διαμάντω χήρα του εκ Νωνάκριδος Παύλου Καραϊσκάκη, υπολοχαγού της Φάλαγγος, έμεινε με την κόρη της Καλλιρόη.

♦ Η Αγγελική σύζυγος του εκ Τσιβλού Αργύρη Κατσαρού, αγωνιστού του 1821, έμεινε χήρα με 4 ανήλικα παιδιά (Αθανάσιο, Κων/νο, Βασίλειο και Κανελή).

♦ Η σύζυγος του Παναγιώτη Κατσώνη αγωνιστή του 1821 από Καλάβρυτα, έμεινε χήρα με πολλά κορίτσια ορφανά και φτωχά.

♦ Η Παναγούλα χήρα του εκ Πετσάκων αγωνιστή του 1821 Βασιλείου Κολοκυθά, έμεινε με 4 ανήλικα παιδιά.

♦ Η Κρίνας Γιαννακοπούλα, σύζυγος του εκ Σοπωτού Θεόδωρου Κούκα φονευθέντος κατά το πρώτο έτος της επανάστασης, έμεινε χήρα μητέρα μιάς ανήλικης κόρης της Σωσάνας.

♦ Η Αικατερίνη σύζυγος του εκ Σουδενών Χιλιαρχου Σπύρου Κουκουνάρα, έμεινε χήρα με ένα κορίτσι (Μαρία) με περιουσία η οποία δεν επαρκύσε ούτε για τις βασικές ανάγκες τους και γι’ αυτό δυστυχούσαν.

♦ Η σύζυγος του εκ Διακοπτού Αργύρη Κουλούμπα όστις έπεσε στην Πάτρα το 1823, έμεινε χήρα με τρία παιδιά.

♦ Η Ευαγγελίτσα σύζυγος του Ιωάννη Κουτζούκου από το Διακοφτό, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με έξι κορίτσια (Ζαχαρούλα ετών 16, Ελενίτσα[;] ετών 13, Παναγούλα ετών 10, Διαμάντω ετών 9, Χαρίκλεια ετών 7, Αλεξάνδρα ετών 6 ) και ένα αγόρι (Ιωάννη ετών 5) που δεν είχε ούτε τα αναγκαία για να ζήσει.

♦ Η Ανθούλα σύζυγος του εκ Λυκουρίας Γεωργ. Κυριακόπουλου ή Λυκουριώτη, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με 8 παιδιά και σε μεγάλη ακόμα ηλικία ήτο άπορη.

♦ Η Αγγελική χήρα του φονευθέντος το 1821 στο Λεβίδι ήρωα Αναγνώστη Στριφτόμπολα, μητέρα δύο ορφανών κοριτσιών και ενός αγοριού. «…ή χήρα γυνή του Αγγελική Στριφτομπολίνα, μείνασα με πολυάριθμον και αδύνατον οικογένειαν, έφθασεν ως εκ του θανάτου του ανδρός της, και ως εκ των κατά την διάρκειαν της επαναστάσεως ανωμαλιών εις την εσχάτην ένδειαν και στεναχωρίαν, στερουμένη και αυτού του επιουσίου άρτου…».

♦ Η Λεμονιά σύζυγος του εκ Χαμάκου Γεωργίου Λαμπροπούλου, αγωνιστή του 1821, πεσόντος κατά τον πόλεμο εναντίον του Ιμβραήμ, έμεινε χήρα με πολυμελή οικογένεια που δυστυχούσε

♦ Η Αναστασία χήρα του εκ Παγκρατίου Σπυρίδ. Λαμπρόπουλου, αγωνιστή του 1821, με τρία παιδιά.

♦ Η Βενέτα σύζυγος του γνωστού αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Λεχουρίτη, μητέρα των Ευσταθίου, Ιωάννη, Κοντύλως και Καλλιρόης.

♦ Η Σοφία σύζυγος του εκ Λυκούριας Βασιλ. Λυκουριώτη (Καλαβέση) αγωνιστή του 1821, μητέρα των Δημητρίου Θανάσως, Παναγιώτας, Γεωργίου και Ευφροσύνης.

♦ Η Αναστασία χήρα του εξ Αραχώβης Καλαβρύτων Λυμπέρη Κυριαζή αγωνιστή του 1821 φονευθέντος στο Καστράκι, μητέρα δύο παιδιών, ζητούσε να της δοθεί το οικονομικό δικαίωμα του συζύγου της.

♦ Η Αικατερίνη, χήρα του εκ Καμενιάνων Ξενοχρήστου Νικολόπουλου, πεσόντος το 1822, έμεινε με 4 ανήλικα παιδιά (Νικόλαο, Ευφροσύνη, Ελένη, Γιαννούλα).

♦ Η χήρα του Μιχαήλ Ντουφεξή από Καλάβρυτα όστις εφονεύθη το 1829 στην επαρχία Λιδωρικίου, έμεινε με ορφανά παιδιά μη δυνάμενα να εξοικονομήσουν τα αναγκαία προς το ζην.

♦ Η Βασιλική σύζυγος του πεσόντος αγωνιστή του 1821 Ασημάκη Ντριμάλα από το Λιβάρτζι, έμεινε χήρα με τρία ανήλικα παιδιά σε μεγάλη φτώχεια.

♦ Η Αγγελική σύζυγος του αγωνιστή του 1821 Θεόδ. Οικονομόπουλου από το Σοπωτό, έμεινε χήρα με 4 παιδιά.

♦ Η Διαμάντω σύζυγος του εκ Τοπόριστας Πανάγου Οικονομόπουλου, όστις πέθανε το 1839 αφού είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες και είχαν κάψει το σπίτι του, έμεινε χήρα με 4 αγόρια και 2 κορίτσια.

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Καλαβρύτων αγωνιστή του 1821 Αντωνίου Οικονόμου, έμεινε χήρα με 3 γιούς και δύο κόρες, όλοι άποροι.

♦ Η Βασιλική χήρα του εκ Κλαπατσούνης φονευθέντος στην πολιορκία των Πατρών Πανταζή Πανταζόπουλου, έμεινε με ορφανά παιδιά.

♦ Τα παιδιά του Γκολφίνου Παπαδόπουλου από τη Σελιάνα , Γεώργιος, Τρισεύγενη, Μαρία έμειναν ορφανά μετά τον θάνατο του εκατόνταρχου πατέρα τους.

♦ Η Μαρία σύζ. Ζαφειράκη Παπαζαφειρόπουλου από Κερπινή, έμεινε χήρα μετά του υιού της Νικολάου.

♦ Η Παναγούλα σύζ. του αγωνιστή του 1821 Διαμαντή Παπανικόλα από Κάτω Ποταμιά, έμεινε χήρα με δύο παιδιά.

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος του εκ Δροβολοβού Παναγιωτάκη Παρασκευόπουλου, αγωνιστή του 1821, έμεινε χήρα με 6 παιδιά και ζουν σε μεγάλη φτώχεια.

♦ Η Ανθή χήρα του εκ Περιστέρας Παναγιώτη Πάτζιου ή Πάτσου φονευθέντος το 1828, του οποίου είχαν κάψει το σπίτι, έμεινε με πέντε ανήλικα παιδιά (Παναγούλα, Ελένη, Ελισάβετ, Γεώργιο, Σωτήριο).

♦ Η Άννα σύζ. του εκ Μεσορουγίου Αντώνη Ρηγάκη έχασε το παιδί της Αντώνη αγωνιζόμενο υπό τον Πετιμεζά, στη μάχη της Ακράτας. Είχε και ένα κορίτσι. Έμεινε και χήρα όταν πέθανε ο σύζυγός της.

♦ Η Βασιλική χήρα του εκ Λυκούριας αγωνιστή του 1821 Ρόδη Ροδόπουλου, μετά το θάνατό του έμεινε με τα παιδιά τους Δημήτριο, Χαράλαμπο και Αναστάσιο.

♦ Η χήρα του εκ Κερπινής Ανδρέα Σαρδελιάνου, μετά των παιδιών της Ανδρέα, Αθανασίου, Γεωργίου και Μιλτιάδη, ζητούσαν αμοιβή για την προσφορά του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός.

♦ Η Σύρμο, χήρα δεύτερη γυναίκα του Ασημάκη Σκαλτσά, αναφέρει ότι τα ανήλικα παιδιά της στερούνται και αυτού του άρτου.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του εκ Περιθωρίου πεσόντος Δημητρίου Σκούρτη αγωνιστή του 1821, έμεινε με 3 παιδιά (Κων/νο, Ελένη και Παναγιώτα).

♦ Η χήρα του Νικολάου Σολιώτη, όστις πέθανε το 1841 έμεινε με 5 αγόρια και ένα κορίτσι ορφανά.

♦ Η Τρισεύγενη χήρα του εκ Κερτέζης αγωνιστή του 21 Αναστ. Σπηλιόπουλου ζούσε τα ετεροθαλή παιδιά του Σπήλιο και Θεοδώρα.

♦ Η Παρασκευή σύζ. του αγωνιστή του 1821 από την Φτέρη Γιαννάκη Σπηλιωτόπουλου, όστις έπεσε στο Ανεμοδούρι το 1821, έμεινε χήρα με 3 ή 4 παιδιά εξ’ ων το ένα διανοητικά καθυστερημένο, φτωχή.

♦ Η σύζυγος του από το Γκέρμπεσι αγωνιστή του 1821 Κυριάκου Τσαμπρού, όστις πέθανε το 1822, έμεινε χήρα με 3 ανήλικα παιδιά, ενώ το 1825-26 αιχμαλωτίστηκε και αυτή με την κόρη της από τους Τούρκους.

♦ Η χήρα του Στάθη τζετζεμπού από Νάσια, όστις εφονεύθη από τους Τούρκους το 1821, έμεινε με δύο παιδιά και στερείται ακόμα και τα αναγκαία.

♦ Η Δημητρούλα, σύζυγος του εκ Κερτέζης Παναγιώτη Χασάπη, φονευθέντος το 1821 στη μάχη των Πατρών, έμεινε χήρα με με δύο παιδιά (Γεώργιο και Ζωΐτσα).

♦ Η χήρα του Αγγελή Μαμάση από Ζαρούχλα, φονευθέντος στη μάχη του Λεβιδίου, έμεινε με 5 ανήλικ απιδιά σε μεγάλη φτώχεια.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση.

Ο Γιάννης Χοντρογιάννης από το Μάζι των Καλαβρύτων, από τους πρώτους που ξεκίνησαν το ντουφέκι κατά των Τούρκων στην επαρχία αυτή υπό τους Πετιμεζαίους και τον Ασημάκη Ζαΐμη, κυνηγήθηκε ανελέητα στα δικαστήρια ως ληστής και πέθανε στο Μπούρτζι το 1830. Είχε 7 παιδιά, 6 αγόρια και μια κόρη τη Βασιλική που ήταν και η μεγαλύτερη. Όταν πέθανε ο πατέρας της, βρήκε την ευκαιρία ο παλιός κλέφτης και ύστερα μικροκοτζαμπάσης Σωτήρης Παπαδέας από το Μάζι και «προσέβαλε την Βασιλική». Όταν τα αγόρια μεγάλωσαν θέλησαν να εκδικηθούν τον Παπαδέα. Τα τρία αδέλφια, ο Λιάκος, ο Αντρούτσος και ο Γιώργης έγιναν ληστές. Ήσαν από τους ωραιότερους άνδρες του καιρού τους. Ο θρύλος έλεγε ότι ήσαν νεραϊδογεννημένοι…. Όλοι έφτιαξαν ομάδα με αρχηγό το Λιάκο, που το 1835 ήταν ο φόβος και τρόμος στο Μωριά…. Μεταξύ άλλων ο Τάκης Γιαννακόπουλος στην Επετηρίδα των Καλαβρύτων 1971, σελ. 168-173 αναφέρει περί αυτών. Συνελήφθησαν στις 15.1.1836 για τη ληστεία στο σπίτι του Αιγιώτη Μεσηνέζη, φυλακίστηκαν αλλά απέδρασαν και τον Οκτώβρη του 1836 τους ξανάπιασαν, τους πήγαν στ’ Ανάπλι, τους καταδίκασαν σε θάνατο και τους εκτέλεσαν στην καρμανιόλα. Η διαδικασία ήταν συνοπτική και η εκτέλεση έγινε 24 ώρες μετά την έκδοση της απόφασης. Η μάνα των Χοντρογιανναίων που είχε μείνει ολομόναχη, όταν έμαθε για την καταδίκη των παιδιών της, ξεκίνησε ξυπόλυτη από το Μάζι και πήγε στην Αθήνα στο Παλάτι και εκεί έπεσε στα πόδια του Όθωνα και της Αμαλίας ζητώντας χάρη για τα παιδιά της, προσπάθεια στην οποία τη βοήθησε, όπως λέγεται, ο παλιός αγωνιστής και μετέπειτα υπασπιστής του Όθωνα, Χατζή – Χρήστος. Ο Όθωνας δεν έδωσε χάρη και έδιωξε τη μάνα των Χοντρογιανναίων. Στο βασιλικό διάταγμα που είχε εκδώσει η κυβέρνηση δινόταν χάρη σε πολλούς αγωνιστές του 1821, αλλά εξαιρούσε τους Χοντρογιανναίους. Ένας θρύλος που υπάρχει στην επαρχία Καλαβρύτων σχετικά με το περιστατικό λέει, ότι ο Όθωνας έδωσε χάρη αλλά μόνο για το μικρό γιο της Χοντρογιάνναινας, το Τάσο. Εκείνη πήρε το διάταγμα, «το φίλησε, το τρύπωσε στον κόρφο της, έβαλε στα πόδια της φτερά…, ήρθε απ’ την Αθήνα στ’ Ανάπλι μέσα σε δύο μερόνυχτα μονάχα! Φανερώθηκε στον Αράπη στο Μπούρτζι, το φημισμένο μπουντρούμι στ’ Ανάπλι, όπου είχαν στημένη την καρμανιόλα αξημέρωτα ακόμη. Ο Παπαδέας μαθαίνοντας τον πηγαιμό της Χοντρογιάνναινας στην Αθήνα, πίεσε τον εισαγγελέα στ’ Ανάπλι ν’ αρχίσει την εκτέλεση πριν την ώρα της. Έτσι την ώρα που μπήκε η Χοντρογιάνναινα στον Αράπη, ο μακελλάρης (δήμιος) είχε πιά κόψει τα κεφάλια των παιδιών της, πριν λίγα λεπτά. Ο θρύλος συνεχίζει, ότι η Χοντρογιάνναινα, καθώς είδε τα κεφάλια των παιδιών της στο χώμα, έβαλε τις φωνές. Και σκύβοντας άδραξε τάχα στα χέρια το κεφάλι του Τάσου της,….Είδε λένε τα μάτια του ν’ αστράφτουν, να ρίχνουν σπίθες απ’ οργή. Κι η γλώσσα του μέσα στο στόμα του αναδευόταν σαν μαλώνοντας τάχα τη μάνα του για τη λιποψυχιά της. Κι η Χοντρογιάνναινα καταπίνοντας το δάκρυ ξαναγύρισε στο Μάζι…».

Πηγές: Όλα όσα παραπάνω έχουν αναγραφεί, έχουν αντληθεί από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων». Αν οι αναφερόμενες εδώ πηγές τους είναι ελλιπείς,  σ’ αυτό υπάρχει η πλήρης αναγραφή των πηγών αυτών.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Οι Γκερμπεσιώτες πληροφορούν τον Ανδρέα Ζαΐμη για το στρατό του Ιμπραΐμ.

 

Στις 25 Νοεμβρίου 1825, ο Ανδρέας Ζαΐμης ευρισκόμενος στη Μαμουσιά[1] έστειλε έγγραφο προς το υπουργείο του Πολέμου, στο οποίο αφού ανέφερε για τις κινήσεις του Ιμπραΐμ όστις λεηλατούσε την Πελοπόννησο και έσπερνε παντού τον όλεθρο, και για τις δυνάμεις των Καλαβρυτινών γύρω από τη Βοστίτσα (200 υπό τον Β. Πετιμεζά και 800 υπό τον Ν. Σολιώτη στο Διακοφτό, με την προοπτική τις επόμενες δύο ημέρες να γίνουν 2.000) προσέθετε στο τέλος τα εξής:

«…Τελευθέντος του παρόντος [εγγράφου] ήλθον Γκερμπεσαίοι οι οποίοι με λέγουν ότι την Κυριακήν προχθές έφυγεν από το εχθρικόν στρατόπεδον το ευρισκόμενον περί το Καστέλι ένας αιχμάλωτος Γαστουνιώτης, και ήλθεν εις Νεζερόν. Ούτος αύθις εδιηγήθη ότι όλος ο εχθρικός στρατός δεν υπερβαίνει τας δέκα χιλιάδας. Ότι ο Ιμπραΐμπασιάς έστειλεν εξακισχιλίους εις Μεσολόγγι, τρισχιλίους επεβίβασεν εις τα πλοία δια τα Καλάβρυτα και ο ίδιος έμεινεν περί το Καστέλι».

Η αναφορά στα Νεζερά μου ενισχύει την άποψη ότι οι Γκερμπεσαίοι ήσαν εκ του Γκέρμπεσι (Προφήτη Ηλία) το οποίο είναι πολύ κοντά στα Νεζεροχώρια.

Βέβαια είναι σημαντικό  οι Γκερμπεσαίοι να διανύσουν μια τόσο μεγάλη απόσταση για να δώσουν μία πληροφορία στον προύχοντα των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, τη στιγμή που κατά τις μέχρι τώρα γνωστές ενδείξεις στο Γκέρμπεσι «έκαναν κουμάντο» μάλλον οι Πετιμεζαίοι. Όμως η δίψα για την απελευθέρωση και ο πατριωτισμός τους ήσαν τα κίνητρα για την ενέργειά τους αυτή και αυτός είναι και ο λόγος της παράθεσης της πληροφορίας αυτής.

Πηγή: το έγγραφο προέρχεται από τα Γ.Α.Κ.

—————————————

[1] Η Μαμουσιά είναι χωριό της Αιγιαλείας και βρίσκεται στην επαρχιακή οδό Δικοπτού – Καλαβρύτων, όπως κατεβαίνουμε για την εθνική οδό, ώρες μακριά από το Γκέρμπεσι και μάλιστα με τις συνθήκες της εποχής εκείνης, όπου η πληροφορία μεταφερόταν με πεζό.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

«Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων», ένα σημαντικό έργο για την επαρχία Καλαβρύτων. Συγγραφέας Νικ. Κ. Σακελλαρόπουλος.

Έχω στα χέρια μου το δίτομο έργο του Νικολάου Κ. Σακελλαρόπουλου «Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων», Τόμος Α΄ και Τόμος Β΄, έκδοσης 2019.

Το έργο αυτό είναι σχήματος 21Χ28 και αποτελείται από συνολικά 900 σελίδες. Έχει σκληρό εξώφυλλο, η έκδοσή του είναι πολυτελής και είναι τοποθετημένο σε καλαίσθητη σκληρή θήκη.

Αρχικά θα πρέπει να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου (όπως ελπίζω και όλων των αναγνωστών του) στον σεβαστό,  διαπρεπή και πολυβραβευμένο συγγραφέα του έργου, όστις με τιμά με τη φιλία του. Παρά τα πολλά χρόνια αγώνων και συνεχούς προσφοράς που φέρει στους ώμους του, εξακολουθεί να είναι δραστήριος και αεικίνητος και να αποτελεί παράδειγμα φωτεινό πνευματικού πρεσβευτή της επαρχίας Καλαβρύτων αλλά και της χώρας ευρύτερα.

Το έργο του αποτελεί συμβολή στην ιστοριογραφία της επαρχίας Καλαβρύτων, διότι συνοπτικά, με ιδιαίτερα γλαφυρό αφηγηματικό τρόπο, με δομή, με καθαρό λόγο, γλώσσα καθομιλουμένη και εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό, προσώπων, χωριών κ. λ γίνεται προσιτό και κατανοητό από κάθε αναγνώστη.

Ο Α΄ Τόμος, εκτός των προλόγων, περιλαμβάνει στοιχεία για:

Χωρογραφία-Ορεογραφία.

Λατρευτικούς, Ιστορικούς, Μουσειακούς, Τουριστικούς χώρους.

Μυθολογία.

Ιστορία από τους Προϊστορικούς Χρόνους μέχρι το 330 μ. Χ.

Βυζαντινή Περίοδο έως το 1453 μ. Χ.

Σταυροφορία – Φραγκοκρατία.

Οθωμανική Περίοδο 1453-1821.

Επανάσταση του 1821.

Ιστορικά γεγονότα κατ’ έτος από το 1821 έως το 1832, και ιστορικά γεγονότα από το 1832 έως το 1940.

Ο Β΄ Τόμος, περιλαμβάνει στοιχεία για:

Την περίοδο 1941 – 1949 (Η χώρα υπό κατοχή, Πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, Διάφορα γεγονότα σε χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων, Οι Γερμανοί στην Πελοπόννησο, Αρχή του Εμφυλίου, Γερμανοί αιχμάλωτοι, «Επιχείρηση Καλάβρυτα», Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, Κρίσιμες απορίες, Δρματική η κατάσταση των γυναικοπαίδων, «Τάγματα Ασφαλείας και Ευζώνων», Αιματηρές εμφύλιες συγκρούσεις, Η κατάσταση στο χώρο του ΕΛΑΣ, Αποχώρηση των Γερμανών, Πολιτικές εξελίξεις – Δραματικά γεγονότα,  Εμφύλιος πόλεμος 1946-49, Γεγονότα μετά τον εμφύλιο στην επαρχία Καλαβρύτων).

Πληθυσμιακά στοιχεία – Διοικητικές διαιρέσεις.

Συνοπτική ιστορία κωμοπόλεων και χωριών της επαρχίας Καλαβρύτων.

Φορείς και πρόσωπα.

Λαογραφία.

Βιβλιογραφία.

Το έργο είναι πολύτιμη πηγή ιστορικών και λοιπών πληροφοριών για την επαρχία αυτή και δεν πρέπει να λείψει από τη βιβλιοθήκη κάθε σκεπτόμενου πατριώτη, κάθε Καλαβρυτινού.

Σε δεύτερο επίπεδο θέλω να προσθέσω τα εξής:

Στο Δ΄ μέρος του Β΄ τόμου παρουσιάζονται στοιχεία από το Τουρκικό κατάστιχο τιμαρίων του 1463, με αναφορά σε πολλά χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων, Ελληνικά και Αρβανίτικα, για τα οποία αναφέρονται νοικοκυριά, έγγαμοι, άγαμοι, χήρες και φορολογία (χαράτσι και δεκάτη) ανά χωριό. Αυτά τα στοιχεία παρουσιάζονται για πρώτη φορά και συνοδεύονται από επεξηγήσεις.

Επίσης αξιοσημείωτη είναι η, στον ίδιο τόμο, εκτενής αναφορά του συγγραφέα στα γεγονότα της περιόδου 1941- 1949, για τα οποία παρέχει πολλές πληροφορίες, δεδομένου ότι για την επαρχία αυτή δεν υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία γι’ αυτή την περίοδο.

Τέλος, πέραν της ευαρέσκειάς μου την οποία εκφράζω στον δημιουργό σεβαστό κο Ν. Σακελλαρόπουλο, θέλω να τον ευχαριστήσω διότι στην ενότητα: «Από το χώρο του πνεύματος», περιέλαβε μεταξύ πολλών άλλων προσωπικοτήτων και την ταπεινότητά μου.

 

 

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Βιβλιοπαρουσίαση | Tagged , | Σχολιάστε

Η μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου με περισσότερα στοιχεία, σαν σήμερα 24 Ιουνίου 1827.

Σε συνέχεια όσων στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» έχουν καταχωρηθεί (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), προστίθενται εδώ και τα εξής:

Ο Ιμπραήμ στην Επαρχία Καλαβρύτων.

Για τους σκοπούς του Ιμπραήμ μας πληροφορεί έγγραφο προς την Αντικυβερνητική Επιτροπή το οποίο φέρει ημερομηνία 11 Ιουνίου 1827 και υπογράφεται από τους Ανδρέα Λόντο, Μπενιζέλο Ρούφο και Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, οι οποίοι βεβαίως ζητούσαν «αφεύκτως την παρουσίαν του Α. Ζαΐμη» ως σωτήρα κατά κάποιο τρόπο: «… Ο Ιμπραΐμπασσάς με ολίγους τινάς μένει εις Πάτρας. Όλας του τας δυνάμεις τας έκαμεν εις δύο σώματα. Εμέρισεν εις αυτά και τα φορτηγά ζώα. Έστειλεν το πρώτο σώμα με περίπου 2.500 φορτώματα, και όταν αυτό επέστρεφεν από Τριπολιτζάς εις Πάτρας, περί την Κατζάναν έφθασε και το δεύτερον ερχόμενον εκεί από Πάτρας με άλλα φορτώματα. Το πρώτον από χθές ακολουθεί τον δρόμον του δια Πάτρας, το δε δεύτερον από Πάτρας δια Τριπολιτζάν. Λέγουν ότι θέλει κάμουν ακόμη και τα δύο αυτά σώματα άλλον ένα δρόμον δια Τριπολιτζάν, μεταφέροντα τροφάς. Έρχονται έως εις τας Λαπάτας συνοδευμένοι και με τους προσκυνημένους, από τους οποίους μανθάνομεν, ότι ακολούθως ο Ιμπραχίμ πασσάς θέλει απεράσει πανστρατιά προς Τριπολιτζάν, εκείθεν να κατέλθη εις Άργος, να περάση εις Δερβένια και να ενωθή με τον Κιουταχήν. Να αφήσουν εις τον Ισθμόν την αναγκαιούσαν προφυλακήν, και ύστερον ο μεν Ιμπραΐμης να κάμη τον γύρον της Πελοποννήσου από το Δυτικόν μέρος, ο δε Κιοταχής από το Ανατολικόν, και να ενωθούν αύθις εις τα φρούρια της Μεσσηνίας. Ταύτα θεωρούμεν και ακούμεν και τα αναφέρομενπρος την Σ. Κυβέρνησιν…».

Στις 17 Ιουνίου 1827 εξεστράτευσε ο Ιμβραήμ για μία ακόμα φορά στην επαρχία Καλαβρύτων[1] μετά του Νενέκου και άλλων προσκυνημένων και εσκήνωσε στο μετόχι του Μ. Σπηλαίου Σάλμενα, «έχων εκ προμελέτης να καταστρέψη και την Μονήν του Μ. Σπηλαίου»[2]. Η μονή διέθετε δύο κανόνια και είχαν καταφύγει εκεί τότε πλήθος γυναικόπαιδα και 600 Καλαβρυτινοί πολεμιστές, για την προστασία της μονής και των γυναικοπαίδων. Ο Οικονόμου (746) αναφέρει ότι «ο Ιμπραήμ εκστρατεύσας εκ Πατρών έφθασε εις τα πεδινά της Γουμένιτσας και των Λαπατών, με 13.000 φέρων μεθ’ εαυτού και τον μπέην Νενέκον, παρακολουθούμενον ή περιστοιχούμενον και από 2.000 προσκυνημένους ενόπλπους και απειλεί το Μ. Σπήλαιον. Ο Ιμπραΐμ έμεινεν εις τα ειρημένα πεδινά μέχρι της 24 Ιουνίου».

Επιστολή του Θ. Κολοκοτρώνη προς την Εθνική Βουλή, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1827 ανέφερε μεταξύ άλλων: «…πληροφορείσθε το εις Λιβάρτζι και Σοπωτόν πέρασμά των, την κατ’ εκείνα τα μέρη πριν το φθάσιμόν των απελπισίαν, και την μετά το φθάσιμόν των εμψύχωσιν…». Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών έτρεχαν όπως-όπως και όπου εύρισκαν καταφύγιο για να κρυφτούν και να σωθούν[3]. «… Τα δεινά όσα ο Πελοποννήσιος λαός έπασχεν από της αποβάσεως του Ιμβραήμη εις την Πελοπόννησον ηύξανον ημέραν παρ’ ημέραν, και κατήντησαν σχεδόν αφόρητα. Καθ’ εκάστην εφονεύοντο, ηχμαλωτεύοντο και ελαφυραγωγούντο. Τα σκοτεινά σπήλαια, τα δυσπρόσιτα έλη, οι απότομοι βράχοι, αι άκραι των ορέων ήσαν τα καταφύγιά των, τα δε άγρια χόρτα η τροφή των. Εκ τ6ων δεινών τούτων αποκαμόντα τινά των χωρίων των επαρχιών Ηλείας, Πατρών, Αιγιαλείας και Καλαβρύτων ήρχισαν να υποτάσσωνται εις τον Ιμβραΐμην…»[4].

Ο Ιμπραήμ έστειλε επί πλέον ως κατάσκοπο κάποιο Γιάννη από το Μπούμπουκα, τον οποίο συνέλαβε ο Β. Πετιμεζάς και τον έστειλε στο στρατόπεδο στο Φενεό και εκεί ο Κολοκοτρώνης διέταξε, ύστερα από απόφαση συσταθέντος πολεμικού δικαστηρίου καταδίκης του σε δι’ αγχόνης θάνατο, να τον κρεμάσουν για παραδειγματισμό, όπερ και έγινε σε δέντρο στις Κατσάνες και στο στήθος του ετέθη σημείωμα το οποίο ανέφερε τους λόγους της καταδίκης και ημερομηνία 21 Ιουνίου 1827[5].

Οι προετοιμασίες δύο χρόνια πριν.

Οι μοναχοί της μονής Μ. Σπηλαίου, δια του ηγουμένου Συμεών, δύο χρόνια πριν (5 Ιουλίου 1825) έγραφαν προς το Εκτελεστικό Σώμα: «…Δια της παρούσης μας γνωστοποιούμεν εις την Σεβαστήν διοίκησιν, ότι από την αρχήν του ιερού τούτου υπέρ της πατρίδος αγώνος είναι γνωστόν τοις πάσιν ότι το ιερόν τούτο μοναστήριον δεν έλειψεν να προσφέρη εις το έθνος κάθε αναγκαίαν βοήθειαν και δια λόγον και πραγματικώς. Νυν δε έφθασεν εις την εσχάτην αμηχανίαν, καθότι βλέποντες οι χριστιανοί τον εχθρόν όστις με την μπροπαίταν του[;] περιφέρεται ως και εις αυτά τα δύσβατα όρη λεηλατώντας σκλαβώνει, οι περισσότεροι από την επαρχία των Καλαβρύτων καθώς και από εκείνην της Βοστίτζης μετεκόμισαν ταις φαμίλιαις των εις την ιεράν μονήν ταύτην, ημείς μη δυνάμενοι εις μίαν τοιαύτην κινδυνώδη περίστασιν να κάμωμεν άλλο παρά να ταις δεχθώμεν. Εφροντίσαμεν μερικούς στρατιώτας και απεφασίσαμε να υπομείνωμεν την πλέον στενήν πολιορκίαν, του εχθρού αν τολμήσει να το πιλιορκήσει. Το αναγκαιότερον δε εις το να βαστάσωμεν τούτο το ιερόν καταγώγιον να απαντήσωμεν και την σκλαβίαν των τόσων ψυχών χριστιανικώς μας είναι τα πολεμοφόδια δηλ. φυσέκια και πέτραις τουφεκίων, δια τούτο προστρέχωμεν εις τα σπλάχνα της Σ. διοικήσεως πέμπωμεν δεκα ζώα, τα οποία παρακαλούμεν και ημείς οι πατέρες της ιεράς μονης ταύτης, και όλοι οι συναθροισθέντες αδύνατοι χριστιανοί ενταύθα να διατάξη όθεν ανήκει να φορτωθούν δέκα φορτώματα φυσέκια ομού και τέσσερις χιλιάδες πέτρες τουφεκίων, δια των οποίων χρείας τυχούσης να γλυτώσωμεν το ιερόν τούτο καταγώγιον και τας τόσας ψυχάς των χριστιανών, και ταύτα όσον ταχύτερον διότι ουκ οίδομεν τι τέξεται η επιούσα. Άμποτε δε να μη λάβη την χρείαν ταύτην το μοναστήριον να τα εξοδεύση, και τότε πάλιν στέκονται ενέχυρον δια να μεταχειρισθούν εις οποίαν άλλην ανάγκην ήθελε διατάξη η σεβαστή διοίκησις. ..» (Γ.Α.Κ.).

 Σε σχέδιο εγγράφου αναγράφεται η εξής απάντηση προς τον Συμεών και τους λοιπούς πατέρες του Μ. Σπηλαίου: «… Προς τον πανοσιώτατον Ηγούμενον Μεγάλου Σπηλαίου και τους συν αυτώ πατέρας./ Ελήφθη η προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα αναφορά σας, και εγνώσθησαν τα ενδιαλαμβανόμενα. Η Σεβ. Διοίκησις είδεν ευχαρίστως την οποίαν εκάματε απόφασιν, εις την υποδοχήν προς τας καταδιωκομένας οικογενείας, και λοιπούς αδελφούς Χριστιανούς. Διό κατά την αίτησίν σας αποστέλλονται δέκα φορτώματα φυσέκια και 4.000 τουφεκόπετρες με τα ίδια ζώα σας και ανθρώπους σας, δια να τα μεταχειρισθείτε αν η χρεία το καλέση. Αφέθησαν προσέτι και άλλες δέκα κασέλες φυσέκια εις το μοναστήριον Αγίου Γεωργίου του κάμου Φενεού, δια τα οποία ειδοποιήθησαν ο Γεν. Αρχηγός του στρατοπέδου κύριος Θ. Κολοκοτρώνης να τα περιλάβη, αν όμως ευρίσκωνται εισέτι εκεί φροντίσατε να τα περιλάβετε και αυτά./ Τη 9 Ιουλίου 1825 Ναύπλιο» (Γ.Α.Κ.).

Αναλόγου περιεχομένου επιστολή έστειλα προς την Διοίκηση και οι Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήρης Χαραλάμπης στις 17 Ιουλίου 1825.

Και στις 18 Ιουλίου 1825 ο καθηγούμενος Συμεών και οι λοιποί πατέρες του Μ. Σπηλαίου, έγραψαν προς το υπουργείο του πολέμου: «… Με άμετρον χαράν και ευφροσύνην της καρδίας μας ελάβαμεν τα παρά της Σεβαστής Διοικήσεως σταλέντα πολεμοφόδια, τα οποία αν ο προπέτης και υπερήφανος εχθρός πλησιάση εις το ιερόν τούτο καταγώγιον, θέλωμεν τα μεταχειρισθή εναντίον του προς υπεράσπισιν τούτου και των εν αυτώ καταφυγόντων αδυνάτων γυναικών και παιδίων. Το έξοχον υπουργείον των πολεμικών μας διέταξεν εγκλείοντάς μας και διαταγήν προς τους Φοναΐτας πατέρας δια να περιλάβωμεν τας εκεί ευρισκομένας είκοσι κασέλας φουσέκια. Ημείς άμα λαβόντες την διαταγήν εστείλαμεν ζώα δια να τα σηκώσωμεν πλήν αν ταυτών ελάβαμε την εσώκλειστον απόκρισιν. Ειδοποιούμε λοιπόν το υπουργείον τούτο δια να τα ζητήση από τους άνω πατέρας, ωσάν οπού εις ημάς δεν εδώθησαν. Μένομεν ευσεβάστως./ 1825 Ιουλίου 18/ Μέγα Σπήλαιον/ ο καθηγούμενος Συμεών και οι συν εμοί».(Γ.Α.Κ.).

Στις 23 Ιουλίου 1825 στάλθηκε στον Θ. Κολοκοτρώνη το εξής έγγραφο (σχέδιο): «Περ. Γ΄/ αριθ. 9625./  Προς τον εκλαμπρότατον και Γενικόν αρχηγόν του κατά του Αιγυπτίου εχθρού Στρατοπέδου, κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνη./ Επειδή από την ακράτητον ορμήν του Αιγυπτίου Σατράπου, φοβηθέντες οι κάτοικοι της επαρχίας Καλαβρύτων, κατέφυγον ως εις οχυρόν μέρος εις το Μέγα Σπήλαιον. Επειδή έχουν τον ίδιον φόβον και εκεί μήπως προσβάλει ο εχθρός, ως εάν δεν οχυρωθεί εκείνο το μέρος με ικανήν προς αντίκρουσιν αυτού δύναμιν, δύναται να κατορθώσει εκείνο οπού επιθυμεί. Οι εκλαμπρότατοι κύριοι Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Χαραλάμπους, και οι Σεβασμιώτατοι πατέρες της μονής εκείνης, γράφουσι προς την Σεβαστήν Διοίκησιν παρακαλούντες να τοις σταλώσι τέσσαρα κανόνια του κάμπου να τα βάλλουσι εις τας αναγκαίας θέσεις. Όθεν προσκαλείσε εκλαμπρότατε, να παραδώσης εις την επιτροπήν τα δύο προσταλέντα κανόνια εις τα αυτόσε, ήτις θέλει φροντίσει να τα εξαποστείλη ενταύθα, και εντεύθεν να αποσταλώσιν εις το Μέγα Σπήλαιον, όταν δε η εκλαμπρότης λάβητε χρείαν τοιούτων κανονίων η Διοίκησις θέλει σας εξαποστείλη άλλα από τα οποία ευρίσκονται εδώ εφοδιασμένα με όλα τα αναγκαία./ Ούτω παρακαλείσθε να τα εξαποστειλετε όσον τάχιστα, επειδή η κατεπείγουσα ανάγκη δεν επιδέχεται αργοπορίαν./ Εν Ναυπλίω τη 23 Ιουλίου 1825»(Γ.Α.Κ.).

Ο Ιμπραήμ προσπαθεί να δελεάσει του Πατέρες του Μ. Σπηλαίου.

Τρείς φορές ο Τούρκος προσπάθησε με υποσχέσεις να δελεάσει τους μοναχούς και να τους υποτάξει.

Η πρώτη έγινε με κολακευτική επιστολή του αρχιγραμματέα του Σαμήν υιό του Σιέχ Νεντσίπ εφέντη του εκ Τριπολιτσάς, η οποία εστάλη[6] με έναν Έλληνα από την Γουμένιτσα Καλαβρύτων, στις 19 Ιουνίου 1827 με την οποία του καλούσε «… να έλθετε εδώ εις τα Καλάβρυτα δύο εκ των προκρίτων ρουχπάνιδων (καλογήρων), να δώσετε την υποταγήν και το ραγιαλίκι σας εις την υψηλότητά του, και σας υποσχεται μεγάλα χαρίσματα  εις το βακούφι σας και πολλάς τιμάς. Θέλει δε διπλασιάσει και τα χαρίσματά του από όσα σας είχε ο κραταιός Σουλτάνος. […] ειδέ και σταθήτε εις την ανοησίαν και απάτην των Κοτζαμπασίδων και των κλεπτών, και σεις θέλει αφανισθήτε και το βακούφι, και η Υψηλότης του να είναι αμέτοχος από αμαρτίας….»[7].

Για την απάντηση των πατέρων, ο Α. Φραντζής (Β΄, 494) αναφέρει τα εξής: «Την δε περί ής ο λόγος επιστολήν λαβών προηγουμένως ο Ιερόθεος, ανέγνω μυστικά μετά των δύο προηγουμένων της Μονής Παρθενίου Μπαλάνου, και Γερμανού Λάψα δια μελλούσας παρατηρήσεις. Οι τρεις δε ούτοι συμφώνως παραλαβόντες τον παρά του Σαμί Εφέντη αποσταλέντα, εξήλθον από την Μονήν. Και υπήγον εις τον Ναόν των Αγίων Πάντων, όπου τω είπον προφορικώς να είπη τον Σαμί Εφέντην. «Ειπέ του Σαμί Εφέντη, καθώς και του ιδίου Ιμπραχήμη, ότι ημείς ερχώμεθα εις το Μοναστήρι, και γινώμεθα καλόγηροι, τον έχομεν τον εαυτόν μας αποθαμμένον, και δεν συλλογιζόμεθα θάνατον. Δια τούτο είμεθα έτοιμοι να εκπληρώσωμεν το χρέος μας κατά τον όρκον μας, ή ελευθερίαν ή θάνατον περιμένομεν, και όταν θέλη ας έλθη και αν μας νικήση κατά ατς ελπόδας του, ημείς καμμίαν κατηγορίαν δεν θέλει έχομεν, εάν όμως και νικηθή, ας φαντασθή πόσην ατιμίαν και αισχύνην θέλει λάβει, και αν αγαπά, ας φροντίση να κυριεύση πρώτον όλην την Πελοπόννησον, και ημείς τότε δεν δυνάμεθα να κάμωμεν διαφορετικά. Αλλ’ ας μάθη ότι ματαίως κοπιάζει, και με την θείαν βοήθειαν δεν θέλει αξιωθή ποτέ όσα ελπίζει». Αφού επέστρεψεν ο αποσταλείς, και διηγήθη τω Σαμί όσα τω είπον οι Πατέρες, (την 21 Ιουνίου) ο Ιμπραχήμης ανέβη με 500 ιππείς εις το όρος Σταυρί απέναντι του Σπηλαίου κείμενον από το μέρος της κώμης Ρογούς, όθεν θεωρήσας δια του τηλεσκοπίου την ιεράν Μονήν, και όλας τας πέριξ αυτής θέσεις, μετά δύο ώρας επέστρεψεν εις Καλάβρυτα, και ήρξατο της ετοιμασίας δια την κατά του Σπηλαίου εκστρατείαν…».

 Ο Κολοκοτρώνης για την ασφάλεια του Μ. Σπηλαίου έστειλε αμέσως εκεί τον υπασπιστή του Φ. Χρυσανθόπουλο με 100 στρατιώτες και έδωσε εντολή στον Ν. Πετιμεζά[8] με 600 να μπεί και αυτός μαζί με τον Χρυσανθόπουλο στο μοναστήρι[9], όπως και έγινε.

Σε δεύτερη επιστολή του ο Ιμπραήμ στις 21 Ιουνίου 1827 τους έλεγε:

«Ευγενέστατε Ηγούμενε και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου. Σας σημειώνω ότι είμασθε φερμένοι με τον υψηλότατον Ιμβραήμ πασάν εφέντη μας εις Κάμπον Καλαβρύτων εδώ και τέσσαρες ημέρας προτηνότερα και έχομεν μεγάλας ορδινίαις και ετοιμασίαις δια την πολιορκίαν μοναστηριού Μεγάλου Σπηλαίου και ως το ταχύ προσμένομεν να μας έρθουν τα τόπια και οι μπόμπες και αρκετά σύνεργα δια μήνες, και έπειτα από μίαν ή δύο ημέρας να ρίξωμεν τα ορδιά μας περί πολιορκίας του μοναστηριού εις αυτά τα μέρη: δια τούτο και σας φανερώνω ότι να λυπηθήτε το μοναστήρι σας να μην τύχη και χαλάση, και ότι εις τον άλλον καιρόν δεν εχάλασε μην τύχη και χαλάση: και τόρα μάλιστα οι πλέον άγνωθοι (οι αμαθέστεροι) από λόγου σας ήρθαν και επροσκύνησαν εις τον αφέντη μας και εγλύτωσαν τα χωριά τους και τόσο λαό και την ζωήν τους και τα πράγματά τους. Λοιπόν του λόγου σας είσθε γνωστικώτεροι από εκείνους και θέλει στοχασθήτε το κάθε πράγμα καλλίτερα. Παραπάνω δεν σας γράφω: θέλει πληροφορηθήτε και από το γράμμα από του φίλου μου του Φωτήλα (sic), θέλει σας συμβουλεύσει ο ίδιος. Ηγούμενε, θέλει στοχασθής, ετούτο το κίνημα του Ρωμαίωνε δεν θέλει εύγει σε κεφάλι. Λοιπόν σαν φρόνιμος όπου είσαι στοχάσου βαθειά πως δεν ευρίσκει καλό τέλος και είσαι νοικοκύρης: θέλεις ειξεύρεις ότι αυτό οπού σας γράφω, το γράφω με του υψηλοτάτου αφέντη μας τον ορισμόν και να με αποκριθείτε εις τα όσα σας γράφω. Τη 21 Ιουνίου 1827. Σαμή Εφέντης. Σεγνετζίπη Εφέντη Ζαντέ (Τ. Σ.). Δοθήτω το παρόν του ηγουμένου μοναστηρίου και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου».

Η απάντηση των Μελαλοσπηλαιωτών είναι η παρακάτω:

«Υψηλότατε αρχηγέ των οθωμανικών αρμάτων χαίρε. Ελάβομεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ειξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου. Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είνε αδύνατον, διότι είμεθα ορκωμένοι εις την Πίστην μας ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες, και κατά το αϊνί μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της Πατρίδος μας. Σε συμβουλεύομεν όμως να υπάγης να πολεμήσης άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και να μας νικήσης, δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το οποίον ελπίζομεν άφευκτα με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν, και θα είναι εντροπή σου και τότες οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. – Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς και κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου. Έχομεν και γράμματα από την βουλήν και αρχιστράτηγον Θ. Κολοκοτρώνην ότι εις πάσαν περίστασιν πολλήν βοήθειαν θα μας στείλουν, παλληκάρια και τροφάς, και ότι ή θα ελευθερωθώμεν τάχιστα ή θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν της Πατρίδος μας. Δαμασκηνός ο ηγούμενος και οι συν εμοί παπάδες και καλόγηροι. Τη 21 Ιουνίου 1827. Μέγα Σπήλαιον».

Τρίτη[10] απόπειρα έγινε, όταν παράλληλα με την από 19 Ιουνίου 1827 επιστολή προς τους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου, έγινε επιστολή του Σαμή Εφέντη προς τον Ασημάκη Φωτήλα, με την οποία τον προέτρεπε να οδηγήσει τους Πατέρες του Μοναστηριού να συγκατανεύσουν σε όσα τους έγραφε. «Ο δε Φωτήλας τοις ωμίλησε το μηδέν. Η συνεννόησις όμως του Σαμί μετά του Φωτήλα αγνοείται εις τι απέβλεπε…»[11].

Η μάχη της 24 Ιουνίου 1827.

Τα της μάχης περιγράφει, μεταξύ άλλων και ο Α. Φραντζής (Β΄. 495):

 «…Την 23 Ιουνίου περί την δύσιν του ηλίου εκίνησεν εν σώμα συγκείμενον από 3.000, και κατά διαταγήν του Ιπραχήμη ετοποθετήθη εις το όρος Πετρούχι, άνωθεν του χωρίου Ποταμιάς, όπισθεν της Ιεράς Μονής κείμενον, δια να προσέχη (φαίνεται) την επί κεφαλής της Μονής πολιορκίαν, ο δε υπόλοιπος στρατός συμποσούμενος περί τις 12.000 [;], σχεδόν απήλθε κατ’ ευθείαν εις την θέσιν την καλουμένην Υψηλόν Σταυρόν, εις το κατ’ ανατολάς μέρος του Σπηλαίου κειμένην, φθάσας εκείσε περί την 8 ώραν μ.μ. την δε επιούσαν απέστειλεν ο Ιμπραχήμης (προ της ανατολής του ηλίου) 3.000 εις το χωρίον Διακοπτόν, οίτινες ηχμαλώτευσαν όσους εύρον εις την εκκλησίαν του Μαχαλέ Βρώστενας εν τη εορτή του Τιμίου προδρόμου, αριθμουμένους περίπου των 300, ψυχών. Εν τοσούτω οι Πατέρες της Μονής του Μ. Σπηλαίου είχον εφοδιασμένους καθ’ όλα τους άνωθεν της Μονής Πύργους, ή προμαχώνας από 100 επιλέκτους πατέρας εκ της Μονής[12] μεθ’ ων ήσαν και ο Φωτάκος Χρυσανθόπουλος (υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη) με 160, ο Κωνσταντίνος Μέλιος εκ Τριφυλλίας με άλλους 90 Έλληνας Ντρέδες και Καρυτινούς, ο Φραγκούλης Νικόλαος με 62, οι Σαρδελιάνοι εκ Κερπινής, και ο Νικολάκης και Γκολφίνος Πετιμεζαίοι[13] με 35[;]. Προ δε της ανατολής του ηλίου ο Φωτάκος άμα ότε είδε το πλήθος των εχθρών τοποθετημένον εις την θέσιν Υψηλόν Σταυρόν, ειδοποίησε και τους λοιπούς οίτινες ομοθυμαδόν ετοιμασθέντες πάραυτα, εξήλθον των προμαχώνων, εγκαταλείποντες εν αυτοίς τους αναγκαιούντας στρατιώτας μόνον. Οδεύσαντες από έλατον εις έλατον (ούσης της θέσεως δασώδους) επλησίαζον προς τους εχθρούς, και με τον πρώτον κανομοβολισμόν των κανονίων εις το όρος της Αναλήψεως από σφαιρίδια (σμιδράλια) εθανάτωσαν περίπου των 30 εχθρών και ούτως οι μεν εχθροί προοδεύσαντες έμειναν εις την θέσιν του Υψηλού Σταυρού αντιμαχόμενοι μετά των ολίγων Ελλήνων, η δε μάχη εξηκολούθει με πείσμα, απαριθμουμένου όλου του αριθμού των Ελλήνων μετά και των πατέρων της Μονής εις 600 περίπου. Και οι μεν Έλληνες ολιγάριθμοι όντες, εκρύπτοντο όπισθεν των ελάτων (ακάρπων δέντρων), και επυροβόλουν τους εχθρούς, οι δε εχθροί δια το πολυάριθμόν των δεν εδύναντο να διατηρηθώσιν όπισθεν των ελάτων, ώστε πυροβολούντων των Ελλήνων κατά του πλήθους, έπιπτον οι εχθροί σωρηδόν φονευόμενοι. Κατά δε την στιγμήν εκείνην ανεφάνησαν και 500 ιππείς εκ των του Ιμπραχήμη εις την Κρήνην την καλουμένην του Αρσενίου, ερχόμενοι προς κατάσχεσιν του Μετοχίου της Πανηγυρίστρας, οίτινες μόλις είχον πλησιάσει εις το χείλος του ποταμού, ότε μία βολή κανονίου (το οποίον είχον στήσει οι πατέρες εις την σπηλιάν την καλουμένην Διαβατέϊκα, απέχουσα ¼ της ώρας σχεδόν) εφόνευσεν εξ αυτών τρεις, άλλη δε δευτέρα πέντε, και άλλη τρίτη συνέχεια, δύο. Ιδόντες δε οι ιππείς ενώπιόν των 10 φονευθέντας ευθύς από εν διάστημα τόσον μακρυνόν, εφαντάσθησαν ότι, εάν από τόσην απόστασιν εφονεύθησαν 10, πόσοι άραγε εξ’ αυτών έμελλον ν’ αφανισθώσιν, εάν ήθελον πλησιάσει; Και ούτως επέστρεψαν εις τα Καλάβρυτα με πολλήν αυτών εντροπήν και καταισχύνην. Εν τούτοις η εις την θέσιν Υψηλόν Σταυρόν μάχη όλον εν εξηκολούθη πεισματώδης. Περί δε την μεσημβρίαν της ημέρας επέστρεφον και οι από το Διακοπτόν (δήμος Βουρών) εχθροί φέροντες μεθ’ εαυτών όσους είχον αιχμαλωτίσει Έλληνας, Ελληνίδας, νέους και γέροντας περίπου των 250, ως είρηται, εν ταυτώ δε και όσα ζώα και άλλα λάφυρα είχον διαρπάσει. Αλλά το κανόνι και τα Κολογηροελληνικά πυροβόλα δεν τοις παρεχώρουν το να συνενωθώσι μετά των λοιπών εχθρών των όντων επί κεφαλής των ορεινών εκείνων λόφων. Επί τούτω ευθύς γενομένου σημείου προσεκλήθησαν και αι εις το Πετρούχι όρος διαμένουσαι 3.000 εχθρών, ώστε ένεκα της πληθύος αυτών οπισθοδρόμησαν ολίγον οι Έλληνες, συνηνώθησαν δε άπαντες οι εχθροί, και αντεπολέμουν τους Έλληνας, αλλ’ εστάθη αδύνατον το να δώσωσι οι Έλληνες τα νώτα εις τους εχθρούς. Δύο δε ώρας προ της δύσεως του ηλίου οι εχθροί ιδόντες τους Έλληνας εις τα όπισθεν ετράπησαν εις φυγήν, των οποίων τα όπισθεν αφού κατέλαβον οι Έλληνες, τότε έγινεν εις αυτούς ο παρά των Ελλήνων εκείνος αφανισμός, ώστε εφονεύθησαν περίπου των 650[14], από δε το μέρος των Πατέρων και των λοιπών Ελλήνων εφονεύθη μόνος ο Ανδρέας Σαρδελιάνος […] Μετά την εις Καλάβρυτα επιστροφήν του [ο Ιμπραήμ] την επιούσαν ανεχώρησεν εις Τριπολιτζάν με τας συνήθεις του λεηλασίας, αιχμαλωσίας και πυρπολήσεις[15]. Μετά δε την φυγήν των εχθρών ευρίσκοντο σποράδην δια πολλάς ημέρας πτώματα εχθρικά και τα κρημνώδη και δύσβατα μέρη της θέσεως του Υψηλού Σταυρού, αριθμηθέντα υπέρ τα 260[16]. Ούτω δε απεπερατώθη με καταισχύνην των εχθρών και η κατά του Μεγάλου Σπηλαίου δευτέρα εκστρατεία του Ιμπραχήμ Πασσά. Πριν ή όμως συγκροτηθή η μάχη, πολλοί εκ των της επαρχίας Καλαβρύτων εφαντάζοντο ότι οι Πατέρες της, περί ης ο λόγος Ιεράς Μονής, ήσαν συνεννοημένοι μετά του Ιμπραχήμη. Αλλ’ ότε έμαθον την γενομένην εκείνην ένδοξον μάχην, τότε επείσθησαν γνωρίσαντες ότι ήσαν ηπατημένοι…».

Μετά τη μάχη αυτή ο Ιμπραήμ φοβούμενος να μείνη στις χαράδρες και τα απόκρημνα εκείνα μέρη διέταξε γενική υποχώρηση και επιστροφή για τα Καλάβρυτα, όπως προαναφέρθηκε από τον Α. Φραντζή. Οι καμπάνες της μονής εκτύπησαν χαρμόσυνα δοξάζουσες την Παναγία.

——————————————————————————-

[1] Τρικούπης, Δ΄, 178.

[2] Φραντζής, Β΄, 491.

[3] Φραντζής, Β΄,  491.

[4] Α. Σ. «Ο Ελληνικός Αγών), 58.

[5] Σπηλιάδης,  Γ΄, 354.

[6] Φραντζής, Β΄, 493.

[7] Σπηλιάδης,  Γ΄, 355, όπου ολόκληρη η επιστολή. Και, Φραντζής, Β΄, 492 όπου και εκεί παρατίθεται η επιστολή.

[8] Σε επιστολή που φέρει ημερομηνία 24 Ιουνίου 1827 (την ίδια ημέρα της μάχης, με τι σκοπό;) ο Θ. Κολοκοτρώνης δίδει οδηγίες στον Ν. Πετιμεζά: «Επειδή ο εχθρός συγκεντρωθείς ήδη εις την μητρόπολιν των Καλαβρύτων επαπειλεί εξαιρέτως το Μ. Σπήλαιον, και επειδή δια να οχυρωθή αυτή η θέσις, ήτις αποτελεί όχι κατωτέραν δύναμιν ενός φρουρίου, διά τε το οχυρόν αυτής και δια το πλήθος των εν αυτή καταφυγουσών φαμηλιών, έχει ανάγκη ικανής στρατιωτικής δυνάμεως, ήτις αντιπαράττεται εις κάθε εχθρικήν προσβολήν, και να φυλάττη πάντοτε την απαιτουμένην εις τε το Μοναστήριον και τους εν αυτώ καταφυγόντας πολίτας ευταξίαν, δια τούτο θέλων να προκαταληφθώσιν αυτά σε διατάττω τα εφεξής./ Α΄. Να λάβης υπό την οδηγίαν σου εξακοσίους στρατιώτας καλούς πραγματικούς, των οποίων θέλεις είσαι επικεφαλής, και θέλεις καταλάβεις και οχυρώσεις με αυτούς όλας τας περί το Σπήλαιον αναγκαίας θέσεις, δια να αντιπαραταχθής, χρείας τυχούσης, εις κάθε εχθρικόν κίνημα. Β΄. Θέλεις έχει κατά τούτο, την δυνατήν σύμπραξιν των Πατέρων του ιερού τούτου Μοναστηρίου καθώς ειδοποιούνται τούτο. Γ΄. Την τροφήν των στρατιωτών θέλεις εξοικονομεί τακτικώς προς το παρόν από τας εθνικάς προσόδους της επαρχίας Καλαβρύτων, ή περιστάσεως δοθείσης και από τας τροφάς του μοναστηρίου…[…]. Δ΄. Δεν θέλεις συγχωρεί εξίσου εις κανέν στρατιωτικόν την είσοδον. Αν δε τις αξιωματικός στρατιωτικός έχη εις αυτό την φαμήλιαν του ή έλθη χάριν προσκυνήσεως, θέλει δέχεσαι αυτόν άοπλον, με δύο μόνο αόπλους στρατιώτας. Ε΄. Θέλεις προσέχει μ’ όλην την απαιτουμένην φρόνησιν να μην ακολουθή η παραμικρά κατάχρησις εις τους εν αυτώ καταφυγόντας πολίτας…[…]. ΣΤ΄. Θέλει με ειδοποιήσεις την κατάστασιν και τας χρείας αυτού του ιερού Μοναστηρίου, δια να τας αναφέρω όπου ανήκει, και δια να ληφθώσιν εγκαίρως μέτρα …[…].». Επιστολή ενημερωτική των παραπάνω προς τον Ν. Πετιμεζά αναφερομένων, έγινε την ίδια ημέρα (24 Ιουνίου) και προς τους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου από τον Θ. Κολοκοτρώνη.

Ο Ηγούμενος Παρθένιος και οι Σύμβουλοι του Μ. Σπηλαίου, έδωσαν βεβαίωση στον Ν. Πετιμεζά η οποία δεν φέρει ημερομηνία και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Πιστοποιούμεν … ότι αφ’ ής ώρας εδιωρίσθη παρά του Γεν. αρχηγού της Πελοποννήσου κ. Θ. Κολοκοτρώνου φρούραρχος του Μ. Σπηλαίου, ο Γενναιότατος Στρατηγός κ. Νικόλαος Πετιμεζάς, δεν έλειψε να εκτελέση όλα τα χρέη, προς διάσωσιν του ιερού τούτου καταγωγίου και των υπ’ αυτό καταφυγουσών φαμηλιών μ’ όλην την απαιτουμένην ευταξίαν , με τους υπαλλήλους του και μάλιστα καθ’ όν καιρόν εισέβαλεν ο εχθρός εν ταύτη τη επαρχία και εφώρμησεν κατά του Μοναστηρίου. Αλλά και εν όλω τω διαστήματι της αυτού φρουραρχίας, εφάνη προστάτης παντοιοτρόπως μεθ’ όλης της αυτού οικογενείας…».

[9] Στις 15 Ιουνίου 1827 ο Θ. Κολοκοτρώνης από τον Κάμπο του Φονιά απαντώντας σε έγγραφο των μοναχών του Μ. Σπηλαίου, της προηγούμενης ημέρας, ανέφερε μεταξύ άλλων: «… Σεβαστοί πατέρες δεν εφρόντισα ουδέ φροντίζω δι άλλο τι, αλλά η καθημερινή φροντίς μου είναι το ν απαρακινώ τα στρατεύματα να τρέξωσι προς τούτο το μέρος, και καθ’ άς καθ’ ημέραν λαμβάνω πληροφορίας συνέρχονται γλήγορα πανταχόθεν… […] αν ο εχθρός επιμείνη εις αυτά τα μέρη, θέλει κάμει εις αυτά τον τάφον του άφευκτα δια της βοηθείας της προστάτιδος αυτού του ιερού Μοναστηρίου… […] Αν έχει σκοπόν [ο εχθρός]  να πολεμήση το Σπήλαιον θέλει τον μεταβάλλει άφευκτα. Διό είναι περιττή προς το παρόν η αποστλή των ζητουμένων στρατιωτών, αλλά και αν επιμέινη (το οποίον είναι αδύνατον) και το Μοναστήρι  είναι εις κατάστασιν να του αντιπαραταχθή με όσην δύναμιν έχει, και με όση διώρισα τον στρατ. Ν. Πετιμεζάν να κάμηυ, και ημείς έξωθεν είμεθα προσεκτικοί να του δώσωμεν όλην την απαιτουμένην βοήθειαν, και μείνατε αμέριμνος. Όσον δε περί τροφών και πολεμοφοδίων, αυτό έχω το ουσιωδέστερον αντικείμενον των φριντίδων μου, αλλά και δεν ελπίζω να έφθασεν εις τοσαύτην ανα΄γκην το Μοναστήρι, ώστε να χρειάζεται από τώρα…[…] Γενναιότης Πατέρες και μην ολιγοκαρδίζετε, τα πράγματά μας θα λάβουν την επί τα κρείττω μορφήν γλήγορα…».

Την επόμενη της μάχης του Μ. Σπηλαίου (25 Ιουνίου 1827), έγραφε ο Θ. Κολοκοτρώνης από τον Αγιώργη του Φονιά προς τους στρατηγό Ν. Πετιμεζά και Φώτιον Χρυσανθόπουλον: «… έλαβον τα χθεσινά γράμματά σας και είδον την οποία εκάματε νίκην κατά των εχθρών, η οποία είθε να είναι αρραβών των μελλουσών… αλλά και πάλιν έχω την ανήκουσαν προσοχήν, ώστε αν αποφασίση ο εχθρός να πολεμήση το Σπήλαιον, θέλει σας δώσωμεν αμέσως βοήθειαν όση χρειασθή…».

[10] [Ο Τρικούπης (Δ΄, 179) αναφέρει ότι στους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου «…έγραψεν ο Ιμβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση…»].

[11] Φραντζής, Β΄, 493.

[12] «Ας φαντασθή καθείς με πόσους εδύναντο ν’ αντιπαταχθώσινοι, περί ων ο λόγος 100 πατέρες.».

[13] [ο Χέρτσβεργ, Γ΄, 137 αναφέρει ότι ο Κολοκοτρώνης «έπεμψε προς βοήθειαν 500 μαχητάς υπό τινα Πετιμεζάν…»].

[14] «Εις Άγγλος βεβαιωθείς παρά του Ιμπραχήμη τον αριθμόν των φονευθεντων και πληγωθέντων εις την μάχην αυτήν εχθρών, έδωκε μετά ταύτα τας περί του αριθμού αυτού πληροφορίας».

[15] «Η μάχη αύτη διήρκεσε 13 ολολήρους ώρας, συγκροτηθείσα την [2]4 Ιουνίου 1827».

[16] [Ο Οικονόμου (748) αναφέρει ότι οι Έλληνες εφόνευσαν υπέρ τους 120 και επλήγωσαν πολλούς. Από δε του Έλληνες εφονεύθηκαν καιε πληγώθηκαν υπέρ τους 10, μεταξύ των οποίων εφονεύθη και ο καπ. Ανδρέας Σαρδελιάνος…»].

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Επετειακό: Η μάχη του Μ. Σπηλαίου….

(Με κλίκ στην εικόνα και μεγέθυνση μπορείτε να διαβάσετε το περιεχόμενο).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Οι Καλαβρυτινοί νεκροί στη μάχη Λαχανά-Κιλκίς.

(Η Φωτογραφία προέρχεται από το διαδύκτυο).

Σαν σήμερα 21 Ιουνίου 1913, τελείωσε υπέρ των Ελλήνων η τριήμερη μάχη Λαχανά-Κιλκίς εναντίον των Βουλγάρων, που άρχισε στις 19 Ιουνίου και ήτο από τις πλέον αιματηρές και φονικές της νεώτερης Ελληνικής ιστορίας.

Σύμφωνα με την «Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία» (http://www.militaryhistory.gr/articles/view/3):

«Oι απώλειες των Eλλήνων σε νεκρούς και τραυματίες ανήλθαν σε 8.828. Oι απώλειες σε αξιωματικούς ήταν 35 νεκροί και 90 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και δέκα διοικητές ταγμάτων και συνταγμάτων. Aναλυτικότερα οι απώλειες κατά σχηματισμό ήταν οι εξής: 1η μεραρχία 1.354, 2η μεραρχία 1.483, 3η μεραρχία 773, 4η μεραρχία 1.257, 5η μεραρχία 2.123, 6η μεραρχία 1.347, 7η μεραρχία 199, 10η μεραρχία 276 και ταξιαρχία ιππικού 16. Aπό τη βουλγαρική πλευρά δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία. Eκτιμάται όμως, πως και από αυτή την πλευρά οι απώλειες ήταν μεγάλες, ενώ οι αιχμάλωτοι ήταν 2.500 (αξιωματικοί και οπλίτες). Tα βασικά κυριευθέντα υλικά ήταν 19 πυροβόλα, 5 βλητοφόρα, 1.300 προσωπικά όπλα και άφθονο λοιπό πολεμικό υλικό».

Μέσα σ’ αυτούς τους νεκρούς, τους τραυματίες και τους αγωνιστές, ήσαν και πολλά Καλαβρυτινόπουλα.

Από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων» άντλησα τα παρακάτω ονόματα:

(Ίσως να υπάρχουν και άλλοι, σε αυτούς όλους εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, το σεβασμό μας, τον θαυμασμό μας και την υπόσχεση ότι θα μείνουν για πάντα στην ψυχή μας ως οι ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, για την Μακεδονία).

Αναγνωστόπουλος Γεώργ. του Θεοδ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στα Βρέσθαινα Αχαιοήλιδος  και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο στις 20 Ιουνίου 1913 στο Λαχανά.

Αναστασόπουλος Αλεξ.: οφθαλμίατρος από την επαρχία Καλαβρύτων. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και στον Ελληνοβουλγαρικό στις μάχες Κιλκίς-Λαχανά όπου στην τελευταία τραυματίστηκε. […..].

Βασιλακόπουλος Χ. Β.: από δήμο Ψωφίδος. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Βελής Δημήτριος του Γεωργ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στα Καλάβρυτα και πέθανε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 21 Ιουλίου [Ιουνίου] 1913 στο Κιλκίς.

Γεωργακόπουλος Βασίλειος του Χ: από τα Σουδενά Καλαβρύτων. Αναφέρεται από τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) ότι έπεσε μαχόμενος στη μάχη του Κιλκίς.

Γιαννακόπουλος Νικόλαος: από Βερσίτσι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Γιαννούλιας Δημήτριος του Π.: από Μαζέϊκα. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς, κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Γραμματίκας Αθανάσιος του Κων/νου: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Κούτελη Αχαιοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 20 Ιουνίου του 1913 στο Κιλκίς.

Δασκαλόπουλος Γεώργιος του Αλεξ.: λοχίας που γεννήθηκε στην Ποταμιά (;) βλ. λ.) και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 19 Ιουλίου [;] 1913 στο Λαχανά.

 Ζωγάρης Αλέξιος του Χαραλ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Βραχνί Αχαιοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Θεοφανόπουλος Ανδρ. του Δ.: στρατιώτης από Κούτελη Αναφέρεται από τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρ.) ότι έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς.

Καζαζάκης Ιωάννης του Θεοδώρου.: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Λεχούρι Αχαϊοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 20 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) Καζαζάκης Ιω. Από δήμο Ψωφίδος έπεσε μαχόμενος κατά τον πόλεμο 1912-13.

Κανάς Αντώνιος του Χ.: από Ρωγούς. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων …) αναφέρει ότι εφονεύθη μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Κανελλής Νικόλαος: «… Κατάγουμαι και γώ από τα Καλαβρυτοχώργια. Όντας μεγάλωσα έφυγα για την Αμερική. Δεν κάθησα πολύ, γύρισα πίσω και πήγα στο πόλεμο του 12-13 στο Κιλκίς….».

Κατσαρδής Θεόδωρος του Κωνσταντίνου: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Λουσικό Αχαϊοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς. Ο Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) τον αναφέρει Κατσιαρδή Θεόδ. του Κ. από Χαμάκου.

Κηπουργός Άγγελος του Παναγ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στους Ρωγούς Αχαϊοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, τον Ιούνιο 1913 στο Κιλκίς (Αγώνες και Νεκροί 1830…,  όπου αναφέρεται Κηπουρός). Από κάρτα άφιξης στην Αμερική όπου είχε μεταβεί, προκύπτει ότι έφθασε εκεί στις 28.3.1910 με το πλοίο Martha Washington το οποίο εναχώρησε από την Πάτρα και ότι καταγόταν από τους Ρωγούς. Η εκ των Ρωγών απόγονος ενός εκ των αδελφών του, Αλεξάνδρα Κηπουργού με επληροφόρησε ότι είχε γεννηθεί το 1891, είχε άλλα 3 αδέρφια και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να πολεμήσει και έτσι σκοτώθηκε 22 ετών. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) αναφέρει ότι εφονεύθη μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Κλουκινιώτης Γεώργιος του Σταύρου.: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Κέρτεζη Καλαβρύτων και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, τον Ιούνιο 1913 στο Κιλκίς. Κατά τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρ. …) ήταν λοχίας και αναφέρεται χωρίς πατρώνυμο.

Κουρής Νικ. Π.: από Σοπωτό. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων, …) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Κυριακόπουλος Γεώργιος: (του Θεοδ.) από Συρμπάνι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στη μάχη του Λαχανά κατά τον πόλεμο 1912-13.

Λάππας Βασίλειος του Ανδρέα: δεκανέας που γεννήθηκε στη Δάφνη (σημ.: εννοεί τη Στρέζοβα;) Αχαϊοήλιδος και φονεύθηκε κατά το Βαλκανικό Πόλεμο, στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Λινάρδος Ανδρέας: λοχίας από Κάτω Ποταμιά. Κατά τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Μανωλέσης Λουκάς του Ηλ.: από Λυκούρια. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Μάρκου Διονύσιος του Γ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Κέρτεζη και εφονεύθη τον Ιούλιο 1913  στο Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων, …) όστις τον αναφέρει Μάρκο Διονύσιο, έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Ματζουράνης Σωτήριος του Π.: από Κάτω Γουμένιτσα Καλαβρύτων. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) αναφέρει ότι έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς στον πόλεμο 1912-13.

Μαύρου Γεώργιος: δεκανέας που γεννήθηκε στη Δάφνη (;) και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Λαχανά.

Μέγαρης Νικόλαος του Αλεξίου: από Κερπινή δήμου Κερπινής. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) αναφέρει ότι εφονεύθη μαχόμενος στου Λαχανά κατά τον πόλεμο 1912-13.

Μούρτος Ιωάννης: από Μοστίτσι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς, κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Νταερές Βασίλειος του Κωνσταντίνου: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Λειβάρτζι και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Οικονόμου Νικόλαος του Σωτηρίου: δεκανέας που γεννήθηκε στα Μαζέϊκα Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Παμπούκης Κωνσταντίνος του Νικολάου: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Ακράτα Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων….) ο Παμπούκης Κ. Ν. καταγόταν από το δήμο Νωνάκριδος και έπεσε μαχόμενος κατά τον πόλεμο 1912-13.

Παναγόπουλος ή Φωτόπουλος Παναγ.: από Βεσίνι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στου Λαχανά κατά τον πόλεμο 1912-13. Ο Γ. Σακκέτος αναφέρει πατρώνυμο αυτού, Σπύρος.

Παναγούλιας Κων. του Ν.: από Παγκράτι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Παναγουτόπουλος Κωνσταντίνος του Νικήτα: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Παγκράτι Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς .

Παπαγεωργίου Αστέριος του Δημ.: δεκανέας που γεννήθηκε στο Νεζερό (;) και εφονεύθη στις 22 Ιουνίου 1913 στο Λαχανά.

Παπαγεωργίου Παναγιώτης: «… Εγώ παιδάκι μ’ από μικρός έμεινα ορφανός από πατέρα. Είχα τέσσερις αδερφάδες να συντηρήσω και τη μάννα μ’. Γι αυτό έφυγα για την Αμέρικα, δεν κάθησα όμως κεί πολύ. Ήρθα πίσω και πήγα στο πόλεμο πού ’χαμε με τους Βουλγάρους και τους Τούρκους τότες. Ήμανα στο τάγμα που κατέλαβε τα Γιάννενα που μπήκε στη Σαλονίκη, που πολέμησε στο Κιλκίς. Εκεί με πήρε σφαίρα στο στήθος και βγήκε στην άλληνε μεργιά. Σώθηκα από θαύμα…».

Παπαντωνόπουλος Ιωάννης του Χριστ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Λεχούρι Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) Παπαντωνόπουλος Ιω. Από δήμο Ψωφίδος έπεσε μαχόμενος κατά τον πόλεμο 1912-13.

Παπαχρονόπουλος Παναγιώτης του Θ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Βραχνί των Καλαβρύτων και εφονεύθη στις 20 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Παρασκευόπουλος Γρηγόριος του Παναγ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στη Ράχωβα Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Παρασκευόπουλος Μιχαήλ του Ανδρ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στη Ράχωβα Αχ/ήλιδος και εφονεύθη στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Πήττας Διον. Ιω.: από Πλανητέρου. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς, κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Πήττας Κωνσταντίνος του Χρίστου: δεκανέας από το Πλανητέρου. Κατά τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Ρογανίτης Γεώργιος του Δημητρίου από Βρέσταινα, που φονεύθηκε το 1913 στο Κιλκίς,

Ροδόπουλος Θεόδωρος του Επαμειν.: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Πτέρη Αχαΐας και φονεύθηκε στις 21 Ιουνίου 1913 στο  Κιλκίς.

Σαγιάς Ιωάννης του Γεωργίου: Ταγμ. Πεζ. που γεννήθηκε το 1878 στα Καλάβρυτα. Πήρε μέρος στους πολέμους 1912-13, 1917-22 και τέθηκε σε τιμητ. Διαθεσιμότητα λόγω τραύμ. πολέμου στις 28 Μαΐου 1926 [….] «…. φλογερός πατριώτης, κατετάχθη εθελοντής λοχίας  εις τους πολέμους του 1912-1913 προαχθείς εις επιλοχίαν και ανθυπασπιστήν δια τον ηρωϊσμόν του εις την μάχην του Κιλκίς και τραυματισθείς εις τον βραχίονα της δεξιάς χειρός, εστάλη παρά της Βασιλίσσης Σοφίας εις Γερμανίαν προς θεραπείαν, πλην η δεξιά του έμεινε νεκρά, γράφων έκτοτε δια της αριστεράς. Επανελθών και τεθείς εις τιμητικήν διαθεσιμότητα με τον βαθμόν του ταγματάρχου…».

Σακελλαρόπουλος Λουκάς: από Βαλιμή. […]  εγεννήθη το 1882. […] Το 1907 ανθυπολοχαγός ων με το ψευδώνυμο Αλέξανδρος εισήλθε στον Μακεδ. Αγώνα. Μέλος του Συνδέσμου Αξιωματικών κατά την επανάστασιν του 1909. 1919-1922 Επιτελάρχης του Α΄ Σ.Σ. 1922 Υπουργός Συγκοιν. 1923 Υπουργός Εσωτ., 1925 βουλευτής, 1945 Υπουρός Συγκοιν. κ.λ. Έλαβε μέρος στις μάχες Ελασσώνος, Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Πεστών Αετορράχης Ιωαννίνων, της εκστρατ. κατά της Τουρκίας (1912-13). Επίσης στις μάχες Κιλκίς, Λαχανά, Μπέλες, Κρέσνα Τσουμαγιά της εκστρ. κατά της Βουλγαρίας 91913) […].

Σαμαρτζής Αθανάσιος του Γεωργ.: στρατιώτης που γεννήθηκε στα Σουδενά Αχ/ήλιδος και φονεύθηκε τον Ιούνιο του 1913  στο Κιλκίς.

Σαραντόπουλος Ηρακλής του Αθαν.: στρατιώτης που γεννήθηκε στο Βραχνί Αχ/ήλιδος και φονεύθηκε στις 21 Ιουνίου 1913  στο Κιλκίς.

Σπανός Κωνσταντίνος του Β.: από Βαλιμή Κραθίδος. Ο Γ. Παπανδρέου αναφέρει (Ιστορία Καλαβρύτων…) ότι εφονεύθη μαχόμενος στο Κιλκίς, κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Σπηλιωτόπουλος Παναγιώτης: (του Γ.) από Μαζαίϊκα.[…] «… Στις μάχες για την κατάληψη των Ιωαννίνων διακρίθηκε για την πρωτοβουλία και την ανδρεία του. Προήχθη σε Επιλοχία επ’ ανδραγαθία. Το ίδιο έγινε και στις μάχες του Κιλκίς και του Λαχανά, οπότε και προήχθη σε Ανθυπασπιστή επ’ ανδραγαθία…».

Σπυρόπουλος Γεώργιος του Κωνστ.: από Στρέζοβα. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Τζόβολος Νεοκλής του Αγγέλου: στρατιώτης που γεννήθηκε στην Τρεκλίστρα Λαπαθών και πέθανε τον Δεκέμβρη του 1913 σε χειρουργείο στο Κιλκίς. Αναφέρεται δεκανέας (χωρίς πατρώνυμο) από την επαρχία Καλαβρύτων Τσόβολος Νεοκλής που κατά τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Τσάμης Χρίστος του Αθαν.: από Μαζέϊκα. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς, κατά τον πόλεμο του 1912-13.

Τσάφος Σταύρος: από Βερσίτσι. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Φαρσής Ανδρέας του Αθαν.: στρατιώτης που γεννήθηκε στη Δάφνη Αχ/δος και φονεύθηκε στις 21 Ιουνίου 1912 στο Κιλκίς. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων) ήταν φοιτητής εκ Στρεζόβης και έπεσε μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Χρυσανθακόπουλος Βασίλειος του Χρύση: στρατιώτης που γεννήθηκε στα Σουδενά Αχ/ήλιδος και φονεύθηκε τον Ιούνιο 1913 στο Κιλκίς.

Χρύσανθος Ανδρέας του Χαραλ.: από Κερπινή δήμου Κερπινής. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) αναφέρει ότι εφονεύθη μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Ψαρράκος Παναγιώτης του Αθαν.: στρατιώτης που γεννήθηκε στους Λαπαναγούς και φονεύθηκε στις 21 Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς.

Ψυχράμης Θεοφάνης του Θεοδ.: από Ρωγούς. Ο Γ. Παπανδρέου (Ιστορία Καλαβρύτων…) αναφέρει ότι εφονεύθη μαχόμενος στο Κιλκίς κατά τον πόλεμο 1912-13.

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Χαλανδριτσάνος Λουκάς.

Μέρος Β΄.

Οι αδελφές του Λουκά Χαλανδριτσάνου.

Βλ. επίσης τα αναρτηθέντα στο παρόν blog, για τον ίδιο τον Λουκά έγγραφο του αδερφού του, ως επίσης και έγγραφο των αδελφών αυτού, στις παρακάτω διευθύνσεις:

1. Χαλανδριτσάνος (Χιλίαρχος).

2. Χαλανδριτσάνου οικογένεια (πρόσθετα στοιχεία).

♦   Στις 10 Μαΐου 1830 ο Διοικητής Π. Πατρών, με έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη και απαντώντας σε σχετικό έγγραφο της Γραμμ. της Επικρατείας η οποία ζητούσε πληροφορίες για τις αδελφές του Λουκά Χαλανδριτσάνου, αναφέρει ότι οι αδελφές αυτές είναι ηλικίας από 18 έως 22 ετών, τίμιες και δια του ραψίματος (όταν σπανίως εύρουν) εξοικονομούν ελάχιστα χρήματα και στερούνται και αυτού ακόμη του επιουσίου. Προτείνει να βοηθούνται με 60 φοίνικες το μήνα και αφαιρεθούν αυτά από την ομολογία αντίγραφο της οποίας εσωκλείεται, ως κληρονόμοι του αδελφού τους. Και ο ίδιος ο Διοικητής, αναγκάστηκε λόγω των δακρύων τους και της αξιολύπητης κατάστασης στηνοπία ευρίσκοντο να τους δώσει τέσσερα τάλληρα. Από υστερόγραφο σε έγγραφο της 8 Φεβρουαρίου 1824 στο οποίο έγγραφο αναφέρεται ότι ο Λόρδος  Βύρων έλαβε δάνεια 3.000 με σκοπό να πληρωθεί από το εισόδημα των αλυκών Μεσολογγίου και Μποχωρίου, προκύπτει ότι «αν ό μη γένοιτο ήθελε συμβεί καμμία περίστασις εις την αυτού εκλαμπρότητα, το ρηθέν εισόδημα θέλει περιλαμβάνεται από τον κυρ. Λουκάν Χαλαντριτζάνον εκ Π. Πατρών άχρι της εξοφλήσεως της ποσότητος των τριών χιλιάδων ταλλήρων. Τούτο το ιδαίτερον υστερογραφέν προσετέθη κατά ζήτησιν της εκλαμπρότητός του…».  Ο Κ. Ν. Τριανταφύλλου (Λεξικό των Πατρών) αναφέρει ότι «Ανεγνώσθη εις μυστικήν συνεδρίασιν 12.4.1826 του Βουλευτικού αναφορά του ζητούντος 21.000 γρ. από της εποχής Βύρωνος δια την αγοράν δύο αλυκών Μεσολογγίου. Δεν ενεκρίθη (Ντ. Κονόμου. Πρακτ. Μυστ. Συνεδριάσεων… Αθ. 1971, 81)».

♦ Στις 10 Σεπτεμβρίου 1830 οι αδελφές Ευγενία, Αικατερίνη και Αννέτα Ι. Χλανδριτσάνου, δια του Ιωαάννη Δ. Αντωνοπούλου, έστειλαν έγγραφο προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφεραν ότι δεν είχαν ούτε μάνα ούτε πατέρα ούτε αδελφούς, ούτε σχεδόν συγγενείς, και είχαν απομείνει μόνες αβοήθητες χωρίς κάποιον πόρο επιβίωσης, οι δύο δε εξ αυτών ευρίσκοντο κλινήρεις από βαρύτατη ασθένεια, δεν είχαν περίθαλψη και ζητούσαν να βοηθηθούν με οποιονδήποτε τρόπο.

♦ Στις 20 Ιουνίου 1831, ο Διοικητής Π. Πατρών Ι. Μελάς, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη ανέφερε ότι οι αδελφές του αποθανόντος Λουκά Χαλανδριτσάνου ελάμβαναν από τον Οκτώβριο του 1830 μηνιαίως 48 φοίνικες από τον προηγούμενο Διοικητή Α. Αξιώτη, ύστερα από προφορική εντολή της Υ. Σ. και τα ποσά περνούσαν σαν έξοδα του Διοικητηρίου. Ήδη δόθηκαν για τον Ιούνι μήνα οι 48 φ. Ζητεί οδηγίες αν θα συνεχίσει να δίδει αυτό το ποσό στις «ενδεείς και απόρους» αδελφές αυτές .

♦ Στις 29 Ιουλίου 1831 οι αδελφές , Κατίνα, Άννα και Ευγενία Ιω. Χαλανδριτσάνου, σε έγγραφό τους προς τον Κυβερνήτη αναφέρουν ότι επειδή το αίτημά τους για την χρηματική βοήθεια λόγω ένδειας του Ταμείου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, ζητούν να τους δοθεί κάποιο από τα Εθνικά Κτήματα των Πατρών.

♦ Στις 28 Δεκεμβρίου 1832, οι αδελφές Κατίνα, Ανέτα και Ευγενία Χαλανδριτσάνου, από τα Καλάβρυτα έγραψαν προς τον Διοικητή Καλαβρύτων ότι, ενώ δόθηκε έγκριση από την Κυβέρνηση για να χορηγείται όπως και πριν από τον Διοικητή Καλαβρύτων το ποσό των 48 φοιν. Κατά μήνα, η Διοίκηση αυτή εξέφρασε αδυναμία λόγω έλλειψης πόρου να πληρώνει αυτό το ποσό και προσκλήθηκε η επί της Οικονομίας Γραμματεία να διατάξει αυτό να δίδεται από τον ενοικιαστή των προσόδων. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν συνέβη και με το έγγραφο αυτό ζητούν να τους δοθεί ένα αποδεικτικό της συνολικής οφειλής από την Διοίκηση. Στις 29 Δεκεμβρίου 1832 ο Διοικητής Καλαβρύτων αναφερόμενος προς την Γραμματεία της Επικρατείας διαβιβάζει αντίγραφο προς την Διοίκηση των αδελφών Χαλανδριτσάνου και άλλο αποδεικτικό του Διοικητή Π. Πατρών δια των οπίων ζητούν η Επί της Οικονομίας Γραμματεία να δώσει σ’ αυτές ενδεικτικό για όσα τους οφείλει από 20 Απριλίου μέχρι 20 Δεκεμβρίου δηλ. 8 μήνες από 48 φοίνικες ανά μήνα. Ο Διοικητής Π. Πατρών και Βοστίτζης στις 20 Μαΐου 1832 βεβαιώνει ότι οι αδελφές Χαλανδριτσάνου έλαβον τον μηνιαίο μισθό τους από αυτή τη Διοίκηση σύμφωνα με διαταγή του αειμνήστου Κυβερνήτη της Ελλάδος μέχρι 20 Απριλίου 48 φ. ανά μήνα. Από τότε δε μέχρι την ημέρα του εγγράφου δεν έλαβαν ούτε οβολόν.

Σημείωση: Ολα τα έγγραφα του Α΄ και Β΄μέρους προέρχονται από τα Γ.Α.Κ. και τα πλήρη χειρόγραφα έγγραφα ως και οι πλήρεις διευθύνσεις αυτών ευρίσκονται στη διάθεση όποιου πράγματι ενδιαφέρεται.
Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Χαλανδριτσάνος Λουκάς.

Μέρος Α΄. 

Ποιος ήταν.

♦   Ο Λουκάς Χαλανδριτσάνος[1] ήταν οπλαρχηγός του 1821 και αναφέρεται ότι καταγόταν από την Πάτρα, αλλά το επώνυμό του προδίδει καταγωγή από την Χαλανδρίτσα. Ήταν παιδί του Ιωάννη Χαλανδριτσάνου. Είχε αδελφό τον Ανδρέα και τρεις αδελφές, τις Αικατερίνη, Άννα (Αννέτα) και Ευγενία. Ο Λουκάς εφονεύθη έξω από το φρούριο των Αθηνών κατά τον ιερόν αγώνα. Από έγγραφο που οι τρεις αδελφές έστειλαν προς τον κυβερνήτη της Ελλάδος στις 6 Μαρτίου 1830, ζητώντας βοήθεια, προκύπτει ότι τότε είχε πεθάνει και ο αδελφός τους Ανδρέας[2]. Σε έγγρφό του με ημερομηνία 8 Μαΐου 1825 προς το υπουργείο του πολέμου, αναφέρει ο Λουκάς Χαλανδριτσάνος ότι μεταξύ των θυσιασθέντων στον Αγώνα ήταν και ο εξάδελφός του Δημήτριος Χαλανδριτζάνος.

Στοιχεία για τη δράση του αγωνιστή του 1821 Λουκά Χαλανδριτσάνου.

♦ Τον Ιανουάριο του 1825 έγινε εισήγηση από το υπουργείο των Πολεμικών στο Εκτελεστικό Σώμα για προαγωγές στρατιωτικών μεταξύ των οποίων και για προαγωγή του Λουκά Χαλανδριτσάνου σε Χιλίαρχο. Το σκεπτικό ήταν ότι: «… Επειδή εκτέλεσαν τα στρατιωτικά χρέη των από την έναρξη του ιερού αγώνος με την απαιτουμένην πίστιν και ευπείθειαν … το υπουργείον τούτο προτείνει αυτούς να προβιβασθώσιν εις τους παρακείμενους βαθμούς, προς ανταμοιβήν των αγώνων αυτών, και εμψύχωσιν της φιλοτιμίας των…». Πράγματι το Εκτελεστικό Σώμα στις 13 Ιανουαρίου 1825 ενέκρινε αυτές τις προαγωγές μεταξύ των οποίων και του Λουκά Χαλανδριτσάνου σε Χιλίαρχο.

♦ Στις 29 Ιανουαρίου 1825 ο Λουκάς Χαλανδριτσάνος έγραφε «Προς το έξοχον υπουργείον του πολέμου./ Κατά διαταγήν του Γεν. Διευθυντού της Δυτ. Ελλάδος, (της οποίας το ίσον εγκλείεται) δουλεύσας μήνας τέσσαρας, και μη λαβών 0βολόν ένεκα μισθοφορίας, ήλθον ενθάδε προλαβόντως και ανηνέχθην εμπερικλείσας εν τη αναφορά μου το ίσον του καταστίχου του λογαριασμού μου επικυρωμένου παρά του οικονομικού φροντιστηρίου του Μεσολογγίου και του Γεν. Διευθυντηρίου. Αλλ’ η Διοίκησις τότε μοι απεκρίθη δια του υπουργείου τούτου, ότι να αναμείνω την προδοκωμένην τότε έλευσιν του Γεν. Διευθυντού, και ότι εν τη παρουσία εκείνου ως ειδήμονος του πράγματος αποδίδονται τα προς εμέ οφειλόμενα. Επειδή δε ήλθεν η εκλαμπρότης του, εγκλείω τους λογαριασμούς , και εκείνους επικυρωμένους, και αυτούς τους εκ της ενταύθα εκ διαταγής της Διοικήσεως διαμονής παρακαλώ θερμώς το υπουργείον, να τους επεξεργασθή, και επεξεργασθέν να αναφέρη προς την Διοίκησιν, δια να γένη η απόδοσις των οφειλομένων. Διότι και οι στρατιώται με επηρεάζουσι και η ατομική μου ένδεια με κατατίκει[;]. Εύελπις δε περί της ενεργήσεως του δικαίου μου δια το φιλοδίκαιον του υπουργείου και το προς τους στρατιωτικούς προστατευτικόν, μένω μ’ όλον το προσήκον σέβας./ τη 29 Ιανουαρίου 1825. Εν Ναυπλίω/ ο πατριώτης Λουκάς Χαλανδριτζάνος». Συνημμένο υπάρχει το εξής έγγραφο (αντίγραφο): «Προς τον γενναίον Λουκάν Χαλανδριτζάνον./ Διορίζεσαι να έχης υπό την οδηγίαν σου πενήντα στρατιώτας των οποίων οι μισθοί θέλει πληρώνονται ανά 20 γρόσια τον μήνα, καθώς και των λοιπών στρατιωτών, ο ίδιος δε θέλει έχεις ανά 100 γρ. μισθόν μηνιαίον, και με το Σώμα τούτο θέλεις εκστρατεύσει ήδη υπό την οδηγίαν του γενναιοτάτου Χιλιάρχου Δήμου Τζέλιου[;], διορισθέντος αρχηγού και άλλων διαφόρων Σωμάτων. Γνωρίζων το φιλότιμόν σου δεν αμφιβάλλω ότι και εις την περίστασιν ταύτην θέλεις κάμει το χρέος σου, εις τρόπον ώστε ν’ αναδειχθής άξιος της προς σε υπολήψεως και εύνοιας της Διοικήσεως/24 Ιουλίου 1824/ Ανατολικόν/ Α. Μαυροκορδάτος». Σε άλλο έγγραφο με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 1824 το οποίο υπογράφει ο Γεν. Φροντιστής της Οικονομίας αναφέρεται ότι ο καπετάν Λουκάς Χαλανδριτζάνος πρέπει να λάβει 4.400 γρ. ( δια 50 στρατιώτες προς 20 γρ. μηνιαίως για 4 μήνες = 4.000 σύν 100 γρόσια για τον εαυτό του για 4 μήνες = 400, ήτοι σύνολο 4.400 γρ.) τα οποία θα πληρωθούν από το Εθνικό Ταμείο. Άλλος λογαρισμός τον οποίο υπέβαλλε ο Λ. Χαλανδριτσάνος στις 29 Ιανουαρίου 1825, για το διάστημα από 15 Νοεμβρίου μέχρι την ημέρα εκείνη ήτο σύνολο 4.500 γρ. δηλ. δια 50 στρατιώτες προς 20 γρόσια τον μήνα 2.500, για τον ίδιο 100 επί 2,5 μήνες 250 γρ., για ψώνια των στρατιωτών 1375 και για ψώνια του ιδίου 375.

♦  Στις 2 Φεβρουαρίου 1825 υποβάλλονται οι παραπάνω λογαριασμοί στο Εκτελεστικό Σώμα για έγκριση.

♦  «Στις 5 Μαΐου 1825 Νεόκαστρο. Καταγραφή όλων των Εληνικών όπλων εκάστου στρατιώτου … άτινα παραδοθήσονται[;] εις χείρας του εχθρού…../ του Λουκά Χαλανδριτσάνου: του Πάνου Λεπενιώτη πιστόλα μ… τουφέκι γρ. 270. Του Στέργιου Μαχαλιώτη τουφέκι γρ. 60. Του Σπύρου Κακαβά πιστόλα ομοίως και τουφέκι 350. Του Αντώνη Μάχου[;] πιστόλα και τουφέκι γρ. 110. Του Στάθη πιστόλα και τουφέκι γρ. 110. Του Γεωργάκη Ρίγανη πιστόλα και τουφέκι γρ. 60. Του Μητρογκέκα πιστόλα και τουφέκι γρ. 60. Του Πάνου Κατοχιάνου πιστόλα και τουφέκι γρ. 60. Του Νικολού Τόμπα πιστόλα και τουφέκι 260. Του Γιάννη Καλή[;] πιστόλα και του φέκι 100/ [Σύνολο] 1440».

♦  Στις 8 Μαΐου 1825, με έγγραφό του προς το υπουργείο του πολέμου, αφού αναφέρει ότι του δόθηκε διαταγή να ακολουθήσει τον Μήτζο Κοντογιάννη διορισθέντα αρχηγό της πολιορκίας των Πατρών, ζητεί να του πληρωθούν οι λογαριασμοί των εκατό στρατιωτών που είχε μαζί του καθώς και τα σιτηρέσια αυτών για δυόμισι μήνες, από 25 Φεβρουαρίου μέχρι 10 τρέχοντος, συνολικού ποσού 8.150 γρ. Το υπουργείο του Πολέμου έστειλε στις 11 Μαΐου 1825 στο Εκτελεστικο Σώμα λογαριασμό του Χαλανδριτσάνου συνολικά 2.210 γρ. ζητώντας να εγκριθεί.

♦  Στις 17 Μαΐου 1825 δόθηκε εντολή στον Λουκά Χαλανδριτζάνο να παραλάβει τους υπό την οδηγίαν του 100 στρατιώτες και να εκστρατεύσει άνευ αναβολής και να εκστρατεύσει στην Π. Πάτρα υπό τις οδηγίες του Αποστόλη Κολοκοτρώνη. Παράλληλα στάλθηκε έγγραφο προς τον φροντιστή του στρατοπέδου των Πατρών να δώσει σ’ αυτούς όταν παρουσιαστούν εκεί και σύμφωνα με κατάλογο που θα υποβληθεί, τροφές και πολεμοφόδια, αλλά και ενημερωτικό στον Απ. Κολοκοτρώνη για να δεχθεί υπό τις διαταγές του τον Λ. Χαλανδριτζάνο.

♦  Στις 18 Μαΐου 1825 δόθηκε εντολή από το Υπουργείο πολέμου στον Πολιτάρχη Ναυπλίου να συλλάβει τρεις στρατιώτες και στη συνέχεια στη Γεν. Αστυνομία Ναυπλίου να παραλάβει από τον εκεί πολιτάρχη τους τρεις αυτούς στρατιώτες του Λουκά Χαλανδριτσάνου και να τους φυλακίσει μέχρι νεωτέρας διαταγής του υπουργείου αυτού. Νεώτερη διαταγή προς τον Γεν. Αστυνόμο Ναυπλίου ζητεί να μεταφερθούν στο υπουργείο οι τρεις στρατιώτες του Χαλανδριτσάνου Σπύρος, Βασίλης και Στάθης. Δεν κατάφερα να βρω άλλες πληροφορίες για το θέμα αυτό.

♦  Στις 26 Μαΐου 1825 το υπουργείο του πολέμου έδωσε διαταγή στον Χιλίαρχο Λουκά Χαλανδριτζάνο να εκστρατεύσει με τους υπό τις διαταγές του στρατιώτες στην Ανατολική Ελλάδα υπό την οδηγίαν του στρατηγού Ιωάννη Γκούρα, στον οποίο και θα υπακούει .

♦   Στις 31 Μαΐου 1825 ο υπουργός του Πολέμου Αδάμ Δούκας, δίδει εντολή στον Εμμ. Ξένο να δώσει στον παπετάν Λουκά Χαλανδριτζάνο έξι τουφέκια για τους αφοπλισθέντες στη μάχη του Νεοκάστρου στρατιώτες του. Ο Λουκάς Χαλανδριτσάνος υπέγραψε απόδειξη ότι έλαβε αυτά τα έξι ντουφέκια.

♦   Στις 16 Ιουλίου 1825 το υπουργείο του Πολέμου διαβιβάζει προς το Εκτελεστικό Σώμα, λογαριασμό για να πληρωθούν μισθοί τριμηνίας του Λουκά Χαλανδριτζάνου.

♦   Στις 15 Δεκεμβρίου 1824 το Εκτελεστικό Σώμα, σε έγγραφό του προς το Υπουργείο του Πολέμου, αναφέρει ότι «Λουκάς τις Χαλανδριτζιάνος, εξαιτείται δι αναφοράς του από την Διοίκησιν μισθούς δια τας εις Δυτικήν Ελλάδα εκδουλεύσεις του και μίαν ποσότητα χρεωστουμένην δι ομολογίες εις τον λόρδον Βύρωνα. Η διοίκησις επειδή δεν είναι ακριβώς πληροφορημένη περί αυτών, θέλει περιμένει τον ερχομόν ενταύθα του Διευθυντού της Δυτικής Ελλάδος κυρ. Α. Μαυροκορδάτου, και τότε θέλει κάμει πληροφορηθείσα τα δέοντα περί αυτής της υποθέσεως. Ταύτην την απόφασιν της Διοικήσεως διατάττεται το υπουργείον τούτο να κοινοποιήση εις τον ανωτέρω Λουκάν Χαλανδριτζιάνον δια να έχει υπομονήν άχρι της αφίξεως εις τα ενταύθα του κυρ. Α. Μαυροκορδάτου…». Την επομένη, 16 Δεκεμβρίου 1824, στέλνεται έγγραφο στο Λουκά Χαλανδριτσάνο με το παραπάνω ορισθέν περιεχόμενο.

♦  Στις 30 Αυγούστου 1825 η Επιτροπή των Πολεμικών δίδει εντολή, κατόπιν επιταγής της Διοικήσεως, στον Λουκά Χαλανδριτσάνο να μεταβεί στην Ύδρα με 100 στρατιώτες το ταχύτερο δυνατό, διατελών υπό τις διαταγές του στρατηγού Καρατάσου.

——————————————————————————

[1] Το επώνυμο απαντάται (Χαλανδριτσάνος Αθαν.) το 1768, όταν υπογράφει υπόμνημα των Πατρέων (Μέρτζιος 86) (Κ. Ν. Τριανταφύλλου, Λεξικό Πατρών).

[2] Σε διαθήκη της 8ης Μαρτίου 1825 η Έλαινα Καΐρη, μεταξύ άλλων αφήνει «του Αντρέα Χαλαντριτζανόπουλου Πατραίου γρόσια πεντήκοντα (50). (Τσελίκας Αγαμ. «Δικαιοπρακτ. Έγγραφα…», Αθήναι 2000, έγγρ. 182). Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για τον ίδιο Ανδρέα Χαλανδριτσάνο.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Γκολφίνος Λουμπιστιάνος (συμπληρωματικά στοιχεία).

Όπως σε προηγούμενη αναφορά μου (25 Μαΐου 2019) σας υποσχέθηκα, παρουσιάζω σήμερα, συμπληρωματικά, δύο νέα έγγραφα για τον Γκολφίνο Λουμπιστιάνο, τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου με τά τη δημοσίευση του «αφιερώματος» στην εφημερίδα «Πελοπόννησος». Άλλα έγγραφα σχετικά με τον Λουμπιστιάνο έχουν καταχωρηθεί και στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» στο λ. Μελετόπουλος Δημήτριος.

Έγγραφο 1.

Η αίτηση του Γκολφίνου Λουμπιστάνου για να του πληρωθούν οι μισθοί.

«Προς το έξοχον υπουργείον των πολεμικών./ Κατά την διαταγήν της Σεβαστής Διοικήσεως υπ’ αριθ. 50, θεσπισμένη τη 5 Μαρτίου, εστρατολόγησα με τους εβδομήκοντα στρατιώτας  υπό την οδηγίαν του στρατηγού κυρίου Δημητρίου Μελετοπούλου εκτελών τα χρέη μου, και [εσυν]εννοήθην μετά του ιδίου δια τους μισθούς μου μέχρι 21 Μαρτίου, τούτου ένεκα παρακαλώ το έξοχον υπουργείον να αναφερθεί προς την σεβαστήν Διοίκησιν να μου πληρωθεί η παρών[;] τριμηνία από 21 Μαρτίου μέχρι 21 του παρόντος Ιουνίου, και σας συσταίνω τον Γραμματικόν μου Αναστάσιον Καστριτζάνον δια επίτροπόν μου και πληρεξούσιον να τους περιλάβει και  μένω με το ανήκον σέβας./ Εν ταμπούρι Σελών/ τη 15 Ιουλίου 1825/ ο πατριώτης/ Γκολφίνος Λουμπιστιάνος».

Πηγή: (Γ.Α.Κ.).

Έγγραφο 2.

Και το «συστατικό» έγγραφο του Αιγιώτη στρατηγού, Δημητρίου Μελετοπούλου.

«Ευγενέστατε κύριε!/ Από την έσωθεν αναφοράν του υπολοχαγού Γκολφίνου προς το υπουργείον του πολέμου βλέπετε.- Ούτος, ως γνωρίζετε κάλλιστα εδούλευσεν και δουλεύει ήδη πέντε χρόνους καλύτερα από κάθε άλλον εις την θέσιν ταύτην, και ποτέ αναλόγους αμοιβάς των εκδουλεύσεών του δεν έλαβεν, και τούτο βέβαια δεν σας λανθάνει. Ήδη δε εξαποστέλλει τον γραμματικόν του δια να λάβει τους στρατιωτικούς του μισθούς κατά την διαταγήν του. Σας παρακαλών λοιπόν, εάν δοθώσι στρατιβωτικοί μισθοί και προς άλλους, να τον συνδράμωμεν καθ’ όλους τους τρόπους και μέσα δια να πληρωθώσιν οι μισθοί ούτοι./ Μένω/ τη 15 Ιουλίου 1825/ από το ταμπούρι Σελών/ ο αδελφός/ Δημήτριος Μελετόπουλος».

Πηγή: (Γ.Α.Κ.).

Αθ. Τζώρτζης.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Ο Γκολφίνος Λουμπιστιάνος και οι Γκολφινόπουλοι της Αχαΐας (Δημοσίεση στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» – Μέρος Α΄ και μέρος Β΄).

 Η εφημερίδα «Πελοπόννησος», μου έκανε την  τιμή να δημοσιεύσει (σε δύο μέρη, 10 και 24 Μαΐου 2019) ιστορικά στοιχεία τα οποία έχω συλλέξει για τον Γκολφίνο Λουμπιστιάνο και τους απογόνους του Γκολφινόπουλους.

Τα πλήρη χειρόγραφα έγγραφα (τα οποία λόγω χώρου δεν παρουσιάστηκαν σε αντιγραφή) με τις διευθύνσεις τους στα Γ.Α.Κ. βρίσκονται στη διάθεση όποιου ενδιαφέρεται γι’ αυτά.

Τις επόμενες ημέρες θα προσθέσω στο παρόν blog άλλα δύο έγγραφα για τον Λουμπιστάνο, τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου μετά τις δημοσιεύσεις της εφημερίδας.

Οι φωτογραφίες του Νενέκου και του Τουρκοπροσκυνήματος, και όσα σχετικά ως λεζάντες γράφονται, είναι της εφημερίδας.

Ευχαριστώ την εν λόγω εφημερίδα και ιδιαίτερα τον δημοσιογράφο κο Παν. Σακελλαρόπουλο.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ο Άγιος Αθανάσιος στην Παιανία γιορτάζει σήμερα…

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι από τον χθεσινοβραδυνό εσπερινό.

Το κείμενο που ακολουθεί σε φωτοαντιγραφή, είναι από το βιβλίο του ιστορικού της Παιανίας Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου: «Ιστορία της Παιανίας και των Ανατολικά του Υμηττού περιοχών (1205-1973), Αθήναι 1973″.

Σημείωση: Μετά λύπης μου διαπίστωσα χθές βράδυ ότι η καμπάνα που υπήρχε πάνω από την προαύλειο είσοδο του Αγίου Αθανασίου και η οποία φαίνεται και στη φωτογραφία του συγγραφέα του έτους 1939, δεν υπάρχει πιά στη θέση της. Δεν γνωρίζω αν έχει κλαπεί ή αν για άλλο λόγο έχει αφαιρεθεί. Επόμενο λοιπόν ήταν να μην κτυπήσει ούτε χθές ούτε και σήμερα… Αυτό μας στεναχώρησε πολύ και ελπίζουμε ότι σύντομα θα αποκατασταθεί η «βαρβαρότητα» αυτή, ως επίσης και ο τοίχος του προαυλίου που έχει γκρεμιστεί από ανθρώπινη παρέμβαση, όπως φαίνεται.

Το ιστορικό ξωκκλήσι Άγιος Αθανάσιος, το οποίο γιορτάζει σήμερα.

Χρόνια πολλά, αγαπητοί φίλοι!

Και του χρόνου να είμαστε καλά και ο Άγιος Αθανάσιος να μας δίνει φώτιση και δύναμη…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Καλό Πάσχα!

Αγαπητοί φίλοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αγαπητοί συμπατριώτες μου,  Έλληνες και ελληνογενείς όλου του κόσμου,  Καλό Πάσχα!

Η πορεία του Χριστού και τα διδάγματά του για αγάπη, ελπίδα, υπομονή, καρτερία και αυτοεκτίμηση, για εσωτερική ατομική αλλαγή και ανάσταση, ας αποτελέσουν το έρεισμα και το ηθικό εφόδιο για τον καθένα μας, για να αντέξει, ακόμα και να αντιπαρέλθει τις δυσκολίες της ζωής του. Η Ανάσταση έρχεται μετά τη Σταύρωση…

Καλή Ανάσταση και χρόνια πολλά για όλες και όλους!

Με τιμή,

Θ.  Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Πασχαλινά της επαρχίας Καλαβρύτων.

Πασχαλινά της επαρχίας Καλαβρύτων.

(Από το Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων).

Λαμπριάτης: αρνί που ετοιμάζεται να σφαχθεί το Πάσχα για τις ανάγκες της οικογενείας (βλ. Αγιωργιάτης).

♦ Αγιωργιάτης, ο: αρνί που τρέφεται επιμελώς από τους ποιμένες για να θυσιασθεί την ημέρα του Αγ. Γεωργίου. «Παρατηρείται κατά κακήν βέβαια συνήθειαν, και πρόληψιν ολεθρίαν πολλάκις αποβάσαν, προσεκτικώς μετά την όπτησιν και την γεύσιν του κρέατος η δεξιά ωμοπλάτη του θύματος τούτου, ως προερμηνεύουσα δήθεν μέλλουσαν ευτυχίαν ή δυστυχίαν της οικογενείας, ήτις τον έθυσεν. Έτι δε ότι παριστά καθόλου την κινητήν ουσίαν (τα χρήματα) του οικοδεσπότου, λείψανον και τούτο παρά των αρχαίων Ελλήνων εχόντων την οστεομαντείαν, καταδικαζομένην ορθώς υπό του χριστιανισμού».

«Κοίταγμα της σπάλας»[1]. Μεγάλη σημασία δίδεται, κυρίως από τους κτηνοτρόφους των χωριών, στις προβλέψεις που προκύπτουν από την διερεύνηση της «σπάλας» του ψημένου αρνιού ή κατσικιού κατά το Πάσχα ή κατά την ημέρα τ’ Άη Γιωργιού ή και σε άλλες ημέρες, προβλέψεις που ισχύουν για ένα έτος. «Οι τσοπαναραίοι όσοι είσανε ειδικοί το Πάσχα που σφάζαν τ’ αρνί βάναν τη σπάλα στη φωτιά και κοιτάγαν τσ’ τρουπίτσες πού ’χε απάνου κι ανάλογα λέγαν αν θα πάει καλά το σπίτι ή αν θα συμβεί κανένα κακό».

«Το φυλάττειν άσβεστον την λαμπάδα πατά το Πάσχα μέχρι της από του ναού εις τον οίκον μεταβάσεως».

«Το Πάσχα έκαναν δώρο σε είδος, εάν μεν ήταν τσοπάνης θα πήγαινε γιαούρτι, ή γάλα, ή αυγά και κουλούρια, ή σε μια οικογένεια που πενθούσε, τους πήγαινε η γειτόνισσα κουλούρια μόνο, όχι αυγά».

«… Επειδή από μακρού χρόνου εκράτησεν η συνήθεια όπως τα κατά το Πάσχα αρνοδέρματα προσφέρωνται υπό των κατοίκων εις τον Ναόν, παρακαλούμεν ίνα εφεξής απέχητε από την συλλογήν των δερμάτων και αφήνετε τους ευλαβείς χριστιανούς να διαθέτωσι ταύτα είτε δι’ ίδιον λογαριασμόν είτε υπέρ του Ναού./ Ο Νομάρχης ./»./ Εκοινοποιήθη τη 12 Σεπτ. 1914.

Σουδενά: Κάλαντα της Μεγ. Εβδομάδος. Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη ημέρα/ σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται./ Σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι/ οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι./ Ο κύριός μας θέλησε να μπή σε περιβόλι/ να λάβη δείπνο μυστικό να ντον συλλάβουν όλλοι./ Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της/ τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της./ Φωνή εξήλθ’ εξ’ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα ./ «Σώνουν Κυρά μ’ οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες/ Το Γυιό σου τον επιάσανε οι άνομοι οι Εβραίοι/ και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραγνάνε/ – Χαλκιά – χαλκιά φτιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια./ Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε. – Συ Φαραέ που τάφτιαξες, πρέπει να μας διατάξης./ – Βάλτε τα δυό στα πόδια του και τάλλα δυό στα χέρια/ το πέμπτο το φαρμακερό βάλτετο στη καρδιά του/ να στάξη αίμα και νερό να λιγωθή η καρδιά του». Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε κι ελιγώθη. Σταμνιά νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο/ για να ντης έρθη ο λογισμός, για να ντης έρθη ο νούς της/ και σα ντης ήρθε ο λογισμός και σαν ντης ήρθ’ ο νούς της/ ζητάει μαχαίρι να σφαή, φωτιά να πάη να πέση/ δεν είν’ γκρεμός να γκρεμιστή για το μονογενή της;/ Η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,/ του Ιακώβου η αδερφή, κι οι τέσσερις αντάμα./ Σαν πήραν το στρατί-στρατί, στρατι, το μονοπάτι/ το μονοπάτι τους έβγαλε μέσ’ στου ληστού την πόρτα./ – Άνοιξε πότρα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου/ κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της/ τηράει δεξιά , τηράει ζερβά, κανένα δε γνωρίζει,/ τηράει και πιο δεξιότερα βλέπει τον Άι –Γιάννη/ Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γυιού μου / μην είδες τον υιγιόκα μου και σε διδάσκαλό σου;/ Δεν έχω στόμα να σου ειπώ, χέρι για να σου δείξω/ Τον βλέπεις Κείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο/ οπού φορεί πουκάμισο στο αίπα βουτημένο;/ Εκείνος είν’ ο Γυιόκας Σου και με διδάσκαλός μου./ Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτάει:/ – Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;/ – Τι να σου ειπώ μανούλα μου, που διαφορά δεν έχεις/ Κοντά στο Μεγασάββατο κοντά στο μεσονύχτι,/ που θα λαλήση ο πετεινός, σημαίνουν κι οι καμπάνες (Τ. Π., ετών 64, αγράμματος).

Κέρτεζη: Περιγράφονται τα έθιμα του Πάσχα που είναι κοινά με άλλων χωριών και παρατίθεται και το κείμενο των Παθών του Κυρίου. Σήμερα μαύρος ουρανός/ σήμερα μαύρη μέρα/ σήμερα όλοι θλίβονται/ και τα βουνά λυπούνται/ Σήμερα βάλανε βουλή/ οι άνομοι Εβραίοι/ οι άνομοι και τα σκυλιά/ και τρισκαταραμένοι/ για να σταυρώσουν το Χριστό/ τον Πάντων Βασιλέα./ Κι ο Κύριος ηθέλησε/ να μπή σε περιβόλι/ να λάβη Δείπνο Μυστικό/ να τόνε λάβουν όλοι./ Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της/ την προσευχή της έκανε/ για το μονογενή της./ Φωνή της ήρθε εξ’ ουρανού/ κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:/ Σώνουν κυρά μου οι προσευχές/ σώνουν και οι μετάνοιες/ το γυιό σου τόνε πήρανε/ και στο χαλκιά τον πάνε/και του τυράννου τα δεσμά/ εκεί τον τυραννάνε./ Χαλκιά-χαλκιά φτιάξε καρφιά/ φτιάξε τρία περόνια/ και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάχνει πέντε/ Συ Φαραέ που τάφτιαξες/ τώρα να μας διατάξης./ Αφού και με ρωτήσατε/ εγώ θα σας διατάξω/ Τα δυό βάλτα στα πόδια του/ και τ’ άλλα δυό στα χέρια/ το πέμπτο το φαρμακερό/ βάλτε το στην καρδιά του/ να στάζη αίμα και νερό/ να λιγωθή η καρδιά του./ Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε/ έπεσε και λιγώθη./ Ζητάει μαχαίρι να σφαή/ γκρεμό να πάη να πέση/ ζητάει φωτιά για να καή/ για το μονογεννή της./ Σταμνί νερό της φέρανε/ τρία κανάτια μόσχο/ και τρία νεροδόσταλα/ για να της έρθη ο νούς της./ Σύντα της ήρθε ο λογισμός/ σύντα της ήρθε ο νούς της/ την πήραν τρείς αρχόντισσες/ και τρείς καλές κυράδες./ Η Μάρθα, η Μαγδαληνή/ και του Λαζάρου η μάννα/ του Ιακώβου η αδερφή/ κι οι τέσσερες αντάμα/ Την πήραν το στρατί-στρατί/ στρατί το μονοπάτι/ και το στρατί τους έβγαλε/ μεσ’ του Προδρόμου την πόρτα./ Άγιε μ’ Αγιάννη Πρόδρομε/ και βαφτιστή του γυιού μου/ μην είδες τον υιγυιούλη μου / και σε διδάσκαλό σου;/ Βλέπεις εκείνο το δεντρί/ το πεντεσταυρωμένο/ όπου φορεί πουκάμισο/ στο αίαμ βουτημένο/ όπου φορεί στην κεφαλή/ ακάνθινο στεφάνι./ Εκείνος είν’ ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου. Παροιμίες: α) Πέντε μήνες, πέντε αδράχτια, τι γοργόνα είμ’ εγώ. β) Αν βαρυέται να ζυμώση πέντε μέρες κόσκινο. γ) Λύσε – δέσε το παιδί/ σύρε κι έλα στο βαρέλι/ κόψε ψήσε το γουρούνι./ σήκω πίθω το πλαστήρι/ πάει η μέρα νοικοκύρη. δ) Παπαντή καλοβρεμμένη, κι η κοφίνα γιομισμένη. ε) Είπε το φεγγάρι: «Μη με φυλάς στη γιόμιση, μη με φυλάς στη χάση. Παρά να με φυλάς στη λιόκριση που λιώνει τολιθάρι. ζ) Μη θες μάλατα και γάλατα και θηλυκά τ’ αρνιά. (Υπαγόρευσεν: Δ. Σ., ετών 78. Γνώσεις Γ’ Δημοτικού)».

Στρέζοβα. Πασχαλινά έθιμα για τη Δάφνη Καλαβρύτων κατέγραψε η Β. Μ. αντλώντας πληροφορίες από την Κ. Τ. από τη Δάφνη, αγράμματη, η οποία περιγράφει διάφορα έθιμα. Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Την Κυριακή των Βαΐων πηγαίνουμε στην εκκλησία και παίρνουμε βάγια. Τα βάγια συνηθίζεται από τα παλιά χρόνια να τα φέρνουν από μακρυά οι νιόγαμπροι αυτοί δηλαδή που παντρεύτηκαν αυτή τη χρονιά στο χωριό. Ελεγόταν και λέγεται ακόμη το εξής ποιηματάκι: Βάγια βάγια των Βαγιώνε/ τρώνε ψάρια και κολλιώνται/ για ένα αυγό κολλιώνται οκτώ/ για ένα ψάρι δεκοχτώ/ και την άλλη Κυριακή/ άμου – άμου το τσιτσί. Την Μεγάλη Τετάρτη πηγαίνουμε στην εκκλησία και μυρονώμαστε σε ένα δε μπαμπάκι παίρνουμε μύρο για να μυρώσουμε τα άλλα πρόσωπα της οικογενείας. Την Μ. Πέμπτη φτιάχνουμε τα κουλούρια και βάφουμε τα αυγά. Ένα κουλούρι το βάζουμε στο εικόνισμα και το αφήνουμε εκεί ως την άλλη χρονιά. Μεγάλη Παρασκευή: το χωριό έχει δύο εκκλησίες που λειτουργούν κάθε Κυριακή και γιορτή. Πριν από χρόνια ήταν συνήθεια τις Άγιες μέρες να λειτουργή μόνον η κεντρική εκκλησία και να γίνεται ένας επιτάφιος. Αυτόν το βράδυ της Παρασκευής τον γυρνούσαμε μέσα στο χωριό όπου υπάρχουν εκκλησίες. Σε όλα τα μπαλκόνια από όπου περνούσαν τον επιτάφιο άναβαν κεριά (τούτο γίνεται και σήμερα). Τα τελευταία χρόνια όμως κάθε εκκλησία κάνει δικό της επιτάφιο. Μετά τη λειτουργία της Μ. Παρασκευής χτυπούνε οι καμπάνες και οι δύο επιτάφιοι συναντώνται εις το κέντρον του χωριού και από εκεί αρχίζει η περιφορά στις διάφορες εκκλησίες. Όλη την μέρα της Μ. Παρασκευής δεν βάζαμε ούτε νερό στο στόμα μας, η δουλειά που κάναμε ήτο το ξεκάπνισμα των τζακιών για να πέση η καπνιά να φαρμακισθούμε και εμείς όπως εφαρμάκισαν οι Εβραίοι τον Χριστό μας. Μέγα Σάββατο: Το πρωΐ του Μ. Σαββάτου πηγαίνουμε κουκιά στην εκκλησία και τα τοποθετούμε κάτω από τον επιτάφιο. Η Ανάσταση και η Αγάπη γίνεται όπως και σε άλλα μέρη. Όλη τη βδομάδα μετά το Πάσχα πηγαίνουμε και λειτουργούμε στα ξωκκλήσια του χωριού.

[1] https://gerbesi.wordpress.com/2011/11/16/%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1-%CE%AE-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%80%CE%AC%CE%BB/
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Του Ευαγγελισμού σήμερα… Η «Βαγγελίστρα», το ξωκκλήσι της Παιανίας.

Αγαπητοί φίλοι Χρόνια πολλά!

Οι σελίδες που ακολουθούν και αναφέρονται στο ξωκκλήσι της Ευαγγελιστρίας (Βαγγελίστρας) Παιανίας, προέρχονται από το βιβλίο του ιστορικού της πόλης αειμνήστου Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου με τίτλο: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ ΠΕΡΙΟΧΩΝ (1205-1973).» Αθήναι 1973.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Χρόνια πολλά!

Το 2015, στις 25 Μαρτίου, σ’ αυτόν εδώ το «χώρο», είχα παραθέσει τον εξής χαιρετισμό:

25 Μαρτίου 2015.

25 Μαρτίου 1821…

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι συμπατριώτες, Έλληνες του εξωτερικού,

για τη σημερινή διπλή γιορτή εύχομαι «χρόνια πολλά, με υγεία και κάθε ευτυχία» για τον καθένα ξεχωριστά και για όσους γιορτάζουν.

Για την πατρίδα εύχομαι να ξεπεράσει τη δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, να βρεθούν εκείνοι οι ηγέτες που θα ξαναφέρουν στο προσκήνιο τις αρετές, τα ιδανικά και τα χαρίσματα του Έλληνα και θα δώσουν την ευκαιρία και το δικαίωμα στον απλό Έλληνα να ζήσει ελεύθερος και με αξιοπρέπεια στον παράδεισο που λέγεται Ελλάδα.

Η τιμή και η δόξα ανήκει σε αυτούς που πολέμησαν, σε αυτούς που άφησαν τα κόκκαλά τους στα πεδία των μαχών, στους ανάπηρους, στους άγνωστους μαχητές, στις ηρωΐδες γυναίκες, σε όλους όσους έβαλαν την αγάπη προς την πατρίδα και την ελευθερία πάνω από κάθε άλλη επιλογή…

Και να μην ξεχνάμε: «Ότι κάμωμεν θα το κάμωμεν μόνοι μας…».

Χρόνια πολλά!

Αυτά επαναλαμβάνω και σήμερα με την προσθήκη ότι, στα 4 χρόνια που πέρασαν από τότε, η κατάσταση του Έλληνα πολίτη δεν άλλαξε, ο «ευαγγελισμός» δεν ήρθε, μα ούτε τα εθνικά μας θέματα βελτιώθηκαν, αλλά αντιθέτως όλο και διολισθαίνουν σε αβεβαίου προορισμού ατραπούς. Επίσης να προσθέσω ότι δεν έχουμε τη βούληση να κάμωμε κάτι μόνοι μας, και την κακή μας πορεία τη «φορτώνουμε» στους άλλους, οι οποίοι μεριμνούν (και σωστά) για τα συμφέροντα των δικών τους λαών.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Παρουσίαση του βιβλίου του π. Μαξίμου Ιβηρίτη στην Παλαιά Βουλή.

Στο γεμάτο αμφιθέατρο της Παλαιάς Βουλής, πραγματοποιήθηκε χθές το βράδυ η παρουσίαση του βιβλίου του π. Μαξίμου Ιβηρίτου «Ο Αθωνίτης Πατριάρχης του Γένους και Μέγας Εθνοϊερομάρτυς Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄».

Για το βιβλίο αυτό είχα αναφερθεί στις 24 Δεκεμβρίου 2018, στο παρόν blog. (https://gerbesi.wordpress.com/2018/12/24/%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80-%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CE%B1%CE%B8%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1/).

Η εκδήλωση έγινε με φροντίδα της Αδελφότητας Δημητσανιτών «Ο Γρηγόριος ο Ε'».

Ξεκίνησε με πατριωτικά τραγούδια από μουσικό συγκρότημα της περιοχής και έκλεισε με απονομή τιμητικών διακρίσεων στον π. Μάξιμο από τον σύλλογο των Δημητσανιτών και από το σύλλογο των Καμενιανιτών- Δεσινιωτών – Δροβολοβιτών.

Ομιλητές ήσαν οι: Σοφ. Δημητρακόπουλος, Ηλίας Γιαννικόπουλος, Δημήτριος Αναγνωσταράς και ο π. Μάξιμος.

Χαιρετισμό απηύθυνε ο πρόεδρος της αδελφότητας Α. Μαγουλιανίτης, και συντόνισε την παρουσίαση η δημοσιογράφος Π. Γαβρά.

Καλοτάξιδο το πόνημα του π. Μαξίμου και να του ευχηθώ «Και σε άλλα ανώτερα!».

Από την εκδήλωση στην οποία είχα την τιμή να είμαι προσκεκλημένος οι παρακάτω φωτογραφίες.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Παραμονές της Επανάστασης του 1821. Τι έγινε στα Καλάβρυτα… (Β).

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

10. Χελωνοσπηλιά: ο αρματωλός και σωματοφύλακας του Ασημάκη Ζαΐμη, Χονδρογιάννης, ύστερα από εντολή του (Ζαΐμη), στήνει και με άλλους (Λαμπρούλια από Μποντιά, Γιάννη και Ασημάκη Ντόλκα από το Κάνι και Γεώργ. Δημόπουλο από το Μάζι) (Παπανδρέου), αλλά και Σταμάτη Μποντιώτη (Φωτάκος) στις 18 Μαρτίου 1821[1], ενέδρα για να κτυπήσει τον Σεϊδή σπαχή, Λαλαίο Τούρκο[2], ο οποίος συνόδευε τον Τραπεζίτη Νικόλαο Ταμπακόπουλο που μετέβαινε από τα Καλάβρυτα στη Τρίπολη. Όταν θα αναχωρούσε ο Ταμπακόπουλος από τα Καλάβρυτα, η γυναίκα του Σωτήρη Χαραλάμπη τον επλησίασε και του είπε κρυφά να έχει το νού του, διότι στο δρόμο θα τον χτυπήσουν δια να του πάρουν τα χρήματα και τις ομολογίες που χρωστούσαν κάποιοι πρόκριτοι των Καλαβρύτων. «Αφού δ’ έφτασαν εις το γιοφύρι του Αμπήμπαγα άλλαξαν τον δρόμον τον δημόσιον και τη νύχτα έφτασαν εις το χωρίον Κρινόφυτα, όπου και ακοιμήθηκαν ολίγον, και έπειτα ασηκώθηκαν και την αυτήν νύκτα επήγαν εις το χωρίον Κράβαρι το οποίον ήτο ιδιοκτησία των Κωστάκιδων. Εκεί ο χωρικός Κουτσοληάς, εις το σπίτι του οποίου έμειναν, είπε προς τον Ταμπακόπουλον ύποπτα λόγια, και δια τούτο εφόρτωσαν αμέσως τα ζώα του και τα έστειλε με τους δούλους του δι άλλου δρόμου να περάσουν την Χελωνοσπηλιά, έπειτα να κολήσουν κατά το Παγκράτι και εκείθεν να υπάγουν εις του Δάρα όριον της πατρίδος του. Αφού δε τα ζώα με τα φορτώματα έφτασαν εις την Χελωνοσπηλιά έπεσαν εις την χωσιάν των απεσταλμένων του Ασημάκη Ζαΐμη, οι οποίοι ήσαν ο Χονδρογιάννης με τα παιδιά του, ο Γ. Δημόπουλος από το Μάζι, ο Σταμάτης και ο Λαμπρούλιας από του Μποτιά, οι οποίοι εκίνησαν από την Κερπινήν, κατέβηκαν εις το χωρίον Κάνι και εκείθεν επήραν τον Ασημάκην και Γιάννην Ντόλκα, και τοιουτοτρόπως τα φορτώματα διηρπάγησαν. Ο δε Ταμπακόπουλος με τους συντρόφους του οδηγήθη από τον Κουτσοληάν να υπάγη δι’ άλλης οδού εις την Λυκούριαν και εις το σπίτι του Αναγνώστη Μακρή. Αφού δε έφθασαν εκεί, ο Μακρής, αν και ήτο τότε άρρωστος, όμως άδειασε το σπίτι του, έβγαλε τα πολεμοφόδια τα προετοιμασμένα διά την Επανάστασιν, και εδέχθη τον Ταμπακόπουλον και τους Τούρκους, διότι ήτο φίλος του Σωτήρη Χαραλάμπη. Τότε ο Αναγνώστης Κολλιόπουλος, προεστός και αυτός ως και ο Μακρής, έχων τον Χονδρογιάννη και τους λοιπούς ηθέλησαν να καύσουν το σπίτι του Μακρή και μαζί με αυτό τον Ταμπακόπουλον και τους Τούρκους λέγοντες ότι τοιαύτην διαταγήν είχαν από τον Ζαΐμην, και ότι πληρώνουν το σπίτι του. Αλλ’ ο Μακρής ως και άλλοι εκεί φίλοι του Σ. Χαραλάμπη ακούσαντες ταύτα εδυσαρεστήθησαν και είπαν, ότι αυτοί δεν είχαν ομοίαν διαταγήν από τον Χαραλάμπην. Μετά ταύτα ο Κωνσταντής υιός του Μακρή και άλλοι Λυκουριώται επήραν τους περί τον Ταμπακόπουλον και τους συνόδευσαν έως του Μπούγα το διάσελον κατά του Φονιά εις την Καταβόθραν, και εκεί τους αφήκαν. Εκείθεν δε ο Ταμπακόπουλος επήγεν εις το Ζευγολατιό, χωρίς να γνωρίζη έως εδώ τι έγιναν τα φορτώματά του, εννόησεν όμως, ότι όλα ταύτα εγίνοντο δια να φονευθή μετά των Τούρκων συντρόφων του, ενθυμηθείς τους λόγους της γυναικός του Χαραλάμπη και του Κουτσοληά. Από δε το χωρίον Ζευγολατιό συνεννοήθη με τους ευρεθέντες Τούρκους Κεχαγιάδες του Κάμπου, και με τους συγγενείς και πατριώτας του Βυτινιώτας και του φίλου του Μάρκου Κολοκοτρώνη, οι οποίοι επήγαν οπλισμένοι, και εκείθεν ούτοι συνώδευσαν αυτόν εις την Τριπολιτσάν. Οι δε περί τον Χονδρογιάννην αφού επήραν τα φορτώματα, ως είπαμεν, εις την Χελωνοσπηλιάν ηύραν εκεί κατά τύχην τον Νικόλαον Γιαννακόπουλον από την Αλωνίσταιναν άνθρωπον του Ταμπακόπουλου και έναν Αράπην Τούρκον, όστις εισέπραττε χρήματα του Ταμπακόπουλου εις τα χωριά τον οποίον εσκότωσαν κατά το Κεφαλάρι εις τους Μύλους» (Φωτάκος).

11. Αρφαρά: Στις 18 Μαρτίου «οι περί τον Ν. Σολιώτην αυξηθέντες εφόνευσαν ωσαύτως κει ετέρους 7 Τούρκους περί το χωρίον Αρφαρά των Χασιών (του δήμου Αιγείρας) (Παπανδρέου). Ο Σολιώτης φονεύει επτά Τούρκους στα γύρω του Αρφαρά χωριά (Φιλήμων).

12. Βερσοβά: την 19η [οι περί τον Ν. Σολιώτην εφόνευσαν] άλλους τινάς Αλβανούς εν Βερσοβά των Χασιών, μεταβαίνοντας εξ Αμφίσσης εις Τρίπολην (Παπανδρέου). Στα Χάνια της Βερσοβάς ο Νικόλαος Σολιώτης στις 20 Μαρτίου 1821 εκτύπησε περισσότερους από 60 Αλβανούς Τούρκους (Φωτάκος).

13. 17-21 Μαρτίου 1821. Από την Αγία Λαύρα οι αρχηγοί της περιοχής μαζί με τους στρατολογηθέντες όλοι μαζί πάνω από εξακόσιοι, αφού πήραν το «ευτελές» τηλεβόλο της μονής και την χρυσοκέντητη εικόνα της Παναγίας από την ωραία πύλη του ναού της Παναγίας, σαν σημαία τους, ώρμησαν από δυτικά κατά των Καλαβρύτων και πολιόρκησαν τους Τούρκους του Αρναούτογλου, τους οποίους και ανάγκασαν να παραδοθούν και ελευθερώθηκαν τα Καλάβρυτα. Οι οπλαρχηγοί των Καλαβρύτων (Πετιμεζαίοι, Χαραλάμπης κ.λ.) απέκλεισαν τους Τούρκους των Καλαβρύτων υπό τον Αρναούτογλου στους τρεις Πύργους στις 17 Μαρτίου 1821. Την ημερομηνία αυτή αναφέρουν οι Οικονόμου, Σπηλιάδης, Τρικούπης, ενώ ο Φραντζής αναφέρει ως ημερομηνία την 19 Μαρτίου 1821, ο δε Φιλήμων την 20 Μαρτίου 1821. Στις 21 Μαρτίου 1821 οι κατά την 17η Μαρτίου αποκλεισθέντες στους τρεις Πύργους Οθωμανοί παρεδόθησαν στους Έλληνες οπλαρχηγούς. Για την ημερομηνία αυτή συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί (Φιλήμων, Φωτάκος, Τρικούπης, Σπηλιάδης, Αγαπητός, Γερβίνος κ. ά.).

14. 21 Μαρτίου 1821 Τούρκοι ένοπλοι επιτέθηκαν από το Ρίο στην Πάτρα και έκαψαν ένα οινοπνευματοπωλείο και σκότωσαν τον ιδιοκτήτη αυτού. Στη συνέχεια μετέβησαν στο σπίτι του Ι. Παπαδιαμαντόπουλου για να το κάψουν αλλά βρήκαν αντίσταση και έφυγαν μεταβαίνοντες στη συνοικία Τάσι όπου μετά από μάχη σκοτώθηκε ο Κεφαλλωνίτης Ορκολάτος.

15. 22 Μαρτίου 1821 εκηρύχθη η επανάσταση στην Πάτρα από τους Παπαδιαμαντόπουλο, Ανδρ. Λόντο, Π. Πατρών Γερμανό, Ζαΐμη, Ρούφο, Κερνίτσης Προκόπιο κ. ά.

16. 23 Μαρτίου 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ύψωσε την επαναστατική σημαία στην Καλαμάτα και έγινε σύσταση της Γερουσίας.

Ενώ οι Έλληνες ετοίμαζαν την επανάσταση και πάσχιζαν αυτό να το κρατήσουν μυστικό, ας δούμε τι πίστευαν οι Τούρκοι.

Όπως ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (Ιστορία της Ελλην. Επαναστ…,) αναφέρει, «… οι Έλληνες ίδρυσαν εις πλείστα όσα μέρη μεγάλα και μικρά σχολεία κατά το ευρωπαϊκόν σύστημα (αλά – φράγκα, κατά την έκφρασιν του Δζεβδέτ, όστις εκθέτει ενταύθα τα πράγματα αρκετά συγκεχυμένα), διδάσκοντες εις ταύτα υπό τα όμματα των κρατούντων, ότι οι Έλληνες, έχοντες άλλοτε ένδοξον και μέγα κράτος περιέπεσαν σήμερον εις πενίαν και ταπείνωσιν. Διέδιδον βιβλία και περιοδικά ικανά να εξεγείρουν τα πνεύματα των ραγιάδων, εν γένει δε εγίνοντο πράγματα τα οποία ουδεμία κυβέρνησις θα επέτρεπε. Εις τους ναούς οι παπάδες δεν έκαμνον άλλο παρά να κυρύττουν υπέρ της ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αλλά πάσα έρευνα εις τας εκκλησίας θα εθεωρείτο ως επέμβασις εις τας θρησκευτικάς υποθέσεις. Δεν ηδύνατο άραγε η τουρκική κυβέρνησις να επιβλέπει τα ελληνικά σχολεία; Ηδύνατο και ώφειλε να τα επιβλέπει. Αλλά πως και δια ποίων μέσων; Οι μουσουλμάνοι δεν εγνώριζον την ελληνικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας. Ήτο τότε εποχή φανατισμού και οι σπουδάζοντες ξένας γλώσσας εθεωρούντο άθρησκοι. Θα έπρεπε και η επίβλεψις των σχολείων να γίνεται δια των Φαναριωτών. Αλλ’ οι πλείστοι εξ αυτών ευρίσκοντο εντός της επαναστατικής αυτής κινήσεως. Οι δε Έλληνες δεν ηρκούντο εις την ίδρυσιν σχολείων εις πλείστα όσα μέρη της Τουρκίας, αλλ’ απέστελλον πολλούς νέους εις την Ευρώπην, όπου εσπούδαζον τα επιστήμας και τας τέχνας. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών ελάμβανον ενεργόν μέρος εις τους κατά ζηράν και θάλασσαν πολέμους των ευρωπαϊκών κρατών, τελειοποιούμενοι ούτως εις τα του πολέμου, επανερχόμενοι δε εις την πατρίδα των ήσαν έτοιμοι να χρησιμοποιηθούν εν ανάγκη. Έχοντες δε συχνά σχέσεις μετά των Ευρωπαίων και μιμούμενοι τα ήθη και έθιμά των ήσαν γνωστοί και εξετιμώντο, αναζωπυρούντες την περί τα γράμματα και την φιλοσοφίαν φήμην των αρχαίων Ελλήνων…». Και ο Ν. Μοσχόπουλος αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Δζεβδέτ πασά, οι Έλληνες αργηγοί είχαν σχεδιάσει να επιτεθούν παντού κατά των μουσουλμάνων την νύκτα του Πάσχα και να τους σφάξουν όλους. Αν το κίνημα αυτό δεν είχε επιτυχία θα απέδιδαν τα γεγονότα αυτά στον Αλή πασά Τεπελενλή. Το μυστικό είχαν αναλάβει να το κοινοποιήσουν στις πόλεις και τα χωριά παπάδες, οι οποίοι είχαν αρχίσει να ορκίζουν προεστώτες ότι δεν θα εφανέρωναν σε κανένα αυτό το μυστικό πριν παρέλθει ορισμένος χρόνος. Τα γεγονότα όμως των Καλαβρύτων είχαν ανησυχήσει τους μουσουλμάνους οι οποίοι είχαν αρχίσει να καταφεύγουν στα πλησιέστερα φρούρια. Σ’ αυτό συνέτεινε και το εξής γεγονός: «Την 5ην Μαρτίου 1821 δύο μουσουλμάνοι του Ναυπλίου, ο εκ Λαρίσης Ίμπος και ο Χασάν Χάϊτας, ενώ περιεπάτουν εις την αγοράν, όπου συνηθροίζοντο οι ραγιάδες, εξεκένωσαν υπεροπτικώς τα πιστόλια των. Τότε οι Έλληνες, νομίσαντες ότι ανεκαλύφθη το κίνημα, το οποίον επρόκειτο να εκραγεί την νύκτα του Πάσχα, κατέφυγον αμέσως εντός της πόλεως ενώ οι εις τα βουνά ένοπλοι ραγιάδες, οίτινες ανέμενον την ορισμένην ημέραν, ήρχισαν να εξέρχωνται από τα κρυσφύγετά των[3]. […] Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εξηκολούθουν να αποδίδουν γενικώς τα πανταχού εκδηλούμενα επαναστατικά συμπτώματα εις κινήσεις του Αλή[4] πασά και παίζοντες κωμωδίαν, επεχείρουν να εξαπατούν τους μουσουλμάνους…». Οι Τούρκοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εγγράφως ζήτησαν από τον Χουρσίτ πασά να στείλει στην Τριπολιτσά επειγόντως 5.000-6.000 στρατό για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενο ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλ’ εκείνος έστειλε από τη Λάρισα όπου βρισκόταν μόνο 300 άνδρες με λίγους αξιωματικούς. Το αίτημα αποστολής στρατιωτικής δύναμης επανελήφθη μετά από 25 ημέρες, αλλά ο Χουρσίτ απάντησε με τον ταχυδρόμο του «ότι δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλουν ότι, αν εκραγεί το ελάχιστο κίνημα των ραγιάδων, θα στείλει στρατόν, «του οποίου κάθε πετριά θα στοιχίσει έναν άνθρωπον». Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα προς περιφρούρησιν της τάξεως εν Πελοποννήσω…». Οι Τούρκοι με έκπληξη διάβασαν αυτή την απάντηση γνωρίζοντες ότι οι Έλληνες ήσαν αριθμητικώς ανώτεροι και μέχρι ο πασάς να στείλει το στρατό που ανέφερε οι Έλληνες θα τους είχαν εξολοθρεύσει.  Έτσι το αίτημα αποστολής στρατού επανελήφθη. Και ο Ν. Μοσχόπουλος συνεχίζει: «… Αυτό ήτο, γράφει ο Δζεβδέτ πασάς, το πρώτον λάθος του Χουρσίτ, όστις υπετίμησε τας δυνάμεις του εχθρού. Ο Χουρσίτ ενόμιζεν, ότι οι Έλληνες της Πελοποννήσου ήσαν οι παλαιοί εκείνοι ραγιάδες, οίτινες έκυπτον την κεφαλήν εις εν μόνον νεύμα, ενώ τώρα αυτοί, ετοιμάζοντες μεγάλην επανάστασιν, ήθελον να κερδίσουν καιρόν, προσπαθούντες να εξαπατήσουν την κυβέρνησιν. Όπως προκαλέσουν ακόμα μεγαλυτέραν σύγχυσιν πνευμάτων, ο διερμηνέας της γενικής διοικήσεως του Μωρέως Στεφανάκης και μερικοί από τους προεστώτας, επισκεφθέντες τον τοποτηρητήν του βαλή Σαλίχ Αγάν, ανέφερον προς εξαπάτησιν, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος φυγών εις Ζάκυνθον τα μέσα του 1820, κατά την εποχήν του πρώην βαλή Μωρέως Οσμάν πασά Δζεμπετζή, επροτίμησε την αγγλικήν ιθαγένειαν, ως και οι εκ Καλαβρύτων Πετμεζάς, Χρήστος και Νικηταράς ήλθον εις Πελοπόννησον και ευρίσκονται  παρά τω Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μπασμπόγ[5] της Μάνης, και πρέεπι να επιβλέπωνται, όπως διαπιστωθεί κατά πόσον ούτοι μένουν πιστοί. Προσέθετον δε ότι συνελήφθη πλαστόν γράμμα του Πετιμεζά προς τον εν Νιαούση ευρισκόμενον πρώην υπηρέτην του, παραγγελλον εις αυτόν να στρατολογήσει εμμίσθους χριστιανούς Αλβανούς και ότι πρέπει να κληθεί ο Πετμεζάς…[…]».

Σημειώσεις:

  1. Τα παραπάνω αποτελούν περιληπτική καταγραφή μερικών γεγονότων, εκ των οποίων, όσα αφορούν την επαρχία Καλαβρύτων, έχουν εκτενώς αναφερθεί στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων», απ’ όπου και τα άντλησα.
  2. Σχετικά με τις χρονολογίες, όπως διαπιστώνετε, υπάρχει διαφορά μεταξύ των ιστορικών.
  3. Η μη πλήρης αναγραφή των πηγών έγινε σκόπιμα (και γι’ αυτό ζητώ συγνώμη από τους ευγενείς αναγνώστες μου, αλλά και από τους εν ζωή δημιουργούς αυτών), ώστε να καταστεί ευκολότερη η ανίχνευση της κλεπτοκαταγραφής από τους γνωστούς «κάποιους». Οι ακριβείς πηγές είναι στη διάθεση όποιου «επώνυμα» μου τις ζητήσει.

———————————————————————————————–

[1] Ο Θεόδ. Ρηγόπουλος, τοποθετεί χρονικά το γεγονός αυτό στις 16 Μαρτίου 1821 και την επομένη ή στις 18 όπως αναφέρει, εκτύπησαν τον Αρναούτογλου.

Εκτός του Ρηγόπουλου, στις 16 Μαρτίου τοποθετούν το γεγονός και άλλοι ιστορικοί (Φραντζής, Τρικούπης, Σπηλιάδης και Οικονόμου). Ο Φιλήμων αναφέρει ότι το γεγονός έγινε στις 18 Μαρτίου, όπως και ο Δεληγιάννης. Η άποψη του Φιλήμονα ίσως είναι η πλέον πιθανή. Ο Ζαΐμης λαθεμένα αναφέρει την 8 Μαρτίου: Ο γιός του Ασημάκη Ζαΐμη, Ανδρέας, αναφέρει: «Εις το έτος 1821: 8 Μαρτίου ο πατήρ μου Ασημάκης Ζαήμης και ο Ασημάκης Φωτήλας με τον δεσπότην των Καλαβρύτων Κερνίκης, επειδή οι Δηλιγιανναίοι από τα Λαγκάδια τους έγραψαν, ότι οι Τούρκοι εις Τριπολιτζάν εγνώρισαν το πράγμα ακριβώς και ότι σκέπτονται να κινήσουν στρατεύματα κατά των Λαγκαδίων, εστοχάσθησαν ότι η αναβολή πλέον θέλει βλάψει και εις τας 8 Μαρτίου έδωσαν οδηγίαν εις δύω καπιτανίσκους Χοντρογιάννην, από το χωρίον Καλαβρύτων Μάζι λεγόμενον και εις τον Λάμπρον Ποντιώτην να κτυπήσουν τον βοϊβόνδα των Καλαβρύτων Ιμπραήμαγα Αρναούτογλου και τον Σεϊντί Κιαχαγιάν Λαλιώτην αναχωρούντας δια Τριπολιτζάν, δια να δοθή το σημείον της αποστασίας. Εις τας 9 αυτοί ενέδρευσαν εις τον δρόμον κατά το μέρος όπου ονομάζεται Χελωνοσπηλιάν και κείται εις την Κατζάναν, εθανάτωσαν τρεις από τους υπηρέτας τους, αλλά τους ιδίους δεν ηδυνήθησαν να βλάψουν…».

[2] Ο Καν. Δεληγιάννης (Απομν. τ. Α΄.) αναφέρει: «έστειλαν δε και τον Χοντρογιάννην να φονεύση τον Σεϊντήν Χαμουτσάν, Λαλιώτην, όστις είχεν ενοικιάσει εκείνο το έτος τον ποιμενικό φόρο των Καλαβρύτων και είχε κάμει μεγάλας καταχρήσεις και καταπιέσεις, όστις ήτο εις την πρωτεύουσαν μετά του Νικολή Ταμπακοπούλου, δια να λάβουν χρήματα από τον βοεβόδαν Ιμπραήμαγαν Αρναούτ Ογλούν, άτινα εχρεώσετι εις τον Ταμπακόπουλον….».

[3] «Το επεισόδιον αναφέρει ο Τρικούπης (Τόμος Α΄, σελ. 55 της εκδόσεως του 1888) λέγων ότι: «Οι Αργείοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός, εκυριεύθησαν υπό φόβου πεσούσης μιάς μόνον πιστολιάς και μετέφεραν τας οικογενείας των εις το Ναύπλιον».».

[4] Ο ίδιος συγγραφέας (Μοσχόπουλος) μεταφέρει την άποψη του Δζεβδέτ πασά, ο οποίος υποστήριζε ότι: «Όταν εξερράγη η Ελληνική Επανάστασις, έπρεπε να συγχωρηθεί ο Αλή πασάς και να χρησιμοποιηθεί εναντίον ταύτης. Τούτο επρότεινε και ο ίδιος [Αλή Πασάς], και μάλιστα εζήτησεν αμνηστίαν, υπό τον όρον να αποσυρθεί και ιδιοτεύσει εις Πάργαν, οπόθεν πάλιν θα ηδύνατο να παρέχει υπηρεσίας. Αλλ’ ο Χαλέτ εφέντης εξηκολούθει τα «παχειά» λόγια του, ισχυριζόμενος ότι η Επανάστασις αύτη ήτο έργον του Αλή και ότι, αν κατασταλεί το κίνημα του, θα εξέλειπε και η Επανάστασις, ως εκ τούτου δε επέμεινε να τον έχουν υπό πολιορκίαν και επί τέλους τον εθανάτωσαν. […]. Η Ελληνική όμως Επανάστασις δεν εξησθένησε. Απεναντίας οδημέραι ενισχύετο, και τα λόγια του Χαλέτ απεκαλύφθη ότι ήσαν ψεύματα…». Και σε άλλο σημείο (σ. 314) αναφέρει ότι Τουρκική βεζυρική διαταγή καλούσε τους επικεφαλής Τούρκους στην Πελοπόννησο, να καταβάλουν κάθε προσπάθεια όπως «εντός του έτους λήξη η υπόθεσις [της Επανάστασης) της Πελοποννήσου».

[5] «Μπασμπόγ» (σύνθετον εκ του «μπας»=κεφαλή και του «μπογ»=αρχηγός) ωνόμαζον οι Τούρκοι τους ηγεμόνας της Μάνης. Την τουρκικήν αυτήν λέξιν, η οποία σημαίνει «αρχικαπετάνιος», π Τρικούπης γράφει «μπας – μπογούς».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Παραμονές της Επανάστασης του 1821. Τι έγινε στα Καλάβρυτα… (Α).

1. Στις 26-30 Ιανουαρίου 1821 έγινε η Σύσκεψη της Βοστίτσας, στο σπίτι του Παναγ. Δεσποτόπουλου και ίσως και σε σπίτια άλλων αρχόντων. Τα πρόσωπα που αναφέρονται ότι μετείχαν σε αυτήν, δεν είναι τα ίδια στις διάφορες πηγές. Αναφέρονται: ο Παπαφλέσας, Π. Πατρών Γερμανός, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός μετά του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή, ο Κερνίκης Προκόπιος, ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο Ανδρ. Ζαΐμης, ο Ασημ. Φωτήλας[1], ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Ανδρ. Λόντος, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, [ο Ν. Λόντος (ο Πατρινός)], ο Ηγούμενος της Μονής Ταξιαρχών Βερσοβίτης Σάββας, ο Αγγ. Μελετόπουλος, ο Λέοντας Μεσσηνέζης, ο Κωνστ. Ιωάννου, ο Μιχ. Θε­οδώρου, ο Σπυρ. Χαραλάμπης, ο Αλεξ. Ιγγλέσης, ο Γ. Ευσταθίου, ο Παναγιώτης Δεσπο­τόπουλος και ο Ιωάννης Παπαδόπουλος-Μουρτογιάννης. Μεταξύ των άλλων τα οποία απεφάσισαν αναφέρεται και το εξής: «… Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας, και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κων/πολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου…». Οι περισσότεροι πήγαν διαδοχικά και έτσι έδωσαν την εντύπωση ότι τίποτα δεν συνέβαινε μεταξύ των Ελλήνων. Μόνο οι Αχαιοί ηγέτες αρνήθηκαν να μεταβούν στην Τριπολιτσά και αναζητούσαν αληθοφανή δικαιολογία. Έτσι μεθόδευσαν το τέχνασμα της πλαστής επιστολής [με ημερομηνία 8 (;) Μαρτίου] και σύμφωνα με τον Π. Πατρών Γερμανό, στις 4 [;] Μαρτίου ξεκίνησαν επιδεικτικά οι Αχαιοί ηγέτες να πάνε στην Τριπολιτσά. Αλλά «… έπλασαν γράμματά τινα, γεγραμμένα τάχα εκ της Τριπολιτζάς προς αυτούς παρά τινος φίλουν των Τούρκου. Ότι μερικοί των προκρίτων αγάδων έπεισαν την Διοίκησιν δια να θανατώση παραλόγως τους σημαντικωτέρους της Πελοποννήσου Έλληνας…». Είχαν αποχαιρετήσει τον βοεβόδα των Καλαβρύτων και είχαν πάρει μαζί τους για ασφάλεια 3 Τούρκους συνοδούς, ενώπιον των οποίων άνοιξαν το γράμμα. Ο μυστικός κομιστής των γραμμάτων (καταγόμενος από το Σούβαρδο κατά τον Φραντζή), τους συνάντησε στον καθωρισμένο τόπο στις 9 [;] Μαρτίου (κατά τον Φραντζή) και οι Αχαιοί ηγέτες «… εστάθησαν εκεί τα ανέγνωσαν, εκοινολόγησαν εις όλους τους συνοδοιπόρους με αγανάκτησιν και λύπην τα γραφόμενα και αμέσως άλλαξαν τον δρόμον και επήγαν εις εν χωρίον λγόμενον Καρνέους [καρνέσι]». Και ο Γερμανός προσθέτει: «Εκείθεν [από το Καρνέσι] έγραψαν [στις 10 (;) Μαρτίου] εις τους εν Τριπολιτζά αγάδες και προεστώτας με επίτηδες ταχυδρόμον ότι διευθυνόμενοι δια τα εκεί, κατά την επιταγήν της Διοικήσεως, απήντησαν καθ’ οδον τα ειρημένα γράμματα και φοβηθέντες εμποδίσθησαν. Επαραπονούντο δε εις τους αγάδες, διατί ζητούν αδίκως να τους βλάψουν και εν ενίλόγω τους παρεκάλουν να τους συγχωρήσωσι να μείνωσιν εις τα ίδια και είναι ικανοί οι εις Τριπολιτζάν να θεωρήσωσι κάθε υπόθεσιν…». Μία άλλη εκδοχή αναφέρει ότι εκτός από το λαστό γράμμα, ο Ζαΐμης έλαβε επιστολή από τον Έλληνα Γ. Μπιλίδα[2], όστις τον προειδοποιούσε ότι αν πάνε στην Τριπολιτσά, οι Τούρκοι θα τους σκότωναν (Σπηλιάδης).

Παράλληλα:

2. Την 1η Μαρτίου 1821 η Πύλη έμαθε την επανάσταση στην Μολδαυΐα.

3. Στις 3 Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, αφόρισε τους Αλ. Υψηλάντη και Μιχ. Σούτσο γι’ αυτή την επανάσταση.

4. Στις 8 Μαρτίου 1821 διαβάστηκε στην Κωνσταντινούπολη μυστικό φιρμάνι σε όλα τα τζαμιά, ώστε οι πιστοί να είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τους Χριστιανούς.

5. Στις 9 Μαρτίου 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, διετάχθη με φιρμάνι να στείλει στην Πύλη εγκρίτους αρχιερείς και έστειλε τους: Εφέσου Διονύσιο, Δέρκων Γρηγόριο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ κ. ά.

Επίσης:

6. Στις 11 Μαρτίουν 1821 γράφτηκε (ίσως από την Αγία Λαύρα) η επιστολή του Σωτ. Χαραλάμπη προς τον Νικ. Ταμπακόπουλο τραπεζίτη εκ Βυτίνας, στην οποία αναφέρει ότι: «… πληροφορείσαι δια την ανέλπιστον και απροσδόκητον είδησιν, οπού ελάβομεν (εννοεί το επίπλαστο γράμμα), ήτις μας εκατατάραξεν σφόδρα και μας ελύπησεν έως θανάτου, […] δυσκολευόμεθα δια τον πηγαιμόν μας εις Τριπολιτζάν […]. Δια τούτο ομίλησε και η ευγενία σου οπού ευρέθητε αυτού του ενδοξοτάτου αγά βοϊβόντα μας τα αναγκαία δια την ησυχίαν του και δια την ευταξίαν του κοινού καζά μας και κασαμπά….[…]. Σας παρακαλώ ομίλησε της κουμπάρας σου τα αναγκαία οπού εγνωρίζεις δια την ησυχίαν της και να μη βουρλίζεται…[…]» (Γιανναροπούου Ι.). Πιθανόν η επιστολή να υπαγορεύθει υπό του Π. Πατρών Γερμανού. Η «κουμπάρα» η αναφερόμενη στην επιστολή, είναι όχι «συγγενικό» πρόσωπο αλλά ίσως έχει συμβολική σημασία και εννοεί την Εταιρεία (Φιλική) της οποίας μέλος υποστηρίζεται (Ι. Γιανναροπούλου) ότι ήταν ο Ταμπακόπουλος, παρ’ ότι δεν αναγράφεται σε σχετικούς πίνακες των Φιλικών.

7. Στις 14 Μαρτίου 1821 διαταγή της Πύλης όριζε να οπλισθούν οι Οθωμανοί της Κωνσταντινούπολης.

8. Στις 16 Μαρτίου (ή 14 Μαρτίου κατά τον Φραντζή) στις Πόρτες Αγριδίου Κλουκινών (δήμου Νωνάκριδος), ο Ν. Σολιώτης[3] με τον Αναγν. Κορδή και άλλους φονεύει τους γυφτοχαρατζήδες και τρείς γραμματοφόρους του Μεχμέτ Σαλή που είχαν σταλεί από την Τρίπολη στο Χουρσίτ πασά στα Ιωάννινα. Ο Μ. Οικονόμου (Ιστορικά…,) αναφέρει ότι: «Ο Ν. Σουλιώτης μετ’ άλλων τινών εφόνευσαν τρεις Τούρκους εις θέσιν Πόρταις παρά το χωρίον Αγρίδι, εκ Τριπόλεως ερχομένους». «Οι Πετιμεζαίοι εφόνευσαν την 16 εικοσιοκτώ Τούρκους, προερχομένους εκ Σαλώνων και δι’ Ακράτας πορευομένους εις Τρίπολιν…». Και συνεχίζει, παρακάτω: «Άλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύο σπαΐδας (ενοικιαστάς φόρων) εις Λειβάρτζι, και έτεροι εις Φενεόν τους Γυφτοχαρατζίδας…». Ο Θεόδ. Ρηγόπουλος, (Απομνημονεύματα), σχετικά με τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα, αναφέρει τα εξής: «Ευρισκομένου μου έτι εις το Σχολείον ήκουσα τα της Επαναστάσεως, και πρώτον ότι ο Ν. Σολιώτης εφόνευσεν εν τω δήμω Νωνάκριδος (Κλουκίνες) Τούρκους τινάς, και άλλους εν τω δήμω Φελλόης (τμήμα Χασίων) των Καλαβρύτων. Ταύτα δ’ εγένοντο κατά την 13 και 14 Μαρτίου 1821, καθ’ όν καιρόν ευρίσκοντο συνηθροισμένοι εν Αγία Λαύρα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτζης (Καλαβρύτων) Προκόπιος, ο Ανδρ. Ζαΐμης, Σωτ. Χαραλάμπης, Ανδρ. Λόντος, Ασημ. Φωτήλας, Σωτ. Θεοχαρόπουλος, Πετιμεζαίοι και άλλοι […].». Ο Σπηλιάδης αναφέρει: «…και πρώτος ο Ν. Χ. Σολιώτης, αυτήκοος γενόμενος των γραφομένων υπό του Κανέλλου Δεληγιάννη: «μη κάμετε κανέν κίνημα διότι απόλλυνται οι εν Τριπολιτσά αδελφοί μας», κινείται εις την επαρχίαν Καλαβρύτων και την 13 Μαρτίου φονεύει τρείς Τούρκους διαβαίνοντας από το χωρίον Αγρίδι και κομίζοντας γράμματα του τοποτηρητού Μεχμέτ Πασιά προς τον Χουρσίδ εις Ιωάννινα. Την 14 φονεύει και άλλους 8 με τον Τσίπογλουν περιφερομένους εις εκείνα τα μέρη δια τον κεφαλικόν φόρον. Την 18 μαθών ότι έως εξήντα Τουρκαλβανοί έφθασαν εις Βερσοβάν [Ο Φραντζής τοποθετεί αυτό στις 16 Μαρτίου] από τα Σάλωνα και απήρχοντο εις Τριπολιτσάν, εκινήθη επί κεφαλής τριακοσίων Ελλήνων και τους προσέβαλεν· εφόνευσε δε είκοσι και τους λοιπούς ηχμαλώτισεν. Επληγώθησαν δε και τρείς εκ των Ελλήνων ακινδύνως…».

9. Φροξυλιά (Παλαιόπυργος): «…Το απόγευμα της 16ης Μαρτίου 1821 ο Σωτήριος Παπαδαίος από τα Μαζέικα με τους συντρόφους του σε ενέδρα (χωσιά) στη θέση «Φροξυλιά» σκότωσαν τον Αράπη του Βοεβόδα των Καλαβρύτων, Αρναούτογλου, που μετέβαινε στου Δάρα με εντολή του κυρίου του να ειδοποιήσει τους εκεί κατοίκους να ετοιμάσουν την υποδοχή του. Την επόμενη ημέρα 17 Μαρτίου 1821, ο Χονδρογιάννης από τα Μαζέικα, ο Σωτήριος Παπαδαίος και οι άνδρες του μεταξύ των οποίων και ο Ντόλκας από του Κάνι, έστησαν ενέδρα ομοίως στη θέση «Φροξυλιά», προκειμένου να επιτεθούν στους διερχόμενους Τούρκους. Την ίδια ημέρα ο βοεβόδας των Καλαβρύτων μη γνωρίζοντας τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας αναχώρησε από τα Καλάβρυτα για να μεταβεί στην Τρίπολη για να ενημερώσει τον καϊμακάμη της Τριπόλεως για τις κινήσεις των οπλαρχηγών στα Καλάβρυτα. Όταν οι προπορευόμενοι της συνοδείας έφθασαν στην τοποθεσία «Φροξυλιά» έπεσαν στην ενέδρα των προαναφερόμενων αγωνιστών και στη μάχη που ακολούθησε φονεύθηκε ο καφετζής (= ο υπεύθυνος καταλυματίας για την παραμονή) του Αρναούτογλου με αποτέλεσμα να αναγκασθεί κακήν κακώς να επιστρέψει στα Καλάβρυτα και να μη μεταβεί στην Τρίπολη…» (Σύλλ. Τουρλαδαίων).

(Συνεχίζεται).

——————————————————————————-

[1] Ο Α. Φραντζής (τ. Α΄, σ. 95) που ήταν παρών στη Συνέλευση βεβαιώνει ότι δεν ήσαν παρόντες οι: Ασημάκης Φωτήλας, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Χαραλάμπης Περρούκας, που λανθασμένα αναφέρεται στο Δοκίμιο ότι ήσαν στη Συνέλευση. Αλλά στο Παράρτημα του Β΄ τόμου  διορθώνει τα παραπάνω αναφέροντας ότι όχι μόνο δεν ήσαν οι Ασημάκης Φωτήλας και Σ. Θεοχαρόπουλος παρόντες αλλά συνεισέφεραν και χρήματα.

[2] Ο Μπιλίδας είχε σχέση με τους Τούρκους και με εκείνους που εθεωρούντο τα παληκάρια (καλούμενοι εσπέχ = μαχαιροβγάλτηδες), της Τριπολιτσάς, οι οποίοι και τον θεωρούσαν δικό τους. Είχε ιδιαίτερη φιλία με τον λεγόμενο Μπεκίρη του Σαράτς Χουσεΐν και από αυτόν άκουσε όσα έγραψε στον Ζαΐμη (Σπηλιάδης). Περισσότερα περί αυτού στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

[3] «…ο Φλέσσας καταπείσας τον Ν. Σολιώτην ώστε να τολμήση τας πρώτας εν τη επαρχία Καλαβρύτων εχθροπραξίας περιήγαγε τον Ασημάκην Ζαΐμην και κατόπιν όλους τους λοιπούς εις την ανάγκην να παρακολουθήσωσι το ρεύμα» (Κ. Παπαρρηγ.).

Ο γιος του Ν. Σολιώτη Χρ. σε άρθρο του στην εφημερίδα «Νέα Εφημερίς», (1884), έγραψε τα εξής: «… Την επιούσαν μετά τον φόνον των Τούρκων εν Πόρταις ο Σ. Χαραλάμπης έγραφε προς τον πατέρα μου περίπου τάδε: «Καπετάν Νικολάκη: Τι έκαμες; Θα πάρης τα παιδιά των αρχόντων εις τον λαιμόν σου (εννοών τους εν Τριπολιτσά κρατουμένους ομήρους). Ας μείνη το ό, τι έγινε μυστικόν». Το γράμμα αυτό σώζεται εν τη οικογενεία ημών…».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το παρόν blog…

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες, η πορεία αυτού του blog δεν τελειώνει εδώ, αλλά αναστέλλεται. Και δεν αναστέλλεται επειδή δεν έχει τι άλλο να σας παρουσιάσει, αντιθέτως θα μπορούσε να παρουσιάσει πληθώρα ιστορικών στοιχείων για την ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας και της Ηλείας με την οποία η Αχαΐα συνυπήρξε και διοικητικά, τα οποία ευρίσκονται στη διάθεσή του, ή θα αποκτηθούν και μελλοντικά.

Αναστέλλεται επειδή μερικοί αχαρακτήριστοι τύποι, προτάσσοντας την κουτοπονηριά τους και την ανόητη συμπεριφορά τους (η οποία στις μέρες μας βρίσκεται σε έξαρση συνεχώς διογκούμενη) νόμισαν ότι «ό,τι δηλώσουν είναι» και πάσχισαν  να δημιουργήσουν τη φιγούρα τους με κλεψιμαίικα υλικά και δόλια μέσα. Προηγήθηκαν και μερικοί άλλοι πριν από 2-3 χρόνια που παρίσταναν τους «κάποιους» έβαζαν ερωτήματα, ζητούσαν απαντήσεις κ.λ. και αμφισβητούσαν τα πάντα, σε σημείο ώστε να προσπαθούν να λοιδορήσουν τον δημιουργό του. Υπάρχουν και άλλοι, με άλλα χαρακτηριστικά πανομοιότυπα… ακόμα και απειλές… Προς όλους αυτούς έχω να πω ότι: Ούτε ντροπή περίμενα να έχουν, ούτε αναστολές, ούτε σεβασμό στις προσπάθειες όποιου μοχθεί, ούτε εν τέλει ίχνος ευπρέπειας… Έχουν σχηματίσει το περιβάλλον τους και εκεί μπορούν να ζουν και να αναπτύσσονται αναπνέοντας τον πνιγηρό αέρα τους γύρω, ως παράσιτα. Ποτέ δεν θα γίνουν κάτι… Και επειδή, κατά το πως λέει και ένας αγαπητός φίλος λογοτέχνης:  «ο ψεύτης όπου κάνει κολατσιό δεν κάνει μεσημεριανό», όπου να ’ναι θα γίνουν γνωστοί και ελπίζω και η ευρωπαϊκή νομοθεσία να τους εντοπίσει και να τους νουθετήσει.

Απευθυνόμενος στους λοιπούς αγαπητούς αναγνώστες και κυρίως στους ομογενείς, θέλω να τους εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες για την τιμή που μου έκαναν να διαβάζουν όσα αναρτούσα σ’ αυτό εδώ το blog, να με συντροφεύουν και να συμβάλλουν ώστε να διατηρηθεί η ιστορία αυτού του τόπου, στον κυκλώνα που έρχεται για την πατρίδα μας. Εγώ θα συνεχίσω να αναζητώ τα ίχνη της ιστορίας της θρυλικής επαρχίας των Καλαβρύτων και θα συνεχίσω να συμπληρώνω το έργο που άρχισα.

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες, ουδείς με υποχρέωσε να δημιουργήσω αυτό το blog. Ουδείς μου επέβαλλε να παρουσιάζω σ’ αυτό όσα ιστορικά στοιχεία παρουσίασα. Ουδείς μου χρηματοδότησε ουδέν. Ούτε κέρδος ή έσοδο είχα απ’ αυτό. Εγώ νόμισα πρέπον να κοινοποιώ ό,τι θεωρούσα ότι ενδιαφέρει τους αναγνώστες του, σχετικά με την ιστορία της πατρώας γης. Όσα ανάρτησα εδώ έχουν όλα αναφορά στην πηγή προέλευσής τους. Όλα. Και όλα αντλήθηκαν από τις πηγές με κόπο, αναλώνοντας πολύ χρόνο και βάζοντας αρκετό μεράκι.

Περιμένω κάποιον από τις θλιβερές φιγούρες που παραπάνω σκιαγράφησα να διαθέσει 14 χρόνια έρευνας και να παρουσιάσει επώνυμα τον κόπο των προσπαθειών του (των δικών του προσπαθειών και όχι των κλεμμένων από άλλους) και τότε, εγώ ο ελάχιστος,  θα του βγάλω το καπέλο.

Γειά σας αγαπητοί μου φίλοι!

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τρίζουν τα κόκκαλά τους….

 Οι παρακάτω καλούνται να σηκωθούν από τους τάφους τους, για να πουν σε μας τους νεότερους  γιατί αγωνίστηκαν…

Όσοι συνέβαλαν στην ιστορία της Μακεδονίας:

700-498 π. Χ.: Περδίκας ο Α΄, Αργαίος ο Α΄, Φίλιππος ο Α΄, Αέροπος ο Α’, Αλκέτας ο Α΄, Αμύντας ο Α΄.

498-359 π. Χ.: Αλέξανδρος Α’, Αλκέτας Β΄, Περδίκας Β’, Φίλιππος, Αρχέλαος Α΄, Αέροπος Β΄, Αμύντας Β΄, Αργαίος Β΄, Αμύντας Β’ εκ νέου, Αλέξανδρος Β΄, Πτολεμαίος ο Αλωρίτης, Περδίκας Γ΄.

359-336 π. Χ.: Φίλιππος ο Β΄.

336-323 π. Χ.: Αλέξανδρος ο Μέγας.

323-197 π. Χ.: Αντίπατρος, Κάσανδρος, Δημ. ο Πολιορκητής, Πύρρος ο Αετός, Λυσίμαχος, Πτολεμαίος ο Κεραυνός, Αντίγονος Γονατάς , Δημήτριος ο Β΄, Αντίγονος ο Δώσων, Φίλιππος ο Γ’.

197-148 π. Χ.: Περσεύς, Ανδρίσκος.

Μακεδονική Δυναστεία (867-1056):

Βασίλειος Α’ ο Μακεδών, Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, Κων. ο Πορφυρογέννητος, Ρωμανός Α΄ο Λεκαπηνός, Ρωμανός ο Β΄, Νικηφόρος Β΄ο Φωκάς, Ιωάννης Α΄ο Τσιμισκής, Βασίλειος Β΄ο Βουλγαροκτ’ονος, Κων/νος Η΄, Ρωμανός  Αργυρός, Μιχαήλ Παφλαγών, Μιχαήλ Ε΄ο Καλαφάτης, Κων/νος Μονομάχος, Θεοδώρα, Ζωή. κ.α.

Ήρωες:

Περδίκας ο Α΄, Αλέξανδρος Α΄Φιλέλλην, Φίλιππος ο Β΄, Αλέξανδρος ο Μέγας, Ηφαιστιων, Κρατερός, Αντίπατρος, Κάσσανδρος, Δημήτριος ο ΠΠολιορκητής, Πύρρος ο Μέγας (Αετός), Λυσίμαχος, Πτολεμαίος ο Κεραυνός, Αντίγονος ο Γονατάς, Φίλιππος Ο Γ΄, Περσεύς, Ανδρίσκος.

Μελάς Παύλος, Τέλος Αγαπηνός (Άγρας), Φώτιος (Μητροπολίτης Κορυτσάς δολοφονηθείς τω 1906 από Ρουμανοβούλγαρους), Χρήστου Κώστας (ήρωας του Μακεδ. Αγώνα), Παπά Σταύρος (δολοφονήθηκε στο Πισοδέρι από Βούλγαρους), Φ. Καπετανόπουλος (επίλεκτος του Μελά, έπεσε στο Νερέτ), Χατζηγεωργίου Αικατερίνη (δασκάλα η οποία κάηκε ζωντανή από Βουλγάρους υπερασπιζόμενη τα παιδιά του σχολείου), Θεόδ. Μόδης (δολοφονήθηκε το 1904 από Βούλγαρους), Ασκητής Θεόδωρος (δολοφονηθείς υπό των Βουλγάρων), Τριανταφυλλίδης Πέτρος (οπλαρχηγός απαγχονισθείς στο Μοναστήρι), Αρκούδας εκ Σαμαρίνης οπλαρχηγός πεσών υπέρ πατρίδος, Παναγιώτου Νικ. (απηγχονίσθη στις Σέρρες), Μητρούσης και Γιοβάνης ηρωϊκώς πεσόντες, Αθανασίου Ιωάννης, Χατζηδημητρίου Χρ. (δολοφονηθείς στα Γιαννιτσά), Πραντούνας Χρ. (πεσών στα Γιαννιτσά), Αρβανίτης Ιωάννης, Σκαλίδης Γεώργιος (Πεσών εις Ίβεν του Μοριχόβου), Φραγκόπουλος Σπ. (εν Λειβαδίοις πεσών), Χρήστου Κώτας (εκ Ρούλιας, απαγχονισθείς εις Μοναστήριο), Γεώργιος Καμηλάκης εκ Κρήτης, Διαμαντής Κόκκινος εκ Γρεβενών (απαγχονισθέντες στο Μοναστήριο), Μιχ. Μωραΐτης (πεσών εν Λειβαδίοις) κ. ά.

Διανοητές:

Αριστοτέλης, Δημόκριτος, Αριστόβουλος, Ανάξαρχος, Δεινοκράτης, Ηγήμων, Ζωΐλος, Καλλισθένης, Λεωδάμας, Νικόμαχος, Λύσος, Νικαίνετος, Πολύαινος, Πολύγνωτος, Ποσείδιππος, Πρωταγόρας. κ. ά.

Μαρτυρήσαντες υπέρ του Χριστιανιμού:

Δημήτριος ο Μυροβλήτης, Νέστορας Μονομάχος, Παύλος ο Ομολογητής, Θεόδουλος και Αγαθόποδας, Σεβαστιανή κ. ά.

Όσοι έγραψαν για τη Μακεδονία:

Όμηρος, Ηρόδοτος, Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, Στράβων, Χριστόδωρος, Λουκιανός, Διόδωρος ο Σικελιώτης, Αντίπατρος, Πτολεμαίος του Λαγού, Αντίγονος, Νύμφις Ηρακλεώτης, Κρίτων, Θεόπομπος, Ιερώνυμος ο εκ Θράκης, Αναξιμένης, Ηράκλειτος, Ηγήσιπος, Μαρσύου, Αρητιάδης, Θεαγένης ο Μακεδών, Νικομήδης, Καλλισθέμης.

Σ. Βέρκοβιτς: Τοπογραφική και εθνογραφική περιγραφή της Μακεδονίας-1889.

Γιαστρέμπωφ:  Έθιμα και άσματα των εν Τουρκία Σέρβων, 1886.

Σπ. Γοψέβιτς: Μακεδονία και αρχαία Σερβία, 1889.

Μαργ. Γ. Δήμιτσας: Μακεδονικά 2 τόμοι εν Αθήναις 1870.

Νικ. Δουρνοβω: Έχουσιν άραγε οι Βούλγαροι ιστορικά δικαιώματα εν Μακεδονία Θράκη και παλαιά Σερβία, 1895.

Κων. Λεβίδης: Πραγματεία περί Μακεδονίας.

Μιλόγιεβιτς: Ιστορική και εθνογραφική περιγραφή της Μακεδονίας, 1875.

Ουρέτσια: Έκθεσις περί του εν Μακεδονία Ρωμουνισμού, 1876.

Ιω. Καλοστύπης: Μακεδονία Αθήνησι 1886.

Α. Ρίττιχ: Ιστορική και εθνολογική έρευνα, 1885.

Νικ. Σχοινάς: Οδοιπορικαί σημειώσεις της Μακεδονίας, 1887.

Α. Φίκ: Περί της Μακεδονικής διαλέκτου, 1874.

Βλαδ. Τεπλώφ: Ύλη δια την στατιστικήν της Μακεδονίας, 1877.

ΧΩπφ: Η Ελλάς εν τω Μεσαίωνι, 1859.

Ν. Γ. Φιλιππίδης: Επανάστασις της Ναούσης, 1881.

Μ. Χρυσοχόος: Χωρογραφικός χάρτης της Μακεδονίας Αθήναι 1892.

Ι. Πετρώφ: Μακεδονία, 1903.

Μαργαρίτης Γ. Δήμιτσας, Μακεδών Γεωγραφος: Γεωγραφία Μακεδονίας.

Και πολλοί, μα πάρα πολλοί ακόμα, που δεν είμαι έτοιμος να αναφέρω….

 

(Σημείωση για τους κειμενοκλέφτες: Μην κάνετε τον κόπο, σας είναι εντελώς άχρηστα, ως αόριστα και άνευ πηγής…).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Θαυμάστε τον ίδιο πνευματικό δημιουργό… Αυτά λέει όταν του κλέβουν δικά του κείμενα!

Σημ.: το περίγραμμα είναι από μένα.

Αυτά τα αναφέρει αφού είχε αναρτήσει τα δύο κείμενά μου, χωρίς ν’ αναγράφει πηγή προέλευσης, εμφανίζοντάς τα ως δικά του. Ε; κωμικό δεν είναι;

Η κλοπή λοιπόν έχει άλλη αξία για τα δικά του κείμενα και άλλη αξία για τον κόπο του άλλου; …

Έχει δύο φορές κληθεί να αποκαταστήσει την πράξη του, αλλά κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει. Είναι και αυτό ένα γνώρισμα προσδιοριστικό …

Στα 170 σχόλια που έχει από κάτω, όλοι καταδικάζουν την αρπαγή, όπως την αναφέρει, πνευματικού προϊόντος. Του ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ όμως… Για να δω αν ισχύει το ίδιο όταν αυτός  κλέβει άλλου…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Θαυμάστε πνευματικούς δημιουργούς, συνέχεια…

Τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια αφορούν το ίδιο άτομο της προηγούμενης ανάρτησης με τίτλο «Θαυμάστε πνευματικούς δημιουργούς».

Στις 8 Μαΐου 2014 ανάρτησα τα παρακάτω:

Στις 8 Αυγούστου 2018 δηλ. τέσσερα χρόνια μετά, ο εξυπνάκιας «ιστορικός»  που θέλει να φαίνεται σπουδαίος ιστοριοδίφης με τις πλάτες άλλου, χωρίς ντροπή, χωρίς αναστολές, αναφέροντας μάλιστα και την εισαγωγή που είχα κάνει αυτούσια, ανάρτησε τα παρακάτω, χωρίς να αναφέρει πηγή, το όνομά μου κ.λ. αλλά παρουσιάζοντάς τα ως δικό του πνευματικό προϊόν:

Αγαπητοί φίλοι, τον έχω καλέσει και με ιδιαίτερο μήνυμα να αποκαταστήσει τα πράγματα.

Προφανώς υπάρχουν και άλλα παρόμοια που από τον ίδιο έχουν γίνει.

Ίδωμεν….

Όμως αισθάνομαι ντροπή και αηδία κατά την επιεικέστερη έκφραση.

Κρίμα γιατί είναι χιλιάδες τα θέματα που θα ήθελα να αναρτήσω για την επαρχία Καλαβρύτων και την ευρύτερη περιοχή, για να βλέπουν οι ενδιαφερόμενοι την ιστορία των προγόνων μας, και ένεκα αυτών των τύπων θα σταματήσω.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Θαυμάστε πνευματικούς δημιουργούς!

Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες, στις  9 Μαρτίου 2012 καταχώρησα το παρακάτω άρθρο στο blog, όπου και υπάρχει μέχρι σήμερα.

Τρία Χρόνια μετά, στις 20 Δεκεμβρίου 2017, τυχαία βρίσκω σε ιστοσελίδα τα παρακάτω:

Απευθυνόμενος σ’ αυτόν που όχι μόνο αντέγραψε το έγγραφο, χωρίς ν’ αναφέρει από πού, όχι μόνο δεν αφαίρεσε ούτε τις αγκύλες με τα αποσιωπητικά, αλλά και μέρος της εισαγωγής μου αντέγραψε και μάλιστα παραποιημένη, θέλω να του πω τα εξής:

α) Το σεβασμό στον κόπο του άλλου ο οποίος έφαγε χρόνο πολύ, «στραβώθηκε» να βρεί, να διαβάσει τα έγγραφα και να τα αντιγράψει, δεν τον έμαθε σε κανένα από τα σχολεία που πέρασε;

β) Περί πνευματικών δικαιωμάτων γνωρίζει κάτι;

γ) Άραγε τον φάκελλο των Γ.Α. που επικαλείται πότε τον είδε και γιατί αφού τον είδε αντέγραψε ακόμα και τις αγκύλες που έχω προσθέσει για δυσανάγνωστες λέξεις; Αν δεν τον είδε (που είναι και το σωστό) γιατί τον επικαλείται;

δ) Με «ξένα κόλυβα κάνω και εγώ μνημόσυνο». Θα προσθέσω δε ότι δεν του προσδίδει αξία ούτε και εκτίμηση αυτή η τακτική της δια κλοπής πνευματικής δημιουργίας αυτής της μορφής.

ε) Περιμένω να  επανορθώσει αναφέροντας την πηγή από την οποία αντέγραψε τα παραπάνω (και όποια άλλα τυχόν έχει αντιγράψει από το blog Γκέρμπεσι) με σαφήνεια, αναφέροντάς το ως πηγή.

Έχω σβήσει τα στοιχεία του, αλλά αυτός γνωρίζει ποιός είναι διότι επισκέπτεται το Βlog, στο οποίο ρητά έχω αναφέρει ότι όποιος κάνει χρήση των στοιχείων που σ’ αυτό αναγράφονται, θα πρέπει να αναφέρει αυτό σαν πηγή.

Λυπάμαι αγαπητοί φίλοι, αλλά είμαι υποχρεωμένος, υπερασπιζόμενος τους κόπους μου, να σταματήσω να αναρτώ εδώ οποιασδήποτε φύσεως στοιχεία για την επαρχία αυτή, διότι έμαθα πάντα να αναφέρω τις πηγές, διαδικασία την οποία σφετερίζονται όχι μόνο ο παραπάνω πολύς ιστορικός και λαογράφος, αλλά και άλλοι.

Posted in Άρθρα | Tagged | Σχολιάστε

Γ.Α.Κ.

Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Αρχειομνήμων) εδώ και ένα μήνα ίσως και περισσότερο, είναι «κάτω». Είναι πλέον αδύνατη η πρόσβαση. Στην αρχή ούτε ειδοποίηση δεν είχαν αναρτήσει, έως ότου τους έστειλα μήνυμα. Αναφέρουν πλέον ότι εργάζονται να αποκαταστήσουν το πρόβλημα. Τίποτ’ άλλο. Πάει ήδη ένας μήνας…. Πόσο άραγε θα κάνουν; Ίσως και χρόνο; Κρίμα…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Το 2019 ας είναι καλύτερο από τα προηγούμενα ….

Αγαπητοί φίλοι, Καλή Χρονιά με υγεία για όλους σας!

Το 2019 ας είναι μια χρονιά καλύτερη από τις προηγούμενες, χωρίς πόνο, πείνα, φτώχεια, μίση, πολέμους, προσφυγιά…

Ας δούμε και στην πατρίδα μας να πρυτανεύει η αλήθεια, η αγάπη και η μέριμνα για τον Έλληνα πολίτη από τους κυβερνώντες, η φιλοπατρία και η προσήλωση στα ιδανικά μας και στη θρησκεία μας, ας δούμε έργα και όχι λόγια και υποσχέσεις …

Αγαπητοί αναγνώστες και φίλοι, Σας ευχαριστώ θερμά διότι μου κάνατε και το 2018 την τιμή να διαβάζετε όσα αναρτώ εδώ. Είναι η επαφή σας αυτή μαζί μου, η μόνη ανταμοιβή μου.

Υγεία και ευτυχία σε όλες και όλους σας!

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Σαν σήμερα στις 30 Δεκεμβρίου 1824 ο «αντάρτης» Θ. Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται στην Κυβέρνηση.

Στις 30 Δεκεμβρλιου 1824 ο «αντάρτης» κατά την τότε κυβέρνηση, αλλά αληθινός πατριώτης, Θ. Κολοκοτρώνης παρουσιάστηκε στην Κυβέρνηση. Να υπενθυμίσω ότι «αντάρτες» ήσαν τότε και οι Ανδρέϊδες (Ανδρέας Λόντος και Ανδρέας Ζαΐμης).

Ο Λαμπρυνίδης (Ναυπλία… 467) αναφέρει ως εξής το γεγονός, ως επίσης και πως ο γνωστός στην Πελοπόννησο σουγιάς, πήρε το όνομα «Κολοκοτρώνης» ή «Κολοκοτρωνέϊκος».

Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει τα εξής για το γεγονός:

———————————————————————-

Το γεγονός αναφέρεται στην Εφημερίδα φ. Νόμου 1824 Δεκ. 30, αριθ. 84 σελ. 1. Είσης το ναναφέρει ο Χέρτσβεργ στην 193 σελ. του Β’ τόμου.

Είχε προηγηθεί, μεταξύ άλλων και το παρακάτω έγγραφο με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1824, διαφωτιστικό της κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα και κυρίως στην Πελοπόννησο, εν μέσω εμφυλίου πολέμου, όταν ο υπουργός των Πολεμικών έγραφε στον Γενναιότατο στρατηγό κύριο Θ. Κολοκοτρώνη: «… Με συνοχήν καρδίας και απορίαν πληροφορείται η Σ. Διοίκησις ότι άρχισες να κυνηγάς και να ταράτης την ησυχίαν των πολιτών της Καρυταίνης και όλης της Ελλάδος και ότι βία και δυναστικώς συγκροτείς στρατιωτικόν σώμα, στέλλεις εδώ και εκεί ληστρικά Σώματα, κινούμενα βέβαια εναντίον των συμφερόντων του έθνους. Όθεν και διέταξε το υπουργείον τούτο δια να σε ερωτήση εγγράφως, και να αποκριθής. α)  ποία τα αίτια όπου σε επαρακίνησαν  να στρατολογής, να βιάζης τους αθώους πολίτας να πιάσουν τα άρματα. β) εναντίον τίνος κινείσαι. γ) ποίας διαταγάς της Διοικήσεως έχεις να εκστρατεύσης και εκτός τούτων, διατάττεσαι εκ μέρους της Διοικήσεως να επιστρέψης εις τα ίδια, να συλλογισθής ότι η πατρίς έχει νόμους, έχει διοίκησιν, την οποία και η Γενναιότης σου υπεσχέθης και χρεωστείς να την σέβεσαι, και να στοχασθής ότι με αυτά τα κινήματα δεν θέλει […] άλλο ει μη να κινήσης την δικαίαν οργήν της Διοικήσεως και των νόμων, και ότι δευτέραν φοράν δεν θέλει εύρεις τους νόμους, ει μη με την απαιτουμένην αυστηρότητα, και χωρίς την παραμικράν συγκατάθεσιν εάν δεν συναισθανθείς το σφάλμα σου, το οποίον είναι το μεγαλύτερον και ασυγχώρητον έγκλημα. Το υπουργείον τούτο λοιπόν κατά χρέος σε ιδεάζει την θέλησιν ταύτην της Διοικήσεως και σε προτρέπει το να παύσης εις το εξής από τοιαύτα τολμήματα τα οποία προξενούν ανυποληψίαν, αδοξίαν, ζημίαν και όλεεθρον, και να κυνηγήσης την υπόληψιν, την αληθινήν δόξαν και την στερέωσιν των νόμων, και της Διοικήσεως, και πράττων τοιαύτα δεν θέλει μεταμεληθείς πώποτε. […2 λ.]/ Εν Ναυπλίω τη 11 Οκτωβρίου 1824/ ο υπουργός των Πολεμικών/ …».

το έγγραφο αυτό είναι από τα Γ.Α.Κ.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Νέο Βιβλίο του π. Μαξίμου: Ο Αθωνίτης Πατριάρχης του Γένους και Μέγας Εθνοϊερομάρτυς Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄.

Το βιβλίο του μοναχού της μονής Ιβήρων πατρός Μαξίμου Ιβηρίτου «Ο Αθωνίτης Πατριάρχης του Γένους και Μέγας Εθνοϊερομάρτυς Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄», δερματόδετο, πολυτελούς εκδόσεως, αποτελούμενο εκ 473 σελίδων διαστάσεων 0,22Χ0,30, μου ενεχείρησε ο αδελφός του συγγραφέως, αγαπητός φίλος και επίσης συγγραφέας κος Κων. Νικολόπουλος.

Το έργο αυτό έρχεται σε συνέχεια πολλών άλλων σημαντικών πονημάτων του πατρός Μαξίμου και σε εκπλήρωση υπόσχεσής του το 1988, όταν και προγενέστερο πόνημα για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ είχε εκδώσει, ότι θα ακολουθούσε ολοκληρωμένη μελέτη για τον εν λόγω ιεράρχη.

Η μεγάλη και σημαντική πνευματική και συγγραφική συμβολή του συγγραφέως, μαρτυρεί όχι μόνο έναν ακούραστο εργάτη του πνεύματος, εκεί στην εσχατιά του Ιερού Όρους, αλλά και την μεγάλη τιμή η οποία γίνεται στην επαρχία των Καλαβρύτων και ειδικότερα στο χωριό Καμενιάνοι, απ’ όπου κατάγεται ο π. Μάξιμος.

Το έργο αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη. Το Α΄ μέρος περιλαμβάνει βιογραφικά στοιχεία του Γρηγορίου του Ε΄ μέχρι και το μαρτύριό του. Το Β΄ μέρος περιλαμβάνει πιο συγκεκριμένα στοιχεία και αναφορές διαφόρων για τον ιεράρχη, τη σχέση του με τη Φιλική Εταιρεία και τους αγωνιστές του 1821, ύμνους, εικόνες, ναούς και γλυπτά περί αυτού έργα, καθώς και  κειμήλια αυτού. Το Γ΄ μέρος περιλαμβάνει μαρτυρίες κ. λ. σχετικά με την, εις το Άγιο Όρος και συγκεκριμένα στη μονή Ιβήρων, διαβίωσή του Πατριάρχου. Και τα τρία μέρη ακολουθούν επεξηγηματικές σημειώσεις και παραπομπές.

Το έργο περιλαμβάνει επίσης:

α) Εκτενή βιβλιογραφία σχετική με το θέμα.

β) Με τον τίτλο «Μνημοσύνη» επίσης εκτενή βιβλιογραφία με αναφορές κυρίως με την επαρχία Καλαβρύτων αλλά και όλη την Πελοπόννησο.

γ) Έργα εκδοθέντα και υπό έκδοση και  δημοσιεύματα του συγγραφέως, ως επίσης και διακρίσεις αυτού.

δ) Πολλές εικόνες και κατατοπιστικές φωτογραφίες, κειμηλίων, προσώπων, ναών κ.λ.

Διερχόμενος τις σελίδες του έργου διεπίστωσα ότι σ’ αυτό περιλαμβάνονται, πέραν των αφορώντων τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ σημαντικών και αγνώστων στοιχείων, και πλήθος άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία για πολλά πρόσωπα και γεγονότα.

Με εντυπωσίασε επίσης η πολύ μεγάλη προσπάθεια του συγγραφέα για την ανέγερση με τα δικά του χέρια, του ναού του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ στο Ιβηρικό Κελλί – Κάθισμα καθώς επίσης και η διαμόρφωση του γύρω χώρου.

Ο π. Μάξιμος, όπως από τις σελίδες αυτού του έργου διαπιστώνει κάποιος ο οποίος δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για την ζωή του στο Άγιο Όρος, δεν πήγε εκεί παραμένων αδρανής και περιοριζόμενος στη μοναστική ακολουθία και ζωή ως και τα συνήθη των μοναχών έργα, αλλά ως απλός εργάτης αρχικά και ως πνευματικός δημιουργός στη συνέχεια, έθεσε το σώμα και το πνεύμα αυτού στην υπηρεσία του Όρους και κατ’ επέκταση της πατρίδος μας και έτσι κατέστη αξίου, δημιουργικού και σημαντικού ανθρώπου, παράδειγμα φωτεινό.

Πατέρα Μάξιμε, εκτός των συγχαρητηρίων και των ευχών μου για ευόδωση και καλή πορεία του έργου σας  αυτού, σας εκφράζω τον βαθύτατο σεβασμό και εκτίμησή μου καθώς και τις ευχαριστίες μου για την προσφορά σας αυτή.

(Ο πίνακας περιεχομένων που ακολουθεί, δίδει μία συνοπτική μεν αλλά πληρέστερη εικόνα των όσων πραγματεύεται ο συγγραφέας στο έργο αυτό).

Θ. Τζώρτζης.

 

Posted in Βιβλιοπαρουσίαση | Tagged , | Σχολιάστε

Καλά Χριστούγεννα!

(Η εικόνα είναι από το διαδίκτυο).

Αγαπητοί αναγνώστες αυτού του Blog,

φίλοι συμπατριώτες από την Επαρχία των Καλαβρύτων και από τα μέρη της καταγωγής μου,

αγαπητοί φίλοι Έλληνες του εξωτερικού,

σας εύχομαι τις άγιες αυτές ημέρες των Χριστουγέννων να τις περάσετε με ηρεμία, υγεία, αγάπη και τα μηνύματα της γέννησης του Χριστού να αφήσουν έστω τα ίχνη τους στις καρδιές σας, στις καρδιές όλων μας.

Χρόνια πολλά και του χρόνου να είμαστε καλά και η πατρίδα μας καλύτερα!

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Ήθη -έθιμα, Uncategorized | Σχολιάστε

13 Δεκεμβρίου 1943: Αποφράς ημέρα για τα Καλάβρυτα και τους Καλαβρυτινούς.

13 Δεκεμβρίου 1943, έγινε το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Οι Ναζί εξολόθρευσαν τους αθώους κατοίκους της ηρωϊκής αυτής κωμόπολης.

Η ημέρα επιβάλλει σιωπή, περισυλλογή και τιμή στους θυσιασθέντες Καλαβρυτινούς.

Επιβάλλει επίσης να γνωρίζουμε τα «κατορθώματα» των «πολιτισμένων» της Ευρώπης και να μη λησμονούμε.

Α. Οι φωτογραφίες σκίτσων που ακολουθούν είναι από το βιβλίο «Άουσβιτς η φάμπρικα του θανάτου» των Ότα κράους – Έριχ Κούκλα (Σύγχρονη εποχή, 1979). Δείχνουν ένα μικρό μέρος από τις θηριωδίες των Ναζί στο στρατοπεδο του Άουσβιτς.

Β. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Χ. Φ. Μάγερ «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα» (Εστία 2004), από το «Μουσείο του Καλαβρυτινού ολοκαυτώματος» και το «Ι.Α.Κ.».

Εκτός των αθώων Καλαβρυτινών που δόλια και άνανδρα εκτέλεσαν οι Ναζί, των όσων άρπαξαν από σπίτια, τράπεζες κ.λ. έκαψαν και την κωμόπολη και έσπειραν παντού τον όλεθρο. 

Μερικές φωτογραφίες είναι ενδεικτικές.

 

Το μοιρολόϊ των Καλαβρυτινών:

«Θέλτε ν’ ακούστε κλάματα/ κι αντρίκια μοιρολόγια;/ περάστε απ’ τα Καλάβρυτα/ κι απ’ την Αγία Λαύρα./ Εκεί θ’ ακούστε κλάματα/ κι αντρίκια μοιρολόγια/ τι το κακό που γίνηκε/ στις δεκατρείς Δεκέμβρη./ Σκοτώσανε τους Καλαβρυτινούς/ σκοτώσαν τους λεβέντες/ μαύρα πουλιά τους τριγυρνούν/ κι άσπρα τους παραστέκουν./ Κλαίνε μαννάδες για παιδιά/ γυναίκες για τους άντρες.» (Από τα Λαογραφικά στοιχεία της Αγγελικής Καλύβα, για το Βεσίνι).

—————————————-

Ένα άλλο αντίστοιχο αναφέρει:

«Κι εγώ διαβάτης πέρασα απ’ του Χελμού τις ράχες/ κι αγνάντεψα περίλυπα και παραπονεμένα/ και είδα τα Καλάβρυτα στο αίμα βουτηγμένα/ και είδα Καλαβρυτινές τα μαύρα φορεμένες/ είδα παιδάκια ορφανά γυναίκες δίχως άντρες» (Παπαγεωργόπουλος Σ. – λαογρ. Ζαρούχλας).

——————————————-

Τούτο το τραγούδι είναι τραγούδι και μοιρολόγι Μανιάτικο. Οι σφαγές των Καλαβρύτων ήταν όχι μονάχα Ελληνική μα παγκόσμια συφορά. Δεν συγκινήθηκαν μονάχα οι Καλαβρυτινοί αλλά και οι μαέστροι του μοιρολογιού στιχουργοί Μανιάτες….

Κλάψετε χώρες και χωριά και φρούρια της λευτεριάς/ τι σήμερα πήρε φωτιά το πρώτο κάστρο του Μωριά,/ Του Χίτλερ τ’ όνομα σκυλιά, οι τίγρηδες της Βαρβαριάς,/ ορμήσασι σαν τα θεριά στη Λαύρα, στα Καλάβρυτα./ 5. Στα σπίτια βάλασι φωτιά – εκάψασι τα ζωντανά,/ σφάξασι γέρους με ραβδιά κι όλα τα γυναικόπαιδα!/ Το αίμα τρέχει σαν κουρνός και γίνεται ξεκληρισμός,/ σφάζονται χήρεις μ’ ορφανά και με μωρά στην αγκαλιά!/ Στα διάσελα και στα βουνά ακούγονται τα βογγητά/ 10. και τα κοράκια του Μωριά τρώσι τα άταφα κορμιά!/ Του Καλαβρύτου η σφαγη είναι του φασισμού πομπή/ άναντροι, χράχοι και δειλοί εδείχτησα οι Γερμανοί./ Ε! Μαύρο-Καλαβρυτινοί, περήφανοι κι ιστορικοί,/ σαν κριάρια ζας εσφάξασι του Χίτλερ οι Αγαρινοί./ 15. Μα γω πιστεύου πως θαρθεί η άγια ώρα κι η στιγμή/ ο φασισμός να νικηθεί κι Λευτεριά να ’κδικηθεί!/ (Πάνου Καλλιδώνη: «Μανιάτικα Μοιρολόγια», Πειραιάς 1972,54).

————————————-

ΣΤΙΣ ΣΦΑΓΕΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ (13 Δεκέμβρη 1943).

 1. Τι κράζεις μαύρε κόρακα; Τι κράζεις και φωνάζεις;/ Να μη διψάς για αίματα, γι’ ανθρώπινα κουφάρια;/ Πέρασε στα Καλάβρυτα, στην ξακουσμένη χώρα./ Κι από το Κάστρο αγνάντεψε, στους Άγιους Πάντες κύττα./ 5. Θα δεις χιλιάδες τα κορμιά, χιλιάδες τα κεφάλια,/ Θα δεις το αίμα θάλασσα, σαν ποταμός να τρέχει,/ θα δεις τις Καλαβρυτινές, γυναίκες κι αδερφάδες,/ πως κουβαλάνε τους νεκρούς, η κάθε μια στον ώμο./ Συν δυο, συν τρεις τους θάφτουνε, συν πέντε στην αράδα./ 10. Δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και ψάλτη./ Ν’ ακούσεις τα παιδάκια τους πως λεν τα μοιρολόγια./ Δέντρα, ραχούλες και βουνά, βρυσούλες και λαγκάδια/ γιατί μαυρίστε σήμερα, γιατί βογγολογάτε;/ Ήλιε μ’ γιατί κοκκίνησες, μήπωξκι αλλάξεις χρώμα;/ 15. Και συ, Χελμέ περήφανε, Στύγα και Μαυρονέρι!/ Για βγάτε απάνου στις κορφές, ψηλά στα κορφοβούνια,/ ν’ ακούστε και να μάθετε, ν’ ακούστε και να δείτε/ τ’ είν’ το κακό που γίνηκε στη θρυλική τη χώρα./ Σκοτώσανε τους Καλαβρυτινούς κι ούλα τα παλληκάρια./ 20. Τους σκότωσαν οι Γερμανοί, οι άτιμοι οι Ούνοι./ Πουρνό οι καμπάνες χτύπησαν, λόγο για να τους βγάλουν./ Με μπαμπεσιά τους πήρανε, τους πήρανε μ’ απάτη/ στο έρμο σταροχώραφο που γίνει κοιμητήρι./ Ω! Παναγιά μου Δέσποινα, Σπηλαίου κι Άγια Λαύρας/ 25. γονατιστοί στεκόμαστε και σε παρακαλάμε./ Φωτιά ν’ ανάψει η χώρα τους, λιθάρι να μη μείνει./ Κατάρα και συγενικό, στην πλάση τους να πέσει./ (Γιάννης Τζόβολος. Καλάβρυτα)./ (Κ. Καλαντζή: «Οι Σφαγές των Καλαβρύτων» , Αθήνα 1945).

 

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μωραΐτης Γεώργιος, από την Κουνινά Αιγίου.

Από το έργο του Τ. Α. Σταματόπουλου:

=======================================================

(Για καλύτερη και ευκρινέστερη ανάγνωση κάντε κλικ πάνω στην εικόνα – κείμενο).

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ένας πληγωμένος Χειμαρριώτης στην Επανάσταση του 1821.

Ένας πληγωμένος Χειμαρριώτης[1].

Σε έγγραφο του Υπουργείου του Πολέμου προς το Εκτελεστικό Σώμα, με ημερομηνία 4 Μαρτίου 1825, αναφέρονται τα εξής:

«Περ. Γ΄./ αριθ. 3252./ Προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα./ Εγκλείεται αντίγραφον αναφοράς[2] του στρατιώτου Γκίκα Χειμαρριώτου όστις αγωνιζόμενος υπέρ της στερεώσεως των Νόμων και της Σεβαστής Διοικήσεως επληγώθη, και πάσχει άχρι της ώρας., από την πληγήν, υστερημένος από τον επι,,,θησόμενον ιατρόν, και από χρήματα. Όθεν αιτείται να τω δοθή μία οποσούν χρηματική βοήθεια, και διαταγή εις όποιον ιατρόν εγκρίνει το Σεβαστόν Εκτελεστικόν να θεραπεύση την πληγήν του, εις την οποίαν ευρίσκεται εισέτι η μπάλα ένδον. Το Υπουργείον τούτο γινώσκον την αξιότητά του και την πολεμικήν εμπειρίαν του γνωμοδοτεί να τω πληρωθή ή αίτησίς του. Διό και καθυποβάλλει αυτήν υπ’ όψιν του Σεβ. Εκτελεστικού Σώματος./ Εν Ναυπλίω 4 Μαρτίου 1825/[…]».

Το Εκτελεστικό Σώμα, απαντώντας στο Υπουργείο του Πολέμου, ανέφερε:

«Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος/ Το Εκτελ. Σώμα./ Προς το Υπουργείον του πολέμου/ Εις απάντησιν της υπ’ αριθ. 3252 αναφοράς του διατάττεται το υπουργείον τούτο να διατάξη τον Γενναιότατον Συνταγματάρχην Π. Γ. Ρόδιον να διευθύνη τον αναφερόμενον Γκίκαν Χειμαρριώτην εις το ενταύθα νοσοκομείον δια να θεραπευθή η πληγή του. Περί δε της εξοικονο ήσεώς του διέταξε η Διοίκησις να τω δοθώσι γρόσια τριακόσια.Νο 300./ Εν ναυλίω τη 6 Μαρτίου 1825/ Ο πρόεδρος/ Γεώργ. Κουντουριώτης/ Αναγν. Σπηλιωτάκης/ […] Μαυρομιχάλης/ Ι. Κωλέτης/ […]/ ο Γεν. Γραμματεύς/ Μαυροκορδάτος».

———————————————————————————

[1] Ή κατ’ άλλη γραφή, Χιμαριώτης.

[2] Την αναφορά αυτή δεν τη βρήκα.

(Πηγή: Γ.Α.Κ.)

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Ψωμί, παιδεία ελευθερία;

Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο.

Ψωμί, παιδεία ελευθερία;

Αυτό (χωρίς το ερωτηματικό) ήταν το κυρίαρχο σύνθημα των φοιτητών το Νοέμβρη του 1973. Αυτό ήταν το σύνθημα και του απλού λαού.

Η ελευθερία ήταν ανύπαρκτη και ο φόβος κυριαρχούσε στις ψυχές των πολιτών, οι φυλακές ήσαν γεμάτες αντιφρονούντες, τα ξερονήσια επίσης, το ΕΑΤ-ΕΣΑ ομοίως, τα αστυνομικά τμήματα είχαν τις μοτοσυκλέτες απ’ έξω με αναμμένες τις μηχανές για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά των «συνετιζ0μένων» μέσα, η παιδεία είχε στο πρώτο έδρανο των αμφιθεάτρων των σχολών τον «Κυβερνητικό επίτροπο», που στη δική μου τη σχολή στο Α΄ έτος ήταν τσαγκάρης, αλλά και το ψωμί πικρό ήταν κι αυτό. Γιατί; Το γνωρίζουν οι μετανάστες, το γνωρίζουν όσοι δεν είχαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, όσοι δεν ήσαν «εθνικόφρονες» κ.ο.κ.

Καθώς τα χρόνια πέρασαν, όλοι αντιληφθήκαμε ότι το σύνθημα αυτό, από σύνθημα της πεμπτουσίας του αγώνα έγινε εφαλτήριο ανέλιξης σε πολιτικούς, υπουργικούς και ανώτερους οικονομικοκοινωνικούς θώκους της ελληνικής κοινωνίας.  Το σύνθημα αυτό δεν έγινε μόνο εφαλτήριο ανέλιξης, αλλά και εισιτήριο το οποίο όποιος το «κρατούσε» έστω και κλεμμένο, περνούσε εύκολα τις πόρτες στο Δημόσιο, έπαιρνε εύκολα μια θέση σε οργανισμό του στενού και ευρύτερου Δημόσιου τομέα, γινόταν αμέσως συνδικαλιστής όστις με τα χέρια στις τσέπες, το τσαντάκι στη μασχάλη και ύφος βαρύ, περνώντας καθημερινά από τα πολιτικά γραφεία, έπαιρνε εντολές και οδηγίες και πουλούσε φούμαρα σ’ όσους εκπροσωπούσε, και το κυριότερο: είχε την καλύτερη εξέλιξη και την αποδοχή των διοικούντων, οι οποίοι ακόμα και τεμενάδες του έκαναν…

Και δεν αναφέρομαι βέβαια στους αγνούς απλούς αγωνιστές που χωρίς υστεροβουλία ξεσηκώθηκαν κατά της χούντας. Ούτε σε όσους έχασαν τη ζωή τους τις ημέρες του «Πολυτεχνείου» και πριν, ούτε σ’ όσους βασανίστηκαν, ούτε σ’ όσους έμειναν ανάπηροι, ούτε σ’ όσους πήγαν εξορία γιατί αρνήθηκαν να υπογράψουν τη «δήλωση». Σ’ αυτούς οφείλω – οφείλουμε – πολλά, και ένα ευχαριστώ από μέρους μου είναι το ελάχιστο που μπορώ να ψελλίσω υποκλινόμενος εμπρός στις ιστορικές υπάρξεις τους.

Αναφέρομαι σε όσους εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία τους στο χώρο αυτόν, αλλά και σ’ όσους απ’ έξω πέρασαν ή από μακριά άκουσαν για εξέγερση και στη συνέχεια βρέθηκαν, αντί για ψωμί να τρώνε παντεσπάνι, αντί για ελληνική παιδεία να έχουν εγκλιματιστεί στην «ευρωπαιδεία» και τα εισαγόμενα πρότυπα, να έχουν γίνει ενδοτικοί, να βάζουν πάνω απ’ όλα το συμφέρον και το οικονομικό τους όφελος, και όσο για την ελευθερία; ήδη η πατρίδα μας νοιώθει στο πετσί της τους περιορισμούς, στενάζει από το σφιχτό βρόγχο των τοκογλύφων δανειστών της και ακούει χωρίς αντίδραση τα τύμπανα των γειτόνων να παιανίζουν τους επεκτατικούς τους σκοπούς.

 Αυτό το φαινόμενο της εκμετάλλευσης του αγώνα των άλλων είναι διαχρονικό στη χώρα μας. Όταν ο ανήλικος Όθωνας στάλθηκε και ορίστηκε ως βασιλιάς των Ελλήνων και αποφάσισε με την κουστωδία που έφερε μαζί του να ανταμείψει τους Έλληνες αγωνιστές του 21, τότε πρώτοι πήραν θέσεις και αριστεία οι δικοί του οι οποίοι καμία σχέση δεν είχαν με την ελληνική επανάσταση. Ο θρυλικός Βασίλειος Πετιμεζάς από τα Σουδενά των Καλαβρύτων, χτύπησε έγκαιρα το καμπανάκι και σε έγγραφό του προς την τότε εξουσία αναφέρει ότι μετά λύπης του βλέπει ν’ ανταμείβονται άνθρωποι οι οποίοι ούτε τη μυρωδιά του μπαρουτιού δεν γνώριζαν, ακόμα και ανήλικα παιδιά και οι απλοί αγωνιστές έμεναν στο περιθώριο.

 Και στην «Κατοχή»  και στον «Εμφύλιο» που ακολούθησε παρόμοια και χειρότερα έγιναν.

Αλλά και στις μέρες μας η ίδια ή παραπλήσια μεθοδολογία ακολουθείται. «Πολέμα εσύ για να σωθώ εγώ», πείνασε εσύ, για να είμαι χορτάτος εγώ», «πλήρωνε φόρους εσύ από το υστέρημά σου, για να μπορώ να κλέβω εγώ», «Εγώ, λέει το κράτος, είμαι ο έξυπνος. Σε έβαλα και πλήρωνες μια ζωή για να μπορείς, όπως σου υποσχέθηκα, να πάρεις τη σύνταξη που αναλογούσε σ’ όσα πλήρωνες και τώρα έρχομαι και σου τα παίρνω πίσω». Αυτό το κράτος δεν χτίστηκε μόνο του. Είναι οικοδόμημα των γενεών που παραπάνω περιέγραψα, αλλά και άλλων συναφών παραγόντων που κύρια πηγή έχουν τις ενέργειες, τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις όσων μας κυβέρνησαν μέχρι σήμερα οι περισσότεροι των οποίων μπήκαν φτωχοί στην πολιτική και έγιναν πάμπλουτοι. Το ψέμα, η ιδιοτέλεια, η ανικανότητα και η εξαπάτηση του λαού αποτελούσε και αποτελεί το μέσο της πολιτικής επιβίωσής των περισσοτέρων εξ αυτών. Εμένα όμως περισσότερο από όλα αυτά με ενοχλεί το εξής: Ξεδιάντροπα ορισμένοι οι οποίοι έχουν την κύρια ευθύνη για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα αφού κυβέρνησαν τα κόμματά τους  στο παρελθόν, ανερυθρίαστα βγαίνουν και μιλάνε και κάνουν θεωρία υποσχόμενοι για το λαμπρό μέλλον μας, εκείνοι οι οποίοι το κατέστησαν δυσοίωνο, νομίζοντας ότι έχουμε ξεχάσει. Επίσης ορισμένοι νέοι, βλαστάρια των κομματικών θερμοκηπίων, βγαίνουν και αυτοί στην τηλεόραση και κάνουν τα ίδια. Αλλά δεν τους είπε κάποιος ότι θα πρέπει πρώτα «να βρέξουν τον κώλο τους για να φάνε ψάρια» που λέει και ο λαός.

Το ερωτηματικό λοιπόν που έβαλα στον τίτλο του παρόντος, έχει την εξής έννοια: Γιατί σήμερα θα πρέπει να αγωνίζεται ο λαός; Υπάρχει ελπίδα ότι το δίκιο του δεν θα το σφετεριστούν τέτοιες θλιβερές φιγούρες, καιροσκόποι, άτιμοι, απάτριδες και απατεώνες; Άρα, μήπως πρώτα  σαν λαός θα πρέπει να στείλουμε απ’ εκεί που ήρθαν όλους αυτούς των οποίων το παρελθόν το γνωρίζουμε (ή οφείλουμε να γνωρίσουμε πριν τους ψηφίσουμε), ώστε να γεννηθεί μία ελπίδα για το μέλλον μας και προτού αυτοί  μας εξοντώσουν ολοσχερώς;

Το πολυτεχνείο, ως σημείο αναφοράς του αγώνα των αγνών πολιτών για τα ιδανικά τους, δεν θα σβήσει από τη μνήμη μας, παρά τις αντίθετες προσπάθειες που γίνονται για να ξεχαστεί ή για να αλλάξει μορφή και περιεχόμενο.

Υ.Γ. Διαβάζω και ακούω διάφορα σχετικά με τους νεκρούς (ή μη) του Πολυτεχνείου. Μα τώρα στο διαδίκτυο (Π.χ. εδώ, ή και αλλού) είναι εύκολο να μάθει όποιος ενδιαφέρεται, και πόσοι ήσαν και τα ονόματα αυτών κ. λ. Όσοι λοιπόν ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξαν νεκροί, εκθέτουν την νοημοσύνη τους.

Και του χρόνου να είμαστε καλά!

 

 

 

 

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Λαλικώστα.

Στρατιώτες του Μπενιζέλου Ρούφου 16 Φεβρουαρίου 1825.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Σαν αυτές τις ημέρες … (8 Νοεμβρίου 1824) παραιτείται ο Ασημάκης Φωτήλας από το Εκτελεστικό Σώμα.

«Φωτήλας Ασημάκης: (1761-1835) καταγόταν από τα Καλάβρυτα. […..]   Επίσης έδρασε τω 1822-24 ως μέλος του βουλευτικού και ως μέλος της υπό τον Κουντουριώτην Κυβερνήσεως τω 1824, ότε και το ζήτημα του δανείου διεπραγματεύθη και άλλα πολλά, και ιδία το περί ενός Ελληνικού πλοίου συλληφθέντος ως πειρατικού παρά του Γαλλικού στόλου, όπερ η Γαλλική κυβέρνησις απέδωκε συνεπεία των παραστάσεων του Α. Φωτήλα γενομένων δια της Ιταλικής ήν εγίγνωσκεν ο Φωτήλας: αλλά βλέπων την Κυβέρνησιν εκείνην εκτραχηλιζομένην, μετά υπηρεσίαν 7 μηνών (Μαΐου-Νοεμβρίου 1824) παρητήθη[1] κατά Νοέμβριον, μεθ’ ό ως αντίθετος του Κουντουριώτου κατεδιώχθη υπό των Καραϊσκάκη, Γκούρα και λοιπών, η οικία αυτού εν Καλαβρύτοις διηρπάγη και μόλις αυτός εσώθη κρυβείς, μεχρις ού έτυχεν αμνηστείας. Και άλλως πολλαχώς υπηρετήσας τον αγώνα…[…]».

(Από το Ιστορικο Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων, όπου εκτενής αναφορά περί αυτού).

Επίσης και στο παρόν blog υπάρχει ανάρτηση για τον Ασ. Φωτήλα.(Posted on 

—————————————————————-

[1] Ο Σ. Τρικούπης (τ. Γ΄) αναφέρει τα εξής περί της παραιτήσεως του Α. Φωτήλα την 8η-9η Νοεμβρίου 1824 από το Νομοτελεστικό: «Διέτριβεν εν Ύδρα επί τω θανάτω του αντιπροέδρου ο πρόεδρος Κουντουριώτης ασθενών· δια τούτο το τρίτον μέλος του νοτελεστικού, ο Φωτήλας, εκλήθη εις την προεδρίαν του σώματος επιτροπικώς· αλλ’ ως ομόφρων των εναντίων της Κυβερνήσεως απηρέσκετο εις όσα επράττοντο κατ’ αυτών. Μη δυνάμενος δε να τα εμποδίση, εδραπέτευσε την 8ην Νοεμβρίου, και την επάυριον ανεγνώσθη εν τη βουλή έγγραφόν του λέγον, ότι παρητείτο, διότι πολλάκις επρότεινε να μη γίνωσι κινήματα παρά της κυβερνήσεως τείνοντα εις εμφύλιον πόλεμον και δεν εισηκούσθη. Η δραπέτευσις τούτου άφησε το σώμα ατελές και ανίκανον να εργάζεται. Εις συμπλήρωσιν δε του απαιτουμένου αριθμού εχρειάζετο εκλογή νέου μέλους, και το νομοτελεστικόν εις ενίσχυσίν του ήθελε να συμπεριλάβη τινά Μαυρομιχάλην […] και το νομοτελεστικόν υπερισχύσαν εν τη βουλή επί της εκλογής του νέου μέλους παρέλαβε τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην σύναρχον».

(Αρχ. Ελλην. Παλιγγεν.).

 

Posted in Ιστορία | Tagged | Σχολιάστε

Μνήμες…

Χρόνια πολλά αγαπητοί φίλοι!

Η εορταστική αυτή ημέρα, καθιερώθηκε από τον ελληνικό λαό για να θυμίζει στους νεώτερους τα κατορθώματα των προγόνων τους.

Ο πόλεμος είναι σκληρός, βάρβαρος, απάνθρωπος, ανελέητος και καταστροφικός για όλους. Οι Έλληνες δέχθηκαν αναίτια τις επιθέσεις των Ιταλών και των Γερμανών, τους οποίους κατόρθωσαν να νικήσουν, παρά την αριθμητική και μηχανική τους υπεροχή. Όχι βέβαια χωρίς αγώνα, όχι βέβαια χωρίς θυσίες.  Το τίμημα ήταν βαρύ και πληρώνεται μέχρι σήμερα… Αυτά είναι γνωστά.

Τα γράμματα που ακολουθούν, μας λένε πολλά  για το ηθικό του Έλληνα στρατιώτη, για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στο στράτευμα και στη χώρα…


* Τα γράμματα αυτά είναι από το βιβλίο του Δ. Κουτσιά: Επιστολαί πολεμιστών. Αθήναι 1945.

—————————————-

Μετά ήρθαν οι SS Γερμανοί, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα…

και … να μια ανάμνηση των έργων τους…

Και άλλες ψυχές, άλλων ανθρώπων, έδειξαν το μεγαλείο τους.


* Τα παραπάνω (κείμενο και γράμμα) είναι από το βιβλίο των Κράους Ο. και Κούκλα Έ.: Άουσβιτς η φάμπρικα του θανάτου. Αθήνα 1979.

———————————

Μετά ήρθε η Κατοχή και ο Εμφύλιος και στην Ελλάδα…

*Είναι από το έργο του Η. Παπαστεριόπουλου: Ο Μωριάς στα όπλα, τ. Ε΄., (Ε. Μαχαίρας ο ποιητής).

———————–

Δόξα και τιμή για τους ήρωες του έπους εκείνου, αλλά και μια βαθειά υποκλιση από μέρους μου, σε όσους πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδος.

Η ελπίδα και η ευχή μου σήμερα είναι: να μην χρειαστεί να ξαναζήσει η πατρίδα μας τη φρίκη του πολέμου.

Α. Τζώρτζης.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Σαν σήμερα… (τέλος Οκτωβρίου 1822).

Λήγοντος του Οκτωβρίου 1822, ο Π. Πατρών Γερμανός και ο Γ. Μαυρομιχάλης μετέβησαν ως εκπρόσωποι της Ελληνικής Κυβέρνησης στην Αγκώνα της Ιταλίας και ζήτησαν να επισκεφθούν τον Πάπα.

Είχε προηγηθεί αποστολή του Ανδρέα Μεταξά στις 18 Σεπτεμβρίου, όστις εκόμιζε δύο επιστολές της Ελληνικής Κυβέρνησις, εκ των οποίων η μεν μία προριζόταν για τους «συνελθόντας άνακτας», η δε άλλη προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο.

Οι προσπάθειες της Ελλάδος ήσαν, να καταλάβουν οι εκτός αυτής ηγέτες την αλήθεια για την Ελληνική Επανάσταση, η οποία εθεωρείτο «τόλμημα ασύνετον και αξιόποινον» και αυτή η αλήθεια να υπερισχύσει του ψεύδους.

Τα γεγονότα αυτά, μεταξύ άλλων, ιστορεί ο Σ. Τρικούπης (Γ’ τ. 15 κ. ε.), και μέρος αυτών παρατίθεται στη συνέχεια:

Posted in Ιστορία | Σχολιάστε

Η πείνα…

Το ποίημα που ακολουθεί είναι από το ανέκδοτο βιβλίο του γηραιού Δεχουνιώτη κ. Μεγακλή Γεωργακόπουλου: «Κειμήλιο»…

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

1831, πρόσοδοι της επαρχίας Καλαβρύτων.

Τα έσοδα της χώρας κατά περιοχή το έτος 1831.

Συγκριτικά, η επαρχία Καλαβρύτων, έφερε υψηλά έσοδα. Όπως και όλη η Πελοπόννησος.

Η σημείωση με κόκκινο, είναι από εμένα.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Η εισήγηση για προστασία και ανταμοιβή του Αθ. Σαγιά, ο οποίος δολοφόνησε τον Δημ. Νενέκο.

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο…

Όπως είναι γνωστό ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσε έγγραφη διαταγή στον οπλαρχηγό από τη Ζουμπάτα Αθ. Σαγιά να δολοφονήσει τον επίσης εκ Ζουμπάτας οπλαρχηγό και γνωστό σε όλους Δημ. Νενέκο, όπως και έγινε.

Με έγγραφό του ο Αθ. Σαγιάς προς την Εθνική Συνέλευση, στις 14.1.1832, ζητεί να τον ευσπλαχνισθεί η Κυβέρνηση και να διατάξει την ησυχία του στο φτωχό χωριό του. Ανέφερε βέβαια ότι ενεργών κατά διαταγήν «ανωτέρων» του εκτύπησε και εθανάτωσε τον Νενέκο, όστις ήτο τυραννίσκος στην επαρχία Πατρών. Επίσης ανέφερε ότι οι συγγενείς του Νενέκου «κατέτρεξαν» όχι μόνο αυτόν αλλά και όλο το χωριό ακόμα και την οικογένειά του. Τους λήστεψαν,  εφόνευσαν συγγενείς του και λεηλάτησαν το χωριό κ.λ.

Η Επιτροπή η οποία παρέλαβε την αίτηση αυτή, σημειώνει μεταξύ άλλων στην εισήγησή της προς την Κυβέρνηση: « … ./ Γνώμη της Επιτροπής./ Συναισθανομένη και η επιτροπή κατά τον αναφερόμενον την εκ της προδοσίας του μόνου κατά την Πελοπόννησον προδότου Νενέκου προελθούσαν αισχύνην γνωμοδοτεί, ίνα διευθυνθή η παρούσα εις την Κυβέρνησιν δια να επιτάξη ουχί μόνον να μένη ανενόχλητος ο αναφερόμενος [Σαγιάς] εις το χωρίον του, αποζημιούμενος και δια τα όσα του ηρπάγησαν από τους αρπάσαντας ταύτα συγγενείς του Νενέκου, αλλά και ν’ ανταμοιφθή δια την αφαίρεσσιν της κηλίδος ήτις προσήφθη από τον ανόητον προδότην, εις την εστίαν της ελληνικής ανεγέρσεως. 11 Φεβρουαρίου 1832. Εν Ναυπλίω/ Η επί των Αναφορών Επιτροπή/ […]».

Αυτή είναι η εισήγηση για να δοθεί «άφεση» στον δολοφόνο του Νενέκου.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Τα υπόλοιπα περί Νενέκου, Σαγιά, Τουρκοπροσκυνήματος κ.λ. στο «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων».

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Ο Ιμπραήμ στο Σοπωτό…

 

Σαν αυτές τις ημέρες…

Στο Σοπωτό Αροανείας Καλαβρύτων ο Ιμπραήμ επιτέθηκε δύο φορές στις 19 Σεπτεμβρίου 1826 και στις 30 του ιδίου μηνός. Αρχηγός από μέρους των Ελλήνων ήτο ο Λεχουρίτης και από μέρους των Τούρκων ο Ιμπραήμ. Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορ. της Ελλην. Επαναστ.) αναφέρει τα εξής: «…την δε επιούσαν [19 Σεπτ. 1826] εκίνησαν επί τους απομείναντας κατά τον Άγιον Αθανάσιον. Τρις εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι. Πεσόντες τελευταίον πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί, τους έτρεψαν και εισήλθον εις Σοπωτόν. Οι Έλληνες, τρέξαντες δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον Άγιον Γεώργιον. Εκείθεν ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σοπωτώ και τους ηνάγκασαν να εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντες να καύσωσιν οικίαν. Οι Έλληνες έμειναν εν τη αυτή θέσει του Αγίου Γεωργίου, και κατέλαβαν και την του Αγίου Νικολάου αντικρύ του Σοπωτού. Την δε 30 το πρωΐ ώρμησαν χίλιοι εχθροί και επάτησαν εκ νέου το Σοπωτόν. Επάτησαν τινές αυτών και την Αγίαν Βαρβάραν, αλλ’ ολίγην ώραν ενδιέμειναν αποδιωχθέντες…». Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνει και ο Λ. Κουτσονίκας (Γενική Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως).

Από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων», όπου εκτενέστερα για Σοπωτό:

[… Ο Ιμπραήμ όταν έφτασε στον κάμπο μεταξύ της Στρέζοβας και Ποδογοράς εστρατοπέδευσε εκεί και… επυρπόλησε όλη σχεδόν τη Στρέζοβα και τις εκκλησίες της αλλά και τα γύρω χωριά και τα σπαρτά τους μεταξύ των οποίων τη Χόβολη, τα καλύβια των Σοπωτινών στο Τσαρούχλι καθώς και την τσακιρέικη οικία στο Σοπωτό. Ελεηλάτησε πολλά χωριά της κατσάνας και μετά από πέντε ημέρες καταστροφές και λεηλασίες έφυγε για Τρίπολη και Μεσσηνία (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 56). Στο Σωποτό διά μέσου Χόβολης οδηγείτο απόσπασμα Τούρκων αλλά Α. του Σοπωτού στον Άγιο Αθανάσιο είχε ταμπουρωθεί ο Γ. Λεχουρίτης επί κεφαλής Λεχουριτών και ο Θ. Οικονομόπουλος επικεφαλής Σοπωτινών και παρεμπόδισαν αυτούς με πυροβολισμούς, αλλά αυτοί έφτασαν στο Σοπωτό όπου έβαλαν φωτιά στο σχολείο και λαφυραγώγησαν κάποια σπίτια, αλλά φοβήθηκαν και έφυγαν αφού περίπου 50 Δεσιναίοι είχαν καταλάβει τον Άγιο Νικόλαο και οι 100 υπό τον Λεχουρίτη είχαν καταλάβει τον Τάρταρο και πυροβολούσαν αδιάκοπα. Έτσι οι γύρω πολιορκούντες Έλληνες κατέβηκαν και έσβησαν τη φωτιά από το σχολείο. Σε βοήθεια έσπευσαν από τα Καλάβρυτα και οι Σωτ. Θεοχαρόπουλος, Φραγκάκης και Βεν. Ρούφος αλλά δεν πρόφθασαν. Στις 23 7βρίου απερχόμενος ο Ιμπραήμ στην Τρίπολη μεταξύ των αιχμαλώτων πήρε και τον Σοπωτινό Ν. Οικονομόπουλο (βλ. λ.) (Παπανδρέου: Επαρχία…., σ. 60). «…Τη μεθεπομένη επιτέθηκαν για τρίτη φορά. Κατέλαβαν τη Χόβολη και κατέκαυσαν ό,τι είχε απομείνει από την προηγούμενη επιδρομή, και ακολούθως εφόρμησαν τρείς φορές χωρίς όμως να μπορέσουν να μετακινήσουν τους περί τον Άγιο Αθανάσιο.. Συγκεντρωθέντες όμως εκ νέου πολυαριθμότεροι τώρα «επέπεσαν πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί τους ανέτρεψαν, έφτασαν εις την Αγία, Βαρβάραν και εισήλθον εις το Σοπωτόν». Οι ανατραπέντες Έλληνες έτρεξαν γρήγορα και απέφυγαν τη σύλληψη. Ανασυντάχθηκαν δε παρά τον Άγιο Γεώργιο Σοπωτού και αφού τους ετουφέκισαν με πείσμα, τους ανάγκασαν να φύγουν από αυτό χωρίς να προλάβουν να κάψουν κανένα οιίκημα. Οι Έλληνες παρέμειναν στην ίδια θέση του Αγίου Γεωργίου κατέλαβαν δε και την οχυρή θέση του Αγίου Νικολάου απέναντι του Σοπωτούγια να ελέγχουν το δρόμο προς τη Χόβολη καθώς και την προς Κατσάνα περιοχή. Στις 30 Σεπτεμβρίου το πρωί νέο κύμα από Αιγυπτίους επάτησε για δεύτερη φορά το Σοπωτό, έκαψαν το σπίστι του Τσακίρη και έβαλαν ψωτιά στο σχολείο χωρίς όμως και να καεί. Οι Αιγύπτιοι παρέμειναν μόνο μια ώρα και ανεχώρησαν αμέσως για την Κακάσοβα και Τρίπολη. Στο Σοπωτό βρήκαν και μεγάλη ποσότητα καπνού οι Αιγύπτιοι και τον πήραν. Ο Ιμπραήμ ωνόμασε τότε το Σοπωτό «καπνοχώρι». Η εσπευσμένη αναχώρηση των Αιγυπτίων ωφείλετο και στο γεγονός ότι ο Γ. Λεχουρίτης με 100 οπλοφόρους προχώρησε δια μέσου του δάσους του Τάρταρη προς την Αγία Βαρβάρα και άρχισε σφοδρό πυροβολισμό. Οι Αιγύπτιοι υπέθεσαν ότι επρόκειτο περί νέων Ελληνικών δυνάμεων και φοβηθέντες μήπως αποκλεισθούν εντός αυτού ανεχώρησαν. Έτσι γλύτωσε για παντοτινά και το Σοπωτό…» (Ν. Π. Σακελλαρόπουλος, Επιδρ…., σ. 46, 47)…].

Θ. Τζώρτζης.

Posted in Σαν σήμερα | Tagged | Σχολιάστε

Οι Καλαβρυτινοί… για τον θάνατο του Καποδίστρια!

Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο και η δολοφονία του αποδόθηκε στους Μαυρομιχαλαίους, αν και νεώτερα ιστορικά στοιχεία αποδίδουν το σχεδιασμό της στους Άγγλους.

Η Γερουσία της Ελλάδος διόρισε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια  μέλος της Προσωρινής Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος. Ένα χρόνο αργότερα ο 17ετής Όθων ορίστηκε βασιλιάς της Ελλάδος με τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδος, της Βαυαρίας και άλλων «προστάτιδων» δυνάμεων (Αγγλίας Γαλλίας, Ρωσίας), και ανακυρύχθηκε βασιλιάς από την Εθνική Συνέλευση στο Ναύπλιο, το επόμενο έτος 1833. Μέχρι την ενηλικίωσή του (1.6.1835) την εξουσία του ασκούσε η Αντιβασιλεία των Βαυαρών αξιωματούχων Άεμανσμπεργκ, Μάουερ και Χάϊντεκ.

Όλοι οι Έλληνες έσπευσαν να εκφράσουν τη θλίψη τους για το γεγονός της δολοφονίας του Καποδίστρια. Μεταξύ αυτών και οι Καλαβρυτινοί προκριτοδημογέροντες της επαρχίας των Καλαβρύτων, με έγγραφο της Δημογεροντίας προς την Κυβέρνηση, το οποίο δεν μπόρεσα να βρώ.

Όμως το έγγραφο του Διοικητή Καλαβρύτων από 24 Οκτωβρίου 1831, προς τη Γραμματεία της Επικρατείας, με το οποίο διεβίβαζε την αναφορά της Δημογεροντίας, είναι το παρακάτω:

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Για το χαιρετισμό των Καλαβρυτινών κατά την έλευση του Καποδίστρια βλ. στο παρόν blog:https://gerbesi.wordpress.com/2017/03/16/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89/

Posted in Σαν σήμερα | Tagged | Σχολιάστε

Από τον «Επιτάφιο» του Περικλή…

Το Φθινόπωρο του 431 π. Χ. ο Περικλής εκλήθη να εκφωνήσει τον Επικήδειο στους πρώτους νεκρούς Αθηναίους κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Ο Περικλής ο του Ξανθίππου (495-429 π. Χ.) από το Χολαργό Αττικής, ήταν Αρχαίος Έλληνας[1] πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός και ο αιώνας κατά τον οποίο έζησε και μεγαλούργησε ονομάστηκε «Χρυσούς αιών του Περικλέους».

«… μετά μεγάλων δε σημείων και οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τήν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καί τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καί οὐδέν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μέν τό αὐτίκα τέρψει, τῶν δ᾿ ἔργων τήν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλά πᾶσαν μέν θάλασσαν καί γῆν ἐσβατόν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δέ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες…».

Μετάφραση:

«… Με το να δώσωμεν δε καταφανείς αποδείξεις της δυνάμεώς μας, της οποίας, άλλωστε τω όντι υπάρχουν αψευδείς μάρτυρες, θα είμεθα αντικείμενον θαυμασμού και δια τους συγχρόνους και δια τους μεταγενεστέρους, χωρίς καν να έχωμεν ανάγκην ούτε Ομήρου[2], δια να ψάλη τους επαίνους μας, ούτε άλλου ποιητού, ο οποίος δια των στίχων του ημπορεί να τέρψη προς στιγμήν, αλλά του οποίου η φαντασιώδης παράστασις των γεγονότων  θα διαψευσθή από την αλήθεια των πραγμάτων, αφού εξηναγκάσαμεν κάθε θάλασσαν και κάθε γην ν’ ανοιχθή εις την ημετέραν τόλμην, και εγκατεσπείραμεν παντού αιώνια μνημεία ανδραγαθιών εναντίον εχθρών και υπέρ φίλων…».

 (Θουκυδίδης:[3] «Θουκυδίδου Ιστοριών Β΄35-46», 41. Μετάφραση Ελευθ. Βενιζέλου).


[1] Το «Έλληνας» ας το τονίζουμε, γιατί οργιάζει η κλοπή ονομάτων, ιστορίας κ.λ. Επίσης καλό θα είναι εκτός από το κείμενο που ακολουθεί να δοθεί και στις ημερομηνίες η πρέπουσα σημασία από όσους παραγνωρίζουν, μη τυχόν και οικειοποιηθούν γεγονότα της εποχής καθ’ ήν ήσαν ανύπαρκτοι, όχι ως άτομα, αλλά ως λαοί, ως έθνη…

[2][ Όμηρος: Έζησε περί τον 8ο π. Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην Ιωνία της Μ. Ασίας ή στη Χίο. Ίσως λεγόταν Μελησιγένης* και οι γονείς του αναφέρεται ότι ήσαν ο Μαίων και η Κριθηίδα. «Έγραψε» τα έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια.]

[3] Θουκιδίδης 455-399 (ή κατ’ άλλους: 460-398) π. Χ., από τη Θράκη.

*Άντε τώρα το Μελησιγένης και τα Μαίων και η Κριθηίδα, να τα μεταφέρεις σε κάποια από τις γλώσσες των γειτόνων μας… Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και … πολύ γέλιο; Ήδη διάβασα ότι Τούρκος, Πανεπιστημιακός μάλιστα, είχε πει ότι το όνομα του Ομήρου ήταν Ομάρ ή Ομέρ και ότι ήταν τούρκος!

Posted in Άρθρα | Σχολιάστε

Σαν αυτές τις ημέρες 1826… Ιμπραήμ σε Χόβολη, Νάσια, Σκούπι, Βερσίτσι, Μοστίτσι, Κλείτορας, Σοπωτό…

Μάχη της Χόβολης.

Τοποθετείται στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου 1826. Ο Σπηλιάδης αναφέρει ότι ο Ιμπραήμ πασάς μετά την Τριπολιτσά εισέβαλε στα χωριά των Καλαβρύτων (τμήμα Κατσάνας και Λειβαρτζίου). Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στις 14 Σεπτεμβρίου φάνηκαν στα καλύβια των Σοπωτινών στη Χόβολη 250 τούρκοι ιππείς, τους οποίους οι Έλληνες αντέκρουσαν και έτρεψαν σε φυγή προς τα πίσω. Άλλοι πεντακόσιοι πέρασαν νύχτα στα Τριπόταμα και μερικοί απ’ αυτούς ανέβηκαν στο Βερσίτσι, όπου τους χτύπησαν Έλληνες και οπισθοχώρησαν και άλλοι χωρίς αντίσταση πήγαν στο νεόκτιστο μοναστήρι του Παπουλάκου στα Τριπόταμα, όπου εφόνευσαν αυτόν και όσους βρήκαν εκεί αιχμαλώτισαν γυναίκες και παιδιά και λεηλάτησαν και στη συνέχεια έκαψαν αυτό. Χτυπήθηκαν στα χωριά Νάσια και Σκούπι. Ο Γεώργιος Λεχουρίτης κατέλαβε τις θέσεις Άγιο Θανάση και Αγιώργη για να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να εισβάλλει στο Σοπωτό. Συγκεντρώθηκαν οι Τούρκοι στη Χόβολη, όπου τους εκτύπησε ο Νικόλαος Φάσος [Προικοδοτηθείς αξιωματικός της Φάλαγγος] και τους έδιωξε. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1826 το πρωΐ εμφανίστηκαν άλλοι Τούρκοι στους πρόποδες του Μοστιτσίου και Κλείτορα, εναντίον των οποίων εστράφη ο Λεχουρίτης, τους κτύπησε και τους έδιωξε, αφού είχαν προλάβει και είχαν λεηλατήσει μερικά σπίτια στον Κλείτορα. Την επομένη οι Τούρκοι εφόρμησαν κατά του Λεχουρίτη στη θέση Αγιοθανάσης, αλλά απεκρούσθησαν. Ξαναεπιτέθηκαν κατά του Λεχουρίτη όλοι μαζί, πεζοί ιππείς, κ.λ και ενώ οι Έλληνες ήσαν λίγοι και οι Τούρκοι πολλοί, μετά 4 ώρες μάχη, οι Έλληνες υποχώρησαν και οι Τούρκοι μπήκαν στο Σοπωτό.

Ο Κουτσονίκας αναφέρει ότι: «…Επιστρέψας ο Ιμπραχήμ πασάς εις Τριπολιτσάν εξεστράτευσεν εκ νέου την 18ην 7βρίου [1826] εις τα δύο τμήματα της επαρχίας Καλαβρύτων στρατοπεδεύσας εις Ποταμιάν ο δε Γεώργιος Λεχουρίτης λαβών όσους ηδυνήθη στρατιώτας κατέλαβε τας δύο θέσεις  Άγιον Αθανάσιον και Χόβολην. Οι εχθροί περιελθόντες το Τριπόταμον κατέλαβον το νεοκτισθέν Μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα και άλλους ιερωμένους και λαϊκούς, εξεστράτευσαν  την 19ην προς Χόβολην, αλλ’ επολεμήθησαν και απεδιώχθησαν, την επιούσαν επετέθησαν κατά των κατεχόντων τον Άγιον Αθανάσιον, τρις εφώρμησαν κατ’ αυτών, αλλά δεν ηδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι, πεσόντες έπειτα τακτικοί και άτακτοι πεζοί τε και ιππείς εισήλθον εν αυτώ, αλλ’ οι Έλληνες έτρεξαν δρομαίοι και εφάνησαν αίφνης εις τον Άγιον ΓεώργιονΆλλην θέσιν του Σοπωτού, εκείθεν ετουφέκισαν σφοδρώς τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να εξέλθουν του χωρίου…».

Ο Τρικούπης  αναφέρει: «… αυτός δε [Ιβραήμης] παραλαβών το πλείστον του στρατεύματος εισέβαλε την 18 εις τα χωρία της επαρχίας Καλαβρύτων, Κατσάνην και Λειβάρτσι, και εστρατοπέδευσε κατά την Ποταμιάν. Μαθών την εκστρατείαν ταύτην ο Λεχουρίτης, παρέλαβε τους κατέχοντας την θέσιν του αγίου Γεωργίου στρατιώτας του και όσους άλλους εδυνήθη, έδραμεν εις Σοπωτόν, και συνάξας τους χωρικούς κατέλαβε τας δύο θέσεις, Άγιον Αθανάσιον και Χόβολην, διών εδύνατο ο εχθρός να εισβάλη εις Σοπωτόν, Την αυγήν της 14ης εφάνησαν κατά την Χόβολην 250 ιππείς, αλλά προσβληθέντες εστράφησαν εις το στρατόπεδον. Την δε επιούσαν νύκτα υπήγον 500 εις Τριπόταμον, και δεν ηύραν αντίστασιν. Καί τινες μεν αυτών εμβάντες εις τι νεοκτισθέν μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα αυτού και άλλους ιερωμένους και λαϊκούς, τινές δε ανέβησαν εις Βερσόβι [Βερσίτσι;], αλλ’ ευρόντες αντίστασιν δεν εισήλθαν. Αντίστασιν επίσης ηύραν και άλλοι εξ’ αυτών θελήσαντες να πατήσωσι την Νάσιαν και το Σκούπι. Την δε 15 [Σεπτ. 1826] χίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, εφάνησαν προς τους π΄ροποδας του Μοστιτσίου και του Κλητορίου, και ολίγοι μεν αυτών επρόφθασαν και εμβήκαν εις Κλητόρι, και λεηλατήσαντες ολίγας οικίας ενεχώρησαν, οι δε λοιποί ευρόντες έμπροσθέν των τους περί τον ακάματον Λεχουρίτην, αφήσαντες τον Άγιον Αθανάσιον και μεταβάντες εκει, εμποδίσθησαν να εισέλθωσιν εις Μοστίτσι. Οι εχθροί επροχώρησαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα, αλλά ευρόντες την θέσιν εκείνην προκατειλημμένην, επέστρεψαν εις Καρνέσι άπρακτοι. Την δε 18 [Σεπτ. 1826] εστράτευσαν προς την Χόβολην, αλλ’ επολεμήθησαν και κατεδιώχθησαν. Την δε επιούσαν εκίνησαν επί τους απομείναντας κατά τον Άγιον Αθανάσιον. Τρις εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν  να τους σαλεύσωσι. Πεσόντες τελευταίον παζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί, τους έτρεψαν και εισήλθαν εις Σοπωτόν. Οι Έλληνες τρέξαντες δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον άγιον Γεώργιον, εκείθεν ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σοπωτώ και τους ηνάγκασαν να εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντες να καύσωσιν οικίαν…».

Posted in Σαν σήμερα | Σχολιάστε

Σαν σήμερα 15 Σεπτεμβρίου 1821… Σύσκεψη για παράδοση της Τριπολιτσάς.

Στις 15[1] Σεπτεμβρίου 1821 στη θέση «Άγιος Αθανάσιος» δύο ώρες έξω από την Τρίπολη, συνήλθαν Έλληνες και εκπρόσωποι των Τούρκων να συμφωνήσουν για την παράδοση της Τριπολιτσάς.

Από μέρους των Ελλήνων μετείχαν οι: Π. Πατρών Γερμανός, Θ. Κολοκοτρώνης, Π. Μαυρομιχάλης, Α. Δεληγιάννης, Κ. Κρεβατάς, Π. Γιατράκος και ο Αναγνωσταράς.

Από μέρους των Τούρκων οι πληρεξούσιοι: Ελμάζμπεης, Μπινά Εμίνης και Σεχνετσίμπεης[2] κ. α.

Σκοπός αυτής της συνάντησης ήταν να συζητήσουν για την παράδοση της Τρίπολης στους Έλληνες, αλλά δεν συμφώνησαν και διέλυσαν την σύσκεψη.

Μετά λίγες ημέρες ακολούθησε η άλωση της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες.

Περί αυτού του θέματος αναφέρουν πολλοί και εκτενώς (Τρικούπης, Οικονόμου, Πουκεβίλ, Φωτάκος, Φιλήμων κ. ά.).

———————————————————

[1] Ο Φωτάκος αανφέρει ότι αυτή η συνάντηση έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου.

[2] Και ο Αλμάς Μέτσος από τους Αλβανούς, σύμφωνα με το Φωτάκο, και με αυτούς έκανε συνθήκη ο Κολκοτρώνης.

Posted in Σαν σήμερα, Uncategorized | Σχολιάστε