Αρβανίτικα γνωρίσματα.

        Πρόθεσή μου δεν είναι να εξυμνήσω ή να μειώσω τους Αρβανίτες, οφείλω όμως να καταθέσω ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους, όπως μέσα από διάφορα γραπτά κείμενα προκύπτουν αλλά και από προσωπική εμπειρία, κυρίως γνωρίσματα του ψυχισμού τους τα οποία υπήρχαν και στους Αρβανίτες της περιοχής του Γκέρμπεσι και των γύρω χωριών.

Η Besa[1] (πίστη) φέρεται να είναι μία από τις τρεις πατροπαράδοτες αρετές του Αρβανίτη, ενώ η τιμή και ο ανδρισμός είναι οι άλλες δύο. Η παραβίαση της «μπέσας», της προφορικής δηλαδή υπόσχεσης ή συμφωνίας, είναι αδιανόητη για τους αρβανίτες.

Στα Απομνημονεύματα του Φωτάκου, 1858 σελ. 131 αναφέρεται το εξής για τη μπέσα: « Άμα μπήκαν οι χριστιανοί στην Τριπολιτσά (21 Σεπτ. 1821) κάτι Αρβανίτες είχανε κλειστεί στο Σαράι του Πασά  και δεν παραδινότανε. Ζητούσαν τον Κολοκοτρώνη, πούχε δώσει τη μπέσα στους αρχηγούς τους να μη πειραχτούν. Πήγε ο Κολοκοτρώνης, αλλά δεν έτυχε κανένας απ’ αυτούς να τονέ γνωρίζη. Ο Κολοκοτρώνης τους έλεγε: – Μα το θεό, μα τα τέσσερα κιτάπια του θεού (Βαγγέλια), μα τον προφήτη το Χαρσέτ Ισά (Ιησού Χριστό) εγώ είμαι ο Κολοκοτρώνης! Δεν πιστεύετε; Το κρίμα στο λαιμό σας! Δε θα είμαι εγώ που πάτησα τη μπέσα! Ύστερα οι στρατιώτες βάλανε φωτιά και τους κάψανε.»

Τρία φοβερά ελαττώματα των Αρβανιτών αναφέρονται: 1) Η ισχυρογνωμοσύνη: το πιο γνωστό ελάττωμα του Αρβανίτη η ξεροκεφαλιά ή ισχυρογνωμοσύνη, το πείσμα του. Είναι γνωστή η φράση: «Αρβανίτικο κεφάλι» που σημαίνει «αγύριστο κεφάλι», αλλά και το ανέκδοτο που αναφέρει ότι ένας αρβανίτης που δεν ήθελε το καρφί που κάρφωνε ένας άλλος να «βγει» στο πίσω μέρος του τοίχου και γι’ αυτό εκεί έβαλε «κόντρα» το κεφάλι του! 2) Η διχόνοια και οι εσωφυλετικές συγκρούσεις. γ) Η καχυποψία και η δυσπιστία των Αρβανιτών. Τα δύο τελευταία στοιχεία θα τα συνόψιζα στη λέξη: Συμφεροντολόγοι!

Ο Κοσμάς ο Θεσπρωτός στα χειρόγραφά του που εκδόθηκαν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών – Ιωάννινα 1964, γράφει για τους Αλβανούς, Τόσκες, Κολωνιάτες, Γκέκηδες: «Ο Λιάπης πάντοτε είναι λωποδύτης, τοιχωρύχος και κλέπτης αξιόλογος μάλιστα της νυκτός, επειδή είναι γυμνασμένος εξαίρετα παιδιόθεν εις αυτήν την επιστήμην. Ενίοτε αψηφά την ζωήν του φονευόμενος εις την κλοπήν δια ένα πρόβατον ή ένα ερίφιον. Ο Τόσκας είναι φιλόκαλος και εις τους πολέμους άφοβος και καρτερικός και αφού πιάσει μίαν θέσιν ή πύργον ή περιτείχισμα ή φρούριον, δύσκολα τον αποκρούεις, Εκεί αποθνήσκει. Ο Κολωνιάτης είναι ενεδρευτής. Ενεδρεύει εις τας ερήμους οδούς, δάση και δύσβατους τόπους, ληστεύει και απογυμνεί τους οδοιπόρους την ημέραν φονεύοντάς τους, αν τω αντισταθώσιν. Ο Ιλλυριός (Γκέκας) εις τον πόλεμον κατά πρώτον είναι ορμητικός με αλαλαγμόν και απροφύλακτος, πλήν ότε εύρει ανθίστασιν γενναίαν κλονείται, ατακτεί και στρέφει τα νώτα προς τον πολέμιον και φεύγει…»

Οι Γκέκηδες ήσαν πιο άγριοι από τους Τόσκηδες που ήσαν και πιο έξυπνοι.

Οι πρώτοι Αρβανίτες που ξέφυγαν από παλιές παραδόσεις και υπέστησαν τις αλλοιώσεις του χαρακτήρα τους είναι οι Αρβανίτες της Αττικής και της Αχαΐας[2].

Σ’ αυτό το χωριό (Γκέρμπεσι), όπως και σε άλλα αρβανιτοχώρια δεν ήσαν όλοι Αρβανίτες, ούτε και όλοι μιλούσαν τα Αρβανίτικα Με την πάροδο δε του χρόνου οι νεώτεροι δεν μιλούσαν καθόλου. «Έτσι στην πραγματικότητα και τα λεγόμενα Αρβανιτοχώρια … του Παναχαϊκού, Πελοποννήσου, Κεφαλληνίας κ. α. έξω του Ελλαδικού χώρου, όπως το Αρβανιτοχώρι του Μ. Τυρνόβου Βουλγαρίας (του οποίου οι κάτοικοι στα τέλη του περασμένου αιώνα ανερχόμενοι σε 3.000 όλοι μιλούσαν ελληνικά) λ. χ. απετελούντο – παρά το όνομά τους – από ελληνόφωνους, αλβανόφωνους και βλαχόφωνους χριστιανούς ορθόδοξους με κοινή καθημερινή γλώσσα την ελληνική, που κυριαρχούσε παντού. Συνέβαινε δε τούτο, γιατί πλεόναζε το ελληνόφωνο στοιχείο…»[3]

Οι αλβανόφωνοι έποικοι εγκαταστάθηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνόφωνο πληθυσμό ο οποίος καθώς φαίνεται, παρ’ ότι μπορεί να ήταν ολιγάριθμος μετά τις επιδρομές ξένων φύλλων και καταχτητών (Φράγκοι, Καταλανοί κ.λ.π.), δεν επέτρεψε να γίνει πραγματικότητα  η ύποπτη προσπάθεια επιβολής και επικράτησης της Αλβανικής γλώσσας ή μάλλον των Αλβανικών ιδιωμάτων που μεταδιδόντουσαν  από γενιά σε γενιά, γιατί γλώσσα δομημένη πραγματικά δεν υπήρχε[4]. (Η προσπάθεια διάδοσης της Αλβανικής σε ελληνικούς πληθυσμούς είναι γενικότερο φαινόμενο στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Οφείλεται εκτός των άλλων και στα προνόμια – απαλλαγή από φορολογία κ.λ.π. – που παρείχαν οι Τούρκοι καταχτητές στο Αλβανόφωνο στοιχείο, το οποίο είχε επιφορτιστεί με το καθήκον της φύλαξης περασμάτων – δερβενίων – ).

Σύμφωνα με τον Δημ. Π. Δημόπουλο: Η καταγωγή των Ελλήνων-Εκδόσεις: Ελεύθερη Σκέψη – Αθήνα 2002. «…Η πρόσφατη όμως έρευνα του Θ. Πίτσιου (Πίτσιος Θ. Κ. : Ανθρωπολογική μελέτη του πληθυσμού της Πελοποννήσου, 1978) στην Πελοπόννησο επιβεβαίωσε ότι οι εκεί αρβανίτες, όχι μόνο δεν είναι φυλετικώς διναρικοί (το διναρικό φύλλο κατελάμβανε την Βόρειο Βαλκανική και μέρος της Κεντρικής Ευρώπης), άλλ’ ότι είναι πολύ «μεσογειακώτεροι» κι απ’ τους Έλληνες της Ηπείρου. Έτσι π.χ. το ύψος της μύτης των Αρβανιτών είναι γύρω στα 53,5, των Ηπειρωτών περίπου 55,5, ενώ των Βορειοαλβανών, κατά την έρευνα Κουν, υπερβαίνει τα 58 χιλ. Επίσης το πλάτος του σαγονιού, που στους διναρικούς είναι μικρό, δίνοντάς τους μορφή τριγωνικού προσώπου (στους Γκέκες μόλις 107,7), στους Αρβανίτες υπερβαίνει τα 110 χιλ. όσο δηλαδή έχουν και οι λοιποί Πελοποννήσιοι – οι Ηπειρώτες έχουν 109 περίπου. Αλλά και η ορθομετωπία, που είναι γνήσιο χαρακτηριστικό της λεπτοφυούς Μεσογειακής φυλής, απαντάται μεταξύ των Αρβανιτών σε ποσοστό 90%, όσο δηλαδή και στους λοιπούς Πελοποννησίους, ενώ στους Γκέκες σε ποσοστό κάτω του 40%. Αυτά και άλλα στοιχεία πείθουν ότι «δεν διαφέρουν οι Αρβανίτες από τους Έλληνες των γειτονικών τους χωριών». Γι’ αυτό και οι Φράγκοι δεν τους διέκριναν ούτε από τους λοιπούς Έλληνες.»

Οι μεγαλύτερες ομάδες συγγένειας στα αρβανιτοχώρια, είναι οι φάρες (φάρετε). Κάθε φάρα ανάλογα με το μέγεθός της διαιρείται στα σόγια. Ένα σόι περιλαμβάνει συνήθως από 5-7 γενεές. Ένα σόι διαιρείται σε οικογένειες. Η σημαντική ομάδα συγγένειας είναι το σόι.[5]  Λένε ότι ο γάμος επιτρέπεται μετά από τρία σόγια ή τρεις «γενιές» (γκενεέ). Η απαγόρευση του γάμου ως τον 7ο βαθμό αποτελεί εκκλησιαστικό κανόνα, αλλά εδώ επεκτείνεται ένα βαθμό πιο πέρα ως τον 8οβαθμό συγγένειας (τρίτα ξαδέλφια). Λένε: Τρίτα δεν παίρνονται, τέταρτα πάρτα και πέτατα.

(Από το βιβλίο μου: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες).
==============================================


[1] Γ. Γκίκα: Οι Αρβανίτες και το Αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα  (1978).

[2] Αρ. Κόλλια: ως άνω.

[3] Σπύρου Στούπη :ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΙ – ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ (Εκδόσεις: Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Ερευνών Ιωάννινα 1976)

[4] Η σύγχρονη αλβανική γλώσσα είναι μείγμα λέξεων λατινικών, σλαβικών, τούρκικων αλλά και ιλλυρικών. (Δημ. Π. Δημόπουλος:  Η καταγωγή των Ελλήνων-Εκδόσεις: Ελεύθερη Σκέψη – Αθήνα 2002).

[5] Ο όρος είναι Τούρκικος. Η λέξη σόι έχει μογγολική προέλευση και η πρώτη της σημασία είναι «κόκαλο». Το κόκαλο (σόι) στους λαούς αυτούς συμβόλιζε την ανδροπλευρική συγγένεια και πατρογραμμική καταγωγή, σ’ αντίθεση με τη λέξη «κρέας» που συμβολίζει την γυναικοπλευρική συγγένεια.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα, Ιστορία and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Αρβανίτικα γνωρίσματα.

  1. Ο/Η Vicki Gekas λέει:

    I like to thank you for giving me my family history. Its been very helpfull.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s