Λεξιλόγιο (μέρος Α΄).

 

                                              ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ  (μέρος 1ο).


Oι λέξεις που ακολουθούν αλλά ίσως και άλλες λέξεις, που δεν περιήλθαν σε γνώση μου ώστε να τις συμπεριλάβω στο παρόν Λεξιλόγιο, ομιλούνται πέραν του Γκέρμπεσι και σε άλλα μέρη της ευρύτερης επαρχίας Καλαβρύτων ή και της Ελλάδας ακόμη, παρατίθενται όμως εδώ αφ’ ενός για να τις θυμηθούμε – όσες έχουν ξεχαστεί – αφ’ ετέρου γιατί κατά τη γνώμη μου αποτελούν στοιχείο σχηματισμού πληρέστερης εικόνας του τόπου, για τον αναγνώστη.

(Οι επεξηγήσεις των αριθμών σε παρένθεση παρατίθενται στο τέλος του Λεξιλογίου. Όπου δεν υπάρχει αριθμός, η επεξήγηση δόθηκε με βάση τη σημασία της λέξης ή της πρότασης ή της φράσης, όπως έχει περιέλθει σε γνώση μας στην περιοχή του Γκέρμπεσι).

Α.

Αβανιά, η =δημ (Ιταλ.) 1) βλάβη, ζημία, 2) διαβολή συκοφαντία, κακολογία, 3) στεναχώρια, συμφορά, ζημιά, κακοτυχία, περιπέτεια : με βρήκαν πολλές αβανιές(1).

Αβάρετος, ο: εύχρ. μόνο στη βράση: «αβάρετος ο ήλιος» (=προ της ανατολής του ηλίου) (Π. Παπαζ.).

Αβγατίζω κ΄ αυγατίζω = κάμνω κάτι να αυξηθεί, επαυξάνω: αβγάτισε το βιός του (1)

Αβδέλλα ή και κλαπάτσα , η = ασθένεια κατά την οποία το πρόβατο ή η γίδα «κατεβάζει» λίγο γάλα, «κόβονται» τα πόδια της. Μία φουσκάλα δημιουργείται κάτω από το σαγόνι τους, βαθουλώνουν τα μάτια τους και στον βολβό παρατηρούνται κίτρινες γραμμές.

Αβέρτα = (επίρρ.), δημ (Ιταλ.) 1)ελεύθερα, ανεμπόδιστα: μπαίνει στο σπίτι αβέρτα 2) με παρρησία, απροκάλυπτα: του τα είπε αβέρτα.  Αβέρτικα: ελεύθερα, αφύλακτα. (1). (Λατ. apertas).

Αγγαρεία, η: (και αγγάρεια), η άνευ μισθού εργασία, η δια βίας επιβαλλομένη. «Δουλεύει σαν να είναι αγγαρεία», «το κάνει αγγαρεία» (Π. Παπαζ.).

Αγγειό, το = μαγειρικό ή άλλο σκεύος, ή δοχείο πήλινο ή και χάλκινο η λέξη συν. στον πληθυντικό: τα αγγειά της κουζίνας, τ’ αγγειά για το γάλα. (1)

Αγιωργιάτης, ο: αρνί που τρέφεται επιμελώς από τους ποιμένες για να θυσιασθεί την ημέρα του Αγ. Γεωργίου. «Παρατηρείται κατά κακήν βέβαια συνήθειαν, και πρόληψιν ολεθρίαν πολλάκις αποβάσαν, προσεκτικώς μετά την όπτησιν και την γεύσιν του κρέατος η δεξιά ωμοπλάτη του θύματος τούτου, ως προερμηνεύουσα δήθεν μέλλουσαν ευτυχίαν ή δυστυχίαν της οικογενείας, ήτις τον έθυσεν. Έτι δε ότι παριστά καθόλου την κινητήν ουσίαν (τα χρήματα) του οικοδεσπότου, λείψανον και τούτο παρά των αρχαίων Ελλήνων εχόντων την οστεομαντείαν, καταδικαζομένην ορθώς υπό του χριστιανισμού» (Π. Παπαζαφ.).

Αγκαθιά, η: η μικρά αχράς, ήτις Γκορτσιά λέγεται όταν ηλικιωθεί (Π. Παπαζαφ.).

Αγκελώνω = Αγκυλώνω, κάνω κάτι αγκύλο, κυρτώνω, τρυπώ με αγκύλη ή με άλλο αιχμηρό αντικείμενο (αγκύλι=αγκάθι, κεντρί). (4)

Αγκούσα, η = δυσφορία, κυρίως λόγω ζέστης: μου ήρθε αγκούσα. Στεναχώρια, δύσπνοια.

Αγκρουμάζομαι: και αφρουγκάζομαι = ακροάομαι, αφ’ ού και παρέφθαρται (Π. Παπαζαφ.).

Αγναντεύω: ρ. αμετ. θεώμαι, ορώ μακρόθεν και από περιόπτου τόπου (Π. Παπαζαφ.).

Αγνάντιο ή αγνάντια (επίρρ.) = απέναντι: Βγές αγνάντιο να σε δώ. Αγνάντιος τόπος: περίοπτος τόπος.

Αγουριέται = σκούζει κλαψιάρικα το σκυλί. (2)

Αγροικάω κ΄ γροικάω κ΄ γροικώ = εννοώ, καταλαβαίνω, νοιώθω : δεν αγροικάς τίποτα, δεν αγροικάς τι σου γίνεται. (1), Αλλά και: 1) αισθάνομαι, ακούω (επί κοιμωμένου). «Τόση ώρα σε φωνάζω και δεν αγροικάς». 2) υπακούω, πείθομαι. «Όσα του είπα, δεν τ’ αγροίκησε» (Π. Παπαζαφ.).

Αδειά, η: ευκαιρία. «δεν έχω αδειά =δεν μπορώ τώρα». «Δεν αδειάζω τώρα=δεν ευκαιρώ, δεν μπορώ τώρα» (Π. Ππαζαφ.).

Αδρασκελάω: διασκελίζω, διαβαίνω. Και το αντίθετο: ξεδρασκελάω. Αδρασκελιά=ο διασκελισμός. Λαμβάνεται και ως μέτρον εκτάσεως (Π. Ππαζαφ.).

Αερικό, το: νεράίδες, πνεύματα πονηρά, επιβλαβή (Π. Παπαζαφ.).

Αζάτικος, η, ο: ανεπιτήρητος, άτακτος, απεριόριστος, απειθής. Αζάτος κατά Κοραήν. Άτακ. τόμ. Α΄ σελ. 7 (Π. Παπαζαφ.).

Αθέρας, ο = 1) η ακμή μαχαιριού ή ξυραφιού 2) ότι εκλεκτό ή εξαίρετο, (άλλως ο αφρός) από ένα σύνολο: διάλεξε και πήρε τον αθέρα. 3)επί προσώπων: οι εκλεκτοί, οι άριστοι: ξενιτεύτηκε ο αθέρας των παλικαριών του χωριού. (1)

Ακούει νερό (το χωράφι, ο τόπος) = είναι υγρό, έχει πολλή υγρασία, πιθανόν να έχει μεγάλη υγρασία και υπόγεια νερά οπότε λέμε ότι ομπρίζει.

Ακοπάνιγος: ή ακοπάνιστος, αυτός που δεν έχει κοπανιστεί (κτυπηθεί) με τον κόπανο.

Ακουμπάω: στηρίζομαι κάπου, «Ακούμπησε στο ραβδί του και κοίταζε τα πρόβατά του». Αλλά και αγγίζω κάτι (μην το ακουμπάς= μην τ’ αγγίζεις)

Ακουμπέτι, επίρρ. = επιτέλους. (2) Ντε και καλά.

Αλαίμαργος: ο λαίμαργος.

Αλαιμαργίλα: η λαιμαργία.

Αλάμ-ταρλάμ: έκφραση που σημαίνει ατάκτως, όπως νάναι, φύρδην μίγδην. «επί επίπλων εν αταξία όντων και μεταφ. επί παρεπίπτοντος σκανδάλου» (Π. Ππαζαφ.).

Αλλάργα: μακρυά, αλλαργηνός: ο ευρισκόμενος πολύ μακρυά. Αλλαργεύω=απομακρύνομαι (Π. Παπαζαφ.).

Αλαφροΐσκιωτος, η, ο = ο έχων την ιδιότητα να βλέπει φαντάσματα, αερικά (κατά την λαϊκή δεισιδαιμονία). (1)

Αλεστικά, τα = η δαπάνη της αλέσεως, η αμοιβή για το άλεσμα: εμπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε. (1)

Αλισίβα, η: δημ. Ιταλ. το μετά τέφρας ξυλανθράκων (καρβουνόσταχτης) βρασμένο θερμό ύδωρ, το εν συνήθει χρήσει δια πρώτην πλύσιν ακαθάρτων μαγειρικών σκευών κ.λ. ή το δι’ ού αποσταζομένου μέσον πυκνού υφάματος περιχύνονται στοιβαγμένα (μπουγαδιασμένα) μετά πρώτην αυτών πλύσιν βαμβακερά ή λινά ενδύματα, ασπρόρουχα κ.λ. (1).

Αλογοσούρτης, ο: ζωοκλέπτης. «Οι αλογοσούρτες είναι κάποτε συντρόφοι με τους δημάρχους» (Π. Παπαζαφ.).

Αλπού, η = 1) αλεπού, 2) ροδίτης (ποικιλία σταφυλιού) (2)

Αμάραντος, ο = Είδος φυτού του οποίου τα άνθη, ενώ ξηραίνονται, διατηρούν το σχήμα και το χρώμα τους. (4)

Αμολάω: και απολάω=απολύω, απαλάσσω, χαλαρόνω. «Αμόλα το σκοινί, μην το κρατείς» (Π. Παπαζαφ.).

Αμολόητος, η, ο ή αμολόγητος, η, ο = ο ανομολόγητος, αυτός που δεν μολογιέται, ο άρρητος, ο ενεκδιήγητος, ο αδιήγητος: αμολόητα είναι τα όργια που κάνει. Επίρρ.: αμολόητα και αμολόγητα (1).  Λέγεται και η έκφραση: Έφυγε, έγινε αμολόητος: έφυγε τρέχοντας και δενπρόλαβε να τον δεί κανείς καλά – καλά, έγινε άφαντος.

Αμπάρα, η: μοχλός, ξύλον δρύϊνον τετράγωνον μήκους 2-3 πήχ. και πάχ. ο,15 χρησιμεύον εις το να κλείηται έσωθεν ασφαλώς η θύρα. Σημ. όπισθεν των θυρωμάτων παρά τοις ορθοστάταις κατεσκευάζετο επί τουρκοκρατίαςς ή και πρότερον τετράγωνος οπή ευρυχωροτέρα ολίγον της αμπάρας, χωρούσα κατά μήκος του τοίχου και εκτεινομένη όσον τομήκος ταύτης. Εντός ούν της οπής ετίθετο η αμπάρα και συρομένη εν καιρώ οριζοντίως υπεστήριζεν όπισθεν κατά το μέσον τα κλείόμενα θυρώματα (Π. Παπαζαφ.). Αμπαρώνω=βάζω την αμπάρα, ασφαλίζω την πόρτα.

Αμποδάω = εμποδίζω. (4)

Άμπουλας, ο = αυλάκι, μεγάλη πηγή. (2)

Αμπράζης: ανεπιτήδειος τεχνίτης, χειρωνάκτης χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες στην τέχνη του. Αμπράζικος, ο, η, το = ακατάστατος, κακοφτιαγμένος, άτσαλος.

Αμωρύλλα, η = κουταμάρα, μωρία. (1). Αλλά και ραθυμία, οκνηρία (Π. Παπαζαφ.).

Αναγούλα, η: ναυτίαση, Λέξη νοθογενής (άνω-gola=ο λάρυγξ) (Π. Παπαζαφ.).

Ανακαψίλα ή και ανακαϊλα, η = καούρα, κάψιμο του στομάχου.

Ανάμα, το: ο οίνος προς τέλεση της θείας λειτουργίας.

Αναμπουμπούλα, η: ανησυχία, ταραχή, αναστάτωση.

Αναπιάνω = ρίχνω προζύμι κατά την Παρασκευή του ψωμιού. (2)

Ανασταίνω = 1) ανατρέφω μικρόν, παρέχω τα μέσα εις μικρόν ή νεογνό έως ότου ενηλικιωθεί, παιδοκομώ: ανασταίνει τα παιδιά του με βάσανα.  2) ευφραίνω, θέλγω: αυτή η μυρωδιά ανασταίνει.

Αναφέρνω = αναπνέω δύσκολα, λαχανιάζω.

Αναχαράζω: μηρυκάζω, αναμασάω, ξαναμασάω (επί ζώων).

Ανεβατό, το = το ένζυμο, το φουσκωτό ψωμί–το αντίθετο: λειψό, άζυμο. (1)

Ανέκοπα: χωρίς κόπο.

Ανεμούρα, η = ξαφνικός άνεμος (μερικές φορές με βροχή).

Ανερώτηγα: χωρίς ερώτηση ή άδεια από ανώτερο. «Έφυγε ανερώτηγα» (Π. Παπαζαφ.).

Ανήμερα, επίρρ. = κατά την διάρκεια της ημέρας, αυθημερόν: Ανήμερα την Λαμπρή, πήγαμε και ήρθαμε ανήμερα. (1)

Ανυδρία: έλλειψη βροχής, ξηρασία.

Αντιπροψές = αντιπροχθές (αντί+προ+ψες). (4)

Αξάϊ, το = αλεστικό δικαίωμα. (2)

Αξεσυνέριγα: επίρ. και αξεσυνέριστα= χωρίς πολλή έρευνα, ειλικρινά, απαθώς, αδιαφόρως «Εμείς τα πάμε αξεσυνέριγα» (Π. Παπαζαφ.).

Απάγγιος, α, ο ή απάγγειος, α, ο ή απάγκειος, α, ο = υπήνεμος, απρόσβλητος υπό ανέμου, βροχής ψύχους: απάγγια μεριά,  ή κάθισα απάγκειο. (1)

Απανωγόμι, το = το φορτωμένο επί τινος (ζώου) φορτίο, φόρτωμα (1), φορτίο στο μέσον του σαμαριού. (2)

Απαρατάω, ή απαρατώ = αφήνω, εγκαταλείπω: τον απαράτησε για άλλον. Απαρά τα το και φεύγα. Δεν απαρατιέμαι από τα χωράφια μου

Απέκης, ο =(προσωνυμία από τους κατοίκους της Αχαΐας) ο Στερεολαδίτης. (Σήμερα δεν ακούγεται η έκφραση αυτή).

Απέριωρα, τα = μετά τα μεσάνυχτα. (2) και απάριωρα=πριν λαλήσει ο κόκορας.

Απλάδα, η: (και απλάδι), ύφασμα για στρώμα, αλλά και κουβέρτα. «Ρίξε μου μια απλάδα, κάνει κρύο».

Απόβροχα: αμέσως μετά τη βροχή.

Αποκαμάρα, η = κατάπτωση δυνάμεων, αβουλία, νάρκη. (3)

Αποκόβω: απογαλακτίζω το παιδί που θηλάζει ή ότι θηλάζει. Γενικά ξεκόβω.

Αποκούμπι: (Λατ.), καταφύγιο, άσυλο, το μέρος όπου ακουμπώ και ζητώ στήριξη.

Απολογιέμαι: απαντάω σε φωνή που με καλεί.

Αποπαίρνω: μαλώνω κάποιον για κάτι που έκανε ή είπε. «Μην το αποπαίρνεις το παιδί».

Απόσκιο, το: τόπος σκιερός, εκεί που δεν έχει ήλιο αυτή την ώρα.

Αποσταίνω: κουράζομαι

Άρατος (έγινε) = εξαφανίστηκε. Άρρατος=άφαντος.

Άραχλος: επίθ. οικτρός, άθλιος. «Μαύρος και άραχλος».

Άραχλος, ο, η το = ο δυστυχής.

Αρβάλι, το = κινητή, ιδίως μεταλλική λαβή λέβητος, πιαστήρι. (1)

Αριολόϊ ή και αργιολόϊ, το = κόσκινο με το οποίο ξεχωρίζονται τα ξένα σώματα από τα Δημητριακά. (5)  

Αρμακάς, ο = σωρός λίθων. (1)

Αρμάρι ή αρμάριον, το = (Ιταλ.) ιματιοθήκη, ντουλάπα, ντουλάπι. (1)

Αρούκατος, ο = ασυμάζευτος. (3)

Αρταίνουμαι = παραβαίνω θρησκευτική νηστεία (1)

Αρταίνω = δίνω να φάγουν απαγορευμένη (όχι νηστίσιμη) τροφή σε ημέρα νηστείας: τον άρτυσα με λίγο κοκορέτσι. (1), αλλά και καρυκεύω.

Αρτσίδι: μούσκεμα. Μ’ έπιασε η βροχή και γίνηκα αρτσίδι. (5)  

Ασίκης, ο = (Τούρκ.: acik) εραστής , υποψήφιο μέλος του τάγματος των  Μπεκτασήδων. (Χαλίλ Ιναλτζίκ: Η Οθωμανική Αυτοκρατορία-Εκδ. Αλεξάνδρεια) και μεταφορικά ο εύσωμος, ο θελκτικός, ο έχων αξιέραστον εμφάνισιν. (1)

Ασκέρι, το = (Τουρκ.: asker) το σώμα στρατού. (6)

Αστούμπηγος ή αστούμπηχτος, ο, η το = αχτύπητος, ασυμπίεστος, άλιωτος.

Αστάρι, το = (Τούρκ.) η φόδρα, μεσωπάνι. (1)

Αστράχα ή αστρέχα, η = ομεταξύ της στέγης και της κορυφής του τοίχου, επί του οποίου αυτή στηρίζεται, κενό διάστημα, το εξέχον του τοίχου άκρον της στέγης, το γείσον. (1)

Ασύδοτος: επίθ. ο αφορολόγητος, ο ατελής (Π. Παπαζαφ.). αλλά και ο χωρίς περιορισμό, χωρίς πειθαρχία.

Αυγατάω, ή αυγατίζω = αυξάνω. (4)

Αφαλαρίδα, η = αγκαθωτό φυτό. (2)

Αφαλόκομμα, το = το κόψιμο του ομφάλιου λώρου.

Άφτουρος, ο,η,το = ο σπάταλος, ο απερίσκεπτος στα έξοδα. Ο ανίκανος γενικά. (5). Αυτός που τελειώνει γρήγορα.

Αφτούρηγος, ο, η, το = αυτός που δεν φτουράει, που δεν φτάνει, που δεν επαρκεί.

Άφτρα, η = ασθένεια των μωρών, αναγνωρίζεται από το άσπρισμα του στόματος και για θεραπεία δίδονται μέλι, μακεδονήσι (=μυρωδάτο φυτό) και σόδα.

Αφύσικος, ο = κακοφτιαγμένος, δύσμορφος: αφύσικος άνθρωπος. (1)

Αφώτιγα (επίρρ.) = πριν φωτίσει.

Αχαΐρευτος, η, ο = (Τουρκ.) ο άνευ προκοπής ή προόδου, που δεν έχει χαίρι, ο απρόκοπος: αυτός ο αχαΐρευτος να πάει μπροστά; (1)

Αχόρταγος, η, ο = ο μη δυνάμενος να κορεσθεί, που δεν χορταίνει, ο ανεχόρταγος. (1)

Αχουγιάζω ή χουγιάζω = 1) εκβάλλω κραυγάς: μην αχουγιάζεις έτσι 2) φωνάζω προς τινα επιτιμητικώς δια να φύγει, εκδιώκω δια κραυγών ή ύβρεων: τον αχούγιαξα και γίνηκε άφαντος 3) επιπλήττω σκαιώς, αποπαίρνω: μην αχουγιάζεις έτσι το παιδί. (1)

Αχρόνιαγος: επίθ., αυτός που δεν έκλεισε χρόνο.

Άχτι, το = 1) διακαής πόθος, σφοδρά επιθυμία: το είχε άχτι να παντρέψει το γιο του, (1) 2) βγάνω το άχτι μου = εκδικούμαι, του έχω αχτι = του έχω μανία, διάκειμαι δυσμενώς.

Άταρο, το = το γεννηθέν πρόωρα, αλλά και το καχεκτικό παιδί. (3)

 Β.

Βαρβάτος (νοικοκύρης) = ο έχων μεγάλην περιουσία (αλλά και υπόληψιν).

Βαρθάκλια, τα = βατράχια (2)

Βαρικό, το = έλος, τέλμα, βούρκος.  (1)  Βαρικό χωράφι = χωράφι με πολλά νερά.

Βαρικός, ο = ο συγκρατών υγρασία, ο υγρός. (1)

Βασταγούρι, το = όνος, το γαϊδούρι, το γομάρι. (1)

Βατοκόπα (ι), η (το) = εργαλείο όπως η κλαδευτήρα αλλά με λεπτό μακρύ χερούλι, για το κόψιμο των βάτων.

Βελάνι, το = ο καρπός της δρυός και του πρίνου, της βελανιδιάς. (1)

Βελανίδι, το = ο καρπός της δρυός και του πρίνου, της βελανιδιάς. (1)

Βελέσι, το, ή βελεσάκι = γυναικείο εσωτερικό ένδυμα από μαλλί, βαμβάκι ή μετάξι, το μεσοφόρι ή το μεσοφούστανο. Προέρχεται από το βενετ. Valessia. (4)

Βεργάδα, η = η ενός έτους κατσίκα, βετούλα.

Βεργάδι, το = το ενός έτους ερίφιο, βετούλι. (1)

Βερεβά, (επίρρ.) = λοξά, πλάγια.

Βετούλα, η = η ενός έτους κατσίκα, βεργάδα.

Βετούλι, το = το ενός έτους ερίφιο, βεργάδι.

Βιλαέτι, το = (Τούρκ.: vilayet) περιφέρεια, νομός, διοικητική περιφέρεια.(6)

Βιτσιά, η = ραβδισμός. (6)

Βολά, η = φορά: μια βολά (μια φορά) κι έναν καιρό. (1)

Βορός, ο = το ποιμνιοστάσιο, κυρίως ο περίφρακτος τόπος εις τον οποίον διανυκτερεύουν τα ζώα: νάχω από πάλιουρα βορό και στρούγκα από ροδάμι. (1)

Βουκέντρα, η = μακρά ράβδος, απολήγουσα εις σιδηράν ακίδα δια της οποίας κεντώνται οι εζευμένοι βόες ή αγελάδες. (1)

Βουτσί, το = βυτίο, βαρέλι, βαγένι. (1)

Βραστογαλιά, η = βραστό γάλα. (2)

 Γ.

Γαβάθα,η = ξύλινο ή πήλινο αγγείο στο οποίο παρατίθεται φαγητό, τσανάκα: μια γαβάθα πίτουρα. (1)

Γαζέπι, το = βρωμιά, απλησιά.

Γαλάρι, το = μαντρί. (2)

Γανιάζω = 1) διψάω πολύ: εγάνιασ(ξ)α για λιγάκι νερό 2) ταλαιπωρούμαι, υποβάλλομαι σε πολλούς κόπους: εγάνιασα ως που να βρώ το σπίτι 3) επί χαλκίνων σκευών: καλύπτομαι από οξείδωση, σκουριάζω: τέντζερης γανιασμένος 4) μαυρίζω, μελανιάζω: γάνιασε το παιδί στο κλάμα. (1) 

Γάρις ή γαρς, επίρρ. = μήπως. (2)

Γεργά – γεργά = σιγά – σιγά. (2)

Γεροκομάω ή γεροκομώ = περιποιούμαι κάποιον γέροντα ή κατά το γήρας αυτού: δεν έχει ο έρημος κανέναν να τον γεροκομήσει. (1)

Γιατάκι, το = (Τούρκ.: yatak) θέση διανυχτέρευσης. (6)

Γιδιά, η = 1) δέρμα γίδας ή τράγου 2) ασκός εκ δέρματος γίδας για την μεταφορά ή φύλαξη υγρών, τυρού κ.λ. (1)

Γιόμα, το = το μεσημέρι: το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ’ απόβραδο η τρυγόνα. (1)

Γιούκος, ο = το σύνολο των κλινοσκεπασμάτων, υφαντών κ.λ. ρούχων τα οποία έχουν τακτοποιηθεί σε ορθογώνιο σχήμα και έχουν τοποθετηθεί στη γωνία του δωματίου ή σε ειδικό ερμάριο: βάλε κι αυτή την κουβέρτα στο γιούκο,  – έχει έτοιμο το γιούκο της (προίκα της). (1)

Γιούργια, η = έφοδος γιουρούσι: έκαμε γιούργια για να τσακώσει το φονιά. (1)

Γιουρούσι, το = (Τούρκ.: yuruyus) έφοδος, επίθεση, εφόρμηση. (1)

Γκαλντερίμι, το = (Τουρκ.: Kaldirim) δρόμος λθόστρωτος. (6)

Γκαργκανιάζω = ξεραίνομαι. Το ψωμί είναι γκαργκανιασμένο.

Γκιόσα, η = η γίδα η μαύρη με τα άσπρα γαϊτανάδια στα μούτρα.

Γκλάβα, η = (Σλαβ.) σκωπτικώς η κεφαλή, ο νούς – δεν κόβει η γκλάβα του ή δεν παίρνει η γκλάβα του (δεν αντιλαμβάνεται εύκολα). (1)

Γκράς, ο = είδος παλαιού τουφεκιού, από το όνομα του εφευρέτη Gras. (4)

Γλίνα, η = λάσπη από ειδικό χώμα γκρί ανοιχτού χρώματος, εύπλαστο.

Γουβί, το = λάκκος για φύτεμα δέντρων κ.λ.

Γούρμος, η, ο = ώριμος, μεστωμένος: γούρμο απίδι. (1)

Γούρνα, η = λίθινη λάρνακα ή λεκάνη, το ποτιστήρι, φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στην πέτρα απ’ όπου περνάει το νερό: πάνω σε γούρνας ξέχειλης την άκρη. (1)

Γουρνοπέτσι, το = δέρμα γουρουνιού.

Γουρουνοτσάρουχο, το = τσαρούχι (σανδάλι) από δέρμα γουρουνιού. (1)

Γράνα, η = (Σλαβ.) τάφρος, αυλάκι στενό και σχετικά βαθύ, συνήθως τεχνητό, που χωρίζει αγρό ή αμπέλι από άλλο. Συνώνυμη με το χαντάκι.(1).

Γρέκι, το = 1) πρόχειρο από κλαδιά και θάμνους περίφραγμα των ποιμένων στο οποίο σταυλίζονται αιγοπρόβατα 2) ο καταυλισμός ανθρώπων: κι απάνω στα βουνά, κει πέρα ώσμε τα γρέκια θ’ ανεβούμε 3) κατοικία, οικία: ώρα να τραβάμε για το γρέκι. (1)

Γυρόρχομαι = χρονοτριβώ, είμαι αναποφάσιστος. (1)

 Δ.

Δασιά, τα = πυκνά. (4) Κάτω στα δασιά πλατάνια…

Δαύτος, η, ο = αυτός (μόνο σε εμπρόθετη χρήση, π.χ. πώχω βάσανα για δαύτη, ή και περιφρονητικά για πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις). (4)

Δεμάτι, το = δέσμη από χερόβολα (βλ. λέξη) : και συ κακό χερόβολο και γω κακό δεμάτι.

Δεμένος, η, ο = αυτός που έχει υποστεί δέσιμο (κατάδεσμο), ο μαγεμένος.

Δεμονιά, η ή και θεμονιά = σύνολο από πολλά δεμάτια (στο αλώνι).

Δεμοσιά, η = δημόσιος δρόμος: πήρα τη δεμοσιά.

Δέση (του νερού), η = το μέρος του ποταμού όπου με τεχνητό τρόπο (ξύλινους πασάλους, ξύλα, χώμα και πέτρες) αλλάζει ρούν μέρος του νερού και πηγαίνει στο αυλάκι για πότισμα των χωραφιών, η για το μύλο κ.λ.

Διακονιάρης, ο = ζητιάνος.

Δίπλα (τον πήρε τον ύπνο) = κοιμήθηκε.

Διάσελο, το = μέρος ανοιχτό μεταξύ δύο κορυφών. (2)

Δόλιος, α, ο = ταλαίπωρος, κακότυχος, (ο καημένος). (1)

Δραγάτης, ο = ο αγροφύλακας, ο αμπελοφύλακας.  (1)

Δραπέτσι, το = ξύδι πολύ αψύ (σκληρό).

Δρασκελάω = περνάω από πάνω. (2)

Δρόλαπας, ο ή και δρολάπι, το  = σφοδρός άνεμος συνοδευόμενος από ραγδαία βροχή ή χιονόνερο: νερό μαζί και χιόνι…ένα κακό δρολάπι. (1)

Δροτσίλα, η = μικρή φουσκάλα στο δέρμα γεμάτη υγρό (συνήθως από τον ήλιο, την σκόνη και τον ιδρώτα). (5)

Δρούγα, η = μεγάλο αδράχτι. 

Δρυμόνι, το ή και δριμόνι = μέγα κόσκινο για τον καθαρισμό του σίτου (στο αλώνι). (1)

Ε.

Εδεκεί, επίρρ. = εκεί ακριβώς. (1)

Εδεπά, ή εδωπά, επίρρ. = εδώ ακριβώς. (1)

Εδώθε, και δώθε, και δώθενες, επίρρ. = προς τα εδώ, απ’ εδώ. (1)

Εκείθε, επίρρ. = προς εκείνο το μέρος, προς τα εκεί. (1)

Εμπατή, η = Είσοδος. (2)

Ενί, το = υνί. (εξάρτημα του αλετριού)

Ένταγε τα σκουτιά = να τα τα ρούχα.

Έντονε = νάτο.

Έντος = νάτος.

Ερμαδιακός, ο, η, το = έχει τη σημασία του έρημος, μόνος. Επί ζώων: Τα ερμαδιακά δεν κουνιούνται, δεν κάνουν πέρα.

Ευτούνα = αυτά. (4)

Ευτού = εκεί κοντάσου. (5)  

Εχτέ = εχτές (χθές). (4)

Εψές, κ΄ ψες (οψέ = χθες) επίρρ. = Την εσπέρα της χθες, χθες το βράδυ, χθες αργά. (1)

Ζ.

Ζαγάρι, το = (Αραβ. Sakar) κυνηγετικό σκυλί. (4)

Ζαερές, ο = (Τούρκ.) παντός είδους εφόδιον, προμήθεια. (1)

Ζαλιά, η ή και ζάλα, η = φορτίο ξύλων ή φρυγάνων, όσο βαστάζει κάποιος επί των ώμων του: μια ζάλα ξύλα. (1)

Ζαλώνω = φορτώνω. (1)

Ζάπι, το ή και ζάφτι, το = (Τούρκ.) καταβάλλω, δαμάζω, επιβάλλομαι: μεγάλωσαν τα παιδιά μου και δεν τα κάνω ζάφτι. (1)

Ζέγνω = ζεύω, βάζω τα ζώα στο ζυγό, βάζω να οργώσω.

Ζερβοκουτάλα, η = (μεταφορικά) ο αριστερόχειρας.

Ζεύλα, η = (από την αρχαία λέξη ζεύγλα ή ζεύγλη) επιμήκης ξύλινη λεπτή λωρίδα φάρδους 5 έως 10 πόντους από σφενδάμι, μελιό ή πουρνάρι (για να λυγίζει καθώς ζεσταίνεται στη φωτιά), από την οποία κρεμιέται το κουδούνι, το κύπρο κ.λ.

Ζέχνω = βρωμάω, εκπέμπω δυσοσμία. Βρωμάει και ζέχνει. (5)  

Ζόρι, το = πίεση, βία, καταναγκασμός, αντίστασις: τον βαστάνε με το ζόρι, ή βρήκα ζόρι στο τράβηγμα. (1)

Ζούδια, τα = αγρίμια, άγρια ζώα (τσακάλια, αλεπούδες κ.λ.).

Ζουπάω =πιέζω πατώντας, πατάω και πιέζω.

Ζουρίζομαι = μαραίνομαι, δυσκολεύομαι, πάσχω από μαρασμό.

Ζουρλαίνω = τρελαίνω, μουρλαίνω. (1) Ζουρλή = η τρελή.

Ζύγι, το = νήμα της στάθμης.

Ζυγιά, η = 1) ζεύγος, ζευγάρι 2) επί μουσικών οργάνων: δύο ομοειδή οι παίχτες των οποίων προχωρούν μαζί ως ζεύγος 3) το ζύγισμα. (1)

Ζυγός, ο = το οριζόντια επί του άκρου του αρότρου τοποθετημένο ξύλο στο οποίο ζεύγνυνται τα βόδια. (1)

Ζυγούρι, το = αρνί ή κατσίκι στο δεύτερο έτος της ηλικίας του. (1) Πάντως άνω των έξη μηνών.

Ζωοπανήγυρις, = εμπορική πανήγυρις εις την οποία εκτίθενται ζώα, ιδίως μεγάλα, προ πώληση. (1)

Η.

Ήσαντε = ήσαν.

Θ.

Θειάκω = θειούλα (υποκοριστικό του θεία). (4)

Θέλημα, το = κάτι δανεισμένο (σκεύος, εργαλείο κ.λ. το οποίο λέγεται έτσι κυρίως όταν δεν θέλουμε τρίτα πρόσωπα να μάθουν τι ακριβώς είναι αυτό.

Ι.

Ίγκλα, η = δερμάτινο εξάρτημα του σαμαριού. (2) Ζωστήρας του ζώου για την συγκράτηση του σαμαριού.

Ινάτι ή γινάτι, το = (Τουρκ. inat) πείσμα. (4)  Ινατώνω = πεισμώνω.

Κ.

Καζάντι, το = προκοπή. Καζαντισμένος = προκομμένος.

Καϊλα ή και καήλα, η = 1) καύμα, θέρμη, φλόγωσις, ιδίως του στομάχου 2) μεταφορ. Ψυχικός πόνος 3) καημός. (1)

Κακαρέντζα, η = κοπριά προβάτου, γιδιού.

Καλαμπαλίκια, τα = όρχεις.

Κάλιεσα ή κάλεσα, η = πρόβατο λευκό που έχει μελανές γραμμές γύρω στα ρουθούνια και στα μάτια. (6)

Καλιγώνω = προσαρτώ πέταλο επί της οπλής του υποζυγίου, πεταλώνω: νύχτα σελώνει τα’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει, και επί ευφυέστατων ανθρώπων, πονηρών, κατεργάρηδων: καλιγώνει τον ψύλλο. (1)

Καλμάρω = καθησυχάζω. (1)

Κάλφας, ο = (Τούρκ.: kalfa) βοηθός τεχνίτη. (6)

Καματερός, η, ο = ο ανήκων ή αναφερόμενος σε κοπιώδη γεωργικήν εργασία: καματερό βόδι (το κατάλληλο να σύρει άροτρο βόδι). (1)

Καματεύω = οργώνω την γη με άροτρο, εργάζομαι στον αγρό. (1)

Κάμποσος, ο = αρκετός. (3)

Κάνε (επίρρ.) = τότε: δικόσου είναι; Αλλά τίνους είναι κάνε; Βέβαια δικόμου!

Καραμάνικο, το (πρόβατο) = αυτό που έχει μικρή ουρά ή δεν έχει καθόλου.

Καργάρω = παραγεμίζω.

Καπότα, η = η κάπα του βοσκού από μαλλί γίδας (από κοζιά) (ή χονδρός μάλλινος επενδύτης των χωρικών εκ τριχών αιγός ή εξ ερίου μετά καλύμματος της κεφαλής. (1))  Καποτάδες ελέγοντο οι κατασκευαστές και έμποροι αυτών των επενδυτών.

Καρδάρια, τα = ξύλινα δοχεία, μέσα στα οποία έβαζαν το γάλα, όταν άρμεγαν τα γιδοπρόβατα. (4)

Καρσί, επίρρ. = (Τουρκ.) έναντι, απέναντι, αντίκρυ. (1)

Καρτεράω, καρτερώ = περιμένω.

Κασίδα, η = (Ιταλ.) νόσος πτώσεως τριχών, τριχόπτωση. (1)

Κατακάθι, το = υποστάθμη, το ευρισκόμενο στον πάτο. (1)

Κατάπλασμα, το = θεραπευτικό επίθεμα, έμπλαστρο. (1)

Κατεβασιά, η = αθρόα ροή υδάτων ποταμού ή ρέματος. (1)

Κατρούτσο, το = ένα κατοστάρι κρασί, το ¼ της οκάς. (5)

Κάτσενα, η = (άσπρη) η προβατίνα πούχει τα μούτρα κόκκινα.

Κατσικαδερό, το = δέρμα κατσικιού, αλλά και περιπαιχτικά: το ορεσίβιο και άτροπο άτομο. Τι κατσικαδερό είναι τούτος, ρε;

Κατσικώθηκε = πείσμωσε.

Κατσιφάρα, η = καταχνιά, ομίχλη

Κατσούλα, η = καλύπτρα κωνική της κεφαλής που αποτελεί μέρος του παλτού ή της κάπας, κουκούλα. (1)

Κατσουλάει ή κατσουλίζει (το παιδί) = μπουσουλίζει: Το παιδί πάει κατσουλώντας ακόμη (δεν περπάτησε ακόμη).

Καυκαλίθρες, οι = χόρτο άγριο με ωραιότατη μυρωδιά. Χρήσιμο στις χορτόπιτες.

Καύκαλο, το = το κρανίο και ιδίως των ζώων. (1)

Καυκιά, η = σκεύος, δοχείον ξύλινο, πλατύστομο, αβαθές. (1)

Καψερός, ή ό = καημένος, η, ο. (όχι ο καμένος).

Κεσέμι, το = αυτό το αρσενικό ζώο που οδηγεί το κοπάδι.

Κεψές, ο = (Τούρκ.) τρυπητή κουτάλα, ξαφριστήρας. (1)

Κηκίδι, το = καρπός κυπαρισσιού αλλά και ο καρπός της κηκιδιάς (το φυτό δρυς η σμίλαξ). (1)

Κι απέ = και λοιπόν.

Κιοτεύω = (Τούρκ.) δειλιάζω. (1)

Κίσσα, η = το πουλί η καρακάξα. (1)

Κιώνω = τελειώνω. (2), Το ’κιωσε = το τελείωσε

Κλαπάτσα, η,  ή και χλαπάτσα = η νόσος των προβάτων διστομίασις. (1)

Κλαφούνισμα, το = το συνεχές γαύγισμα του κυνηγόσκυλου όταν βρίσκεται στα αχνάρια του θηράματος. (Κλαφουνάω ή κλαφουνίζω).  (5)  

Κλύτσα, η = (Σλαβ.) ποιμενικό ραβδί (Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστορία της πόλεως των Πατρών)

Κοζιά, η = μαλλί γίδας. (2)

Κοκολόϊ, το = τα εναπομείναντα εις αμπέλους και ελαιόδενδρα μετά τον τρυγητό. (3)

Κολιτσάκι, το = Γάντζος σαμαριού. (2)

Κολοκοτρώνης, ο =  γαμψός σουγιάς με ξύλινη λαβή σχιστή ώστε να μπαίνει μέσα η λεπίδα του όταν κλείνει. (1)

Κολόκουρο, το = κοντό μαλλί που προέρχεται από το κούρεμα των προβάτων ή των γιδιών, κάτω από την κοιλιά και ανάμεσα στα πίσω πόδια. (1)

Κολόστρα, η = το πρώτο γάλα προβάτου ή γίδας μετά τον τοκετό. (2)

Κονάκι, το = (Τούρκ.: konak) ενδιαίτημα, κατοικία, κατάλυμα, οικία. Στα Τούρκικα = διοικητήριο.

Κόνιαρης, ο = (προέρχεται από το σλαβικό κόνι = άλογο) ο ιππέας (Κορδάτος) και όχι ο προερχόμενος εκ του Ικονίου.

Κοπή, η = το κοπάδι. (1)

Κορακιάζω = διψάω. Κοράκιασε για νερό.

Κόρμπα, η = η μαύρη γίδα. (2)

Κορύτα ή καρούτα, η = (Σλάβ) σκάφη (Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστορία της πόλεως των Πατρών)

Κορφάδα, η = ο βλαστός της αραποσιτιάς (2) αλλά και ο τρυφερός βλαστός της κολοκυθιάς ( κολοκυθοκορφάδες). (1)

Κορφιάς, ο = το μεγαλύτερο οριζόντιο δοκάρι μιάς ψαλλιδωτής στέγης.

Κοτάω = τολμάω. (2)

Κουβέλι, το = μονάς βάρους ή και χωρητικότητας δημητριακών που ισοδυναμούσε με δύο συνοίκια όπου το σοινίκι είναι μέτρο χωρητικότητος των Βαλκανίων δια τα σιτηρά και όσπρια και είναι ίσο με το ένα όγδοο του κιλού. Η λέξη σημαίνει και κυψέλη μελισσών. (1) – Αλλά ένα κουβέλι = ένας στατήρας ενετικός ή 120 ενετικές λίμπρες επί δημητριακών ή ως μέτρο εκτάσεως αγρών ένα κουβέλι = 20 οκάδες σίτου ή αραβοσίτου ή 72 κουβέλια τελευταία αντιστοιχούσαν σε 63 οκάδες, δείχνει πόση έκτασις εσπείρετο με σιτάρι κ.λ. (3) Πόσα κουβέλια στάρι έκαμες;

Κουλούντρα, η = μικρή μάζα ζυμαρικού που κόλησε κατά τη βράση, ιδίως στον τραχανά και στις τριφτάδες. (5)  

Κουμάσι, το = ορνιθώνας, κοτέτσι, αλλά και φαύλος, ευτελής: καλό κουμάσι είναι αυτός (1)

Κουμούτσι, το = κομμάτι ψωμί. (2)

Κουραφέξαλα, τα = ασήμαντα πράγματα. (1)

Κούρβουλο, το = ο κορμός του κλίματος. (1)

Κουρεμπέτσος, ο = ο κουρεμένος σύρριζα. (2)

Κουρί, το = τετραγωνισμένο κομμάτι ξύλινου κορμού έτοιμογια σχίσιμο σε σανίδες.

Κουρκουσάλι, το = το χαλάζι. Έπεσε ένα κουρκουσάλι ίσαμε ένα αυγό.

Κουρκουφίκι ή και κορφοφίγκι, το = Παρασκεύασμα από το πρώτο γάλα του προβάτου ή της γίδας αμέσως μετά τον τοκετό.

Κούρνια, η = το κοτέτσι. (1)

Κουρούνα, η = το πτηνό κορώνη, το θηλυκό κοράκι. (1)

Κουρούνης, ο, ή η κουρούνα = δυστυχής, ταλαίπωρος, άθλιος. (1)

Κούσαλο, το = χούφταλο, ξεπεσμένος γέρος.

Κούτουλας, ο = μεγάλη ξύλινη κουτάλα που την χρησιμοποιούσαν οι τσοπάνηδες τόσο για να μεταγγίζουν γάλα, όσο και να μετρούν την ποσότητά του. Η περιεκτικότητά του ήταν περίπου ένα κιλό. (5)  

Κουτουπώνω = πιάνω κάποιον άξαφνα. (2)

Κουτουρού, επίρρ. = τυχαία, ανυπολόγιστα, εις την τύχη. (1)

Κουτρούλι, το = σωρός από χώμα κατά το σκάψιμο του αμπελιού. (5)

Κουτσοκέρα, η (γίδα) = αυτή που έχει κομμένα ή κοντά κέρατα.

Κράνη, η = λιμός ζώων. (2) , αλλά και κράνη = έλλειψη χόρτων στους αγρούς, γενικώς η ανέχεια. (3)

Κρατημάρα, η = ασθένεια κατά την οποία το πρόβατο ή η γίδα πονάει στα πόδια και στο σώμα.

Κρένω = λέγω, ομιλώ. ( της κρένω δε μου κρένει ούτε με τηρά). (1)

Κρούτα, η = η προβατίνα που έχει ξύλα (κέρατα).

Κύπρο, το = επίμηκες και κωνοειδές κουδούνι με ιδιαίτερο ήχο που κρεμιέται σε γίδια σ’ αντίθεση με τα κουδούνια που κρεμιούνται σε πρόβατα.

 Η ερμηνεία των λέξεων ελήφθη από:

(1)     Μέγα Λεξικό Όλης της Ελληνικής Γλώσσης – Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

(2)     Λαογραφικά Καλαβρύτων – Π. Παπαρρηγόπουλου.

(3)     Ιστορικό Λεξικό των Πατρών – Κ. Ν. Τριανταφύλλου.

(4)     Δημοτικά τραγούδια της άνω Μεσσηνίας – Βασίλη Κ. Μαστραγγελόπουλου.

(5)     Λαογραφικά θέματα: Ι. Μ. Μαθόπουλος.

(6)     Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή) – Ακαδημία Αθηνών – Αθήνα 1962.

(Από το βιβλίο: Αθανασίου Τζώρτζη: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες…).

Π. Παπαζ.: Π. Παπαζαφειροπούλου, ιερέως και σχολάρχου: Περισυναγωγή Γλωσσικής ύλης και εθίμων του Ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, εν Πάτραις 1887.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s