Λεξιλόγιο (μέρος Γ΄).

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ  (μέρος 3ο).

(Οι επεξηγήσεις των αριθμών σε παρένθεση παρατίθενται στο τέλος του Λεξιλογίου. Όπου δεν υπάρχει αριθμός, η επεξήγηση δόθηκε με βάση τη σημασία της λέξης ή της πρότασης ή της φράσης, όπως έχει περιέλθει σε γνώση μας στην περιοχή του Γκέρμπεσι).

Ρ.

Ραγιάς, ο = (Τούρκ.: raya) υπόδουλος. (6)

Ραχάτι, το = (Αραβ.) αργία και ανάπασις, ξάπλα, χουζούρι. (1)

Ρεγάλο, το ή και ριγάλο, το = (Ιταλ.) φιλοδώρημα, δώρον. (1)

Ρεζές, ο = (Αραβ.) μεντεσές πόρτας ή παραθύρου. (1)

Ρεκάζω = βγάζω ισχυράν και τραχείαν φωνήν σαν όρνεο, κλαίω μεγαλοφώνως, κρώζω, σκούζω (ρέκαξε από τους πόνους) . (1)

Ρεμπελεύω = (Ιταλ.) ζω χωρίς απασχόληση, περιφέρομαι άσκοπα εδώ κι εκεί, είμαι ρέμπελος, τεμπέλης. (1)

Ρεμπεσκές, ο = ο απρόκοπτος, ο τεμπέλης, ο αχαϊρευτος, ο φυγόπονος και διευθαρμένος . (1)

Ρέντι, το = το ράντισμα του αμπελιού. (2)

Ρεύω = φθίνω, εξαντλούμαι (έρεψε από την αρρώστια), αλλά και καταπονώ, εξαντλώ κάποιον, καταβάλλω (τον έρεψαν οι πυρετοί – η φτώχεια) και μεταφορικά δέρνω κάποιον μέχρις εξαντλησεως (τον έρεψε στο ξύλο) . (1)

Ρημαδιό, το = σύνολο ερειπίων, χαλασμάτων,ερειπωμένος τόπος (ρημαδιό γένηκε πέρα ως πέρα ο Μωριάς στου Ιμπραήμ το πέρασμα) . (1)

Ρήτσος, ο = το ζώον ρήσος (ή λύγξ: το αιλουροειδές με κοφτό μάτι που ζούσε στο Ερύμανθο και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των τσοπάνηδων). (1)

Ριζιμιές, οι = λιθάρια ριζωμένα ακλώνητα στη θέση τους. (4)

Ροβολάω = κατεβαίνω από το ύψωμα προς τα ισόπεδα (βλαχούλα εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα), αλλά και κατρακυλώ (επί βραχων) . (1).  Ροβολάω: εκ του ρ. ρομβέω (ρομβέω= περιστρέφω κάτι ως ρόμβον*. (συνεκδ.) σφενδονίζω), κατέρχομαι συνήθως κατρακυλών περιστρεφόμενος, κατρακυλώ. Στη δημοτική σημαίνει κατέρχομαι από κάποιο ύψωμα προς ίσιο μέρος ή πεδινό, κατεβαίνω, επί ανθρώπων και ζώων, ιδίως ποιμνίων. Ροβολητά (επίρρ.)= κατρακυλιστά. Ρόβολος= κατωφέρεια, κατακύληση. Επήρε ρόβολο=επήρε την κάτω βόλτα, έγινε επιρεπής σε κακές πράξεις. (Δημητράκος, Ζώης, Βυζάντιος). *ρόμβος= το τροχοειδές ξύλινο όργανο το οποί περιστρεφόμενο αποτελεί βαρύ ή οξύ ήχο ανάλογα αν στρέφεται αργά ή γρήγορα αντίστοιχα. Το ματαχειριζόντουσαν οι μάγισσες και οι κορύβαντες στις τελετές τους. Η σβούρα των παιδιών κ.λ.

Ρογός, ο = έδαφος νωπό. (2)

Ροδάμι, το = το άνθος του πουρναριού, το τρυφερό πέταγμα των φύλλων που γίνεται την άνοιξη.

Ροδάνι, το = το όργανο με το οποίο περιτυλίσσεται το νήμα της ανέμης και μεταφ.: η γλώσσα της πάει ροδάνι (επί φλύαρων γυναικών) . (1)

Ρόκα, η = επίμηκες ξύλο περίτεχνα φτιαγμένο από έλατο συνήθως, με λυγισμένα τα δύο αντικρυστά λεπτά κλαδιά έτσι σαν να σχηματίζουν το Ελληνικό κεφαλαίο γράμμα Φ, όπου έκεί δένονται οι «τουλούπες» από το ξασμένο μαλλί και με την βοήθεια του αδραχτιού και από έμπειρα χέρια γίνονται κλωστή.

Ρουκουτιά, η = τόλμη. (3) Έκαμε μια ρουκουτιά = ερρίφθην εις τα τυφλά.

Ρουμάνι, το = έκταση γεμάτη από θαμνώδη δένδρα, δασώδης κ΄ πυκνή. (1)

Ρουπάκι, το = ονομασία διαφόρων ειδών του δένδρου δρύς. (1) Αλλά και τόπος κατάφυτος από πουρνάρια.

Ρούπι, το = Εν όγδοον του Τουρκικού εμπορικού πήχεως ίσον προς 0,0825 του μέτρου περίπου. – Δεν το κουνάω ρούπι (Δεν μετακινούμαι).

Ρούσα, η = η έχουσα ξανθή ή μάλλον καφέ κώμη. (4) Ρούσα γίδα= εκείνη πούχει τη ράχη μαύρη και το κορμί καστανό.

Ρουσούμπελη, η = ερεσίπελας, ανεμοπύρωμα. (2)

Ρουτζώνω = χολιάω, δυσφορώ. (2)

Ρύσος, ο = αγρίμι σαρκοβόρον ζώον επί των βράχων, χρώματος τίγρεως, το οποίον κατά Μάϊον λέγεται ότι λαμβάνει ποικίλα χρώματα (Α. Φωτόπουλος).

Σ.

Σαβουρώνω = γεμίζω με τροφή το στομάχι μου. (1)

Σαγάνι, το = μικρό τηγάνι με δύο λαβές. (1)

Σάϊσμα, το = χονδρό κλινοσκέπασμα ή χαλί για στρώσιμο, από μαλλί γίδινο (κοζιά).

Σαλαγάω = κατευθύνω με φωνές τα ζώα προς την βοσκή (σαλάγα τα πρόβατα να κάνουν κατά δω). (1)

Σαμάρι, το = το σάγμα (ξύλινο κατασκεύασμα για την πλάτη των ζώων) των φορτηγών ζώων (χτυπάει το σαμάρι για ν’ ακούσει το γαϊδούρι). (1)

Σαμαροσκούτι, το = χονδρό μάλλινο ή λινό ύφασμα ή δέρμα από γίδα, που τοποθετείται στην ράχη του ζώου και κάτω από το σαμάρι για προστασία απ’ αυτό αλλά και από το κρύο. (1)

Σάματι (ς), επίρρ. = μήπως, τάχα. (1)

Σάμπως, επίρρ. = σαν, ως εάν (μου ζήτησε χρήματα σάμπως να του χρωστούσα), αλλά και ίσως, ενδεχομένως, μήπως (σάμπως νάχει δίκιο). (1)

Σάρωμα, το = σκούπα, σάρωθρον. (1)

Σαρίδια, τα = σκουπίδια.

Σάψαλο, το = άνθρωπος εξασθενημένος λόγω νόσου ή γήρατος. (1)

Σβουνιά, η = κοπριά βοδιού. (1)

Σγάρτσα, η = ακαθαρσία δέρματος. (1)

Σεβντάς, ο = (Τούρκ.) και σεμντάς ή σεβδάς: ο έρωτας, η αγάπη, ο εκ του έρωτος διακαής πόθος. (1)  Σεμνταλής: ο έχων σεμντά για γλέντια.

Σεληνιασμός, ο = η νόσος επιληψία, αποδιδομένη εις την επιβλαβή ενέργεια της σελήνης. (1)

Σέλλα, η = το επί της ράχεως του αλόγου προσαρμοζόμενον δερμάτινο κάθισμα του ιππέως (όχι το σαμάρι που είναι ξύλινο). (1)

Σεμπριά, η = έθιμο κατά το οποίο κατά το οποίο δίνεται το χωράφι αλλά και το κιοπάδι κάποιες φορές, σε άλλον καλλιεργητή ή τσοπάνη (συνεταίρο) με σκοπό να το καλλιεργήσει ή να το φυλάξει αντίστοιχα και να δίδει στον κάτοχο ένα ποσοστό των προϊόντων που μπορεί να ήταν και το μισό (μισιακά). Το συνεταιριλίκι.

Σέμπρος, ο = συνεταίρος. (2)

Σερβιτσάλι, το = (Ιταλ.) ειδική συσκευή προς εισαγωγή υγρών εντός διαφόρων κοιλοτήτων του σώματος, ή προς πλύσιν τραυμάτων. (1)

Σεργιάνι ή συργιάνι, το = (Τούρκ.) περίπατος.

Σεργιανά ή συργιανίζω = περπατώ, οδηγώ κάποιον στο σεργιάνι, τον βγάζω περίπατο. «περισυργιάνιζε σε μαρμαρένιο αλώνι».

Σεργούνι, το = εξευτελισμός, διαπομπή. (2)

Σερνικοβότανο, το = βότανο που φυτρώνει στα χωράφια και παίρνουν τους σπόρους του και τους βράζουν. Αυτή που θέλει να γεννήσει αγόρι πρέπει να πιεί από το παρασκεύασμα οπωσδήποτε ημέρα Σάββατο και σε χάση φεγγαριού, επαναλαμβάνοντας την πόσιν αυτήν την ίδια ημέρα στις δύο επόμενες βδομάδες. (Αθ. Θ. Φωτόπουλος)

Σέρσεγκας, ο = μεγάλη ερυθροκίτρινη σφήκα. Πληθ.: τα σερσέγκια.

Σιούτα γίδα, η = γίδα χωρίς κέρατα. (2)

Σιχαντερός, ή, ό = σιχαμένος, ο άξιος σιχασιάς.

Σκαπετάω = φεύγοντας προσπερνάω την κορυφήν κάποιου υψώματος εξαφανιζόμενος πίσω απ’ αυτό. (1)

Σκαπουλάρω = διαφεύγω τον κίνδυνο, γλυτώνω, αλλά και δραπετεύω, φεύγω απ’ τα χέρια κάποιου. (1)

Σκαρίζω = επί ζώων: βγαίνω για βοσκή, επί βοσκών: βγάζω το κοπάδι στη βοσκή. (1)

Σκάφη, η ή και σκαφίδι, το = σκεύος ξύλινο και επίμηκες μέσα στο οποίο ζυμώνεται το ψωμί, αλλά και έτερο ξύλινο ή μεταλικό σκέυος μέσα στο οποίο πλένονται τα ρούχα κ.λ. (1)

Σκέπη, η = σκέπασμα, κάλυμμα της κεφαλής των γυναικών.

Σκιάζω, ομαι = φοβίζω, φοβάμαι (μάννα μου σκιάζομαι πολύ μη πεθαμένοι βγούνε). (1)

Σκίζα, η = τεμάχιο ξύλου σχισμένο από μεγαλύτερο, πελεκούδι. (1)

Σκλίδα, η = (Ομήρου Οδύσ. στ. 233) κομμάτι.

Σκοντάφτω, ή και σκοντάβω = προσκρούω με το πόδι μου κάπου, προσκρούω σε εμπόδιο κατά την κίνησή μου, αλλά και συναντώ σοβαρές δυσκολίες στην προσπάθειά μου να κάνω κάτι. (1)

Σκουτί, το = (Λατιν.), ύφασμα χονδρόν, συνήθως εξ ερίου, μάλλινο ρούχο (πληθυντ.: σκουτιά = ρούχα, ενδύματα εσώρουχα). (1)

Σμερδάκι, το = το πνεύμα, η μεταφυσική μορφή ενός παιδιού που πεθαίνει αβάπτιστο. Η ψυχή του παιδιού γίνεται σμερδάκι και πλανιέται συνεχώς και κλαίει γοερά και σκούζει. Γι’ αυτό και την τελευταία στιγμή πριν εισέλθουν στον περίβολο του νεκροταφείου για να θάψουν το παιδί το πετούν τρείς φορές στον αέρα  φωνάζωντας συγχρόνως το χριστιανικό όνομα το οποίο θα του έδιναν αν ζούσε. (Αθ. Θ. Φωτόπουλος)

Σογιά, η = το μαχαιρίδιο τσέπης, ο σουγιάς.

Σουγλί, το = το σουβλί (εξ’ ού και τσαγκαροσούγλι).

Σούδα, η = στενό δρομάκι μεταξύ χωραφιών, ή και διάδρομος (μονοπατάκι) μέσα στο δάσος. Άσε μια σούδα να περνάμε!

Σουλάτσο, το = το περπάτημα, η βόλτα.

Σούριγμα, το = σφύριγμα.

Σούρπα, επίρρ. = η ώρα μετά την δύση του ηλίου και πριν πέσει το σκοτάδι, το σούρουπο. (1)

Σούρτα φέρτα, επίρρ. = το πηγαινοέρχεσθαι, άσκοπος ενέργεια, μάταιος χαμένος κόπος. (1)

Σούτο ζώο, το = αυτό που δεν έχει κέρατα.

Σοφράς, ο = (Τούρκ. sofra) ξύλινος δίσκος, σπανιώτερα τετράγωνος, στηριζόμενος επί ενός μόνο χονδρού κ΄ χαμηλού ποδιού, ύψους 0,30 έως 0,40 μ. που χρησιμεύει σαν τραπέζι φαγητού, γύρω από το οποίο κάθονται όσοι πρόκειται να φάνε, πάνω σε μαξιλάρια ή επί του εδάφους. (1)

Σπάλα, η = (Ιταλ.) το οστούν της ωμοπλάτης, η πλάτη του σφαγίου. (1)

Σπαρταράω = σπαράζω. (2)

Σπάρτο, το = είδος θαμνώδους φυτού του οποίου οι κλώνοι χρησιμεύουν στην κατασκευή πλεχτώνειδών, σχοινιών, σαρώθρων κ.λ. (1)

Σπερνά, τα = τα κόλλυβα. (1)

Σπίνιασε την λάμπα = ελάττωσε τον φωτισμόν της. (3)

Σπολλάτι, επίρρ. = επί τέλους. (2)

Σταβάρι, το = εξάρτημα του αλετριού. (1)

Σταλίζω, ή και σταλιάζω = επί ζώων: αναπαύομαι υπό σκιάν τις μεσημβρινές ώρες, αλλά και μεταφορ. οδηγώ το κοπάδι τις μεσημβρινές ώρες προς ανάπαυση (σταλίζει ο τσοπάνος τα πρόβατα κάτω από ένα μεγάλο πεύκο). (1)

Σταλούσα, η = η σταλαγματιά της βροχής, η στάλα.

Στάλπη, η = το πηκτό γάλα, προ της μετατροπής του σε χλωρό τυρί, τυρόπηγμα. (1)

Στάνη, η = (Σλαβ.) η μάντρα των ζώων, που χρησιμεύει κυρίως τη νύχτα. (Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστ. των Πατρών), αλλά και το κοπάδι. Οι ποιμένες, το ποίμνιό τους και τα χρειώδη δια την τυροκομίαν. (6)

Στερφεύω = επί ζώων: παύω να παράγω γάλα και επί υδάτων: στερεύω, ξηραίνομαι. (1)

Στέρφα, η = επί θηλέων ζώων η στείρα (αντίθ. του γαλάρια), (χώρια τα στέρφα, χώρια τα γαλάρια). (1)

Στραβοκουτάλα, η = ο αριστερόχειρας.

Στράφι, επίρρ. = στα χαμένα. (2)

Στρούγκα, η = (Σλάυ.) το ποιμνιοστάσιο, το μέρος όπου διαμένει το κοπάδι. (1), αλλά και ο περιφραγμένος χώρος που οδηγεί μόνο σ’ ένα πέρασμα από εμπρός όπου κάθονται οι τσοπάνηδες και με την καθοδήγηση ενός τρίτου στα νώτα του κοπαδιού, περνούν ένα ένα τα ζώα για άρμεγμα.

Συμπεθεροκόπος, ο = προξενητής.

Σύξυλος, ο = άναυδος. (1)

Σφοντύλι, το = κυλινδρικό κωνοειδές ξύλινο εξάρτημα με τρύπα στη μέση, απ’ όπου περνούσε το αδράχτι και με το στρίψιμο του αδραχτιού έδινε μεγαλύτερη περιστροφική κίνηση για το στρίψιμο και τύλιγμα του νήματος στο αδράχτι.

Τ.

Ταϊνι, το = κομμάτι ψωμιού. (2)

Ταιριάω = ταιριάζω.

Ταλίμι, το = ταλέντο, ικανότητα ξεχωριστή στην εκτέλεση μιας δύσκολης για τους άλλους εργασίας, ιδίως χειρωνακτικής. Για να σηκώσεις το σακκί θέλει ταλίμι αλλιώς θα κοψομεσιαστείς. (5)  

Ταμάμ, επίρρ. = (Αραβ.) ακριβώς, σωστά, πλήρως, εξ’ ολοκλήρου. (1)

Ταρακουνάω = κουνάω δυνατά, ταράσσω. (2)

Τάραμα, το = το τάραγμα, έντονος ψυχηκή ταραχή. (1)

Τάσι, το = (Αραβ.) μετάλλινο πλατύστομο κύπελλο με το οποίο πίνουμε νερό. (1)

Ταχιά = αύριο.

Τεζάρω = τεντώνω κάτι, αλλά και μεταφ. τελειώνω πεθαίνω. (1)

Τεζάχι, το αλλά και τεζάκι ή τεζιάκι = (Τούρκ.) πάγκος καταστήματος ιδίως ποτοπωλείου πάνω στον οποίο γίναται το ζύγισμα και η μέτρηση των πωλουμένων. (1)

Τέμπλα, η = μακρύ ραβδί για το ράβδισμα των ελιών κατά την συγκομιδή. (5)  

Τέντα, η = (Λατιν.) κατασκεύασμα από χονδρό ύφασμα τεντωμένο επί πασσάλων που χρησιμεύει για προσωρινή διαμονή, σκέπασμα καλύβας.

Τζιριτάει = (επί ζώων) τρέχει πηδώντας, παίζοντας και χλιμιτρώντας. (5)  

Τήρα = (προστ.) κοίταξε, κοίτα.

Τηράω, τηρώ = παρατηρώ, προσέχω συνεχώς, επιτηρώ. (1)

Τίγκα, επίρρ. = γεμάτο μέχρι που να μην χωράει άλλο. (1)

Τορός, ο = Ίχνη ανθρώπων ή ζώων: Ακολούθησε τον τορόν (τα ίχνη). Αλλά και: κατεύθυνση: Αυτός δεν έχει τορό (δεν έχει κατεύθυνση, στόχο).

Τράμπα, η = ανταλλαγή. (1)

Τρανός = μεγάλος. Αυτός έγινε μεγάλος και τρανός (πρόκοψε, πέτυχε).

Τράστο, το = (Αρβανίτικη λέξη: τράστε = ταγάρι) υφαντό ταγάρι από μαλλί προβάτου ή και γίδας με πολύχρωμα σχέδια.

Τράτο, το = (Ιταλ.) διάστημα τοπικό ή χρονικό επαρκές για μια πράξη, περιθώριο. (1)

Τριβέλλι, το = (Ιταλ.) τρυπάνι, αλλά μεταφ. η ενόχληση (του έγινε τριβέλλι: του έγινε ενοχλητικός) . (1)

Τριβελλίζω = ενοχλώ την ακοήν κάποιου. (1)

Τριόττης, η = Το γνωστό παιχνίδι στην περιοχή, η τρίλιζα.

Τριτάρικος, η, ο = επί αγροτικών κτημάτων: ο καλλιεργούμενος υπό του λαμβάνοντος το 1/3 (τριτάρη), επί σίτου: ο συγκομιζόμενος κατά τα 2/3 υπό του καλλιεργητού και κατά το 1/3 υπό του γαιοκτήμονος. (1)

Τριφτάδες, οι = μακαρόνια τριφτά στο χέρι, οι «ντρόμισες» στ’ αρβανίτικα.

Τριχιά, η = σχοινί.

Τσάμπρα, η = χώρισμα από σανίδια δύο δωματίων.

Τσανάκα, η = ξύλινο ή πήλινο αγγείο στο οποίο παρατίθεται φαγητό, γαβάθα.

Τσανακογλείφτης, ο = ο γλύφων τα τσανάκια (γαβάθες), παράσιτος, ευτελής κόλακας. (1)

Τσαντίλα, η = σάκος από αραιά υφασμένο ύφασμα για την αποστράγγιση του τυριού, τυροτσαντίλα: τυρί της τσαντίλας (τυρί νωπό μη αλατισμένο ακόμη). (1) Σύμφωνα με τον Σ. Ν. Θωμόπουλο η λέξη είναι Σλαβική. Εκ της σλαβ. Tsedilo (Αθ. Θ. Φωτόπουλος)

Τσαπέλλα, η = (Ιταλ.) αρμαθιά ξηρών σύκων περασμένων σε κλωστή ή βούρλο. (1)

Τσαπουρνιά, η = το φυτό προύμνη η ακανθώδης αλλά και το φυτό κράταιγος η μονόγυνος. (1) Παράγει τα τσάπουρνα που μοιάζουν με κορόμηλο ή δαμάσκηνο.

Τσάρκος, ο = ο χώρος μέσα στο μαντρί, όπου βάζουν τα κατσίκια, χωριστά από τις μητέρες τους και απ’ όπου τα αφήνουν ελεύθερα όταν και για όσο χρόνο χρειάζεται να βυζάξουν.

Τσαρούχι, το = (Τουρκ.) είδος ελαφρού και χαμηλού υποδήματος των ποιμένων και των χωρικών της ηπειρωτικής Ελλάδος ως και των ευζώνων, από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα, που καταλήγει σε φούντα: με μισό τσαρούχι (για πολύ φτωχούς). (1)

Τσατάλι, το = (Τούρκ.) χονδρή διχαλωτή ράβδος. (1)

Τσατουμάς, ο = (Τούρκ.) μεσότοιχος από ξύλο και ασβέστι. (Αθ. Φωτόπουλος)

Τσάχαλο, το = μικρό αχυράκι, σκουπιδάκι (μου μπήκε ένα τσάχαλο στο μάτι). (1)

Τσέγκουρο ή τσάμπουρο, το = οσκελετός του σταφυλιού μετά την αφαίρεση των ρωγών. (1)

Τσέλιγκας, ο = (Σλαβ.) αρχιποιμένας.(Σ. Ν. Θωμόπουλος –Ιστορία της πόλεως των Πατρών).

Τσερβέλλο, το = (Ιταλ.) ο εγκέφαλος, νους, κεφάλι, μυαλό. (1)

Τσίλικος, η, ο = (Τουρκ. ) γυαλιστερός ξανθοκόκκινος, νεαρός με στιλπνό δέρμα. (4)  Το τσίλικο άλογο.

Τσιούλος, ο = κοτσιαύτης. (2)

Τσιούτσικος, ο = ο πολύ μικρός , ο μικρούτσικος. (1)

Τσίτσα, η = ξύλινο, ή από κούφιο κολοκύθι. Φορητό κυκλοτερές δοχείο στρογγυλό ή εν είδη πεπλατυσμένης φιάλης. Αλλιώς τσάτρα, φλασκί. (1)

Τσίφτης, ο ή τσίφτι, το = ο έξυπνος και καταφερτζής, αλλά και η πένσα.

Τσοκάνι, το ή και τσουκάνι = χειροποίητο χονδροειδές όργανο από χυτοσίδηρο που κρεμιέται στα ζώα και με την κίνηση κουδουνίζει ιδιότυπο θόρυβο κάνοντας αισθητή την παρουσία του ζώου.

Τσόλι, το = επίστρωμα ή τάπης από ευτελές ύφασμα, αλλά και ένδυμα από ευτελές και φθαρμένο ύφασμα. (1)

Τσόνι, το = το πτηνό οσπίνος. (1)

Τσούκνα, η = μάλλινο ύφασμα της νεροτρουβής, για την κατασκευή επενδυτών.

Τσούλο (επί ζώων) = το έχων μικρά αυτιά.

Τσουπί, το ή και τσούπα = (Αλβαν. tsupa) το κορίτσι. (4)

Τσορομπίλι, το = το μικρό παιδί, το πιτσιρίκι. (τα τσορομπίλια έπαιζαν κυνηγητό).

Τσουρούλι, το = ένα ξεροκόμματο ψωμί. Υπήρχε και κατάρα: στα κομμάτια να πάει και στα τσουρούλια. (5)  

Τυλώνω = μεταφ. κατά μίαν έννοια: γεμίζω, υπερπληρώ (την τύλωσε: γέμισε την κοιλιά του, χόρτασε)

Υ.

Φ.

Φαλαρίδα, η = φυτό. (1)

Φαμελιά, η = οικογένεια. (1)

Φάρα, η = (Αλβαν.) φυλή, γένος, σόϊ, αλλά και υποτιμητικά: ευτελής, χαμηλής υποστάσεως, ασημάντου καταγωγής. (1)

Φασκελώνω = μουντζώνω, αλλά και εγκαταλείπω. (1)

Φελί, το = (Λατιν.) κομμάτι επίμηκες, φέτα ψωμιού ή γλυκού αλλά και φελί μπακαλιάρου = κομμάτι μπακαλιάρου.

Φερμάνι ή φιρμάνι, το = (Τούρκ.) διαταγή του σουλτάνου. (6)

Φέρμελη, η = χρυσοποίκιλτο ή μεταξοκέντητο ανδρικό κολόβιον, γιλέκι φερόμενο με την φουστανέλλαν. (1)

Φερτός, η, ον = αυτός που ήρθε από αλλού, ο ξένος.

Φιλεύω = προσφέρω φιλοφρόνως κάτι φαγώσιμο κυρίως, όπως: γεύμα, ποτόν, γλυκό κ.λ. (με φίλεψε ένα καλάθι σύκα). (1)

Φίσκα, επίρρ. = γεμάτο μέχρι επάνω. (2)

Φκιάρι, το = φτυάρι. (1)

Φκιασίδι, το = καλλωπιστικό παρασκεύασμα, κοκκινάδι. (1)

Φλαγούνα, η = ζεστή κουλούρα ψωμιού ζυμωτού, λαγάνα, ο την Καθαρά Δευτέρα απλωτός άρτος.

Φόλα, η = μικρό δερμάτινο κομμάτι που ράβεται πάνω σε φθαρμένο μέρος παπουτσιού, αλλά και τεμάχιον κρέατος περιέχον δηλητήριογια την θανάτωση των αδέσποτων σκυλιών. (1)

Φορτωτήρα, η = ξύλινη διχάλα συγκρατούσα την τριχιά κατά το φόρτωμα του ζώου.

Φούντι, το = κάθε μία από τις σανίδες του πυθμένα ενός βαρελιού. (1)

Φούρκα, η = πάσσαλος διχαλωτός. (1)

Φούρλα, η = γύρος, γυροβολιά, χορευτική στροφή. (2)

Φουσκί, το = κοπριά αναμεμειγμένη με χώμα για την λίπανση της γής, κοπρόχωμα. (1)

Φρουμάζω = επί ίππων ή και άλλων ζώων: φυσώ δυνατά από τα ρουθούνια, από ανυπομονησία, εντόνου συναισθήματος ή οργασμού. (1)

Φτουράω = επαρκώ, διαρκώ, κρατώ πολύ (το άσπρο ψωμί δε φτουράει, τρώγεται γρήγορα). (1)

Φτουχάμου = εκεί κάτω μπροστάσου.

Φώλος, ο ή φώλι, το = το αυγό που τοποθετείται στην φωλιά της κόττας για να την προσελκύσει να γεννήσει εκεί.

Φώτιμα, το = η χαραυγή, το ξημέρωμα

Χ.

Χαβάς, ο = (Τούρκ.) σκοπός, μελωδία άσματος αλλά στη φράση: αυτός έχει το χαβά του = αυτός έχει την δική του γνώμη, συμπεριφορά. (1)

Χαϊβάνι, το = (Τούρκ.) άνθρωπος ευρισκόμενος εις την κατάστασιν του ζώου. (1)

Χαϊμαλιά, τα = (Αρβαν.: hamaili) φυλαχτά. (6)

Χαΐρι, το = προκοπή. (2)

Χαλιάς, ο = μέρος με πολλά χαλίκια. (1)

Χαλκώματα, τα = αγγεία, σκεύη κατασκευασμένα από χαλκό. (1)

Χαμολιός, ο = ονομασία των φυτών καρδοπάθιον και καρλινία. (1)

Χάμου, επίρρ. = χάμω, κάτω στη γη, κατά γης. (1)

Χαμπάρι, το αλλά και χαμπέρι = (Τούρκ.: haber) πρόσφατη αγγελία, είδηση, νέον. (1)

Χαράρια, τα = σχοινιά πλεγμένα περίτεχνα σα δίχτυα, με τα οποία κουβαλούσαν τα άχυρα. (5)  

Χάση, η = περίοδος βαθμιαίας ελάττωσης του φωτεινού δίσκου της σελήνης (η χάση του φεγγαριού = η από της πανσελήνου μέχρι της νέας σελήνης περίοδος), αντίθ. γέμιση: φέξη (στη χάση και στη φέξη = κατ’ αραιά διαστήματα). (1)

Χασομεράω = χάνω την ημέρα μου μη εργαζόμενος, μένω αργός, χρονοτριβώ, χάνω τον καιρό μου. (1)

Χάφτω ή χάβω = αρπάζω με το στόμα και καταπίνω, πιστεύω, δέχομαι αβασάνιστα, απρακτώ, χάνω τον καιρό μου σε μη σοβαρές ασχολίες, είμαι βλάκας, χάχας (χάφτει μύγες). (1)

Χάχας, ο = ο χάσκων, ο ανόητος, ο ανοήτως άνευ λόγου γελών, ο χαζός, ο μωρός. (1)

Χειμωνικό, το = όψιμο φρούτο, ιδίως πεπόνι ή και καρπούζι διατηρούμενο μέχρι του χειμώνος. (Αθ. Θ. Φωτόπουλος)

Χερόβολο, ή χειρόβολο, το = δέσμη από θερισμένα στάχυα (πολλά χερόβολα δένονται σε δεμάτι)

Χέρσο, το = χωράφι ακαλλιέργητο. (1)

Χιονίστρα, η = κυανοερυθρά οιδηματώδης διόγκωση των δακτύλων, της μύτης, των αυτιών που προέρχεται από ψύξη και προκαλεί έντονη φαγούρα και κάψιμο. (1)

Χλαπάτσα η, ή και κλαπάτσα, = η νόσος των προβάτων διστομίαση. (1) (διστομίαση: βαριά εντερική ή ηπατική νόσος των ζώων που προέρχεται από το παράσιτο δίστομον).

Χλίβομαι = θλίβομαι, λυπάμαι.

Χόβολη, η = η θράκα. (2)

Χολιάζω ή και χολιάω = δυσανασχετώ, θυμώνω, οργίζομαι. (1) Χολιαστός = μελαγχολικός, μουτρωμένος.

Χορτασίλα, η = χόρτασμα, χορτασιά. (1)

Χουγιάζω = βλ. λ. αχουγιάζω

Χούϊ, το = (Τούρκ.) πληθ. τα χούγια, συνήθεια, χαρακτηριστικόν ιδιάζον εις κάποιον, ιδιοτροπία. (1)

Χουλιάρα, η = η κουτάλα.

Χουλιάρι, το = κουτάλι.

Χουνέρι, το = πάθημα, κακή είδηση. (2)

Χούφταλο, το = μιάς χούφτας πράγμα. (2)

Χουχουλόγιωργας, ο = νυχτοπούλι που το λάλημά του μοιάζει με της κουκουβάγιας, μόνο που είναι δυνατώτερο και βαθύτερο. Το θεωρούσαν κακό σημάδι ιδίως για εκείνον στον κήπο του οποίου ακούστηκε να κράζει. Το έπαιρναν για είδηση θανάτου. (5)  

Χυδιά, η = η ευτέλεια, η προστυχιά, η χυδαιότητα.

Χυλός, ο = έδεσμα από αλεύρι και νερό δια βρασμού παρασκευαζόμενο.

 Ψ.

Ψάνη, η = χλωρός στάχυς σίτου. (1)

Ψαλλίδια, τα = ξύλινα δοκάρια της σκεπής στέγης, ανά δύο αντικρυστά σχηματίζοντα γωνία, τα οποία ξεκινούν από τον τοίχο το ένα απέναντι του άλλου και ενώνονται στην κορυφή. Μεταξύ αυτών ευρίσκεται ο παπάς.

Ψιλικά λάχανα = λάχανα για πίττα.

Ω.

(Από το βιβλίο: Αθανασίου Τζώρτζη: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες…).
 
 
Η ερμηνεία των λέξεων ελήφθη από:
(1)     Μέγα Λεξικό Όλης της Ελληνικής Γλώσσης – Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)
(2)     Λαογραφικά Καλαβρύτων – Π. Παπαρρηγόπουλου.
(3)     Ιστορικό Λεξικό των Πατρών – Κ. Ν. Τριανταφύλλου.
(4)     Δημοτικά τραγούδια της άνω Μεσσηνίας – Βασίλη Κ. Μαστραγγελόπουλου.
(5)     Λαογραφικά θέματα: Ι. Μ. Μαθόπουλος.
(6)  Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή) – Ακαδημία Αθηνών – Αθήνα 1962.
Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s