Κτηνοτροφία, γεωργία.

(συνέχεια από το προηγούμενο άρθρο…)

Βασικές οικονομικές δραστηριότητες ολόκληρης σχεδόν της επαρχίας Καλαβρύτων ήσαν και είναι ακόμη η κτηνοτροφία και η γεωργία (δημητριακά, ζωοτροφές, αμπέλια κ.λ.). Γενικά η οικονομία δεν είναι αναπτυγμένη και αυτό – μαζί με άλλους παράγοντες – είχε σαν αποτέλεσμα την φυγή των κατοίκων προς τα αστικά κέντρα. Ο πληθυσμός της επαρχίας μεταξύ των ετών 1951 και 1981 μειώθηκε κατά 40%. Αυτά τα γενικά γνωρίσματα της επαρχίας ισχύουν και για το μέρος της, όπως το χωριό Γκέρμπεσι  (Προφ. Ηλίας). Όλοι οι κάτοικοί του ήσαν κτηνοτρόφοι και ζούσαν από τα κοπάδια τους αφού παράλληλα καλλιεργούσαν και τα λιγοστά και άγονα κτήματα που είχαν. Πολλοί όμως κάτοικοι δεν έμεναν στο χωριό ολόκληρο το χρόνο γιατί κατέβαζαν τα κοπάδια τους, με τα πρώτα κρύα προς το τέλος του φθινοπώρου στα χειμαδιά, εκεί όπου και τα χωριά Γκέρμπεσι κοντά στον Άραξο και Γκερμπεσαίϊκα κοντά στο Βασιλικό (Μπρακουμάδι) ή και αλλού. Αυτοί είχαν κτήματα και τα καλλιεργούσαν εκεί όπου ξεχείμαζαν τα κοπάδια τους και ήσαν πιο ευκατάστατοι από τους υπόλοιπους.

Οι κάτοικοι του χωριού έβοσκαν τα κοπάδια τους σε περιοχές όπου είχαν τα κτήματά τους αλλά και σε γειτονικές κοινοτικές εκτάσεις. Έτσι:

Στην «Κιάφα» και «Γυφτόλακκα» έβοσκαν τα κοπάδια τους οι Βασιλάκης και Αντρεγάκης Σκόνδρας. Εκεί  υπήρχε και η πηγή που τα πότιζαν.

Στις θέσεις «Διάσελο» και «Φωλιά»  οι Ανδρέας Σκόνδρας (Χαμίτης), Γιώργος Σκόνδρας (Πλαστήρας) και Ντίνος Σκόνδρας (Μπολτσοβίκος). Οι πηγές που τα πότιζαν ήταν στη Γκούριζα και στου Κροχιλάκι.

Οι Σήλιος, Μέλιος και Πάνος Κόρδας στις θέσεις Κιάφα και Λάκκα.

Στις θέσεις: «Κιάφα», «Λάκκα», «Κρέκεζα», «Λιμιμπούριζ», «Βράχος Ανδρέα», «Γκούμιζα», «Αρεπατσαβάκι», «Γούβες», «Αριζεγαϊδούριτ», «Μάλθη» κ. α. είχαν τα κοπάδια τους και οι: Σταύρος, Τόγιας Μίχος, Μέλιος, Νίκος, Αντρέας Κόρδας.

Στις θέσεις «Ντάρδα», «Άη – Νικόλας», «Καμίνι», «Χαλκιά», «Πλοκωτός», ο Νίκος ο Τζώρτζης.

Οι Νικόλας και Λιάκος Πλώτας στις θέσεις «Κιάφα», «Ντάρδα», «Κριεγκούριτ», «Γκούριζα», «Καλίβεζες».

Οι Θοδωράκης, Ζαφείρης και Βασιλάκης Παπαζαφείρης στις θέσεις Πλοκωτός, Γκρόστες.

Στις θέσεις «Καλίβεζες», «Γκούμιζα», «Σκάλα» είχε το κοπάδι του ο Νίκος Σπ. Πλώτας.

Άλλα  στανοτόπια ήσαν: των Μουρταίων, του Κανέλλου του Κόρδα και του Σταυρόπουλου.

Στις θέσεις «Άη – Λιάς», «Γκρόστες» είχαν βοσκοτόπους οι: Μήτσος, Γκολφίνος, Ανδρέας, Σπύρος, Σταύρος, Χαρλάμης, Νεοκλής, Γιάννης, Χριστάκης και Αποστόλης Κόλλιας.

Στις «Γκρόστες» οι Σήλιος, Μέλιος, Πάνος Κόρδας, Μήτσος και Τάκος Πλώτας, Κανέλλος Κόρδας, Κωνσταντίνος Σκόνδρας (Πηρούνης), Ζαφείρης και Βασιλάκης Παπαζαφείρης.

Στην «Τσαρπίνα» ήσαν τα Στρατικέϊκα Γρέκια των Νίκου, Νάσου, Γιάννη.

Στις θέσεις  «Άη – Λιάς», «Βάθρες», «Αριζεπροκλι», «Ράγου», έβοσκαν τα κοπάδια τους οι: Λιάκος Πλώτας, Σκόνδρας Κων/νος (Πηρούνης), Γιώργος Κόρδας, Νικόλας Πλώτας, Χαρλάμης και Σταύρος Κόλλιας.

Πιό νότια το στανοτόπι του Γιάννου του Στρατίκη.

Στη Θέση «Ιτιές» είχαν τα κοπάδια τους οι Λιάκος και Νικόλας Πλώτας, Αντώνης και Νίκος Πλώτας.

Στις θέσεις «Γκουρισκάλους», «Γαζί», «Πλέπια», «Λιμικόντι», είχαν βοσκότοπους οι Γιώργης Σταυρόπουλος, Ντίνος Σκόνδρας (Μπολτσοβίκος), Κων/νος Σκόνδρας (Πηρούνης), Αντρίκος Σκόνδρας και  Δημήτρης Σκόνδρας.

Στου «Πασχάλη» οι: Δημήτρης, Γιώργης, Γρηγόρης, Κανέλλος, Τόγιας, Σταύρος, Μέλιος, Σήλιος και Πάνος Κόρδας.

Στις θέσεις «Πασχάλη», «Καλογερικά Αλώνια[1]» είχαν τα κοπάδια τους οι Παπαζαφειραίοι (Νίκος, γιώργος, Βασιλάκης).

Στις θέσεις «Μιρόχοβα», «Πλέπια», «Μαντριά», «Λάκκα», ήσαν οι βοσκότοποι των: Νίκου, Αντώνη, Στάθη Πλώτα, Νίκου και Ηλία Τζώρτζη, Γκολφίνου Ταπεινού Αντρέα Κόρδα και Βασιλάκη και Αντρεγάκη Σκόνδρα.

Στη θέση «Αργαλειά» μέχρι «Αρελάρους» ήταν οι Θοδωράκης και Ντίνος Σκόνδρας.

Στις Θέσεις «Γκουριγκλιάτι», «Δέντρα Αλέξαινας», ήσαν οι βοσκότοποι των των: Αντρίκου Σκόνδρα, Μήτσου και Τάκου Πλώτα και του Κώτσου Πλώτα.

(Τις θέσεις των βοσκοτόπων και τα σχετικά στοιχεία αφηγείται ο αείμνηστος Απ. Ανδρ. Σκόνδρας).

 

Στο χωριό θυμάμαι τα χρόνια μέχρι το 1960 να οργώνουν με τα βόδια που έσερναν το ξύλινο αλέτρι και να σκάβουν τα χωράφια με τον κασμά για να φυτρώσει το σιτάρι ή το καλαμπόκι ή ακόμη τα ρεβίθια και οι φακές  που σπανιότερα έσπερναν.

Επίσης φύτευαν κηπευτικά στα «περιβόλια» που ήσαν μικρά κομμάτια γης κάτω ακριβώς από τη δεξαμενή που γέμιζε από το τρεχούμενο νερό της κεντρικής βρύσης του χωριού[2] και είχαν μοιραστεί στους κατοίκους για να βάζουν εκεί τα «περιβολικά» τους. Αυτά τα περιβόλια ήσαν γραφικότατα αν τα κοίταζε κανείς από πάνω από το βουνό γιατί έδειχναν τη μαεστρία, την τέχνη και τις ικανότητες του καθενός ιδιοκτήτη και καλλιεργητή. Το πότισμα γινόταν με τη σειρά, δηλαδή πότιζε κάθε μέρα και ένας ή το πρωί ένας και το απόγευμα άλλος αν δεν είχα σωθεί το νερό της «στέρνας» όπως έλεγαν την δεξαμενή που είχε γίνει τα τελευταία χρόνια. Πριν έβαζαν το τρεχούμενο νερό στο αυλάκι και πότιζαν έτσι τους κήπους. Εκεί φύτευαν: Φασολάκια «κλαρωτά», κολοκυθάκια, ντομάτες, κρεμμύδια, σκόρδα, λάχανα κ. ά.

Περιβόλια είχαν και έχουν ακόμη στην κατοχή τους οι: Νικόλας Πλώτας, Λιάκος Πλώτας, Μήτσος Πλώτας (Μητσούρας), Τάκος Πλώτας, Αλίσω Σκόνδρα (Πηρούνη), Νίκος Τζώρτζης, Κώτσος Πλώτας, Γιώργος Σταυρόπουλος, Ζαφείρης Παπαζαφείρης, Αντρίκος Σκόνδρας (Χαμίτης), Σκόνδρας Κων/νος (Μπολτσοβίκος), Νίκος Πλώτας του Σπήλιου, Αντώνης Πλώτας του Σπήλιου, Γκολφίνος Κόλλιας, Κόρδας Σήλιος, Κόρδας Μέλιος, Σκόνδρας Δημήτρης, Τζώρτζης Ηλίας, Κόρδας Ηλίας (Τσαραμπής), Βασιλάκης Σκόνδρας (της Ασήμως), Αντρεγάκης Σκόνδρας και ίσως και άλλοι που δεν μπορούμε να θυμηθούμε ώστε να καταγραφούν.

Τώρα τα περιβόλια αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και δεν ξεχωρίζουν καλά-καλά τα όρια του ενός από το άλλο. Μόνο οι μεγάλες καρυδιές, οι κερασιές και οι λεύκες έχουν απομείνει σημάδια ανάμνησης των ιδιοκτητών και των παλιών εκείνων καιρών.

Τα βοσκοτόπια ήσαν έξω από το χωριό όπου ο καθείς είχε τη στάνη του και τα «γρέκια» του. Τα καλοκαίρια κάθε μέρα συγκέντρωναν το γάλα από τα ζώα τους (γιδοπρόβατα) και το κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια στο χωριό, το οποίο ήταν το μοναδικό από όλα τα γύρω χωριά στο οποίο λειτουργούσε τυροκομείο, και εκεί το πουλούσαν. Αυτό ήταν ένα έσοδο από τα κοπάδια όπως επίσης ένα άλλο έσοδο ήταν από το μαλλί τους που το έπαιρναν με το «κούρεμα» των ζώων. Το κούρεμα γινόταν από τους τσοπάνηδες στα «γρέκια» όπου και ακολουθούσε φαγοπότι και τραγούδι. Το κρέας των ζώων έφερε επίσης κάποιο εισόδημα. Τα πουλούσαν στο χασάπη ο οποίος γυρνούσε τα χωριά και τα αγόραζε ζωντανά. Πουλούσαν όμως και στους συγχωριανούς κρέας όταν έσφαζαν ζώα για τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού.

Από την γεωργία δεν είχαν έσοδα γιατί ότι καλλιεργούσαν δεν ήταν αρκετό καλά-καλά για τους ίδιους. Δουλειές άλλες δεν υπήρχαν.

Παραθέτω αυτούσιο ένα τμήμα κειμένου από το βιβλίο: Οι Αρβανίτες και το Αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα, του Γ. Γκίκα (1978), στο οποίο περιεκτικά αναγράφονται λαογραφικά στοιχεία των Αρβανιτών της Καρύστου (Ευβοίας), θεωρώντας ότι εκφράζουν στο μεγαλύτερο ποσοστό και στοιχεία για το Αρβανιτοχώρι Γκέρμπεσι Αχαΐας: «Επαγγέλματα-Τοπικά εδέσματα: Κοινωνικές τάξεις δεν υπήρχαν στην Περιοχή. Όλοι είναι γεωργοκτηνοτρόφοι και πλουσιότεροι θεωρούνται αυτοί που έχουν περισσότερα γιδοπρόβατα ή χωράφια ή βοσκότοπους. Βασικά προϊόντα του τόπου για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών είναι τα κηπευτικά, λίγα φρούτα, κρασί στάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη και καλαμπόκι. Τα παλιότερα χρόνια, αλλά και σήμερα σε πολλά χωριά, το ψωμί το φτιάχνουν από σμιγάδι, αλεύρι ανάμεικτο από στάρι και κριθάρι που αλέθουν στους νερόμυλους[3]. Με σταρένιο αλεύρι φτιάχνουν, επίσης, τις ντρέμσες ή γκογκολιέμσες[4] (μακαρόνια στριφτά στο χέρι), τις πλακόπιτες (σκέτο ζυμάρι ψημένο σε καυτή πέτρα που το τρώνε με τυρί και ελιές) κ. λ. π. Με το καλαμποκάλευρο φτιάχνουν τις λεγόμενες Μπαζίνες, που είναι σβώλοι βρασμένου καλαμποκάλευρου, που αφού τρίψουν τυρί, τους ζεματίζουν με λάδι, ενώ με τη βρώμη κάνουν κουρκούτι και το δίνουν για θρεφτικό φαγητό στα παιδιά….»

Μία από τις ασχολίες μερικών κατοίκων ήταν και η ξυλογλυπτική ή ξυλοτεχνία. Έτσι έφτιαχναν μόνοι τους είδη οικιακής και μη χρήσεως για την κάλυψη των αναγκών τους. Μεταξύ των άλλων έφτιαχναν: πλαστήρια (μακριά ξύλινα φτυάρια για να «ρίχνει η νοικοκυρά το ψωμί στο φούρνο), κουτάλες, βαρέλες, σκαφίδια μονοκόμματα από κορμό πλατανιού, για το ζύμωμα του ψωμιού ή και άλλα για το πλύσιμο των ρούχων, ρόκες, αδράχτια και σφοντύλια για την επεξεργασία του μαλλιού, αργαλειούς, γκλίτσες, ανέμες, εξαρτήματα για τα ξύλινα αλέτρια κ.λ.

(συνεχίζεται…).


[1] Ήσαν της Ευαγγελίστριας.
[2] Υπήρχαν και υπάρχουν και σήμερα και άλλες πηγές έξω από το χωριό με τρεχούμενα και κρυστάλλινα νερά. Μία απ’ αυτές είναι η «Γκούριζα» και μία άλλη είναι το «Κριεγκούριτ» στου Χαλκιά που αναβλύζει μέσα από τους τεράστιους πέτρινους όγκους και ξεδιψάει τους περαστικούς και τους τσοπάνηδες που σκύβουν μέσα στην πέτρινη «κουρούτα» από την οποία περνάει για να ακολουθήσει τη δική του διαδρομή για το λαγκάδι, όπου χύνεται. Άλλες είναι: Των Παπαζαφειραίων στον «Πλοκωτό», των Σκοντραίων στην «Γυφτόλακκα», των Πλωταίων στις «Ιτιές», στο «Γκουρισκάλους» των Σκοντραίων-Μπολτσοβίκου-Πηρούνη, στο «Γαζί» του Δημήτρη του Σκόνδρα, στα «Πλέπια» των Νίκου και Αντώνη Πλώτα, Σήλιου και Μέλιου Κόρδα, στις «Ιτιές στο Πασχάλι» των Γιώργη, Δημήτρη και Γρηγόρη Κόρδα, στην «Μιρόχοβα» των Σκοντραίων, των Πλωταίων, του Τζώρτζη και του Ταπεινού, στην «Γκούμιζα» του Σταυρόπουλου, στο «Κροχιλάκι» των Σκονδραίων, στην «Τσαρπίνα» των Στρατικαίων. Αυτές όλες δεν ήσαν ιδιοκτησίες όσων αναφέρονται αλλά ευρίσκοντο είτε μέσα, είτε πλησίον των χωραφιών τους και εν πάση περιπτώσει εκεί πότιζαν τα ζώα τους (Περιγραφή: αειμνήστου Απόστ. Ανδρ. Σκόνδρα).
Στις «Γκρόστες» υπάρχει μια σπηλιά που από μερικούς λέγεται «η τρύπα του Κανέλλου». Προχωρώντας προς το εσωτερικό της σπηλιάς αυτής υπάρχει βαθύ πηγάδι και καταρράκτης και εκεί λέγεται ότι ένας βοσκός έριξε μια φλογέρα την οποία έβγαλε το νερό  στο χωριό Λόπεσι (Καταρράκτης) όπου τρέχουν άφθονα τα νερά που κατεβαίνουν από το Παναχαϊκό.  
[3] Στο χωριό Γκέρμπεσι κυρίως την περίοδο της «Κατοχής» έφτιαχναν και ψωμί από καλαμποκάλευρο, τη μπομπότα όπως λεγόταν.
[4] Στο χωριό Γκέρμπεσι τις λέγανε «Ντρόμισες» ή και «τριφτάδες».
Advertisements
This entry was posted in Άρθρα, Ιστορία and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s