Αγροτικές εργασίες τα παλαιότερα χρόνια στο Γκέρμπεσι…

(συνέχεια από το προηγούμενο…).

Άλλες σχετικές με την γεωργία δραστηριότητες ήσαν:

1. Ο θερισμός του σιταριού που γινόταν τέλος Ιουνίου αρχές Ιουλίου, χειρωνακτικά με το δρεπάνι. Ξεκινούσε πριν το χάραμα με την δροσιά, γινόταν ένα διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό κάτω από τον ίσκιο κάποιου δέντρου και συνεχιζόταν το απόγευμα έως αργά το βράδυ και αν είχε και φεγγάρι θέριζαν και την νύχτα. Ο θερισμός ήταν δουλειά κυρίως γυναικών. Κοβόντουσαν τόσα στάχυα όσα περίπου έπιανε κάθε φορά το αριστερό χέρι του θεριστή βοηθούμενο από το δρεπάνι που κρατιόταν με το δεξί. Τα στάχυα κοβόντουσαν χαμηλά στις καλαμιές και δενόντουσαν «χερόβολα» δηλαδή μάτσα, τα οποία στη συνέχεια πολλά μαζί (20-30) δενόντουσαν, από άνδρες, «δεμάτια» με το «δεματικό» που ήταν βρεγμένα χλωρά ευέλικτα σπάρτα ή άλλα χορτάρια που ετοιμαζόντουσαν από βραδίς από τους άνδρες, στηνόντουσαν στο χωράφι και μεταφερόντουσαν με τα ζώα στο αλώνι για το αλώνισμα. Εκεί ο κάθε παραγωγός τα τοποθετούσε ξεχωριστά τα δικά του «δεμάτια» σε «θημωνιές» μέχρι να έρθει η σειρά του να αλωνίσει. Οι θερίστριες φορούσαν μαντήλια για να προστατευθούν από τον ήλιο και χοντρές μάλλινες κάλτσες για να προστατεύονται από τα άγρια και αγκαθωτά χόρτα όπως οι φαλαρίδες, τα γαϊδουράγκαθα και οι κομμένες καλαμιές. Οι άντρες φορούσαν τραγιάσκες και ψάθινα καπέλα για να προστατευθούν από τον ήλιο.

2. Το αλώνισμα. Το κάθε αλώνι είχε φτιαχτεί σε μέρος τέτοιο ώστε να «το πιάνει ο αέρας» όπως έλεγαν δηλαδή να είναι εκτεθειμένο και στην παραμικρή κίνηση του ανέμου. Τα αλώνια ήσαν στρόγγυλα πλακόστρωτα δάπεδα, από πλάκες σχιστολιθικές που διάλεγαν σκόπιμα γι’ αυτό το σκοπό.

Υπήρχαν όμως αλώνια και από σκληρό πατημένο χώμα. Η ακτίνα τους ήταν γύρω στα πέντε-έξη μέτρα  και στη μέση είχαν ένα γερό χονδρό ξύλινο στύλο, το στοιχερό, από τον οποίο έδεναν τα άλογα. Άπλωναν τα δεμάτια αφού τα έλυναν, μέσα στο αλώνι και στη συνέχεια έφερναν τα άλογα. Το αλώνισμα άρχιζε πολύ πρωί-πρωί. Συγκέντρωναν τέσσερα και πάνω άλογα, ανάλογα και με την ποσότητα που είχαν να αλωνίσουν, τα «συνταίριαζαν» με «λαιμαριές» μεταξύ τους το ένα δίπλα στο άλλο και με ένα σχοινί που το κανόνιζαν έτσι ώστε να έχει τόση απόσταση όση από το εσωτερικό άλογο (όταν αυτά ήσαν στη σειρά και το τελευταίο ήταν κοντά στην περίμετρο του κύκλου) μέχρι τον στύλο, τα έδεναν στον στύλο. Στη συνέχεια έτρεχαν τα άλογα γύρω από τον στύλο, καθοδηγούμενα από τον «αλωνιστή» και καθώς έτρεχαν και τυλιγόταν το σχοινί γύρω από τον στύλο, άλλαζαν και θέση στους νοητούς κύκλους που σχημάτιζαν. Έτσι πατούσαν τα άλογα τα στάχυα και καθώς αυτά ήσαν ξερά και σκληρά ξεχώριζε το σιτάρι από τα στάχυα και τις φλούδες του και γινόντουσαν «λιώμα». Παράλληλα έσπαζαν και συνθλιβόντουσαν και οι καλαμιές του σιταριού και σχηματιζόταν το άχυρο. Βοηθούσαν βέβαια και οι γύρω ρίχνοντας με το «δικριάνι» μέσα τα «χερόβολα» ώστε να τα πατήσουν τα άλογα ή λύνοντάς τα με τα «δικριάνια». Όταν το σχοινί που τυλιγόταν γύρω από το στύλο του αλωνιού έφτανε στο τέλος του τότε ο «αλωνιστής», ο υπεύθυνος δηλαδή για τα άλογα, αποσύνδεε τα άλογα από το σχοινί αυτό και τραβώντας τα, τα γύριζε προς την αντίθετη κατεύθυνση έτσι ώστε αυτό που έτρεχε εσωτερικά να τρέχει τώρα εξωτερικά  και το σχοινί καθώς έτρεχαν ξετυλιγόταν. Κατά διαστήματα γινόταν μικρή διακοπή για ξεκούραση και κολατσιό. Μια μεγάλη διακοπή γινόταν το μεσημέρι οπότε έβγαζαν τα ζώα να ξεκουραστούν και να πιουν νερό. Τότε «γύριζαν» το αλώνι δηλαδή αναποδογύριζαν με τα δικριάνια το περιεχόμενο του αλωνιού για να πατηθεί παντού με την είσοδο των ζώων. Στο διάστημα αυτό έτρωγαν το μεσημεριανό φαγητό που ήταν πλούσιο: κρέας ψητό στον χωριάτικο φούρνο ή κόκορας με μακαρόνια, μπόλικο κρασί, τυρί σαλάτες κ.λ. Ακολουθούσαν διάφορα αστεία και ευχές για καλή σοδειά. Στη συνέχεια έβαζαν πάλι τα άλογα και η διαδικασία συνεχιζόταν έως ότου τέλειωνε το αλώνισμα δηλαδή το υλικό μαζευόταν σωρός στη μέση του αλωνιού και ήταν έτοιμο για λίχνισμα. Το αλώνισμα διαρκούσε μέχρι και δέκα ώρες.

3. Το λίχνισμα γινόταν όταν φυσούσε ο κατάλληλος αέρας. Με το «δικριάνι» πετούσε ψηλά περίπου στο μπόι του ο λιχνιστής το μίγμα των σπόρων και του άχυρου, οπότε ο αέρας παρέσυρε το άχυρο και το έστελνε λίγα μέτρα μακρύτερα ενώ το σιτάρι σαν βαρύτερο από το άχυρο έπεφτε κάτω ακριβώς μπροστά. Έτσι ξεχώριζε το σιτάρι από το άχυρο και το μεν σιτάρι αφού καθαριζόταν καλά μέσα από το «δρυμόνι» και το αριολόϊ, έμπαινε σε σακιά και μεταφερόταν στο «κασόνι», στο ξύλινο δηλαδή μακρόστενο κιβώτιο όπου φυλασσόταν μέχρι να πάει στο μύλο να αλεστεί και να γίνει αλεύρι, το δε άχυρο μεταφερόταν και εκείνο στις αποθήκες κοντά στους στάβλους για να αποτελέσει τροφή για τα ζώα (βόδια, άλογα, γαϊδούρια) κατά τους χειμερινούς κυρίως μήνες. Το λίχνισμα διαρκούσε περί τις δύο ημέρες αν φυσούσε αέρας, αλλιώς περισσότερες.

Αλώνια υπήρχαν[1]: α) τρία στην  «Σκάλα». Το ένα του Λιάκου του Πλώτα, το άλλο του Δημήτρη του Σκόνδρα και το τρίτο του Γκολφίνου του Κόλλια, β) ένα του Γιαννόπουλου, γ) ένα του Κώτσου του Πλώτα και ένα του Δημήτρη του Τζώρτζη, δ) ένα του Κανέλλου του Κόρδα, ε) ένα στο Λιμιμπούριζ (του Αντρίκου του Σκόνδρα;), στ) ένα στο Γκουρισκάλους του Ντίνου του Σκόνδρα, ζ) ένα στον Άη-Λιά που αλώνιζαν οι Κολιαίοι, η) ένα στο Λιμικακούριτ που αλώνιζαν οι Στρατικαίοι και ένα αλώνι στις «Βάθρες» του Θοδωρή του Κόλλια, θ) ένα στου Μουρτά τα λεύκα, ι) ένα στη Γυφτόλακκα, Σκοντρέϊκο και ίσως και άλλα που δεν θυμάμαι.

Οι νερόμυλοι στους οποίους άλεθαν τα σιτηρά ήσαν: Του Διδάχου στα Δεντρά και του Λίασκου, του Γκούμα και του Μούλου στην Βλασία.

4. α) Το κλάδεμα των αμπελιών. Το κλάδεμα άρχιζε τον Φεβρουάριο και γινόταν από τους γεροντότερους της οικογένειας. Το «φτιάξιμο» του αμπελιού θέλει πείρα ώστε να μείνουν τα κατάλληλα «μάτια» στο κλίμα. Οι κληματόβεργες μαζευόντουσαν από τους κλαδευτές και καιγόντουσαν για να είναι ευκολότερο το σκάψιμο του αμπελιού που θα ακολουθούσε.

β) Το σκάψιμο των αμπελιών άρχιζε τον Μάρτη και γινόταν από τους νεώτερους. Είναι μία από τις πιο κουραστικές δουλειές και απαιτεί δύναμη αλλά και  τέχνη για να γίνει το «κουτρούλι» μεγάλο. Πολλές φορές τα σκαψίματα γινόντουσαν με «δανεικαριές» δηλαδή μαζευόντουσαν δύο – τρεις οικογένειες και έσκαβαν πρώτα το αμπέλι του ενός και στη συνέχεια όλοι μαζί έσκαβαν με τη σειρά και τα αμπέλια των υπολοίπων.

γ) Το σκάλισμα των αμπελιών γινόταν τον Απρίλη και ήταν πολύ πιο εύκολη από το σκάψιμο. Ισοπέδωναν τα κουτρούλια και έκοβαν όσα χόρτα είχαν προλάβει να ξεμυτίσουν με τις πρώτες χλιαρές ακτίνες του ηλίου.

δ) Το ράντισμα ή το ρέντι άρχιζε μόλις το κλίμα έβγαζε τα πρώτα φυλλαράκια. Γινόταν με χαλκό και με την «ρεντιστήρα» που κουβαλούσαν στην πλάτη γεμάτη με το μείγμα. Μετά το ράντισμα το αμπέλι άλλαζε χρώμα και από πράσινο γινόταν γαλαζοπράσινο από τη ν γαλαζόπετρα. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες γινόντουσαν συνολικά 4 – 5 «ρέντια» το χρόνο.

ε) Το βοτάνισμα, το ξεφύλλισμα και  το κορφολόγημα  ακολουθούσε που ήσαν δουλειές διασκέδασης για τους αμπελουργούς γιατί ήσαν δουλειές ελαφριές και ξεκούραστες.

Τα πρώτα σταφύλια δοκιμαζόντουσαν του «Σταυρού» στις 14 Σεπτεμβρίου. Ήταν  έθιμο την ημέρα εκείνη να φέρνουν σταφύλια από τα αμπέλια για να δουν αν μέστωσαν δηλαδή αν πλησίαζε ο τρύγος. Αλλά και η νηστεία της ημέρας βόλευε ώστε το φαγητό της ημέρας να είναι σταφύλια και ψωμί.

στ) Ο τρύγος γινόταν τον Οκτώβρη γιατί το μέρος όπου ήσαν τα αμπέλια το «Καστρίτσι» κοντά στην Κάτω Βλασία δηλαδή στους πρόποδες του Ερύμανθου, ήταν ορεινό και αργούσαν να μεστώσουν τα σταφύλια. Ο τρύγος γινόταν με παραδοσιακό τρόπο. Επειδή τα αμπέλια απείχαν περί τα τρία τέταρτα της ώρας δρόμο με τα ζώα και τα σταφύλια θα έλιωναν στα καλάθια κατά την μεταφορά, τα μετέφεραν μέσα σε δέρματα ζώων (γιδιές ή ασκιά). Επίσης το πάτημα των σταφυλιών γινόταν από τα παιδιά με τα πόδια. Εκτός από το κρασί εξαιρετικά ήσαν και άλλα προϊόντα του μούστου όπως η μουσταλευριά με καρύδια και το πετιμέζι που εκτός από τις τηγανίτες όπου το έβαζαν, όπως έλεγαν είχε και θεραπευτικές ιδιότητες για το κρυολόγημα αν το έπινες ζεστό με τσίπουρο.

 Το τσίπουρο ήταν και αυτό προϊόν που γινόταν μετά τον τρυγητό. Επειδή απαγορευόταν η διαδικασία αυτή γινόταν παράνομα. Θα σας περιγράψω πως έβγαζε ο πατέρας μου με πρακτικό τρόπο και χωρίς ειδικό αποστακτήρα το τσίπουρο. Είχε δυο καζάνια ή λεβέτια όπως τα έλεγαν όπου όταν έμπαινε το ένα πάνω στο άλλο ο πάτος του από πάνω εφάρμοζε στο στόμιο του από κάτω, δηλαδή δεν έπεφτε μέσα. Στο κάτω έβαζε μέχρι το ένα τέταρτο τσίπουρα (τα υπολείμματα μετά το στύψιμο των σταφυλιών)   και τα ίσιωνε, Πάνω από τα τσίπουρα και στη μέση ακριβώς έβαζε ένα μικρό καθαρό ταψάκι άδειο. Αυτό το καζάνι το έβαζε πάνω στη φωτιά και πάνω σ’ αυτό έβαζε το άλλο καζάνι του οποίου είχε φροντίσει να γυαλίσει ή να γανώσει αν ήταν χάλκινο το εξωτερικό μέρος του πυθμένα του. Φρόντιζε ώστε να κλείνει και να στεγανοποιεί τα σημεία επαφής των δύο καζανιών και στο πάνω καζάνι έβαζα κρύο νερό. Καθώς έβραζαν τα τσίπουρα εξατμιζόταν το απόσταγμα του μούστου και ανέβαινε ως τον πυθμένα του πάνω καζανιού όπου από την διαφορά θερμοκρασίας λόγω του κρύου νερού που περιείχε το πάνω καζάνι υγροποιείτο και έσταζε μέσα στο ταψάκι και αυτό ήταν το ποτό τσίπουρο. Αυτή η επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία επαναλαμβανόταν και διαρκούσε μέχρι να τελειώσουν όλα τα τσίπουρα ή μέχρι να συγκεντρώσει  τόσο ποτό όσο θα του χρειαζόταν για τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Οι Γκερμπεσιώτες σύμφωνα με την παράδοση, παλαιότερα είχαν αμπέλια στο χωριό. Στο «Καστρίτσι» είχαν αμπέλια οι: Γιάννος Στρατίκης, Ηλίας Κόρδας, Νικόλαος Πλώτας, Νικόλαος Πλώτας του Σπήλιου, Αντώνης Πλώτας του Σπήλιου, Δημήτρης Σκόνδρας, Γεώργιος Σταυρόπουλος (το είχε ο πεθερός του ο γέρο Κώστας ο Κόρδας), Κων/νος Σκόνδρας του Σταματίου, Ανδρέας Σκόνδρας του Αποστόλου, Βασίλης Στρατίκης, Λιάκος Πλώτας, Δημήτρης Τζώρτζης, Βασιλάκης Σκόνδρας. Ο Κανέλλος ο Κόρδας είχε αμπέλι στα Δεμέστιχα όπως και ο Βασιλάκης ο Παπαζαφείρης του Δημητρίου και άλλοι ίσως που δεν γνωρίζω.

5. Το κόψιμο και η συγκέντρωση των καυσόξυλων. Αυτή εργασία ξεκινούσε στις αρχές του φθινοπώρου και θάπρεπε να τελειώσει πριν την έναρξη της σποράς. Τα καυσόξυλα τα έκοβαν στα τοπικά δάση, προήρχοντο κυρίως από πουρνάρια και τα κουβαλούσαν με τα ζώα στο χωριό όπου ο καθένας τα στοίβαζε στην αυλή του για να είναι έτοιμα για τον χειμώνα. Δεν ήταν εύκολη δουλειά γιατί και τα μέρη ήσαν δύσβατα και απόκρημνα πολλές φορές αλλά και η προσπάθεια επίπονη κυρίως όταν επρόκειτο, με το μεγάλο χειροκίνητο από δύο άτομα πριόνι, την «κόφτρα» όπως την έλεγαν, να κομματιάσουν χονδρούς και γέρικους κορμούς σκληρών πουρναριών. Χρησιμοποιούσαν «σφήνες», βαριοπούλες, σχοινιά και ότι άλλο μπορεί να φανταστείτε προκειμένου να συγκρατήσουν, να σκίσουν και να κομματιάσουν τους κορμούς των δέντρων που έκοβαν.

(Συνεχίζεται…).


[1] Σύμφωνα με διήγηση του πατέρα μου: Δημήτρη  Νικ.  Τζώρτζη.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα, Ιστορία and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s