Κατοικία, ενδυμασία – μάλλινα υφαντά, χλωρίδα – πανίδα

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

β. Κατοικία.

Τα σπίτια εμβαδού περί τα 50-60 τ. μ. ήσαν όλα πέτρινα και σχεδόν ομοιόμορφα. Πέτρινοι ήσαν οι τοίχοι οι οποίοι είχαν πάχος περί τους πενήντα και πλέον πόντους. Οι πέτρες είχαν μαζευτεί από τα γύρω μέρη όπου υπήρχαν μπόλικες λες και ο δημιουργός θέλησε να δέσει αρμονικά το πέτρινο τοπίο με την σκληρή και κοπιώδη πορεία της ζωής των κατοίκων αυτού του τόπου. Αυτές οι πέτρες είχαν σμιλευτεί με το ματρακά και το κοπίδι από έμπειρους τεχνίτες και ξακουστούς κυρίως Ηπειρώτες και Λαγκαδινούς χτιστάδες και είχαν τοποθετηθεί τόσο ωραία η μία δίπλα ή πάνω στην άλλη ώστε ο τοίχος που σχημάτιζαν να είναι ίσιος και λείος σαν χαρτί. Δεν έφευγε τίποτα στραβό καθώς έριχνες τη ματιά στην ευθεία αυτών των τοίχων. Πέτρινη όμως ήταν και η σκεπή τους, από ειδικές σχιστολιθικές πλάκες που με επιμέλεια έψαχναν και έβγαζαν από το χώμα και από συγκεκριμένα μέρη. Αυτές οι όσο το δυνατόν λεπτές πλάκες ετοποθετούντο από ειδικούς μαστόρους που ήσαν κυρίως Ηπειρώτες με τέτοιο αριστοτεχνικό τρόπο ώστε την ένωση των δύο να σκεπάζει μία τρίτη  και το νερό της βροχής να κυλάει πάνω τους και να μην στάζει μέσα στο σπίτι. Αυτό το πολύ βαρύ φορτίο που πολλαπλασιαζόταν όταν το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, υποβασταζόταν από τους πολύ χονδρούς τοίχους αφ’ ενός αλλά και από πολύ χοντρή και σκληρή ξυλεία κυρίως δρύινη ή και ελάτινη. Το πόσο επικίνδυνο ήταν να καταρρεύσει αυτό το φορτίο είναι περιττό να τονιστεί.

Τα δωμάτια των σπιτιών ήσαν κατά κανόνα δύο και χωρίζονταν με τη «μεσάντρα» που ήταν χώρισμα από σανίδες ή πιο λεπτό τοίχο με εσωτερική πόρτα που συνέδεε τους δύο χώρους. Το ένα όπου ήταν κατά κάποιο τρόπο και χώρος υποδοχής και φιλοξενίας των ξένων και το άλλο όπου υπήρχε το τζάκι, γινόταν το μαγείρεμα και ήταν ταυτόχρονα και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα κουζίνα και καθιστικό μαζί. Σ’ αυτό το δεύτερο δωμάτιο, που ήταν μικρότερο από το πρώτο, σε μερικά σπίτια είχαν κάνει μέσα και το φούρνο όπου έψηναν το ψωμί.

 Στο πίσω μέρος του μικρού δωματίου έβγαζε μια «πορτούλα» που λεγόταν έτσι γιατί ήταν πιο κοντή και πιο στενή από τις άλλες πόρτες. Κατά μία εκδοχή που αναφέρει ο Απόστ. Ανδρ. Σκόνδρας, που επικαλείται μαρτυρίες παλαιοτέρων, η πόρτα αυτή γινόταν κοντή σκόπιμα ώστε όταν έμπαινε ο χωροφύλακας ή άνδρας του αποσπάσματος από την πίσω πόρτα να αναγκάζεται να σκύψει για να περάσει και έτσι δινόταν η ευκαιρία στον νοικοκύρη που παραφύλαγε από μέσα να τον χτυπήσει στο «σβέρκο» και καθώς έπεφτε ο χωροφύλακας κάτω, το έσκαγε ο νοικοκύρης για το βουνό!

 Το μεγάλο δωμάτιο είχε συνήθως δύο μικρά αλλά ψηλά παράθυρα ομοιόμορφα και συμμετρικά φτιαγμένα στην πλευρά ενός μόνο τοίχου. Μικρά παράθυρα είχε το άλλο δωμάτιο.

Σε κάποια σπίτια υπήρχε και το κατώι (20-30 τ. μ.) το οποίο βρισκόταν κάτω από το κυρίως σπίτι. Ένα είδος υπογείου όπου το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη αλλά μερικοί στέγαζαν εκεί τα ζώα (μουλάρια, άλογα ή ακόμη και γιδοπρόβατα). Αυτός ο χώρος σε κάποια σπίτια χώριζε με σανιδένιο πάτωμα από το πάνω σπίτι, χωρίς να υπάρχει μόνωση από θορύβους, κρύο, οσμές κ.λ.π.

 

γ. Ενδυμασία – Μάλλινα υφαντά.

Τα κλινοσκεπάσματα φτιαχνόντουσαν όλα από το μαλλί των προβάτων το οποίο ύστερα από επεξεργασία στο χέρι περνούσε από την ρόκα για να γίνει νήμα και αφού βαφόταν πήγαινε στον αργαλειό και εκεί με το μεράκι της υφάντρας που έβαζε σ’ εφαρμογή παραδοσιακά σχέδια και με υπομονή και πολύ κόπο εδημιουργούντο εξαιρετικά υφαντά όπως: Κουβέρτες κεντητές, χαλιά μάλλινα, φλοκάτες που στη συνέχεια στελνόντουσαν στην «νεροτριβή» όπου το νερό τους έδινε την απαλή πυκνή και ωραία εμφάνιση, «πάντες» που ήσαν ωραίες κουβέρτες υφαντές με σχέδια λεπτά και πολύπλοκα- πολλές φορές – ωσάν πίνακες ζωγραφικής -, οι οποίες κοσμούσαν τους τοίχους των σπιτιών και έδιναν την ζεστασιά του μαλλιού αλλά και την ομορφιά της εικόνας, ταγάρια χρωματιστά ή «τράστα» όπως τα έλεγαν και άλλα.

Τα στρωσίδια ως επί το πλείστον τα έφτιαχναν στον αργαλειό από μαλλί γιδιών, την «κοζιά» όπως την έλεγαν και ήσαν υφαντά μεγάλης αντοχής. Έφτιαχναν όμως και χρωματιστά χαλιά κυρίως διαδρόμους από μαλλί προβάτων, το οποίο μπορεί να βάφεται σε διάφορα χρώματα γιατί είναι λευκό, ενώ το μαλλί των γιδιών είναι σκούρο και δεν βάφεται. Οι βαφές γινόντουσαν με φλούδα καρυδιού όταν είναι ακόμη πράσινη, από το βράσιμο της οποίας εδημιουργείτο το χακί και καφέ χρώμα, από φλούδα μελιού (φυτό), από το βράσιμο της οποίας εδημιουργείτο το κυανούν χρώμα, από το δέντρο (βελανιδιά) από το βράσιμο της φλούδας του οποίου προέκυπτε το καφέ χρώμα, καθώς και από άλλα φυτά.

Από μαλλί γιδίσιο συνήθως δημιουργούσαν και το υφαντό από το οποίο έφτιαχναν και τις κάπες ή καπότες που φορούσαν το χειμώνα οι τσοπάνηδες για να προστατευθούν από το κρύο ακόμη και από τη βροχή. Οι κάπες έμοιαζαν με ριχτό πολύ φαρδύ παλτό, χωρίς μανίκια και στην κορυφή είχαν κουκούλα ή κατσούλα[1] όπως την έλεγαν για να προστατεύει το κεφάλι. Τα χέρια τα είχαν πάντα μέσα καθώς η κάπα κρεμόταν στους ώμους και τα έβγαζαν όταν χρειαζόταν από δύο σχισμές που είχαν αφήσει οι ραφτάδες γι’ αυτό το σκοπό. Τις κάπες τις έφτιαχναν ειδικοί ραφτάδες, κυρίως Ηπειρώτες, έναντι καλής αμοιβής, συνήθως τα καλοκαίρια που γύριζαν γι αυτό το σκοπό τα χωριά.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι στον αργαλειό, στο σημαντικό αυτό εργαλείο της οικιακής οικονομίας και δημιουργίας, έφτιαχναν και το μεγαλύτερο μέρος της προίκας των κοριτσιών.

Οι γυναίκες πέραν του αργαλειού έπλεκαν και διάφορα μάλλινα ρούχα όπως ζακέτες, μπλούζες, πουλόβερ, μεσοφανέλες που συνήθιζαν να φοράνε οι άνδρες κυρίως τους χειμερινούς μήνες, κάλτσες κ. λ.

Οι παντρεμένες γυναίκες φορούσαν ή μάλλον καλύτερα έδεναν στο κεφάλι τους το μαντήλι ή τσεμπέρι[2], όπως το έλεγαν που ήταν από καλό πολύχρωμο ύφασμα, ενώ οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι γιαγιάδες φορούσαν τη «σκέπη» που ήταν περίπου σαν το μαντήλι αλλά πιο μεγάλη καφέ χρώματος ή μαύρου για τις χήρες και πενθούσες, με λεπτή δαντελίτσα ιδίου χρώματος γύρω – γύρω. Τη σκέπη την έδεναν στο κεφάλι και πολλές φορές κυρίως όταν κρύωναν τύλιγαν με τα άκρα της και το πρόσωπό τους από τη μύτη και κάτω, σαν ένα είδος «μπούργα».

δ. Χλωρίδα – πανίδα.

 

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (1998), έχει επισημανθεί ότι ένα μεγάλο μέρος από 127 φυτά ευδοκιμούν μόνο στην Ελλάδα και απ’ αυτά τα 22 αναπτύσσονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο και 14 μόνο στο Χελμό[3]. Έχουν επισημανθεί επίσης 14 είδη ενδημικών βαλκανικών φυτών και 8 άλλα είδη και έχουν καταγραφεί πλατάνια, έλατα, βουνοκυπάρισσα, και άλλα είδη φυτών. Σύμφωνα με στοιχεία του 1929, στη Γουρζούμισα και στις θέσεις Θάνα, Πριόνι κ.λ. υπήρχαν 2.000 έλατα, στα Λακκώματα και στις θέσεις Μόροβα, Αμπελίνα κ.λ. υπήρχαν 2.000 έλατα, στη Σποδιάνα (Χρυσοπηγή) 500 έλατα κ.ο.κ.

Επειδή όταν γκρεμίστηκαν τα σπίτια, βρέθηκαν μεγάλα «πάτερα» από πολύ ψηλά δέντρα (ίσως «αγκλαβουτσιά»), πιθανολογείται η ύπαρξη πολύ μεγάλων δέντρων αλλά και δασών στην περιοχή. (Πλώτας Χαρ.)

Σ’ ότι αφορά την πανίδα έχουν εντοπιστεί 283 είδη πουλιών (84 επιδημικά, 46 αποδημητικά, 37 τυχαίοι επισκέπτες και 116 περαστικά όπως μερικά γεράκια, ψαραετοί, αρπακτικά όπως ο αετός, ο γύπας, το κιρκινέζι, ο μπούφος και η κουκουβάγια). Έχουν εντοπιστεί 380 είδη σπονδυλωτών και μεγάλος αριθμός ασπόνδυλων στον Αχαϊκό χώρο. Τα θηλαστικά φθάνουν τα 40 με 50 είδη (4-6 είδη εντομοφάγα όπως ο σκαντζόχοιρος, ο τυφλοασπάλακας κ.λ. 10 είδη τρωκτικά, 7 είδη σαρκοφάγα όπως το τσακάλι, η αλεπού, η βίδρα, το κουνάβι, ο ασβός, η νυφίτσα, η αγριόγατα και οι νυχτερίδες κ.α.). Επίσης έχουν εντοπιστεί 31 είδη  ερπετών (6 είδη χελωνών, 12 είδη σαυρών, και 13 είδη φιδιών). Στους ποταμούς και στις λίμνες έχουν καταγραφεί 7 είδη ψαριών όπως η πέστροφα, ο ζαχαριάς, κ.λ.[4]

Κάτω από το χωριό των Καλαβρύτων Λαπαναγοί περνούν τρία ποτάμια: το Γουρζουμισέϊκο με τα λεγόμενα ψάρια χαμοσώρτια, το Δεμεστιχέϊκο με τα χέλια του και το Μποντέϊκο με τα γιαλιστά λεγόμενα ψάρια του.[5]

Πολλά απ’ αυτά τα είδη των φυτών (εκτός του ελάτου) ως και των ζώων τα συναντούσε κανείς εκείνα τα χρόνια και ίσως να τα συναντάει και σήμερα στα μέρη και στα βουνά γύρω από το Γκέρμπεσι. Είναι γνωστό άλλωστε ότι αποτελεί τόπο προτίμησης των κυνηγών οι οποίοι βρίσκουν εύκολα τα θηράματα όπως λαγούς, πέρδικες κ.λ.

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό (80%) του ορεινού εδάφους γύρω από το Γκέρμπεσι καλύπτεται από πουρνάρια, μελιούς, αγκλαβουτσιές, δέντρα (δρύς), αγραπιδιές, τρικοκιές, βάτα, αφροξυλιές, αχλαδιές (που κάνουν τα νοστιμότατα Αυγουστάπιδα), ακακίες κ. ά.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πλησίον των ποταμιών (Πείρου, Σελινούντα κ.λ. ) οι κάτοικοι των κοντινών χωριών έχουν εκτρέψει τα νερά τους και εκεί καλλιεργούν τα ποτιστικά τους όπως τριφύλλια, καλαμπόκια, φασόλια κ.λ. ως και τα κηπευτικά τους όπως ντομάτες, κολοκυθάκια κ.λ. Έτσι την ομορφιά των καταπράσινων πλατανιών που συνοδεύουν τους ποταμούς συμπληρώνουν και τα πράσινα χαλιά των τριγύρω καλλιεργειών.


[1] Σύμφωνα με την Βασιλική Λέκκα – Χαντζή (Συμβολή στην έρευνα του Μεσογείτικου κεφαλόδεσμου -Ε΄ Επιστημονική Συνάντηση Ν. Α. Αττικής): «Η λέξη κατσούλα ασφαλώς πρέπει να σχετίζεται με λατινική λέξη cassis – cassidis που σημαίνει περικεφαλαία και με τη βυζαντινή λέξη κασσίς – κασσίδος που ήταν το στιλπνό χάλκινο κράνος. Και από εδώ θα πρέπει, νομίζω, να προέρχεται η γνωστή νεοελληνική λέξη κασίδα που σημαίνει μόλυνση του τριχωτού μέρους του κεφαλιού, ασφαλώς εκείνο που το σκέπαζε το χάλκινο κράνος….»
[2] Η λέξη τσεμπέρι είναι λέξη Τούρκικη (cember) και σημαίνει κύκλος, επομένως είναι και μαθηματικός όρος. Το τσεμπέρι είναι μαντήλι κυκλικά δεμένο στο κεφάλι που σφίγγει τα μαλλιά, είναι σύμβολο του γάμου και το φοράει μόνο η παντρεμένη γυναίκα. Βλ. Βασιλική Λέκκα – Χαντζή ως άνω.
[3] Ο Φαλμεράυερ χρησιμοποιώντας την ρίζα Χελμ ή Χλουμ ή Χούλμ στα γερμανικά, που σημαίνει μικρός λόφος ή ακρωτήρι, συμπεραίνει ότι ο Χελμ-ός είναι όνομα σλαβικό, όπως επίσης και το κάστρο Χλουμ-ούτσι.

[4] Σ. Ν. Θωμόπουλου: Η Ιστορία της πόλεως των Πατρών…Αχαϊκές Εκδόσεις 1998.

[5] Δημ. Τσιλλύρα: Αγία Λαύρα η ψυχή της Ελλάδος …Πάτρα 1966.
Advertisements
This entry was posted in Άρθρα, Ιστορία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s