Μπουρμπούλι, μπούρμπουλας…

Μπούρμπουλας: και κάνθαρος, είδος τι εντόμου κολεοπτέρου, δημ. σκαθάρι (Δημητράκος, Λεξικό). Έντομον, ως η μέλισσα, βομβούν κατά την πτήσιν ηχηρώς, βόμβυξ, βομβύλιος, κάνθαρος ο ιερός (Ζώης Λ., Λεξικό…).

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s