Ροβολάω…

Ροβολάω: εκ του ρ. ρομβέω (ρομβέω = περιστρέφω κάτι ως ρόμβον*. (συνεκδ.) σφενδονίζω), κατέρχομαι συνήθως κατρακυλών περιστρεφόμενος, κατρακυλώ. Στη δημοτική ροβολάω: σημαίνει κατέρχομαι από κάποιο ύψωμα προς ίσιο μέρος ή πεδινό, κατεβαίνω, επί ανθρώπων και ζώων, ιδίως ποιμνίων. Ροβολητά (επίρρ.) = κατρακυλιστά. Ρόβολος = κατωφέρεια, κατακύληση. Επήρε ρόβολο=επήρε την κάτω βόλτα, έγινε επιρεπής σε κακές πράξεις. (Δημητράκος, Ζώης, Βυζάντιος)

*ρόμβος = το τροχοειδές ξύλινο όργανο το οποί περιστρεφόμενο αποτελεί βαρύ ή οξύ ήχο ανάλογα αν στρέφεται αργά ή γρήγορα αντίστοιχα. Το ματαχειριζόντουσαν οι μάγισσες και οι κορύβαντες στις τελετές τους. Η σβούρα των παιδιών κ.λ.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s