Ο γάμος στο Γκέρμπεσι τα παλαιότερα χρόνια.

"Το κείμενο που ακολουθεί και αναφέρεται στα έθιμα γύρω από τον γάμο παρατίθεται όπως, σε γενικές γραμμές μου το εξέθεσε ο Χαράλαμπος Παν. Πλώτας".

«Οι περισσότεροι γάμοι γινόντουσαν ύστερα από συνοικέσιο. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις όπου προηγείτο γνωριμία και αίσθημα, αλλά και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τηρούσαν τα έθιμα  του γάμου.

Όταν επρόκειτο για συνοικέσιο κάποιος γνωστός κυρίως του γαμπρού, θα έκανε «κουβέντα»στη οικογένεια της νύφης και αν υπήρχε αρχικά θετική ανταπόκριση τότε Ακολουθούσαν τα «ιδώματα» όπου οι ενδιαφερόμενοι με μέλη των οικογενειών συναντιόντουσαν  σε άλλο εκτός του χωριού μέρος (ακόμη και στην Πάτρα) και έβλεπε η υποψήφια νύφη τον υποψήφιο γαμπρό. Στη συνέχεια ακολουθούσαν και άλλες συναντήσεις και συζητήσεις και συμφωνούσαν για την προίκα και άλλα σχετικά με τον γάμο.

Ακολουθούσε ο αρραβώνας. Ο γαμπρός πήγαινε με τους  δικούς του στο σπίτι της νύφης όπου η οικογένειά της τους περίμενε έχοντας κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες, γινόταν ο αρραβώνας και ακολουθούσε φαγοπότι και γλέντι με επιτραπέζια τραγούδια και χορό. Όταν έφευγαν, σύμφωνα με το έθιμο, γινόταν το ασήμωμα της νύφης με λεφτά που έριχναν στο τραπέζι ενώ η νύφη καρφίτσωνε ένα λευκό μαντήλι στο πέτο των συμπεθέρων.

Το ζευγάρι στην περίοδο του αρραβώνα αντάλλασσε επισκέψεις και επισκεπτόταν κοινούς συγγενείς και φίλους. Όρος απαράβατος ήταν ότι ο άνδρας θα σεβόταν (δεν θα είχε σεξουαλική επαφή) την γυναίκα μέχρι την ημέρα του γάμου.

Του γάμου ποροηγείτο προετοιμασία. Την προηγούμενη Κυριακή όλη την εβδομάδα στο σπίτι της νύφης ετοίμαζαν τα προικιά: έπλεναν τα ρούχα, ετοίμαζαν τον «γιούκο», καθάριζαν το σπίτι, ετοίμαζαν τα «σφαχτά» για το τραπέζι. Την Παρασκευή συγγενείς του γαμπρού με προεξάρχοντες ορισμένους απ’ αυτούς πηγαίνανε με τ’ άλογα να πάρουν τα προικιά  από το σπίτι της νύφης όπου τους περίμεναν και γινόταν γλέντι και φαγοπότι με τραγούδια, χορό και καλαμπούρια. Όπου οι μεν πείραζαν τους δε και προσπαθούσαν να μεθύσουν. Στη συνέχεια και πριν παραλάβουν τον ρουχισμό, έβαζαν ένα αγοράκι πάνω στο «γιούκο» με τα υφαντά ρούχα και αφού τα ασήμωναν με χρήματα άρχιζαν να τα καταμετρούν και τα παραλάμβαναν με τραγούδια και χαρές για να τα μεταφέρουν στο σπίτι του γαμπρού.

Την Πέμπτη άρχιζε η προσέλευση στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης των μακρινών συγγενών και φίλων.

Το Σάββατο το βράδυ γινόταν ολονύχτιο γλέντι στο σπίτι της νύφης με τους δικούς της καλεσμένους, χωρίς να παρίσταται κανένας από το σόι του γαμπρού, ούτε και ο ίδιος ο γαμπρός.

Την Κυριακή γινόντουσαν προετοιμασίες όπως: το ντύσιμο της νύφης, το ξύρισμα του γαμπρού κ.λ. που συνοδευόντουσαν με κλαρίνα, νταούλια και τραγούδια.

Ο γαμπρός πήγαινε στο χωριό της νύφης με όλους τους συγγενείς και φίλους καλοντυμένος καβάλα στα άλογα, όπου γινόταν αγώνας ιπποδρομίας ή αγώνας τρεξίματος με τα πόδια για την «μαξιλάρα», που ήταν το έπαθλο που περιείχε διάφορα: κουφέτα, καρύδια, χρήματα, εσώρουχα κ.λ.  Αυτός που θα κέρδιζε έπαιρνε και το δικαίωμα να υποδέχεται και τους υπόλοιπους συμπεθέρους κερνώντας τους κρασί στην είσοδο του χωριού. Επίσης θα ήταν ο πρώτος που θα έσερνε το χορό μετά το γάμο.

Ακολουθούσε η υποδοχή με μεζέδες, κρασί και τραγούδια με νόημα και από τις δύο πλευρές των καλεσμένων, της νύφης και του γαμπρού.

Ο γάμος γινόταν συνήθως μετά την πρωινή λειτουργία και ακολουθούσε χορός στο προαύλιο της εκκλησίας, με πρώτη τη νύφη, ύστερα τον γαμπρό, μετά ο κουμπάρος, τα πεθερικά, τα κουνιάδια και οι λοιποί.

Αυτός που βάσταγε «μασχαλιάρης» (Μασχαλιάρης: είναι αυτός που κρατάει τον πρώτο χορευτή και πρέπει να ξέρει καλό χορό) θα έπρεπε να ήταν ο κουμπάρος.

Στη συνέχεια το ζευγάρι πήγαινε με τους καλεσμένους του γαμπρού, στο σπίτι του γαμπρού όπου κατά την είσοδό τους, τους «μέλωνε» η πεθερά. Εκεί ακολουθούσε γλέντι με ψητό ή βραστό, χωρίς να παρίσταται κανένα μέλος της οικογένειας της νύφης. Τα επιτραπέζια τραγούδια τα ξεκινούσε ο πατέρας του γαμπρού και στη συνέχεια , μετά το τέλος του τραγουδιού σήκωνε το ποτήρι, ευχόταν στο ζευγάρι και καλωσόριζε και επέλεγε τον επόμενο καλεσμένο ο οποίος θα τραγουδούσε με τη φράση: Καλωσόρισες φίλε (όνομα), ο οποίος θα τραγουδούσε το τραγούδι της αρεσκείας του και στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο θα επέλεγε τον επόμενο κ. ο. κ. μέχρι τα ξημερώματα. Το ζευγάρι αργά την νύχτα αποχωρούσε στο νυφικό δωμάτιο.

Ακολουθούσε τις πρωινές ώρες η επίδειξη από την μάνα του γαμπρού, του σεντονιού με το αποδεικτικό της αγνότητας της νύφης. Ακολουθούσαν τουφεκιές εν μέσω ενθουσιασμού και ευθυμίας. Επίσης έριχναν χρήματα στο πανέρι που είχαν το σεντόνι, ακόμη και λίρες, ως ένδειξη τιμής και ευχαρίστησης προς τη νύφη.

Υπεύθυνος του τραπεζιού και του γλεντιού οριζόταν από την οικογένεια κάποιος έμπειρος, ο αρχιμάγειρας που προετοίμαζε τα πάντα.

Το φαγητό έπρεπε να είναι πολύ καλό, το ίδιο και το κρασί. Όλο το βράδυ του γλεντιού ως το πρωί σερβίριζαν τρεις φορές και κάποιος θα φρόντιζε να χορέψουν όλοι οι καλεσμένοι με τη σειρά.

Πολλές φορές τα γλέντια κρατούσαν και δυο και τρεις ημέρες. Έτσι λοιπόν όλοι οι συγγενείς και φίλοι ήσαν παρόντες για να βοηθήσουν παίρνοντας εντολές από τον αρχιμάγειρα για το τι έπρεπε να κάνουν.

Χαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος αντιμετώπισης των διαφόρων προβλημάτων όπως όταν δεν υπήρχαν ή δεν έφταναν τα τραπέζια οπότε έβγαζαν τα παραθυρόφυλλα και τα έστρωναν για τραπέζια ή έφτιαχναν πάγκους με τάβλες πάνω στις οποίες έστρωναν κουρελούδες και διάφορα υφαντά όπου και καθόντουσαν οι καλεσμένοι πιο άνετα.

Την επομένη του γάμου το ζευγάρι συνοδευόταν από καλεσμένους του γαμπρού και πήγαιναν στη βρύση όπου η νύφη ασήμωνε την βρύση με χρήματα τα οποία έριχνε στον «κούτουλα» και οι άντρες της παρέας βουτούσαν με το κεφάλι για να τα πιάσουν με το στόμα.

Κατόπιν τα πράγματα ησυχάζανε μέχρι την επομένη Κυριακή όπου η νύφη συνοδευόμενη από τον γαμπρό και στενούς συγγενείς πήγαινε στο πατρικό της («επιστρόφια»), όπου ακολουθούσε φαγοπότι και γλέντι. Το ίδιο γινόταν και από την πλευρά της οικογένειας της νύφης την επόμενη εβδομάδα που επισκεπτόντουσαν το σπίτι των νεόνυμφων όπου ακολουθούσε τραπέζι και γλέντι.

Χαρακτηριστικά επεισόδια που πρέπει ν’ αναφερθούν είναι ότι για όλη την πορεία της τελετής ενός γάμου βασίλευε μια υποδειγματική τάξη που όσο πιο σωστή ήταν τόσο μεγαλύτερη ήταν η υπόληψη προς το ζευγάρι και την οικογένεια που έκανε το γάμο.

Επίσης χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στις προετοιμασίες του γάμου ενός χωριανού ήσαν παρόντες και οι Γκολφίνος Κόλιας και Μήτσος Πλώτας οι οποίοι δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Πήραν όμως εντολή να γεμίσουν με κρασί τα μπουκάλια από το βαρέλι στο κατώι. Δεν αρνήθηκαν, κατέβηκαν και ο ένας κρατούσε την μπουκάλα και ο άλλος άνοιγε την κάνουλα του βαρελιού, χωρίς να κοιτάζονται και χωρίς να μιλάνε. Ο Γκολφίνος έβαζε την μπουκάλα, ο Μήτσος άνοιγε την κάνουλα και μόλις γέμιζε ο Γκολφίνος έλεγε: στοπ!. Ο άλλος έκλεινε την κάνουλα και αυτό συνεχιζόταν μέχρι να τελειώσει η δουλειά οπότε ο καθένας πήγε στη δουλειά του χωρίς να μιλήσουν μεταξύ τους.

Στον γάμο του Ντίνου του Πλώτα οι Γκερμπεσαίοι πήγαν στο Λομποκά να πάρουν τη νύφη με τα άλογα. Μπροστά πήγαινε ο Αλέξης ο Πλώτας του Κώτσου φορώντας φουστανέλα και τραγουδώντας. Στο γάμο του πατέρα μου (Παν. Πλώτα), πήγαν οι Γκερμπεσαίοι στην Κούτελη, τέσσερις ώρες δρόμο, τρέξανε για την μαξιλάρα με τα άλογα και ο Χρίστος ο Πλώτας με τα πόδια. Τελικά το κακοτράχαλο έδαφος εμπόδιζε τα άλογα να τρέχουν γρήγορα και ο Χρίστος που έτρεχε με τα πόδια, βγήκε πρώτος, μαζί σχεδόν με το ιππέα τον Φραντζή από τον Πλάτανο, οπότε και τσακώθηκαν και παραλίγο να χαλάσει ο γάμος αν δεν αγρίευε ο Τάκος (γαμπρός), οπότε και ηρέμησαν.

Με τη φαντασία μου γυρίζω πίσω στις όμορφες λεβέντικες στιγμές, την ώρα που ο γαμπρός καβάλαγε το άλογο στην αυλή του σπιτιού του για να μπει μπροστά στον συμπέθερο ή όταν η νύφη ανέβαινε στο άλογο και τα αδέλφια με τους γονείς της την χαιρετούσαν.

Τα νιόπαντρα ή αρραβωνιασμένα ζευγάρια είχαν προσοχή από το χωριό και αγάπη από όλους τους συγχωριανούς τους και πάντα όταν χόρευε η νύφη ή κάποια νέα κοπέλα που είχε έρθει στο χωριό μας ως νύφη, τα όργανα έπιαναν «την καλή» από την «χαρτούρα» που έριχναν όλοι προς τιμήν της.

Ελάχιστες φορές γίνονταν παρατράγουδα, δηλαδή να υπάρξει σχέση μεταξύ των παιδιών και να μην θέλουν οι μεγάλοι και να καταλήξει σε απαγωγή της κοπέλας από το αγόρι. Τότε η μικρή κοινωνία του χωριού αναστατωνότανε φοβερά, υπήρχε μεγάλη ένταση και με αγώνα των ψυχραιμότερων αποφευγόταν η αιματοχυσία.

Θεωρούνταν πολύ μεγάλη προσβολή για την οικογένεια να τους κλέψουν το κορίτσι έστω και αν αυτή πήγαινε με τη θέλησή της, η προσβολή παρέμενε.

Το ίδιο συνέβαινε και σε περίπτωση ατίμασης της κοπέλας ή πρόωρης εγκυμοσύνης, πράγμα σπάνιο το οποίο αν συνέβαινε κατέληγε αμέσως σε γάμο και σιγά – σιγά το θέμα ξεχνιόταν.

Επίσης ο χωρισμός και το διαζύγιο ήταν έννοιες άγνωστες και οι χωρισμένοι γινόντουσαν δύσκολα αποδεκτοί από την κλειστή κοινωνία του χωριού.

Η δομή της οικογένειας ήταν πατριαρχική, ο άνδρας διοικούσε την οικογένεια με τον δικό του τρόπο αλλά πάντα συναποφάσιζε μετά από συνεννόηση και συμβουλές της συντρόφου του.

Η προσβολή της οικογένειας εθεωρείτο αδιανόητη όπως και κανείς δεν δεχόταν να του θίξουν την τιμή.».

(Από το βιβλιό: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες).

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Ήθη -έθιμα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s