Μερικές παραδόσεις, έθιμα και λαογραφικά …

♦ Στα ανατολικά του βουνού Σουρμπάνι υπάρχει μια σπηλιά που σύμφωνα με μια παράδοση του χωριού Γκέρμπεσι, είναι γεμάτη με νεράιδες, που βγαίνουν τις νύχτες και χορεύουν κ.λ.π.

♦ Άλλη παράδοση λέει ότι στα βόρεια του χωριού και κάτω προς τα Δεμέστιχα, στη συμβολή των τριών λαγκαδιών άναβε κάθε βράδυ ένα φως σε ανάμνηση του θανάτου ενός παιδιού από το χωριό που είχε πνιγεί σ’ αυτό το λαγκάδι. Τέτοια φώτα είχα ακούσει ότι είχαν δει οι ντόπιοι και αλλού.

♦  Άλλη παράδοση λέει ότι μια γυναίκα από το χωριό που ήθελε να κάνει μάγια στον άνδρα που ήθελε για δικό της, έπαιρνε το «αντί» από τον αργαλειό της και πήγαινε κάποια βράδια μέσα  στο νεκροταφείο του χωριού και γυρνούσε γύρω – γύρω κάνοντας τα μάγια.

♦ Επίσης λέγεται ότι στην τοποθεσία «Γκουρισκάλους» Υπήρχε ένας μύλος ο οποίος γκρεμίστηκε από κατολισθήσεις και ογκόλιθους που κατέβηκαν από το «Μάλθη» και πλάκωσε έναν κόκορα ο οποίος ακουγόταν να λαλεί τις νύχτες επί αρκετό διάστημα[1].

Αυτή την εκδοχή παρουσιάζει με έναν άλλο τρόπο ο Χαρ. Π. Πλώτας: «Σεισμός μεγάλος έγινε και θάφτηκε η πόλη που ήταν όμως πολύ πλούσια και επί τρία χρόνια λέγεται, ακουγόταν ένας κόκορας ο οποίος προφανώς κάπου έβρισκε και έτρωγε.»

♦ Ο ίδιος διηγείται ότι: « δύο «στοιχειά», το «στοιχειό» του Μουρικιού και το «στοιχειό» του Γκερμπεσιού συναντήθηκαν στο «Λιμικόντι» και εκεί μονομάχησαν για τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Το αίμα έτρεξε ρυάκι και οι πέτρες βάφτηκαν κόκκινες όπως είναι μέχρι σήμερα[2]. Το Γκερμπεσέϊκο «στοιχειό» κυνήγησε το Μουρικέϊκο και εκείνο δεν ξαναπάτησε στο Γκέρμπεσι.»!

♦ «Όταν το έτος 1890-92, έφτιαχναν τα δυο σπίτια τα Σκονδραίϊκα (σήμερα ανήκουν στους Πλαστήρα, Χαμίτη, Μπολτσοβίκο), κάτω από τον Άη – Λιά ήταν μια πολύ μεγάλη πέτρα – πλάκα και ήθελε ο γέρο Κίτσος ο Σκόνδρας να την φέρει κάτω να φτιάξει το μπαλκόνι μπροστά στην πόρτα του. Η πλάκα αυτή που υπάρχει μέχρι σήμερα ζύγιζε περί τις πεντακόσιες οκάδες και αφού δεν μπορούσαν να την μεταφέρουν πολλοί μαζί γιατί ήταν μονοπάτι και κατηφόρα, βάζει και ο Κίτσος την κάπα του και τους λέει:

– Σηκώστε την να την βάλω στην πλάτη!

Την έβαλε στην πλάτη του και με στάσεις στο δρόμο την μετέφερε γύρω στα διακόσια πενήντα μέτρα»[3].

♦  Ο αείμνηστος παππούς μου Νικ. Τζώρτζης μου είχε διηγηθεί το εξής: Τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε στο Γκέρμπεσι ένας παπάς ο οποίος είχε κλέψει και είχε μαγειρέψει τον κόκορα ενός Γκερμπεσιώτη. Εκείνος (ο κάτοχος του κόκορα δηλαδή) θέλησε να εκδικηθεί τον κλέφτη, που δεν ήξερε ποιος ήταν, «διαβάζοντας επιτίμιο[4]». Πήγε λοιπόν στον παπά και του ζήτησε να διαβάσει το επιτίμιο στην εκκλησία. Ο παπάς απήγγειλε την εξής «κατάρα» – τιμωρία: «όποιος έφαγε τον κόκορα, πάντα μαύρα να φορεί!»

♦ Ένα από τα έθιμα του χωριού Γκέρμπεσι ήταν την μεγάλη βδομάδα, για να έχουν καλή προκοπή τα κοπάδια τους, οι τσοπάνηδες μοίραζαν σακούλες με στραγγιστό γιαούρτι σ’ όσους δεν είχαν, έθιμο που συνηθίζεται μέχρι και σήμερα, στα χειμαδιά όπου κατεβάζουν τα κοπάδια τους.

♦ Σύμφωνα με ένα άλλο έθιμο κάθε σπίτι έτρεφε ένα χοιρινό, το οποίο μεγάλωνε με τροφές του χωριού και το έσφαζαν τις απόκριες. Αυτό γινόταν με την συνεργασία 2-3 ατόμων έμπειρων, διότι δεν θάπρεπε να τους φύγει το ζώο τραυματισμένο και εξαγριωμένο. Μερικές φορές το σκότωναν με όπλο. Πολύ καλό «χερικό» είχε ο Νίκος ο Τζώρτζης και γι αυτό τον προτιμούσαν στο χωριό για το σφάξιμο και το «φτιάξιμο» των χοιρινών.

 Στη συνέχεια το «σκορτσάριζαν», δηλαδή με την βοήθεια καυτού νερού που σε μεγάλο καζάνι είχαν ετοιμάσει και έριχναν πάνω στο δέρμα του, μαδούσαν ή και ξύριζαν το τρίχωμα και καθάριζαν τέλεια όλο το δέρμα του ζώου. Κατόπιν έγδερναν το ζώο και χώριζαν το λίπος με το δέρμα από το υπόλοιπο ζώο.  Έλιωναν το λίπος του και το έβαζαν σε βάζα και το χρησιμοποιούσαν στα φαγητά. Έφτιαχναν τις «τσιγαρίδες» και τα λουκάνικα όπως επίσης και τις «οματιές» που ήσαν τα έντερα του χοιρινού παραγεμισμένα με βρασμένα σιτηρά και διάφορα καρυκεύματα.

Την ίδια περίοδο τα παιδιά ετοίμαζαν αυτοσχέδιες μάσκες, βαφόντουσαν και ντυνόντουσαν «μπούλες». Τριγύριζαν στα σπίτια όπου τα κερνούσαν γλυκά, κρασί και μεζέδες. Οι μεγαλύτεροι κάνανε γλέντια στα σπίτια πολλοί μαζί και τραγουδούσαν τα καθιστικά τραγούδια ή τραγούδια της τάβλας ή του τραπεζιού. Μερικές φορές ετοίμαζαν και τον χωριάτικο γάμο με νύφη, γαμπρό, κουμπάρο και παπά μασκαράδες.


[1] Αφήγηση του πατέρα μου Δημ. Ν. Τζώρτζη.

[2] Εκεί το έδαφος αποτελείται από χαλίκι «στουρναροχάλικο» που έχει βαθύ σκούρο κόκκινο χρώμα.

[3] Αφήγηση: Αποστ. Ανδρ. Σκόνδρα.

[4] Επιτίμιο στα εκκλησιαστικά πλαίσια και κατά χαλαρή εξήγηση, είναι η υπό του ιερέως, ως πνευματικού, επιβαλλόμενη τιμωρία, σε κάποιον χριστιανό που υπέπεσε σε αμάρτημα.

(Από το βιβλίο μου: Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες).

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Άρθρα and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s