Αυτοί ήσαν μεταξύ εκείνων που πρώτοι ξεκίνησαν την Επανάσταση στην επαρχία Καλαβρύτων.

Καθώς η 25η Μαρτίου πλησιάζει, ας θυμηθούμε μερικούς από εκείνους που με τη ίσχυρή τους θέληση, τη δίψα για ελευθερία, τον ηρωισμό και την αγάπη για την πατρίδα τους, πρώτοι σήκωσαν το ντουφέκι κατά του κατακτητή και δόξασαν την Ελλάδα αλλά και το όνομά τους.

Παρ’ ότι το blog αυτό έχει άλλο αντικείμενο, θα αναφερθώ στους ήρωες αυτούς γιατί θεωρώ απαραίτητο να ξανάρθουν στη μνήμη όλων μας.

Κατά τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα του 1821 (14-20 Μαρτίου) που έλαβαν χώρα στην επαρχία Καλαβρύτων, πέραν των γνωστών και ηχηρών ονομάτων (Ζαϊμαίοι, Πετιμεζαίοι, Φωτηλαίοι κ.λ.), αναφέρονται και άλλοι, λιγότερο γνωστοί αλλά εξ’ ίσου σημαντικοί αγωνιστές από την επαρχία αυτή, για τους οποίους σε συνέχειες θα παραθέσω όσα στοιχεία μέχρι σήμερα γνωρίζω, όχι μόνο τιμώντας τους αλλά κάνοντας γνωστή την προσφορά τους τόσο κατά τις πρώτες εκείνες ημέρες της επανάστασης όσο και στην εν συνεχεία εξέλιξή της.

(Τα στοιχεία που παραθέτω στη συνέχεια είναι από το υπό διαμόρφωση έργο μου για την Επαρχία Καλαβρύτων και όποιος επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει να αναφέρει την πηγή τους).

Διεκρινιστικά και για διευκόλυνση του αναγνώστη αναφέρω ότι:

1. Οι πηγές αναγράφονται επιγραμματικά μεν εδώ αλλά υπάρχουν πλήρεις στο αρχείο μου.

2. Οι αγωνιστές του 1821 είχαν καταταχθεί σε τρείς κατηγορίες: Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες. Οι αξιωματικοί είχαν καταταχθεί σε 7 Τάξεις: Η 1η τάξη ήταν των Στρατηγών, η 2α των Συνταγματαρχών, η 3η των Αντισυνταγματαρχών, η 4η των Ταγματαρχών, η 5η των Λοχαγών, η 6η των Υπολοχαγών και η 7η των Ανθυπολοχαγών. Οι Στατηγοί και οι Συνταγματάρχες ανταμοίφθηκαν με πολιτικές θέσεις. Ως υπαξιωματικοί εθεωρήθηκαν οι Μπουλουξήδες ή Μπουκαδόροι οι οποίοι οδηγούσαν μικρό αριθμό στρατιωτών και επολέμησαν κοντά σε κάποιον οπλαρχηγό. Αυτοί διαιρέθηκαν σε υπαξιωματικούς α΄ και β΄τάξης.

1. Σολιώτης Νικόλαος: ονομαζόταν Χριστοδούλου Νικόλαος αλλά λόγω της καταγωγής του από το χωριό Σόλος της περιοχής των Χασιών της επαρχίας Καλαβρύτων, ονομάστηκε Σολιώτης και έτσι έγινε ευρύτερα γνωστός. Ήταν ταχυδρόμος και φαίνεται να ήταν πολύ καλός χτίστης πέτρας, αφού πρωτοστάτησε στο χτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου που σώζεται ακόμη και σήμερα στο χωριό. Αυτό μαρτυρούν δύο λιθοανάγλυφα και μία επιγραφή του ναού που τον αναφέρουν ως πρωτοπόρο της ιδρύσεως του. Δεν είναι γνωστή η ημερομηνία γέννησής του αλλά υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 1785. Παντρεύτηκε το 1816 τη Βασιλική το γένος Μέγαρη, οικογενείας εκ Κερπινής, η οποία ήταν εγκατεστημένη στην Τεργέστη. Παρά το μίσος του στους Τούρκους, είχε προσελκύσει την εμπιστοσύνην τους και τον είχαν διορίσει «μεσιλτζήν» (=υπεύθυνο της ασφάλειας των ταχυδρομείων της περιοχής). Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1820 στην εκκλησία του Σόλου κάνει μνεία στους κατοίκους για την ανάγκη συγκροτήσεως σώματος εμπίστων για την ασφάλειά τους (Χ. Σολιώτης, Επετ. Καλαβρ. 1970). Ανήρ τιμίου και ακεραίου χαρακτήρος, γενναίος την καρδίαν, πατριώτης το πνεύμα και θερμότατος οπαδός των εισηγήσεων του Δικαίου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 [ή στις 3.7.1819  εις ηλικίαν 34 ετών (Θ. Αργυρόπουλος)] στα Καλάβρυτα από το Θεοχάρη Ρέντη, ο οποίος ήτο μάλλον συγγενής του, ένεκα δε των πατριωτικών αισθημάτων αυτού και την εκτίμηση του Δικαίου στο πρόσωπό του, όταν ο Δικαίος κατέβηκε από την Κων/πολη τον Ιανουάριο του 1821 και κατευθυνόταν στην Πάτρα έμεινε στο σπίτι του Σολιώτη για μεγαλύτερη ασφάλεια (Φιλήμων τ. Γ΄. σ. 9, 406). Στο Σόλο στις 5 Ιανουαρίου 1821 έφτασε ο Παπαφλέσας και έμεινε στο σπίτι του Νικολάου Χ. Σολιώτη και την επομένη εναχώρησε για τα Καλάβρυτα (Σπηλιάδης, τ.Α΄σ. 13). [Η ακριβής ημερομηνία μυήσεώς του είναι η 3η Ιουλίου 1819, όταν ήταν 34 ετών και μυήθηκε στην Κόρινθο από τον Θεοχάρη Ρέντη. Πρόσφερε 150 γρόσια και το αφιερωτικό του ήταν στον Γρηγόριο Χριστοδουλίδη στην Κων/πολη. Αναφέρεται ότι καταγόταν από τη Σόλινα της Κυλλήνης (;) που είναι το αρχαίον Σόλιον επί της Ζήρειας. Μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον αδελφό του Αργύριο Χριστοδούλου (βλ. λ.) (Μέξας, σ. 55, 57)]. «Ο Φωτάκος λέγει ότι ο Παπαφλέσας τον ηύρε κατηχημένον και ετοιμασμένον καθ’ όλα, έξυπνον και επιδέξιον, πνέοντα εκδίκησιν κατά των Τούρκων και ενθουσιάζοντα τον Φλέσσαν να κάμει αρχήν εις εκείνα τα μέρη, δια να ενοχοποιηθεί όλη η επαρχία των Καλαβρύτων, και ούτω να κοπούν αι σχέσεις Τούρκων και Ελλήνων…(Χ. Σολιώτης, Επετ. Καλαβρ. 1970). Ήταν μεταξύ των ορκισθέντων της πρώτης σειράς, στο λάβαρο της επανάστασης, στην Αγία Λαύρα το 1821 (Ν. Β. Αναστόπουλος, σ. 76). Μαζί του αλλά και με τους Πετιμεζαίους και σε διάφορες μάχες πολέμησε ο μυστικός γραμματέας του Σ. Χαραλάμπη Μιχαήλ Κούκας (βλ. λ.) (Φραντζής, τ. Α΄, σ.147). Πρό της 25ης Μαρτίου 1821, όπως και άλλοι έλληνες όπου κι αν βρέθηκαν έκαμαν αρχή να σκοτώνουν Τούρκους, χωρίς να ζητήσουν περί τούτου άδειαν παρά μόνο από τη δίψα της Ελευθερίας (Φωτάκου: Βίοι Πελοπον. Ανδρών, 20). «Ληστρικαί επιδρομαί και μεμονομένοι φόνοι προαναγγέλοντες κατά τα τέλη Μαρτίου την έκρηξιν της Επαναστάσεως, υπήρξαν οι σπινθήρες οι πεσόντες επί της ήδη συνεσωρευμένης ευφλέκτου ύλης. Ο δε ακατάσχετος Παπαφλέσας, ανησυχών πάντοτε, μήπως η μετριοπαθής μερίς βραδύνη έτι μάλλον και εξακολουθή ανωφελώς διασκεπτομένη κατέπισε γενναίόν τινά και τολμηρόν φίλον του, τον Ν. Σολιώτην ν’αρχίση αυτός δια τινος βιαιοπραγίας… Η πατριωτική αυτή απαρχή τόσον επεδοκιμάσθη υπό του λαού, ώστε οι οπλοφόροι του Σολιώτου ηύξησαν εις 300… Την δε 2 Απριλίου άπας ο χριστιανικός πληθυσμός Πελοποννήσου ευρίσκετο εις τα όπλα, μετά τόσου δε πάθους επέπεσεν κατά των διεσκορπισμένων και απροφυλάκτων Τούρκων, ως αν επρόκειτο αιώνες όλοι να εκδικηθώσιν εν μια και μόνη στιγμή» («Ιστ. Ελλην. Επ.», τ. Α΄, 294-297). «…ο Φλέσσας καταπείσας τον Ν. Σολιώτην ώστε να τολμήση τας πρώτας εν τη επαρχία Καλαβρύτων εχθροπραξίας περιήγαγε τον Ασημάκην Ζαΐμην και κατόπιν όλους τους λοιπούς εις την ανάγκην να παρακολουθήσωσι το ρεύμα» (Κ. Ππαρρηγ., τ. ΣΤ΄, 30-31). «Μέσα στη φάκα – γράφει ο Κ. Καλαντζής – πιάστηκε ο Γερμανός και η παρέα του ’θέλαν δε θέλαν έπρεπε να λάβουν μέρος στον αγώνα, να εγκρίνουν το πρόγραμμα του Παπαφλέσα» («Πετιμεζάδες», 101) (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 185, 189). Στις Πόρτες Αγριδίου στις 16 Μαρτίου 1821 ο οπλαρχηγός Ν. Σολιώτης με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους έστησε ενέδρα και εφόνευσε τους «γυφτοχαρατσήδες» και τρείς εκ των «εσπέχ» Τριπολίτες Τούρκους γραμματοφόρους του καϊμακάμου Μεχμέτ Σαλήχ προς τον Χουρσήτ πασσά, που περνούσαν από εκεί. (Φιλήμων τ. Γ΄. σ. 8). Χτύπησε «άνευ της γνώμης των προκρίτων» (σύμφωνα με τα ‘Ελληνικά Υπομνήματα’ σελ. 4 του Γενναίου Κολοκοτρώνη), μετά από κρυφή συνεννόηση με το φλογερό καλόγερο, τη ψυχή της επανάστασης στο ξεκίνημά της το Παπαφλέσα. Ήταν ένα από τα πρώτα γεγονότα της Επανάστασης. Επίσης εφόνευσε και άλλους επτά Τούρκους στα γύρω του Αρφαρά χωριά (Φιλήμων τ. Γ΄. σ. 8). Ο Γ. Παπανδρέου αναφέρει σχετικά: «Την 18η λοιπόν Μαρτίου οι περί τον Ν. Σολιώτην αυξηθέντες εφόνευσαν ωσαύτως κει ετέρους 7 Τούρκους περί το χωρίον Αρφαρά των Χασιών (του δήμου Αιγείρας) και τη 19η άλλους τινάς Αλβανούς εν Βερσοβά των Χασιών, μεταβαίνοντας εξ Αμφίσσης εις Τρίπολην» (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 43). Ο Φωτάκος περιγράφει ως εξής τα γεγονότα και τον αγωνιστή: «Γνωστός τοις πάσι δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις του. Ούτος προ της επαναστάσεως ετοιμάζετο δια να φανή εν καιρώ πρώτος κατά την 25Μαρτίου ημέραν ωρισμένην δια την έναρξιν του ιερού αγώνος. Αλλά φοβούμενος μήπως προδοθή η εταιρεία, και οι Τούρκοι προφθάσουν και πνίξουν την μελετηθείσαν επανάστασιν, βιασθείς, ενόμισε καλόν ν’ αρχίση να σκοτώνη Τούρκους, και τω όντι εφόνευσε τους Τσιπογλαίους κατά την θέσιν Πόρταις του χωρίου Αγρίδι των Καλαβρύτων. [Ο Σπηλιάδης αναφέρει (τ. Α΄, σ. 59): «…και πρώτος ο Ν. Χ. Σολιώτης, αυτήκοος γενόμενος των γραφομένων υπό του Κανέλλου Δεληγιάννη: «μη κάμετε κανέν κίνημα διότι απόλλυνται οι εν Τριπολιτσά αδελφοί μας», κινείται εις την επαρχίαν Καλαβρύτων και την 13 Μαρτίου φονεύει τρείς Τούρκους διαβαίνοντας από το χωρίον Αγρίδι και κομίζοντας γράμματα του τοποτηρητού Μεχμέτ Πασιά προς τον Χουρσίδ εις Ιωάννινα. Την 14 φονεύει και άλλους 8 με τον Τσίπογλουν περιφερομένους εις εκείνα τα μέρη δια τον κεφαλικόν φόρν. Την 18 μαθών ότι έως εξήντα Τουρκαλβανοί έφθασαν εις Βερσοβάν από τα Σάλωνα και απήρχοντο εις Τριπολιτσάν, εκινήθη επί κεφαλής τριακοσίων Ελλήνων και τους προσέβαλεν· εφόνευσε δε είκοσι και τους λοιπούς ηχμαλώτισεν. Επληγώθησαν δε και τρείς εκ των Ελλήνων ακινδύνως…»]. Εκτύπησε προσέτι προ της 20 Μαρτίου περισσοτέρους των 60 Αλβανούς Τούρκους κατά τα χάνια της Βερσοβάς και εξηκολούθει έπειτα να συναθροίζη περι εαυτόν και άλλους επαναστάτας, έχων και σημαίαν επαναστάσεως. Σε κείμενο του ιστορικού αρχείου της Εθν. Βιβλιοθήκης Αθηνών με αριθ. 8711, η πρώτη σημαία που υψώθηκε στα Καλάβρυτα «έφερεν άνωθεν σταυρόν, με γραμμάς κάτωθεν αυτού 16, κατά το σύνθημα της Εταιρείας των Φιλικών, και με την επιγραφήν ή ελευθερία ή θάνατος. Κατόπιν δε ο Ν. Σολιώτης έλαβε προσφερθείσαν αυτώ παρά της μονής Αγίας Λαύρας την χρυσοκέντητων επί των Χριστιανών αυτοκρατόρων σημαίαν της μονής, φέρουσα εξ ενός την Ανάστασιν και ετέρωθεν τον άγιον Γεώργιον. Σώζονται δε ως παρακαταθήκαι μετά τον Αγώνα παρά του Σολιώτου εις τη ρηθείσαν μονήν αμφότεραι αυταί αι σημαίαι«. Αυτός ευρέθη εις πολλάς μάχας, ως και εις το Λεβίδι [όπου στις 13 Απριλίου, σ’ επιχείρηση 6000 Τούρκων, όντας επικεφαλής Καλαβρυτινών στρατιωτών και Τριπολιτσιωτών, μαζί με τους Χαραλάμπη Σωτήρη, Στριφτόμπολα Αναγν., Πετιμεζαίους Βασίλειο και Κων/νο, δείλιασαν «ως μη εξησκημένοι περί τας μάχας» και ετράπησαν σε φυγή στους απέναντι του Λεβιδίου ορεινούς λόφους (Φραντζής, Β΄, σ. 6-7)], και εις την Κόρινθον κατά την πρώτην πολιορκίαν. Υπήγε δε και εις την Ρούμελην όταν ήτον ανάγκη, και τοιουτοτρόπως έγινε γνωστός στρατιωτικός. Ύστερον όμως μετά την πτώσιν της Κορίνθου έγινε Χιλίαρχος του Εκτελεστικού και φρουρά των Καλαμαράδων. (Πολιτάρχης Κορίνθου και χιλίαρχος (Παπανδρέου…, σ. 51).). Όσοι δε τότε εγίνοντο πολιτάρχαι επεριγελώντο, διότι το στάδιον του πολέμου ήτον εις όλους ανοικτόν, και το να ευρίσκεται στρατιωτικός εις την πόλιν κάμνων ουράν πολιτικού τινός τούτο οι άνθρωποι το απέδιδον εις δειλίαν. Κατόπιν όμως εισβαλόντος του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον, επήρε πάλιν, καθώς και πρώτα τα όπλα και έκαμε το χρέος του, όπου και αν ευρέθη. Το δε όνομά του φαίνεται και απαντάται εις όλα τα στρατιωτικά γεγονότα» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπον. Ανδρών, 32). Η Ελληνική κυβέρνηση, μετά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους εντείχισε μια αναμνηστική πλάκα του ιστορικού εκείνου γεγονότος, την οποία όμως έσπασαν βάνδαλοι περί το 1885. Στη θέση αυτή, στις πόρτες του Αγριδίου τοποθετήθηκε νέα πλάκα, της οποίας τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 14 Αυγούστου 1960 και στην οποία αναγράφεται: «ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΑΥΤΟ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΠΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΡΙΔΙΟΥ ΟΠΟΥ ΣΤΙΣ 14 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 ΑΠΟΤΟΛΜΗΘΗΚΕ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΧΘΡΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΟΛΙΩΤΗ ΜΕ ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΝΩΝΑΚΡΙΔΑΙΟΥΣ». Την επομένην ο ίδιος ο Σολιώτης, ενισχυθείς και με άλλους ενόπλους από τα γύρω χωριά, επιτίθεται και εξουδετερώνει , ύστερα από μάχη, ολόκληρο στρατιωτικό απόσπασμα από 60 περίπου Τουρκαλβανούς οι οποίοι πήγαιναν στην Τριπολιτσά προερχόμενοι από Άμφισσα. Εκεί εφονεύθηκαν περί τους 20 Τουρκαλβανοί και οι λοιποί συνελήφθηκαν και από τους Έλληνες τραυματίστηκαν ελαφρά τρείς (Χ. Σολιώτης, Επετ. Καλαβρ. 1970). Μαζί με τους Σωτ. Χαραλάμπη, Παν. Φωτήλα, Σωτ. Θεοχαρόπουλο, Ι. Παπαδόπουλο ή Μουρτογιάννη και τους Βασίλειο και Νικόλαο Πετιμεζά, επικεφαλής όντες περισσοτέρων των εξακοσίων, πολιόρκησε τους Τούρκους, που είχαν κλειστεί στον πύργο των Καλαβρύτων, με επικεφαλής τον βοεβόδα Αρναούτογλου, και τους ανάγκασαν να παραδοθούν (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 45). Τραυματίζεται στα Καλάβρυτα όταν πολιορκήθηκε ο Αρναούτογλου (βλ. λ.) (Φιλήμων τ. Γ΄. σ. 10). «επληγώθη δε ο Σολιώτης εις τον αριστερόν πόδα» (Σπηλιάδης, τ. Α΄, σ. 60). [Εκεί φέρεται να χρησιμοποιεί δική του σημαία… και το τραύμα στην αριστερή του κνήμη δεν τον εμπόδισε, αμέσως μετά την άλωση των Καλαβρύτων να μεταβεί με άλλους επαναστάτες στην Κόρινθο, για την υποκίνηση των κατοίκων της στην επανάσταση. Από την Κόρινθο μετέβη με άλλους Καλαβρυτινούς στο Λεβίδι, όπου στις 14 Απριλίου έγινε η μάχη κατά την οποία οι έλληνες έτρεψαν σε φυγή τετραπλάσιους Οθωμανούς, χάριν του ηρωϊσμού του Σολιώτη, του Αναγν. Στριφτόμπολα (ο οποίος φονεύθηκε) [Εκεί (στο Λεβίδι) έπεσαν και 15 Έλληνες, και μεταξύ αυτών ο ανδρείος Στριφτόμπολας, και ο Σωτ. Σολμενίκος από Σόλο και πληγώθηκε ο Ι. Πετιμεζάς (Σπηλιάδης, τ.Α΄σ. 89)], και του Ι. Πετμεζά (ο οποίος τραυματίστηκε). Στις 21 Απριλίου 1821 στα Μαύρα Λιθάρια οι Σ. Χαραλάμπης, Ν. Πετιμεζάς και Ν. Σολιώτης «έρριψαν ολίγα τουφέκια εναντίον των» (εναντίον των Τούρκων του Κιοσέ Μεχμέτ Πασά) (Σπηλιάδης, τ. Α΄σ. 124). Από το Λεβίδι μεταβαίνει, επί κεφαλής ισχυρού σώματος, στη Στερεά Ελλάδα, όπου επολέμησε ως τα μέσα του 1821 στην Αττική, Βοιωτία, Κόκλα, Βίλια, Κριεκούκι κ.α. Κατόπιν μεταβαίνει στα Δερβένια Μεγαρίδας [επικεφαλής 400 στρατιωτών και μένει μόνος μέχρι της 8ης Οκτ. 1821. (Φραντζής τ. Β΄, σ. 79)], προκειμένου με άλλα τμήματα στρατού, να εμποδίσουν τη διάβαση του Ισθμού από από τους Μεχμέτ Πασά και Ομέρ Βρυώνη. Από εκεί αναχωρεί τελευταίος, προ του κινδύνου ειβολής του εχθρού, στις 8 Οκτ. για την Κόρινθο προκειμένου να αναλάβει την αρχηγία της πολιορκίας της Ακροκορίνθου έχοντας δύναμη, επί πλέον των ιδικών του 400 στρατιωτών, 200 Καλαβρυτινούς και 800 Κορινθίους, Υδραίους και Ποριώτες. Οχυρώθηκε στο λόφο Πεντοσκούφι, απέναντι από την Ακροκόρινθο, όπου μαχόμενος τραυματίστηκε και όταν με συνθήκη στις 14 Ιανουαρίου, οι Τούρκοι παραδόθηκαν στους Έλληνες, παρέμεινε στην Κόρινθο και η νεοσύστατη Ελληνική κυβέρνηση τον όρισε Αρχηγό της Πολιτοφυλακής, αξίωμα που διατήρησε για έξη μήνες, αφού στις αρχές Ιουλίου, όταν ο Δράμαλης εισέβαλε στην Πελοπόννησο, έφυγε για να μετάσχει σε διάφορες μάχες. Υπογράφει μαζί με άλλους καπεταναίους, την 1η Ιουνίου 1821 στη Ζαρούχλα, υποσχετικό έγγραφο, με το οποίο αναγνωρίζεται αρχιστράτηγος των καπεταναίων του σεμπτίου της Κατσάνας και Χασίων ο Σωτήρης Χαραλάμπης (το έγγραφο στο λ. Χαραλάμπης Σωτήρης) (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 22,23). Στις 22 Ιουνίου 1822 σε εντολή αποστολής τροφίμων προς τον Παναγή Ιαννούσι αναφέρονται: «Κύριε Παναγή./ Θέλει δόσεις του παρόντος τα ταΐνια δέκα στρατιωτών μας οπού είναι εις το Καστέλι,/ δια ημέρας τρείς καθώς σε είπον, και έπειτα πάλιν τους μεταστέλνομεν./ 1822 Ιουνίου 23./ Ο χιλίαρχος Νικόλαος Σολιώτης/ Επί του Ννότου: Του χιλιάρχου Σολιότη.» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. τ. 15Γ, σ. 70). Στις 3 Μαρτίου 1822 του δόθηκε από το Μινίστρο του πολέμου, ο βαθμός του χιλιάρχου και διακρίθηκε με το σώμα του στις μάχες στα Δερβενάκια, τον Άγιο Σώστη και το Αγιονόρι. Η Γερουσία τον διατάσσει να μεταβεί στην Ακράτα για να ανακόψει, με άλλους οπλαρχηγούς, τον Ντελή Αχμέτ ο οποίος με 5000 εφίππους και 400 πεζούς εκινήθηκε να διασωθεί, μετά το θάνατο του Δράμαλη, από την Κόρινθο προς την Πάτρα. Στην Ακράτα απεσόβησε εμφύλιο ρήξη μεταξύ των εριζόντων οπλαρχηγών [Το καλοκαίρι του 1822 στα Α. της Ακράτας ο Σωτ. Χαραλάμπης ηγείται Καλαβρυτινών στρατευμάτων σε εμφύλια σύραξη κατά των Πετιμεζαίων. Έσπευσαν εκεί οι Ασημ. και Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σ. Θεοχαρόπουλος και ο Ν. Σολιώτης με σκοπό να τους συμφιλιώσουν και έτσι ενωμένοι εστράφηκαν κατά των υπολειμάτων του στρατού του Δράμαλη στη μάχη της Ακράτας (Παπανδρέου…, σ. 51). Ο Σολιώτης ήτο επικεφαλής 250 στρατιωτών και κατέλαβε την πλησιέστερη θέση (ταμπούρι, θέση που σώζεται μέχρι σήμερα με την ονομασία «Ταμπούρι του Σολιώτη») στη δίοδο των εχθρών. Εκεί και κατά τη μάχη που ακολούθησε εφονεύθηκαν δύο από το Σώμα του Σολιώτη, επίσης πολέμησε στη θέση Μύλος της Ακράτας (Φραντζής, Β΄, σ. 90, 94)], πολεμάει γενναία, τραυματίζεται στον δεξιό μηρό και οι Έλληνες πέτυχαν θριαμβευτική νίκη, αφού από τους Τούρκους διέφυγαν μόνο 1700 και μαζί τους ο Ντελή Αχμέτ, οι δε λοιποί εφονεύθηκαν ή παραδόθηκαν. Γι’ αυτή τη δράση του [στο προβούλευμα υπ, αριθ. 34 και ημερ. 15 Φεβρουαρίου 1822, ζητείται να σταλθεί για κρίση ο καπετάν Νικ. Σολιώτης «δια τας συμβαινούσας αταξίας» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. τ. 11, σ. 148).]. Από Αγία Βαρβάρα στις 11 Σεπτ. 1824 ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος απαντάει με γράμμα του στον Ανδρ. Λόντο, ο οποίος του ζήτησε να πάρει 150 στρατιώτες και μαζί με τον καπετάν Νικολάκη Σολιώτη να πάει στην πολιορκία της Πάτρας, γνωρίζοντάς του ότι δεν δέχεται ο καπετάν Ν. Σολιώτης και οι λοιποί καπεταναίοι να μεταβούν στην πολιόρκία της Πάτρας ως απλοί στρατιώτες (Αρχ. Λόντου τ. Β΄, σ. 235). Από έγγραφο με ημερομηνία 10.2.1825 προκύπτει ότι στην εκστρατεία των Π. Πατρών είχε υπό τις διαταγές του 100 στρατιώτες (Γ.Α.Κ.). Ο Σολιώτης προάγεται στο βαθμό του Αρχιστρατήγου στις 5 Αυγούστου του 1823. Για τη συμμετοχή του στη μάχη της Ακράτας βλ. δημοτικό τραγούδι στο λ. Ακράτα. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους παίρνει εντολή να μεταβεί σε βοήθεια του Γκούρα στην Αθήνα επί κεφαλής σώματος 400 ανδρών. Τον Οκτώβρη του 1824 προάγεται σε στρατηγό και με το βαθμό αυτόν συμμετέχει υπό την αρχιστρατηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, στη μάχη στα Τρίκορφα τον Ιούλιο του 1825, όπου οι Έλληνες ηττήθηκαν και έλυσαν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Στις 15 Απριλίου 1825 μαζί με τους Βασίλ. και Νικ. Πετιμεζά, πληροφορεί με έγγραφο (βλ. λ. Πλαπούτας Δημ.) τον Δημήτριο Πλαπούτα ότι ξεκινάει για τα Νεζερά και ότι οι αντάρτες (εννοεί τους Λόντο, Ζαΐμη και Νικήτα Σταματελόπουλο) βρίσκονται στην επαρχία Καλαβρύτων (Πλαπούτας, 392). Στις 5 Μαΐου του επομένου έτους οχυρώνεται (με τον κωφό αδερφό του Δημήτριο, ο οποίος ήταν άριστος σκοπευτής) στο Καστράκι, πάνω από το Σόλο, με το Γκολφίνο Πετμεζά για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ, αλλά μετά πεισματώδη μάχη που διήρκεσε μέχρι το βράδυ, οι Έλληνες ηττήθηκαν και οι Τούρκοι εισέβαλαν στο Καστράκι και συνέλαβαν 200 μεταξύ των οποίων και τη σύζυγο του Σολιώτη (Βασιλική) με το νεαρό γιό του Νικήτα και την αδελφή του. Ο Σολιώτης αντεπιτέθηκε και κατόρθωσε να απελευθερώσει τη σύζυγο και το παιδί του, τη δε αδελφή του μόνο μετά δύο χρόνια κατόρθωσε να εξαγοράσει με πολλά λύτρα από την Αίγυπτο. Κατά την αποχώρηση, μετά την άγρια επιδρομή, οι Τουρκοαιγύπτιοι επυρπόλησαν τα δύο σπίτια του Σολιώτη στο Σόλο και άρπαξαν την κινητή του περιουσία. [Ο Φραντζής (τ. Β΄, σ. 438 υποσ.) αναφέρει τα εξής για το Σολιώτη: «Η θέσις εκείνη ήθελεν έσθαι βοηθητική μάλλον, εάν ο Ν. Χ. Σολιώτης ήθελε προλάβει να μην ετοιμάση με τους αναγκαίους κτιστούς και οχυρούς προμαχώνας, και εάν ήσαν τουλάχιστον και 100, οπλοφόροι εν αυτοίς, τότε αναμφιβόλως δεν ήθελε γίνει τόσος, όσος έγινε αφανισμός εις 1000 σχεδόν ψυχάς Ελλήνων, ή τέλος πάντων εάν δεν ήθελεν αποφασίση την τοποθέτησιν τοσούτων χιλιάδων ψυχών εις τοιαύτην ανωχύρωτον θέσιν∙ πολλοί δε θέλουν ότι η γενομένη εκείνη φθορά εις τόσας Ελληνικάς ψυχάς προέκυψεν από την απροσεξίαν και την απροβλεψίαν του Ν. Χ. Σολιώτου, καθ’ ότι εν ώ δεν υπήρχε μέρος ελεύθερον από τας χιόνας δια να τρέχουν ελεύθερα, αλλ’ έσκαπτον αυτάς με τους όνυχάς των  δια ν’ αναβώσιν, εφάνησαν εν αυτώ εις τας κορυφάς του όρους και χιλιάδες Αράβων περιπατούντων επάνω των χιόνων των οποίων την μάχαιραν και την αιχμαλωσίαν προσπαθούντες ν’ αποφύγωσιν, έκλιναν το βάδισμά των προς το αριστερόν μέρος, και ούτω κρημνισθείσαι τόσαι ψυχαί Ελλήνων, απωλέσθησαν.»]. Μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους και την έλευση του Όθωνος, ο Σολιώτης ορίστηκε ανώτερος αξιωματικός της Βασιλικής Φάλαγγος και πήρε το βαθμό του Συνταγματάρχου. Στη Διαταγή του στρατού αριθ. ΧΙ (ΦΕΚ. 4/13.2.1841) αναφέρεται ότι απεβίωσε ο προικοδοτημένος ταγματάρχης της φάλαγγος Νικόλαος Σουλιώτης εις Καλάβρυτα (διοίκηση Κυναίθης) την 23 Σεπτεμβρίου 1841. Πέθανε το Σεπτέμβρη του 1841, αφήνοντας τη χήρα του με έξη ορφανά παιδιά, πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Σε στασίδι του ναού του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Βαρβάρα (κοντινού του Σόλου χωριού), υπάρχει χαραγμένο το το ονοματεπώνυμο του Σολιώτη. Το όνομά του φέρουν επίσης μία οδός των Αθηνών (κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα), μία άλλη στο Αίγιο και μία στα Καλάβρυτα. Η σφραγίδα του δήμου Ακράτας έφερε ως έμβλημα την εικόνα του ήρωα και μία προσωπογραφία του κοσμεί το Μουσείο της Ιστορίας και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα. Μαρμάρινη πλάκα έχει αναρτηθεί στην πρόσοψη της σωζομένης στον Σόλο οικίας του από την Παγκαλαβρυτινή ένωση, τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγιναν το 1967] (Χ. Σολιώτης, Επετ. Καλαβρ. 1970). Ακολουθούν έγγραφα σχετικά με τον Νικ. Σολιώτη: Με το υπ’ αριθ. 34 προβούλευμα 15 Φεβρ. 1822 ζητείται να σταλθεί εις κρίσιν ο καπετάν Νικόλαος Σολιώτης δια τας συμβαινούσας αταξίας (;) (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 11, σ. 148). Εντολή αποστολής τροφίμων: «Κύριε Παναγή, θέλει δόσεις του παρόντος τα ταΐνια δέκα στρατιωτών μας όπου είναι εις το Καστέλι δια ημέρας τρείς καθώς σε είπον, και έπειτα πάλιν τους μεταστέλνομεν – 1822 Ιουνίου 23 – ο χιλίαρχος Νικόλαος Σολιώτης» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 15Γ, σ. 70). Σε λογαριασμό του πρωτοσυγκέλλου Αμβροσίου Φραντζή αναφέρεται ότι στις 18 Ιανουαρίου 1822… να λάβη όσα από Νικολάκη Σολιότη δια ζαχιρέν Τουρκών και στρατιωτών εις το κάστρον Κορίνθου 1500 (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 15Γ, σ. 236). Με πρωτόκολλο εισερχομένης απόφασης του Βουλευτικού/ «Τη 5Μαΐου 1822, εν Κορίνθω/ Περί της υποθέσεως των Πραστιωτών των ενεχθέντων δια τα δάνεια˙ εδιωρίσθη να δοθή εις τον χιλίαρχον Ν. Σολιώτην δια ποδοκόπι γρ. 1.200» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 12, σ. 17). Πρώτος ο Ν. Σολιώτης και οι Πετιμεζαίοι ωχυρώθηκαν στους Μύλους και αντέκρουσαν τα υπολείμματα της στρατιάς του Δράμαλη, εφόνευσαν υπέρ τους 80 και τους ανάγκασαν να στραφούν πίσω, οπότε τους εκτύπησε ο Ν. Πετιμεζάς στα Μαύρα Λιθάρια (Σπηλιάδη, τ. Α΄, 490). Υπογράφει ως αντιστράτηγος Νικόλαος Σολιώτης Αναφορά δι’ αυθαιρέτους ενεργείας Πετμεζάδων εις βάρος σώματος στρατιωτών Χασίων Μεγαρίδος, στις 15 Νοεμβρίου 1823 (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 12, σ. 215). Αίτηση του Σωτ. Θεοχαρόπουλου και Νικ. Σολιώτη για προβιβασμό των αξιωματικών τους: «Προς το έξοχον Υπουργείον των Πολεμικών. Αι μακραί και πισταί απ’ αρχής του ιερού τούτου αγώνος στρατιωτικαί εκδουλεύσεις και οι μέχρι θανάτου και της τελευταίας του αίματός των ρανίδος υπέρ πατρίδος αγώνες των κάτω σημειουμένων, υποχρεούσι την συνείδησίν μας εις το να παραστήσωμεν προς το έξοχον τούτο Υπουργείον δια της παρούσης, ότι αξίως ανήκουσιν εις αυτούς οι στρατιωτικοί βαθμοί ως κάτω φαίνονται. Παρακαλείται το έξοχον υπουργείον να αναφέρει τούτο προς την σ. Διοίκησιν παριστών τ’ ανωτέρω ως γραφόμενα αυτόπτων. Μένομεν με σέβας βαθύ. 1825 Μαρτίου 6, εν Ναυπλοίω. Οι πατριώται Σωτήριος Θεοχαρόπουλος/ Νικόλαος Σολιώτης/ Ο ταξιάρχης Νικόλαος Αντωνόπουλος εις χιλιαρχίαν/ ο Σωτήριος Σολιώτης εις χιλιαρχίαν/ ο Δημητράκης Χριστόδουλος υποχιλιαρχίαν/ ο Αργύρης Μανούσος υποχιλιαρχίαν/ ο Παπά-Σπύρος Μακρυγιάννης υποχιλιαρχίαν/ ο Παναγιώτης Πάτζος υποχιλιαρχίαν/ ο Γιαννάκης Θεοδόση εις ταξιαρχίαν/ ο Δημήτρης Σπανός εκατονταρχίαν/ ο Σωτήρης Μανουσόπλος εκατονταρχίαν/ ο Ασημάκης Βίλιας εκατονταρχίαν/ Επί του νώτου: Αναφορά Σωτηρίου Θεοχαροπούλου και Νικολάου Σολιώτου περί προβιβασμών. Καθυπεβλήθησαν τη 7 Μαρτίου./ Αίτησις προβιβασμών Σωτηρίου Θεοχαρόπουλου./ Ενερ. Τη 6 Μαρτίου 1825./ Αναφορά Σωτηρίου Θεοχαροπούλου και Νικολάου Σολιώτου ζητώντες προβιβασμόν των υπό την οδηγίαν τους./ Ενεργήθησαν.» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 18, σ. 22). Στις 20 Αυγούστου 1825 όταν ο Ιμπραήμ επέστρεφε από το Άργος στν Τρίπολη κοντά στο Βαλτέτσι στη Χρέπα του επιτέθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων Ελλήνων, και Καλαβρυτινοί επικεφαλής των οποίων ήσαν οι Ανδρ. Ζαΐμης, οι Πετιμεζαίοι, ο Ν. Σολιώτης και ο Γ. Λεχουρίτης, αλλά ηττήθηκαν τραπέντος πρώτου σε φυγή του Γιάννη Ροΐδη από τους Ρωγούς. (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 56). Αίτηση του Νικολάου Σολιώτη για επιστροφή ενός μουλαριού: « Την εξοχότητά της δουλικώς προσκυνώ./ Μετά τας δουλικάς μοι προσκυνήσεις της φανερόνω ότι ο Ζαΐμης, όταν ανεχώρησεν κατά κακήν τύχην μου επήρε ένα μουλάρι θυλικόν και μαύρον έξι χρονών, το οποίον το άφησεν με τα εδικά του εις Μαύρα Βουνά, και τα επήρε ο Ομορφόπουλος και του έκαμε ένα γράμμα ο εκλαμπρότατος κύριος Κολέτης και δεν ηθέλησε να το δόση του ανθρώπου μου οπού έστειλα. Δια τούτο εγώ κάνω το χρέος μου και σου γράφω, οπού να τον προστάξης ως μεγαλήτερός μας, να μου στείλει το μουλάρι μου. Όχι και δεν μου το στείλει, εγώ όσον καιρόν είμαι ζωντανός δεν θέλει το χάσω. Πρώτον το ζητώ με την Διοίκησιν και αν αυτός δεν ακούση την Διοίκησιν, αν ελθή ράστι καμμίαν φοράν ιμπορώ να το πάρω. Διά τούτο παρακαλώ οπού να διορίσης το δίκαιον και μένω εις τας προσταγάς σου./ 1825 Μαρτίου 18./ Πρόθυμος/ Νικόλαος Σολιώτης/ Επί του νώτου: Τω εξοχωτάτω υπουργώ των Πολεμικών κυρίω μοι κω Αδάμ Δούκα. Εις Ναύπλιον.» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. Τ. 19, σ. 83). Γιοί του ήσαν οι Χρίστος Σολιώτης (βλ. λ.) και Χαραλάμπης Σολιώτης (βλ. λ.) (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 136). Εικονίζεται στη σφραγίδα του Δήμου Ακράτας (βλ. λ.) (Σκιαδάς). Στις 21 Μαΐου 1827 από τον Πόρο ο Ανδρ. Ζαΐμης γράφει προς τους Ν. Σολιώτη, Γ. Λεχουρίτη και Ν. Φραγκάκη να βοηθήσουν τους αποστελλομένους για την πώληση των εθνικών προσόδων (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 64). Στο Σόλο σώζονται ο πύργος του Σολιώτη και η εκκλησία του Άι-Γιώργη που χτίστηκε το 1806 με χρήματα δικά του. Ο δήμος των Καλαβρύτων αναφέρει τα εξής: «Νικόλαος Σολιώτης, οπλαρχηγός του 1821. Καταγόταν από το χωριό Σόλοι των Καλαβρύτων, απ’ όπου πήρε το επώνυμο του. (Σε κείμενα της εποχής αναφέρεται με το πατρώνυμο Χριστοδούλου). Στις 18 Μαρτίου 1821 παρακινημένος από τον Παπαφλέσσα έστησε ενέδρα στην θέση «Πόρτες» κοντά στο χωριό Αγρίδι και σκότωσε τρεις Τούρκους εισπράκτορες φόρων, που έρχονταν από την Τριπολιτσά για να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και να πραγματοποιηθεί έτσι η έναρξη της Επανάστασης. Στην συνέχεια έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις σε περιοχές της Πελοποννήσου (Λεβίδι και αλλού) και στην Στερεά Ελλάδα. Διακρίθηκε κατά την πολιορκία της Ακροκορίνθου και μετά την παράδοση του φρουρίου από τους Τούρκους ονομάστηκε χιλίαρχος. Για τις επιτυχίες του στις πολεμικές επιχειρήσεις του απονεμήθηκε ο βαθμός τού στρατηγού κατά την περίοδο της εισβολής του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και μετά την άφιξη του Όθωνα εντάθηκε στον τακτικό στρατό».

Θανάσης Τζώρτζης.

Συνεχίζεται….

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s