Αγωνιστών Συνέχεια…

13. Χοντρογιανναίοι: Περί αυτών αναφέρει ο Τάκης Γιαννακόπουλος στην Επετηρίδα των Καλαβρύτων 1971, σελ. 168-173. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο Γιάννης Χονδρογιάννης από το Μάζι, στα χρόνια του Καποδίστρια, υποχρεώθηκε από τους κληρονόμους του τοκογλύφου και συνεργάτη των Τούρκων Ταμπακόπουλου από τη Βυτίνα, ύστερα από αγωγή τους την οποία δέχθηκε το Πρωτοδικείο Ναυπλίου να τους πληρώσει αποζημίωση «δια προσωπικής  αυτού κρατήσεως», αφού δεν είχε λεφτά να πληρώσει. Έτσι κλείστηκε στη φυλακή στ’ Ανάπλι, όπου πέθανε από την πίκρα του, και συνεχίζει: «Ο Χοντρογιάννης αληθινά είχε πάρει τότε τα ομόλογα (γραμμάτια) αυτά. Τα πιο πολλά, ωστόσο, ήσαν, καθώς γράφει στ’ απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης, του Ζαΐμη, του Λόντου, του Χαραλάμπη και άλλων Κοτζαμπάσηδων στην επαρχία των Καλαβρύτων. Αυτό φυσικά φανερώνει ότι: οι Κοτζαμπάσηδες μαζί και οι Τούρκοι αγάδες και οι βοϊβοντάδες στις επαρχίες, χρωστούσαν χρήματα στους λογής – λογής τοκογλύφους της εποχής. Φυσικά τα ομόλογα αυτά στα χέρια του Χοντρογιάννη δεν είχαν καμιά αξία. Επομένως το πιο λογικό είναι ο Χοντρογιάννης να έδωσε τα ομόλογα στους Κοτζαμπάσηδες και αυτός το πολύ να κράτησε κάτι απ’ άλλα ενέχυρα που είχαν μαζί τους ο Ταμπακόπουλος και ο Σείντής. Οπωσδήποτε η δίκη αυτή στ’ Ανάπλι, η καταδίκη και ο θάνατος του Χοντρογιάννη, άνοιξε την αυλαία για την περιπέτεια της οικογένειας του Χοντρογιάννη, που ξεκληρίστηκε αργότερα πληρώνοντας με το αίμα της την ηρωϊκή αποκοτιά του γέρο Χοντρογιάννη να ρίξει την πρώτη ντουφεκιά στην επανάσταση». Το κυνηγητό της οικογένειας Χοντρογιάννη που άρχισε το 1829, συνεχίστηκε μέχρι το 1837. Ο Χοντρογιάννης ζούσε στο Μάζι και είχε 7 παιδιά, 6 αγόρια και μια κόρη τη Βασιλική που ήταν και η μεγαλύτερη απ’ όλα τα’ αδέρφια. Όταν πέθανε ο πατέρας της, βρήκε την ευκαιρία ο παλιός κλέφτης και ύστερα μικροκοτζαμπάσης  Σωτήρης Παπαδέας από το Μάζι και «προσέβαλε την Βασιλική». Όταν τα αγόρια μεγάλωσαν θέλησαν να εκδικηθούν τον Παπαδέα. Τα τρία αδέλφια, ο Λιάκος, ο Αντρούτσος και ο Γιώργης έγιναν ληστές. Ήσαν από τους ωραιότερους άνδρες του καιρού τους. Ο θρύλος έλεγε ότι ήσαν νεραϊδογεννημένοι. Ο Λιάκος βγήκε ληστής στα χωριά της Ρούμελης και γι’ αυτόν βγήκαν σ’ εκείνα τα μέρη πολλά δημοτικά τραγούδια. Για το Λιάκο αναφέρεται και το εξής περιστατικό: όταν ο βασιλιάς Όθωνας το 1833 έκανε περιοδεία στη Ρούμελη, βρέθηκε με τη συνοδεία του κοντά στο χωριό της Βοιωτίας Μάζι, όπου κάθησαν για φαγητό. Εκεί «από το διπλανό σύδενδρο βγήκε ένας άνδρας αρματωμένος. «Ήταν εξαισίως υψηλός στο ανάστημα, εξαισίως ωραίος, άγριος οπωσούν την όψιν», καθώς γράφει στ’ απομνημονεύματά του ο Γερμανός αρχαιολόγος Ρος, που συνόδευε τον Όθωνα…». «Στον τόπο», είπε. «Είμαι ο κλέφτης Λιάκος Χοντρογιάννης απ’ το Μάζι των Καλαβρύτων. Μαζί με τα δυό μου αδέλφια πέφτω στα πόδια σου, βασιλιά. Πάρε το τουφέκι μου. Γυρεύω χάρη, για να μπορέσω να ζήσω πιο ήσυχος με την οικογένειά μου και με τα’ αδέρφια μου στον τόπο μου». Ο Όθωνας αφού συμβουλεύτηκε τους αυλικούς του, δεν του έδωσε χάρη αλλά τον παρέπεμψε στον Έπαρχό του στη Λειβαδιά. Οι Χοντρογιανναίοι παρουσιάστηκαν στον Έπαρχο, αλλά εκείνος τους αγνόησε ασχολούμενος με την προετοιμασία της υποδοχής του Όθωνα. Οι Χοντρογιανναίοι οργίστηκαν και ξαναγύρισαν στον Παρνασσό. Ο λαός αυτή τη συνάντηση του ληστη με το βασιλιά την έκανε τραγούδι στη Ρούμελη. Αργότερα οι Χοντρογιανναίοι δοκίμασαν να παραδοθούν έντιμα στην Κυβέρνηση και να τους δοθεί αμνηστία. Συνεννοήθηκαν με τον Πετιμεζά από τα Σουδενά των Καλαβρύτων που ήταν στρατιωτικός διοικητής στην περιοχή της Ρούμελης. Αυτός τους έδωσε το λόγο «της στρατιωτικής του τιμής» ότι θα τους εξασφάλιζε αμνηστία. Αυτοί δεν παραδόθηκαν και οι τρείς μαζί. Πρώτος παραδόθηκε ο Ανδρούτσος Χονδρογιάννης που είχε τη λιγώτερη δράση. Ο Πετιμεζάς αθέτησε το λόγο «της στρατιωτικής του τιμής», τον έστειλε στο Κακουργιοδικείο στ’ Ανάπλι όπου καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε αργότερα μαζί με τα’ άλλα αδέρφια του. Οι άλλοι δύο, ο Λιάκος και ο Γιώργης, όταν έμαθαν αυτά, έφυγαν απ’ τη Λιάκουρα για το Μωριά. Τα δύο άλλα αδέλφια τους, ο Μήτσος και ο Τάσος είχαν βγει και αυτοί στο κλαρί. Μόνο ο μεσαίος, ο Νικολής, είχε μείνει ήσυχα στο Μάζι. Όλοι έφτιαξαν ομάδα με αρχηγό το Λιάκο, που το 1835 ήταν ο φόβος και τρόμος στο Μωριά. Στις 15.1.1836, όταν μπήκαν να πιάσουν όμηρο, προκειμένου να εκβιάσουν από την Κυβέρνηση την αμνησία τους, τον Πρώσσο πρίγκιπα Πύκλερ Μοσκάου που τον φιλοξενούσε ο κοτζαμπάσης Μεσηνέζης στο σπίτι του στο Αίγιο, προδόθηκαν από το χωρικό συνοδό τους στη χωροφυλακή και συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν αρχικά στο Αίγιο και στη συνέχεια στο Ναύπλιο απ’ όπου κατόπιν δραπέτευσαν. «Απ’ όσα χωριά στην Ηλεία και στην Αχαΐα διάβηκαν, έδιωχναν τους διορισμένους από την Κυβέρνηση δημάρχους και στη θέση τους έβαζαν άλλους, απλούς χωριάτες, έμπαιναν στα Δημόσια Ταμεία, έσκιζαν τα εντάλματα για χρέη, που χρωστούσαν οι αγρότες στο Δημόσιο, κατάστρεφαν τις δικογραφίες στα δικαστήρια. Φόνο ωστόσο δεν έκαναν κανένα». Τον Οκτώβρη του 1836 τους ξανάπιασαν, τους πήγαν στ’ Ανάπλι, τους καταδίκασαν σε θάνατο και τους εκτέλεσαν στην καρμανιόλα. Η διαδικασία ήταν συνοπτική και η εκτέλεση έγινε 24 ώρες μετά την έκδοση της απόφασης. Έτσι έληξε η έχθρα με τον Ταμπακόπουλο και τον Παπαδέα. Στη συνέχεια ο Τ. Γιαννακόπουλος περιγράφει πως η μάνα των Χοντρογιανναίων, όταν έμαθε για την καταδίκη των παιδιών της, ξεκίνησε ξυπόλυτη από το Μάζι και πήγε στην Αθήνα στο Παλάτι και εκεί έπεσε στα πόδια του Όθωνα και της Αμαλίας ζητώντας χάρη για τα παιδιά της, προσπάθεια στην οποία τη βοήθησε, όπως λέγεται, ο παλιός αγωνιστής και μετέπειτα υπασπιστής του Όθωνα, Χατζή – Χρήστος. Ο Όθωνας δεν έδωσε χάρη και έδιωξε τη μάνα των Χοντρογιανναίων. Στο βασιλικό διάταγμα που είχε εκδώσει η κυβέρνηση δινόταν χάρη σε πολλούς αγωνιστές του 1821, αλλά εξαιρούσε τους Χοντρογιανναίους. Ένας θρύλος που υπάρχει  στην επαρχία Καλαβρύτων σχετικά με το περιστατικό λέι, ότι ο Όθωνας έδωσε χάρη αλλά μόνο για το μικρό γιο της Χοντρογιάνναινας, το Τάσο. Εκείνη πήρε το διάταγμα, «το φίλησε, το τρύπωσε στον κόρφο της, έβαλε στα πόδια της φτερά…, ήρθε απ’ την Αθήνα στ’ Ανάπλι μέσα σε δύο Μερόνυχτα μονάχα! Φανερώθηκε στον Αράπη στο Μπούρτζι, το φημισμένο μπουντρούμι στ’ Ανάπλι, όπου είχαν στημένη την καρμανιόλα αξημέρωτα ακόμη. Ο Παπαδέας μαθαίνοντας τον πηγαιμό της Χοντρογιάνναινας στην Αθήνα, πίεσε τον εισαγγελέα στ’ Ανάπλι ν’ αρχίσει την εκτέλεση πριν την ώρα της. Έτσι την ώρα που μπήκε η Χοντρογιάνναινα στον Αράπη, ο μακελλάρης (δήμιος) είχε πιά κόψει τα κεφάλια των παιδιών της, πριν λίγα λεπτά. Ο θρύλος συνεχίζει, ότι η Χοντρογιάνναινα, καθώς είδε τα κεφάλια των παιδιών της στο χώμα, έβαλε τις φωνές. Και σκύβοντας άδραξε τάχα στα χέρια το κεφάλι του Τάσου της,….Είδε λένε τα μάτια του ν’ αστράφτουν, να ρίχνουν σπίθες απ’ οργή. Κι η γλώσσα του μέσα στο στόμα του αναδευόταν σαν μαλώνοντας τάχα τη μάνα του για τη λιποψυχιά της. Κι η Χοντρογιάνναινα καταπίνοντας το δάκρυ αναγύρισε στο Μάζι…». Ο λαός, μέσα από δημοτικά τραγούδια ύμνησε τους Χοντρογιανναίους, για το μεγαλείο τους, την παλληκαριά τους αλλά και τον άδικο κατατρεγμό τους (Τ. Γιαννακόπουλος, Ε. τ. Κ. 1971, σελ. 168-173).

Προεπαναστατικά ήσαν κάποι (επί κεφαλής, ή σωματοφύλακες, ή αγροφύλακες) των Ζαϊμαίων στα Καλάβρυτα. Διακρίθηκαν στην επανάσταση, αλλά κατόπιν ο πατέρας (Γιάννης) φυλακίστηκε στο Μπούρτζι του Ναυπλίου όπου και πέθανε. Τα παιδιά του έγιναν ληστές, συνελήφθησαν όμως και εκτελέστηκαν. Το παρακάτω τραγούδι αναφέρει σχετικά: «Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα, στ’ Ανάπλι σφάζουν γίδια, / κι απ’ όξω απ’ την Πρόνοια σφάζουνται παληκάργια, / του Χοντρογιάννη τα παιδιά, τα τρία στην αράδα. / Το Γιώργη σφάζουνε μπροστά και το Σωτήρη [;] πίσω / και παραδευτερότερα σφάζουν τον κυρ Ανδρούτζο» (Σοφ. Δημητρακόπουλος). Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή, το τραγούδι έχει ως εξής: «Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα, και στ’ Άργος σφάζουν γίδια, / κι απ’ όξω στη Ντροπολιτσά σφάζουντε παλληκάρια, / του Χοντρογιάννη τα παιδιά, τα πέντ’ αράδ’ αράδα./ Πρώτα σφάζουν τον μικρόν, δεύτερα τον μεγάλον…». Κατά το τραγούδημα παρέμβλημα «Χοντρογιαναίοι μου». Η στροφή του τραγουδιού έχει ως εξής: «Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα,/ Χοντρογιανναίοι μου/ και στ’ Άργος σφάζουν γίδια, / κι απ’ όξω στη Ντροπολιτσά…».

Αναφέρεται και ένας Χονδρογιάννης «Κλέφτης. Καταγόταν από τα Μαζέϊκα των Καλαβρύτων. Έζησε στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. Πρωτοστάτησε στα πρώτα επαναστατικά γεγονότα στην Πελοπόννησο και διακρίθηκε για την ανδρεία του.» [Προφανώς εννοεί το Γιάννη Χντρογιάννη, από το Μάζι Καλαβρύτων] (ΔΟΜΗ).

Σε έκθεση του Νομάρχη Αχαΐας και Ήλιδος, με ημερομηνία 18.1.1834, που απευθύνεται προς την Βασιλική επί των Εσωτερικών Γραμματεία, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής για την επαρχία Καλαβρύτων: «…Οι κάτοικοι ούτοι των χωρίων [της επαρχίας Κυναίθης] (εκτός των ληστών Χονδρογιανναίων και τινών συνεγχωρίων των, εις καταχρήσεις επιρρεπών), είναι καλής διαγωγής, πνευματώδεις, και πονηροί…» (Γ. Α. Κ. Προικοδοτήσεις, Φ.465, λ. 7 κ. ε.).

Ο Ν. Π. Σακελλαρόπουλος, αναφέρει για τους Χονδρογιανναίους τα εξής σχετικά: «ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗ/ Γιάννης Χονδρογιάννης του Ανδρίτζου (1765-1834). Γεννήθηκε στο Μάζι των Καλαβρύτων, έγινε Κλέφτης, κάπος και σωµατοφύλακας του Ασηµάκη Ζαΐµη. Στις 16 του Μάρτη 1821, ενώ συνέτρωγαν οι δυο Ασηµάκηδες, Ζαΐµης και Φωτήλας, στο αρχοντικό του Ζαΐµη στην Κερπινή, ο γερο-Ζαΐµης ρώτησε το Χονδρογιάννη «τί νέα». Ο Χονδρογιάννης του απάντησε, ότι την άλλη µέρα αναχωρούν για την Τροπολιτσά, ο Λαλαίος Σεϊδής Σπαχής, µαζί µε κουστωδία, µεταφέροντας χρήµατα του δηµοσίου, και του ζήτησε την άδεια να τους χτυπήσει. Ο Ζαΐμης κοίταξε καλά στα µάτια το Xoντρoγιάννη και τον παριστάµενο Στρεζοβινό Πετιώτη, έπιε για την ελευθερία της πατρίδας και τους ευχήθηκε «καλη τύχη». Αυτό ήταν διαταγή για τους δυο κλέφτες. Την άλλη µέρα (17-3-1821) οι Χονδρογιάννης, Πετιώτης, Λαµπρούλιας, Ντόλκας, Δηµόπουλος κ.α. στήσανε ενέδρα στη Χελωνοσπηλιά, κοντά στις πηγές Του Λάδωνα και χτυπήσανε την ποµπή που κατευθυνότανε στην Τροπολιτσά. Η επανάσταση είχε οριστικά και αµετάκλητα αρχίσει. Και την είχε αρχίσει ο Γιάννης Χονδρογιάννης. Ο Χονδρογιάννης πολέµησε λιονταρίσια σ’ όλες τις µάχες του ’21, αλλά δεν υµνήθηκε γι’ αυτό. Ο Χονδρογιάννης έγινε θρύλος για τη µετεπαναστατική ληστρική δράση του. Συγκεκριµένα γύρω στα 1829 κατηγορήθηκε από τους συνοδούς του Σεϊντή. Έλληνες και κυρίως από τον τραπεζίτη του πασά της Τρίπολης Ταµπακόπουλο, ότι στη Χελωνοσπηλιά τους λήστεψε και του ζητούσανε αποζηµίωση. Τον πήγαν στο δικαστήριο και το δικαστήριο τον καταδίκασε. Ο Χονδρογιάννης δεν είχε να πληρώσει την άδικη καταδίκη του και κλείστηκε στις φυλακές στο Ναύπλιο, όπου και πέθανε./  Ο Χονδρογιάννης είχε εφτά παιδιά, δυο κορίτσια και πέντε αγόρια. Σαν µείνανε ορφανά τα παιδιά του Χονδρογιάννη ο παλιός κλέφτης από το Μάζι, Σωτ. Παπαδέας, προσέβαλε την κόρη του Χονδρογιάννη Βασιλική. Ύστερα απ’ όλα αυτά τα παιδιά του Χονδρογιάννη, πικραµένα για την αχαριστία του κράτους προς τον ήρωα πατέρα τους, τις προσβολές στην οικογένειά τους και την αρπαγή της περιουσίας τους από τους Πετιµεζέους, έγιναν ληστές, γιατί µονάχα έτσι θα µπορούσαν να πάρουν το δίκιο τους µε το χέρι τους. Τα πέντε παιδιά του ηταν ο Ανδρούτζος, ο Λιάκος, Ο Γιώργης, Ο Μήτσιος και ο Τάσιος. Όλοι τους ήταν ωραίοι και ατρόµητοι./ (Κ. Δεληγιάννη: Απομνημονεύµατα, τοµ, Α’ σελ. 141-142/  Οι Χονδρογιαννέοι καταδιωχτήκαν, άδικα, σκληρά και απάνθρωπα από τους ανθρώπους και από το κράτoς παρ’ όλο που στα χρόνια της επανάστασης υπήρξαν αληθινοί ήρωες. Σ’ αυτό τον άδικo κατατρεγµό βοήθησαν, εκτός από τον κύριο υπεύθυνο, τον Ταµπακόπουλο, οι Πετιµεζάδες και ο Σωτήρης Παπαδέας που δεν ήταν διακεκριµένoς αγωνιστής,/ Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλ. Επαναστάσεως, Τόµ. Α’ σελ. 269)./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Στις 15 του Γενάρη 1836, ΟΙ Χονδρογιαννέοι, κατάφεραν και μπήκαν στ’ αρχοντικό του κοτσαμπάση του Αιγίου, Μεσσηνέζη. Ο Μεσσηνέζης φιλοξενούσε στ’ αρχοντικό του τότε κάποιο Πρώσσo πρίγκηπα. Σκοπός των Χονδρογιαννέων ήταν η αιχμαλωσία του Πρώσσου πρίγκιπα για να εκβιάσουν την Κυβέρνηση, αλλά και να προσβάλουν την αρχόντισσα του Μεσσηνέζη Ζώικω, γιατί φαίνεται είχαν παλιούς, λογαριασμούς. Οι Xονδρoγιαννέοι συνελήφθησαν από τη χωροφυλακή που ειδοποιήθηκε έγκαιρα, αλλά και πάλι κατόρθωσαν να δραπετεύσουν./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Α΄/ 1. Δεν κλαίτε δέντρα και κλαδιά και σεις κοντοραχούλες,/ Δεν κλαίτε για την κλεφτουριά, για τους Χοντρογιαννέους./ Μάειδε στου Μάζι φαίνονται, μάειδε και στα Καλύβια,/ Μάειδε και στα Καλάβρυτα, που ήταν το γυρισμά τους./ 5. Μας είπαν πως επέρασαν και πάνε στη Βοστίτζα./ Στου Μεσσηνέζη πήγανε, στον έμπορο της Πάτρας./ Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά, πήραν μαργαριτάρια,/ κι ο Γιώργος ο περίφημος πήρε την κυρά Ζώικος./ Στον πασιοντά την έμπασε για να τήνε προσβάλει/ 10. Κι ο μοίραρχος επλάκωσε με τους χωροφυλάκους./ Το σπίτι επεριόρισε κι επιάσανε τους κλέφτες./ (Ακαδημίας Αθηνών: .Ελλην. Δημοτ. Τραγούδια», Τόμ. Α’ σελ. 238)./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Όταν ήτανε στη Ρούμελη ήρθανε σε μυστική συνεννόηση με το συμπατριώτη τους, συνταγματάρχη Πετιμεζά, Σουδενιώτη, που ήταν στρατιωτικός διοικητής στην περιοχή. Συµφώνησαν να παραδοθούν σ’ αυτόν, κι εκείνος υποσχέθηκε, για λογαριασµό της Κυβερνήσεως, στο λόγω της «στρατιωτικής του τιµής», ότι θα τους εξασφάλιζε αµνηστεία. Δεν παραδοθήκανε όλοι µαζί, αλλά ένας-ένας και πρώτος ο Ανδρούτζος που είχε και τη λιγότερη δράση. Ο Πετιµεζάς αθέτησε κι έστειλε τον Ανδρούτζο Χονδρογιάννη στο κακουργοδικείο στο Ναύπλιο. Εκεί δικάστηκε, καταδικάστηκε κι εκτελέστηκε αργότερα µαζί µε τους άλλους./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Β΄/ 1. Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα, στ’ Ανάπλι σφάζουν γίδια/ κι απόξω απ’ την Πρόνοια σφάζουνται παλληκάρια,/ του Χοντρογιάννη τα παιδιά, τα τρία στην αράδα./ Το Γιώργη σφάζουνε µπροστά και το Σωτήρη πίσω/ 7. και πάρα δευτερότερα σφάζουν τον κυρ Ανδρούτζο./ (Ακαδηµίας Αθηνών: «Ελλην. Δηµ. Τραγούδια» τόµο Α’ σελ. 239)./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Γ΄/ 1. Χαµανταριάζουν τα βουνά, αντάριασαν κι οι κάµποι,/ κι εσύ Λιάκου µ’ δε φαίνεσαι, κλέφτης να γκεζερίσεις!/ – Το τι καλό ’χω να φανώ, κλέφτης να γκεζερίσω;/ Σκοτώσανε τ’ αδέρφια µου, το Μήτσιο και τον Τάσιο./ Πρώτα το Μήτσιο σκότωσαν και δεύτερα τον Τάσιο./ (Ακαδημίας Αθηνών: «Ελλην. Δηµ. Τραγούδια», τόµ. Α’ σελ. 24./ Ειρ. Σπανδωνίδη: «Τραγούδια της Αγόριανης », Αθήνα 1939 σελ. 21)/ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Δ΄/ Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα, στ’ Ανάπλι σφάζουν γίδια/ κι απόξω στην Τροπολιτσά σφάζουνε παλληκάρια/ του Χονδρογιάννη τα παιδιά τα πέντε αράδα, αράδα./ Πρώτα σφάξανε το μικρό, δεύτερα τα μεγάλα./ (Ακαδημίας Αθηνών: «Ελλην. Δημοτ. Τραγούδια», Τόμ. Α’ σελ. 238)/ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Η γρια Χονδρογιάννενα, η μάνα των έξι αυτών αδερφών, που είχε απομείνει ολομόναχη στο Μάζι, σαν έμαθε την καταδίκη των παιδιών της στ’ Ανάπλι, ξεκίνησε για την Αθήνα ξυπόλητη κι αναμαλλιασμένη. Ύστερα από κάμποσα μερόνυχτα έφτασε στην Αθήνα, πήγε στο παλάτι, έπεσε στα πόδια του βασιλιά και της βασίλισσας και γύρεψε χάρη για τα καταδικασμένα παιδιά της. Κατά μια εκδοχή, ο Όθωνας, έδιωξε και δεν έδωσε καμιά σημασία στη Χονδρογιαννιά, κατά μια άλλη, ο ‘Οθωνας έδωσε χάρη, αλλά μονάχα για τον πιο μικρό γιο της, τον Τάσιο. Η Χονδρογιαννιά έβαλε φτερά στα πόδια της κι έφτασε μέσα σε δυο μερόνυχτα στ’ Ανάπλι. Φανερώθηκε στο δήμιο, αλλά ο Σωτήρης Παπαδέας που ήταν και ο κύριος υπεύθυνος για όλη την τραγωδία της οικογένειας Χονδρογιάννη, σαν έμαθε πως η Χονδρογιαννιά πήγε στην Αθήνα, πίεσε τον εισαγγελέα να επισπεύσει τις εχτελέσεις, κι όταν έφτασε η Γιαννιά, ο δήμιος είχε κόψει τα κεφάλια των παιδιών της. Όταν τα αντίκρυσε, έσκουξε ίσιαμε τον ουρανό. Αγκάλιασε, φίλησε τα κομμένα κεφάλια των παιδιών της, έπνιξε το δάκρυ της και γύρισε πικραμένη και χαροκαμένη, σχεδόν τρελλή στο Μάζι./ Ο Βαυαρός Στόϊμπ αναφέρει στο έργο του «Εικόνες από την Ελλάδα»: «Η δίκη των Χονδρσγιαννέων, ωραίων στη μορφή, έγινε στο Ναύπλιο στις 16 του Σεπτέμβρη 1836. Δε βρισκόταν δήμιος για την εχτέλεση. Έφεραν κάποιο από τα Εφτάνησα, άλλά τον δολοφόνησαν τη νύχτα στο δωμάτιό του. Τελικά έφεραν έναν αράπη που εξετέλεσε το μακάβριο έργο.»/ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Ε΄/ 1. Ένα πουλάκι ξέβγαινε από µέσα από τ’ Ανάπλι/ µέρα και νύχτα περπατεί και πήγαινε χαµπέρι/ στους Έλληνες αρµατολούς και τους καπετανέους/ κι ο Λιάκος το καρτέρησε από ψηλή ραχούλα./ 5. Πες µας, πες µας πουλάκι µου, πες µας κανά χαµπέρι./ Το τι χαµπέρι να σας πω, το τι να µολογήσω/ σκοτώσανε τ’ αδέρφια σου, το Μήτσιο και τον Τάσιο/  Πρώτα το Μήτσιο σκότωσαν και δεύτερα τον Τάσιο/ (Ειρ. Σπανδωνίδη: «Tραγούδια της Αγόριανης», Αθήνα 1939. σελ. 21)/ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ ΣΤ΄/ 1. Ένα πουλάκι ξέβγαινε µέσα από τ’ Ανάπλι./ Χονδρογιαννιά τ’ απάντησε στέκει και το ρωτάει:/ – Πες µου πουλί, πουλάκι µου, εφτού ψηλά που πήγες/ – Μην είδες τα παιδάκια µου, το Μήτσιο και τον Τάσιο;/ 5. Και το πουλί τσ’ απάντησε και το πουλί της λέει:/ – Μην περιµένεις τα παιδιά και µην απαντυχαίνεις/ τι σήµερα τα σκότωσαν, τα πέντε στην αράδα./ Πρώτα σκοτώσαν το µικρό δεύτερα το µεγάλο./ (Ακαδημίας Αθηνών: «Ελλην. Δημοτ. Τραγούδια», Τόμ. Α’ σελ. 239)/ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Ζ΄/ 1. Ένα πουλάκι κάθεται στη ράχη στα Μαζέϊκα,/ Δεν εκελάηδει σαν πουλί, µάειδε σα χελιδόνι,/ παρά εκελάηδει κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα./ Τ’ άκουσε η γρια Χοντρογιαννού, του Χοντρογιάννη η μάνα./ 5. Για πέσε μας μωρέ πουλί, κάνα καλό χαμπέρι./ -Τι να σας πω μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω./  – Εψές, προψές επέρασα μέσα από την Αθήνα/ Κι άκουσα το μουσαβερέ και μια κρυφή κουβέντα,/ άκουσα και δικάσανε ’φτου τους Χοντρογιαννέους./ 10. Στ’ Ανάπλι σφάζουν πρόβατα και στ’ Άργος τα γελάδια/ και μεσ’ τη λεύκα τ’ Αναπλιού, σφάζουν το Χονδρογιάννη,/ του Χοντρογιάννη τα παιδιά, τα τρία στην αράδα./ Μά ’σκουξε Ανδρούτσος μια φωνή,/ όση κι αν εδυνάστη./ – Δεν τόχω που με δίκασαν, έτσι το θέλει ο νόμος/ 15. μα τόχω ’νου στραβαραπά, που θα μας θανατώσει/ και δεν ευρέθη χριστιανός να πάρει την ψυχή μας./ (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Τόμ. Ε’ σελ. 170/ Π. Παπαρρηγοπούλου: Λαογραφικά Καλαβρύτων, σελ. 64)./ ΤΩΝ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΕΩΝ/ Ο Λιάκος (Ήλίας) Χονδρογιάννης, που βγήκε ληστής στα βουνά της Ρούμελης, υμνήθηκε από τη Ρουμελιώτικη μούσα. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος (1806-1859), στο βιβλίο «Απομνημονεύματα περί Ελλάδος» μας διηγείται το εξής περιστατικό: «ο Όθωνας, στα 1833, έκαμε μια περιοδεία στη Ρούμελη. Γυρίζοντας από τους Δελφούς, στο δρόμο προς τη Λειβαδιά, έφθασε ένα μεσημέρι κοντά στο χωριό της Βιωτίας Μάζι, όπου σταμάτησε η ακολουθία του. Σαν άρχισαν να τρώνε, πετάχτηκε από το κοντινό δάσος ένας άνδρας αρματωμένος. «Ήταν εξαίσια υψηλός στο ανάστημα, εξαίσια ωραίος, άγριος ολίγον στην όψη», καθώς γράφει στ’ απομνημονεύματά του, που συνώδευε κι αυτός τον Όθωνα στην περιοδεία του εκείνη. Οι σωματοφύλακες τα έχασαν. «Στον τόπο» είπε. «Είμαι ο κλέφτης Λιάκος Χονδρογιάννης από το Μάζι των Καλαβρύτων. Μαζί με τα δυο μου αδέρφια πέφτω στα πόδια του βασιλιά. Παρε το ντουφέκι μου. Γυρεύω χάρη, για να μπορέσω να ζήσω πια ήσυχος με την οικογένειά μου και με τ’ αδέρφια μου στον τόπο μου»./ Δυστυχώς ο Όθωνας δεν έδειξε κατανόηση κι ο Λιάκος πήρε πίσω τα βουνά. Έκαμε πολλές προσπάθειες ακόµα ο Λιάκος, χωρίς αποτέλεσµα. Τον Οκτώβρη του 1836 συλληφθήκανε οι Χονδρογιαννέοι και µε µια συνοπτική διαδικασία καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Ναύπλιο./ (Μετάφρ. Εφ. Σιφίπ 1905)/ Για το παραπάνω περιστατικό γράφει και ο Βαυαρός Λουδοβίκος Στόϊµπ, που παραβρέθηκε στη σκηνή, στο έργο του «Εικόνες από την Ελλάδα», Λειψία 1841. Ο Στόϊµπ υπηρέτησε στο Ναύπλιο 1834-1836./ Ο ΛΙΑΚΟΣ/ Η΄/ 1. Δεν σ’ τό ’πα, Λιάκο, µια φορά, δε σ’ τό ’πα τρεις και πέντε,/ Λιάκο µου, µην βιάζεσαι να πάµε όλοι αντάµα/ γιατί έχουν χιόνια τα βουνά, νεροποντές µεγάλες/ και τα ποτάµια δεν περνούν, είναι κατεβασµένα/ και τα γεφύρια τα ’πιασαν τάχουν µπροστά πιασµένα/ για πού να κάνω ο έρηµος, για πού να κάνω ο µαύρος/ να βγω στη Γκούρα στα βουνά, που τάχω µαθηµένα/ για να σφυρίξω κλέφτικα να βρω τα παλληκάρια/ να συναχτούν ν’ ανταµωθούν που είναι σκορπισµένα/ για πού θα κάνω πασχαλιά, για πού Χριστός ανέστη/ Πέρα σε κείνο το βουνό, πέρα σε κείν’ τη ράχη/ εκεί ειν’ αρνιά που ψένονται, κριάρια σουβλισµένα/ έχουν κι ένα γλυκό κρασί στη βρύση που κρυώνει./ ΤΗΣ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΑΣ/ Το παρακάτω τραγουδάκι αναφέρεται στην περήφανη Καλαβρυτινιά Χονδρογιαννοπούλα από του Μάζι, κόρη του γενναίου αγωνιστή του 1821, Γιάννη Χονδρογιάννη, που στα κατοπινά χρόνια (1834-1836) καταστράφηκε ολόκληρη η οικογένεια. Γνώρισε την ταπείνωση και την ατίμωση από το συντοπίτη της Σωτήρη Παπαδέα, που την αγάπησε χωρίς ανταπόκριση. Το περιστατικό καθώς και άλλα μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα να βγουν τ’ αδέρφια της στο κλαρί (ληστές) και να καταλήξουν στην κρεμάλα. Έχει η ομορφιά τα χαρίσματά της αλλά και τους κινδύνους της. Το τραγούδι έχει ευρύτατη διάδοση στον Καλαβρυτινό χώρο./ (Ντίνος Ψυχογιός. Ηλειακά τεύχος ΚΔ 1977. σελ. 748)/ ΤΟΥ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗ Η ΝΥΦΗ/ Α΄/ 1. Κάτου στα πέντε μάρμαρα στην κρουσταλλένια βρύση,/ κοιμάται η καπετάνισσα, του Χονδρογιάννη η νύφη./ Να την ξυπνήσω σκιάζουμαι, να της το πω φοβάμαι,/ να τη ραντίσω με κρασί φοβάμαι μη μεθύσει,/ 5.           να τη ραντίσω με νερό φοβάμαι μην ξυπνήσει./ Β΄/ Κοιμάται η καπετάνισσα νύφη του Χονδρογιάννη/ κοιμάται στα παπλώματα, κοιμάται στα σεντόνια./ Το πώς να την ξυπνήσουμε, το πώς να της το πούμε./ Να τη ραντίσω με νερό, φοβάμαι μην κρυώσει/ να την ποτίσω με κρασί, φοβάμαι μην μεθύσει/ παρά με μοσχολίβανο που λούζει τα μαλλιά της./ Η ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΑ/ 1. Στό ειπα περδικούλα μου,/ Χονδρογιαννοπούλα μου,/ Μην παραστολίζεσαι, σιέσαι και λυγίζεσαι./ 5. Τ’ είναι ο Βόϊβοντας εδώ/ κι ο Κατής μεσ’ το χωριό./ Κείνη το παράηκουσε/ μέσα πήγε κι άλλαξε./ Άλλαξε, στολίστηκε,/ 10. στο γιαλί γιαλίστηκε. (Κ. Τριανταφύλλου: «ΑΧΑ’Ι’ΚΑ», έτος Α’ Αριθ, 3, Πάτρα: Σ/βριος 1937)» (Ν. Π. Σακελλαρόπουλου: Τα Καλαβρυτινά Δημοτικά τραγούδια, Πάτρα 1985).

Συνεχίζεται….

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s