Λαογραφικά (συνέχεια…)

Προλήψεις.

 «… Όταν ακούνε οι κάτοικοι ούρλιαγμα σκυλιού ή καρακάξα να κράζει, τότε κάποιος θα πεθάνει./ Την πρωτοχρονιά και την Πρωτομαγιά προσέχουν πολύ ποιος θα πρωτομπεί στο σπίτι. Εν τω μεταξύ την Πρωτοχρονιά σπάνε ένα ρόδι, για να είναι τα χρόνια του νοικοκύρη, όσα είναι τα σπυριά του ροδιού. Προσέχουν δε ποιος θα μπεί τέτοιες μέρες πρώτος. Συνήθως προτιμάνε να είναι αγόρι μέχρι 15 χρονών και μάλιστα από καλή και εύπορη οικογένεια./ Τις γιορτές δεν κάνει να κάνουν καμμιά δουλειά βαρειά για τι οπωσδήποτε θα πάθουν καταστροφή. Μου διηγήθηκαν μάλιστα  ένα περιστατικό για κάποιον που πήγε για θέρο τη μέρα της γιορτής της Παναγίας, το 15Αύγουστο και ότι έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε./ Την παραμονή των γιορτών πρέπει να ανάβουν πάντα καντήλι. Συνηθίζεται και τις άλλες μέρες, αλλά τις γιορτές είναι απαραίτητο…» (Λακκώματα).

Μάτιασμα.

«…Αυτός που έχει σμιχτά φρύδια ματιάζει…» (Βερσοβά).

«… Ματιάζουνε αυτοί πούχουν πυκνά φρύδια και σμιχτά κι εκείνοι πόχουνε γαλανά μάτια. Ματιάζουνε και μεγάλους και μικρούς και ζώα και την πέτρα μπορεί να σπάσει. Άμα προσέξη και του αρέσει ένα ωραίο, κάτι θα πάθη. Το Σαββατογεννημένο δε το πιάνει το μάτι. Εγώ πάντως ματιάζομαι, κι ας είμαι και Σαββατογεννημένη. Ματάζομαι και μοναχή μου… Το μάτι το λένε βασκανία. Το διαβάζει ο παπάς: «πονηρό οφθαλμό!». Για να μη πιάση το μάτι, στα μωρά παιδάκια τους φορούν ένα ρουχαλάκι άπλυτο κάθε αλλαξιά, δεν τους το βγάζουνε˙ κι ανάποδα!.. βάζουνε και σκόρδο. Πρέπει να βρείς ένα σκόρδο να είναι μονόστυλο, να μην έχη τσικνιά άλλα, σα κρεμμύδι… Τα ζώα, τους βάνουνε στις καπιστράνες, από αγριογούρουνο – βρισκόταν τότε – δέρμα. Υπάρχει εκεί που τις παίρνεις έτοιμες. Τόχουνε βαλμένο. Τα πρόβατα, παίρνουν οι τσοπαναίοι δυο φορές το χρόνο και κάνουν εν’ αγιασμό στα γρέκια τους, για το μάτι, για το αέρι. Ξεματιάζουνε με σταγόνες λάδι στο νερό, σταυρώνουν ανάποδα με το χέρι και μετά αυτό το χύνουνε σ’ ένα σταυροδρόμι με νερό τρεχούμενο. Τα παληά χρόνια πηγαίναν και ρίχνανε λιόκρινα σε νερό καθαρό – ή αρρώσταιν’ ένα ζώο, ή μάτι, ή αέρι, ό,τι -. Αυτά ήσαντε κάτι πράγματα αργυλά σαν χάντρες, κι αυτά ήθελαν να πούνε ότι τα βρίσκανε τσοπαναίοι έξω, τα ξερνάνε φίδια – βγάζουν κάτι κομπαλάκια απ’ το στόμα τους, νομίζω άσπρα θα είναι – Πήγαιναν και τάριχναν τα λιόκρινα. Άμα είχε μάτι ή αέρι, τα λίοκρινα σηκονόσαντε πάνω, αν δεν είχε καθόσαντε κάτω. Και λουλούδια απ’ τον επιτάφιο παίρναμε˙ και του Σταυρού. Άμα ήτανε ένα παιδάκι ματιασμένο, έβαζες φωτιά εκεί στις μάσες που είχαμε, έκαιγες το Σταυρολούλουδο ή το λουλούδι απ’ τον επιτάφιο και τα άχνιζες τα παιδιά, τα σταύρωνες, και μετά εκείνο κει το καρβουνάκι το έλυωνες σ’ ένα κουταλάκι νερό και το πότιζες, ή πράμα, ή άνθρωπος, ό,τι! Κι εγώ τα χρησιμοποιούσα στο παιδί μου. Τάβανα πάνω στο λιβανιστήρι και στο καρβουνάκι και το άχνιζα…» (Μάνεσι).

«…Εμείς υποφέραμε πολύ απ’ το μάτι. Αν μας έβλεπε σμιχτοφρύδης πάει μετά, γινόμαστε χάλια. Το μάτι πήγαινε σ’ όλα, αλλά πιό πολύ στα μικρά παιδιά, στα μαρτίνια (=οικιακά ζώα), στ’ αμπέλια μας. Ο ματιασμένος είχε κωμάρες (=χαλάρωση), ζαλάδες, πρασίνιζαν τα μάτια του και άλλα. Για να μη ματιαστεί κάποιος ή κάτι, έπρεπε να το φτύσει αυτός που το θαύμαζε λέγοντας: «φτού να μη ματιασθείς». Στα μικρά παιδιά για να μην τα πιάνει το μάτι βάναμε μουντζούρα στην πλάτη και πίσω απ’ τ’ αυτί απ’ το τηγάνι. Τους βάναμε και φυλαχτά από λιβάνι, κοτσιλιά, σκόρδο και λίγο ξύλο απ’ τη σκούπα. Βάναμε μαζί μ’ αυτά κι ένα σταυρουλάκι. Και στα περβόλια μας για να μην τα πιάνει το μάτι βάναμε σκορδοπλενιές (=σκορδοπλεξούδες). Φυλαχτά βάζαμε και στα ζώα. Για να ξεματιαστεί ο ματιασμένος έπρεπε να τον φτύσει τρεις φορές αυτός που τόνε μάτιασε λέγοντας τ’ όνομά του. (του ματιστή τ’ όνομα, π.χ. φτού, Χαρλάμπη με λένε). Αν δεν ήξεραν όμως τον ματιαστή του έκαναν ξόρκι με το λάδι του καντηλιού ή με κάρβουνα. Παίρναμε λάδι και ρίχναμε τρεις σταγόνες μέσα σε νερό. Αν το λάδι διαλυότανε ο άνθρωπος ήταν ματιασμένος. Τα κάρβουνα τα ρίναμε αναμμένα σ’ ένα ποτήρι νερό. Αν βουλιάξουν το μάτι υπάρχει. Για να φύγει το μάτι σταυρώναμε τρεις φορές το ποτήρι και λέγαμε: «Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί Κοσμά και Δαμιανέ, δωρεάν λάβατε, δωρεάν δώτε».  Το ξόρκι έχει κι άλλα λόγια, αλλά δεν θα στα πω γιατί δεν ματαπιάνει. Πολλές φορές λιβανίζαμε τον ματιασμένο με λουλούδια απ’ τον Επιτάφιο…» (Ακράτα).

«…Δια να μη «ματιάζονται» τα γιδοπρόβατα. α). Μέσα σε μικρό «τσοκανάκι» έβαζαν ένα μικρό χελωνάκι, «μουρτζιές» δηλ. αγκάθια από γκορτσιά, λίγο κάρβουνο. Εκτυπούσαν το «τσοκανάκι» να κλείσει και το κρεμούσαν στο λαιμό ενός κριαριού ή στο γκεσέμι. Αυτό ελέγετο «φυλαχτάρι. β). Τα «έσκιαζαν με μπαρούτι» δηλ. επάνω εις μίαν πλακουδή πέτρα έβαζαν μπαρούτι και το τοποθετούσαν εις το μέσον των συγκεντωμένων γιδοπροβάτων. Με το άναμμα της «μπαρούτης» «εσκιάζοντο» τα πρόβατα και δεν εματιάζοντο αλλ’ ούτε και αρρώσταιναν…» (Άγιος Νικόλαος).

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Ήθη -έθιμα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s