Λαογραφικών συνέχεια….

Φίλτρα-μάγια-μεσητικά: «Άμα κάποιος δεν ήθελε κάποια, κάτι της δίνανε και τον έκανε, λέει, και πήγαινε κοντά σα σκυλί, ή γυναίκα, ή άντρας. Πήγαιναν σε διάφορες γυναίκες που ξέρανε και σου λέγανε: «άσε θα δυγυρίσω εγώ και θα κάμω να ρθεί γυρεύοντάς σου» ή «να ρθεί γυρεύοντάς της». Κάτι τους δίναν, κάτι τους ποτίζαν./ Είναι πολλές που θέλουν να πούνε, λέει, έχουν το μανόγαλο. Να πούμε, σύ ’σαι παντρεμένη, νάχεις παιδί να θηλάζης, να είναι κι η μάνα σου νέα, να έχη παιδί να θηλάζη. Να πάρετε γάλα κι απ’ τις δύο, λέγεται μανόγαλο. Αυτό το γάλα, άμα το πιεί άνθρωπος, θα τρελλαθή! Ή ένας που δεν τα πάει καλά με το σπίτι του…Τσακώνεται ένα αντρόγυνο, θα τόνε κάνει να γίνη αρνί! Ή ένας δε τη θέλει, τη γέλασε. Άμα το πιεί αυτό θα το κάμη να πάει γυρεύοντας. Υπάρχει μια εδώ πούχει το μανόγαλο και το δίνει. Ό,τι το μελετήσεις κάνεις, θες καλό, θες κακό. Μαντική./ Οι μέντοι πολλά κάνουνε. Θες εκεί που περπατάς σε μαγεύουνε. Θες εκεί που θα σταθείς, άμα σου πατήσουνε τον ίσκιο σου, σε μαγεύουνε. Ή να σε καρφώσουνε, εκεί που κάθεσαι να σ’ αρρωστήσουνε. Επέταξε μια πρόκα, «κάτσε κεί» σου λέει, και σε κάρφωσε…»(Μάνεσι).  Αν μια κοπέλλα αγαπάει κάποιον και θέλει να τον κάνει να την αγαπήσει του δίνει μανόγαλο δηλαδή γάλα από μάνα και κόρη και έτσι αυτός την ερωτεύεται. (Βερσοβά). Μαγεία./ Λίγοι ήταν οι άνθρωποι που πίστευαν ότι υπάρχουν μάγια. Αλλά οι πιο θεοσεβούμενοι λέγαν ότι μπρός στου θεού την πίστη, δεν υπάρχουν μάγια. Τα μάγια λένε, ότι τα κάνουν οι γύφτισσες και πολλοί που ξέρουν από τέτοια. Μάγια κάνουν σε κάποιον ή για να σωθεί ζωντανός στον απάνω κόσμο, ή για να μη λειώσει ποτέ άμα πεθάνει, ή για να μην παντρευτεί, ή για να μην κάνει σερνικό παιδί κ.λ. Τα μάγια τα ρίχνουν στη θάλασσα, κι όταν τα ρίξουν στη θάλασσα, λένε ότι δεν βγαίνουν ποτέ. Αλλά και πάλι τον μαγεμένο για να τον ξεμαγέψουν πάλι από θάλασσα πρέπει να τον περάσουν. Λέγανε ότι στον Έπαχτο είναι άνθρωποι ειδικοί που ξέρουν να λύνουν τα μάγια. Κι εγώ ακριβώς δεν ξέρω πως τα ρίχνουν τα μάγια γιατί εκείνος που τα ρίχνει δεν το λέει πώς τα κάνει, γιατί μετά δεν θάχει τη δύναμη να το ματακάνει. Πάντως μια γυναίκα που έλεγε ότι την είχανε μαγεμένη μου είπε ότι την λευτέρωσε μια γύφτισσα, έτσι κατά που θα σου πώ. Η γύφτισσα ζήτησε από τη γυναίκα ένα ποτήρι με νερό, μια κουβαρίστρα κι ένα σαπούνι. Έτριψε λοιπόν το ποτήρι με το νερό στην ποδιά της, δεν ξέρω πώς έκαμε και το νερό έγινε αίμα, σημάδι ότι η γυναίκα ήταν μαγεμένη, και η κουβαρίστρα έγινε σκουλίκια και το σαπούνι έβγανε αφρούς. Μετά τη νύχτα θα πήγαινε έξω σ’ ένα σταυροδρόμι με αστροφεγγιά και τα μάγια θα φεύγανε. Άλλη μια φορά πάλι μια γυναίκα είχε τρία κορίτσια. Μετά έκαμε κι ένα αγόρι. Αλλά στο χρόνο απάνω της πέθανε. Ξανάκανε μετά η γυναίκα κι άλλο παιδί κι εκείνο αγόρι, αλλά κι εκείνο της πέθανε. Την Τρίτη φορά το αγόρι που γεννήθηκε πέθανε κι εκείνο. Απελπίστηκε η γυναίκα, κι αποφάσισε να πάει στον Έπαχτο να ρωτήσει μια ειδική που της είχαν πεί. Της είπανε λοιπόν ότι της είχαν ρίξει μάγια στο κατώφλι του σπιτιού της, να μη στεριώσει σερνικό παιδί στο σπίτι της. Αν ήθελε λοιπόν να της ζήσει σερνικό παιδί έπρεπε να γκρεμίσει το παλιό σπίτι και να φτιάξει ένα άλλο πιο πέρα. Πράγματι έτσι κι έκανε και απόχτησε ένα αγόρι και ζεί και το χαίρεται./ (Διακοπτό). Πίστις εις δαίμονας./ «Τους παπάδες τους κυνηγάν οι διαόλοι. Να τον παπά μας το νέονε, στραμπούληξε το ποδάρι του γιατί παγαίνει και βοσκάει  τα γίδια του./ Ο καταραμένος φανερώνεται στους χωριανούς όταν αργούν στο χωράφι που γυρνάν στα σπίτια τους. Ένα βράδυ που λες γύριζα αργά στο σπίτι σαν άκουσα λιθάρια να πέφτουν στο ρέμα και σφυρίγματα και φωνές: ώχ! Ώχ! Όξ και ξερό! Είπα και γώ και συνέχισα το δρόμο μου, γιατί ο άνθρωπος είναι το μεγαλύτερο παλληκάρι και δε το πιάνει τίποτα. Έχει ντουφέκι, μαχαίρι και πολεμάει. Πού λές, πιο κάτου βλέπω ’να σκυλί με κέρατα σαν του λαφιού. Ήταν ο όξω από δώ. Του φωνάζω: Πάλι μπροστά μου βρέθηκες και ξαφανίστηκε με μιάς. Πίσω μου βαράγανε νταούλια και πίπιζες. Γύρισα σπίτι και κρυφά, μη τρομάξουνε τα παιδιά, τόπα της γυναίκας μου. Λιβανιστήκαμε και πάει./ Στην Αρμένη τη σπηλιά υπάρχει στοιχειό. Ο πατέρας μου το βράδυ δεν μπόραγε να περάσει πέρα. Ήταν άλογα, μεσάνυχτα, πισωγυρισμένα και τον αμποδάγανε./ Μια βραδυά είχαμε πάει να κλέψουμε άλογα ή γίδια, ό,τι βρίσκαμε, και ακούμε τραγούδι με τη νυχτιά. Κάτσε του λέω, να δούμε. Πάμε μου λέει. Όχι. Αφουγκραστήκαμε και είδαμε πάλι το σκυλί με τα κέρατα να περνάει μπρός μας. Μ’ ένα χουγιατό ξαφανίστηκε». «Εγώ ’βαζα τη ρόμπα μου στην Κρύα βρύση και κοβόταν κοψίδια. [Σ]Του Πανούτσου [τ]η γυναίκα φανερωνότανε μια μαύρη κότα. Και μια μέρα ανέβηκε στο μπαούλο της απάν’ και αμέσως έπιασε φωτιά και κάηκε ολάκερο μαζί με τα ρούχα που ’χε». Παράδοση περί δαιμονικών όντων./ «Ο παπούλης μου ήτανε παπάς και γύρναγε ένα βράδυ και άκουσε ένα κατσίκι που βέλαζε. Το πήρε να το φέρει στο χωριό και του λεγε: Κατσικάκι μου, κατσικάκι μου, και έδωκε μια και απήδηκε και τόνε κορόϊδευε με τα ίδια λόγια. Ήτανε δαίμονας του κατσικιού. Νεράϊδες έχουνε ’δωμένα πά στα δέντρα, γυναίκες να γνέθουνε. Τις βλέπουν οι αλαφροίσκιωτοι, αυτούνοι έχουνε ’δωμένες και κηδείες να περνάν στα γιφύρια.»./  Παραδόσεις περί βρυκολάκων κ.λ./ «Λένε πως βρυκολακιάζει ο πεθαμένος άμα δρασκελίσεις το μνήμα του, ή άμα θαφτεί αδιάβαστος. Βρυκολακιάζει και τόνε βλέπουνε. Πέρα στ’ αμπέλια τραβάει ο τόπος κι ακούν σφυρίγματα και φωνές. Ακόμη βρυκολακιάζει ο αδικοσκοτωμένος, στον τόπο πούγινε φόνος./ Πριν 10 χρόνια, κοντά στο κυπαρίσι του χωριού, από κάτω από το δέντρο σκοτώσανε έναν για διαφορές, γιατί στα πανηγύρια είναι ευκαιρία, αφού συναντιώνται, να λύσουν τις διαφορές τους. Ήταν του Αγίου Νικολάου./ Λέγανε ότι ο τόπος κράταγε από το φόνο. Και πριν λίγα χρόνια έπεσε αστροπελέκι κι έκαψε λίγο και το κυπαρίσι. Ήτανε λένε καλό, γιατί σκότωσε τα δαιμόνια» (Λακκώματα). Νεράϊδες./ Στο χωριό πρώτα είχαμε ένα νεραϊδοπαρμένο. Το χειμώνα ήτανε καλά, το καλοκαίρι όμως το σήκωνε, έφευγε και πήγαινε μέσα τα βουνά και τραγούδαγε. Οι νεράϊδες τον σηκώνανε από τόνα βουνό στ’ άλλο. Τη μια στιγμή τον έβλεπες στο χωριό και την άλλη στη Φάκια (δυό ώρες απέχει από το χωριό). Πολλές φορές τον ακούγαμε κι έκλαιγε άμα τον ρωτάγαμε μας έλεγε ότι τον βάρηγε μια κουτσή Νεράϊδα, οι άλλες τον αγαπάγανε. Παραδόσεις για μάγισσες./ Μια γριά στο χωριό ξεπετάλωσε εφτά φορές το άλογο ενός που είχανε βάλει στοίχημα./ Ο σκύλος και η γάτα είχανε κάνει συμφωνία. Η γάτα να τρώει ψάρια και ο σκύλος σταφύλια. Κρατήσανε το στοίχημα όλο το καλοκαίρι  και το χειμώνα, που τελειώσαν τα σταφύλια, ο σκύλος αθέτησε το στοίχημα και ήθελε να φάει και εκείνος ψάρια. Από τότε δε μονιάζουνε ποτέ.(Λυκούρια).

 Κατάδεσμοι:/ Τσ’ αμποδένουνε στο γάμο, στα στέφανα. Εδώ πέρα στο χωριό μας εσυμβήκανε σε τρείς! Ξέρω γω τι τους κάνουνε και δεν παν να κάνουνε πράξη με τη γυναίκα! Έτσι κοιμώνται! Ένα παπάς πούχαμε δώ, ο παπά Άγγελος, ήξερε τι πρέπεινα κάνουνε. Σηκώθηκε ένας πού ’τανε δώ στο χωριό, κι έφυγε από τη γυναίκα του το βράδυ πού ’ταν στο  στο κρεβάτι και πήγε κάτω στο παχνί και κοιμήθηκε μαζί με το γαϊδούρι! Αυτά τα κάναν στα στέφανα ή και πριν, όταν αρραβωνιάζονται. Στα στέφανα πολλά ρίνουνε, λένε: πόσα παιδιά θε να κάνεις, κορίτσια ρίνουνε, πολλά κάνουνε. Στις ευχές νομίζω τα ρίνουνε./ Μποδέναν και τα ζώα. Οι παληοί ξέρανε πολλά αμποδέματα. Δε μπορείς να τ’ αποφύγης άμα έχεις ένα εχθρόνε. Βάζαν στους γάμους επάνω και στις νυφάδες, μια προκούλα, το λιβανάκι, ένα σκορδάκι, ένα κονισματάκι μεσ’ στο στήθος της, κάτι βάζανε. Αλλά είναι και μη του μπεί ο σατανάς! Θα σου κάνη κακό. Εδώ στο χωριό έγινε σ’ ένα πρωτοξάδελφο του πατέρα μου. Τώρα έχει παιδιά. (Μάνεσι). Άλλες μαγικές ενέργειες./ Όταν γινόσαντε τα στέφανα βάλανε  μέσα σ’ ένα σακκί μια γάτα κι ένα σκυλί, για να μη μονιάσει το αντρόγυνο που παντρευότανε. Πράγματι εκείνο το αντρόγυνο τα πάεει σαν το σκύλο με τη γάτα. Κατάδεσμοι και καρφώματα. Αμπόδεμα του γαμπρού./ Κάρφωμα: Βάνουνε μια πλάκα σαπούνι με καρφίτσες ή μια κέρινη κούκλα με καρφίτσες και τα θάβουνε στην κάσα της πόρτας και κάτι μελετάνε. Αν δε το βρούνε μέχρι να λειώσει πεθαίνει ο μαγεμένος. Άμα καταλάβουνε κάτι τέτοιο πάνε στα θεία ή στις μάντισσες./ Άλλοι βάνουνε ένα ψαλίδι κάτω από το νυφικό κρεβάτι για να μη πιάνουνε τα μάγια τα νεονύφια./ Μια φορά μια αρρεβωνιασμένη σηκώθηκε το πρωΐ  και βρήκε στη σκάλα της ένα κουτάκι καρφιτσάκια από κείνα που έχουν οι μοδίστρες. Αμέσως πονηρεύτηκε και δεν τα πείραξε. Μόλις πήγε να ξεκρεμάσει το φόρεμα που της είχε φέρει ο αρρεβωνιαστικός της, για να πάνε κάπου μαζί, βρήκε τα τριπλάσια καρφιτσάκια καρφωμένα απάνου. Από κείνη την ημέρα ο αρρεβωνιαστικός της έκοψε και δεν πήγαινε στο σπίτι. Η κοπέλλα δεν είχε τι να κάνει, πήγε στον πνευματικό και του τα είπε. Κάποια που δεν την χώνευε της είχε κάνει μάγια. Έκαψε το φόρεμα και μετά από είκοσι μέρες άρχισε πάλι ο αρρεβωνιαστικός της νάρχεται στο σπίτι. (Λυκούρια).

Στοιχειώματα:/ Λέγανε ότι εκρατούσε σ’ εκείνο το σπίτι κει πέρα, πού κατοίκησε τώρα μια οικογένεια, πού ’ναι πέρα στ’ αμπέλια, στα ξάνακρα. Εκεί όποτε πηγαίνανε – τόχε φτιάσει ένας Παπαδημητρίου – τσοπανάκος, κάτι πήγαινε και τους τα πείραζε τα πρόβατα. Όπως πηγαίνει το κριάρι στη προβατίνα ή το τραΐ στη γίδα, επάγαινε, λέει, το σμερδάκι, ο σατανάς. Και τα βρίσκανε τα πράματα το πρωΐ, έξω ο πισινός τους και ψόφια!./ Τώρα το σπίτι αυτό το κατοικήσανε. Κάνανε αγιασμούς, κάνανε ευχέλαια στο σπίτι. Δεν εσυνέβηκε τίποτα στα παιδιά που γεννήσανε, καλά είναι… (Μάνεσι). Στοιχειωμένοι τόποι:/ ..Το Λόπεσι είναι στοιχειωμένο. Τ’ αφόρισε ο Δεσπότης, όταν μια φορά οι Λοπεσαίοι, τούκλεψαν το αρνί που τούχαν δώσει πεσκέσι, κάτι άλλα χωριά.Τους καταρράστηκε να μείνουν 12 οικογένειες και να μην ριζώσουν άλλες. Έτσι κι έγινε. Κι απετότενες κανείς δεν πάει από γεράσματα, ούλοι πεθαίνουν από σκοτωμούς και μαχαίρια. ). Παραδόσεις:/ Δαιμονικά όντα./ ’Δώ ’χουμε το σπίτι της Μαργιάς π’ ακούμε βόγγους. Εκειά στο ρέμα, η κατεβασιά πήρε τη Νίτσα κι από τότε στοίχειωσε το ρέμα./ … Εκειά στην Πλοσκά, παλιά περνάγανε δεκαπέντε Βερσιτσιώταις, κι ήτανε μέσα σ’ αυτούς κι ο πατέρας του Μάρκου. Αλλά καθώς επερνάγανε, τους αρπάξανε και τους δεκαπέντε οι Νεράϊδες και τους σκορπίσαν δω κι εκεί. Κι ύστερα από δυό κι από τρείς ημέρες τους ευρίσκανε οι άλλοι άνθρωποι του χωριού, έτσι πέρα- δώθε. Τον πατέρα του Μάρκου δεν τόνε πήρανε, γιατί ήτανε άγιος άνθρωπος. Και τους ανθρώπους τους τέτοιους, δεν πειράζουνε οι Νεράϊδες. Απέ τότενες εκείνο το βουνό, το λεν Νεραϊδοβούνι. (Βερσίτσι). Παραδόσεις για δαιμονικά όντα./ 1) Απέναντι στο χωριό σ’ ένα βουνό που είναι δυό – τρία μόνο δέντρα, Ντουντούμη το λέμε, εκεί ακούγονται νταούλια και τραγούδια από νεράϊδες. Δεν έχουμε δει τίποτα όμως, μόνο ακούγεται. 2) Το στοιχειό του Μπάλλη./ Ένας παλαιός γέρος ο Μπάλλης γύριζε από την Πάτρα νύχτα στο χωριό. Όπως ερχότανε άκουσε κλάματα και είδε ένα μικρό παιδάκι να κλαίει. Το λυπήθηκε και τόβαλε πίσω στο ζώο του. Όπως προχωρούσε τον ανήφορο το παιδί μεγάλωνε συνέχεια μέχρι που τα πόδια του σουρνώσαντε στη γή. Το ζώ ασκόδερνε και δε μπορούσε να προχωρέσει. Κατέβα, του λέει, εκείνος δεν κατέβαινε. Κατέβα κι εσύ του έλεγε. Εκείνη τη στιγμή λάλησε ο κόκορας καιο σατανά ςτου είπε «Έχε χάρη που λάλησε ο πετεινός» και εξαφανίστηκε. Μετά από δέκα ημέρες πέθανε ο Μπάλλης. (Λυκούρια).

(Σημείωση: Τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από διηγήσεις εντοπίων κατοίκων των αντιστοίχων χωριών, αποτελούν τμήμα χειρογράφων στοιχείων λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τα οποία εκτενέστερα παρατίθενται στο υπό διαμόρφωση έργο μου όπου εκεί αναφέρονται και τα ονόματα των αφηγητών. Σε τυχόν χρήση έστω αυτών των μερικών στοιχείων, θα πρέπει να αναφέρεται το παρόν blog ως πηγή και όσα στην παρούσα, (καθώς και σε προηγούμενες)  σημειώσεις, αναφέρονται σχετικά.)

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s