Λαϊκή ιατρική.

Από το      http://www.kalavrytanews.com/

Home » Αθανάσιος Τζώρτζης » ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ » ΠΑΡΑΔΟΣΗ » Λαϊκή ιατρική

 Λαϊκή ιατρική

Λαϊκή Ιατρική

Γράφει ο Αθανάσιος Τζώρτζης

Αναζητώντας στοιχεία (κυρίως λαογραφικά) για τα χωριά των Καλαβρύτων, συνέλεξα ομαδοποίησα και παραθέτω στη συνέχεια ενδεικτικά για κάποια χωριά, μέρος στοιχείων Λαϊκής ιατρικής, εξ’ όσων έχουν καταγραφεί σε σχετικές συλλογές, τα χειρόγραφα των οποίων ευρίσκονται στο Πανεπιστ. Αθηνών απ’ όπου και ευγενώς μου παραχωρήθηκαν, ύστερα από σχετικό αίτημά μου. Τα στοιχεία παρατίθενται, αποσπασματικά μεν, αλλά ακριβώς όπως έχουν αφηγηθεί οι κάτοικοι των χωριών και έχουν καταγράψει οι διενεργήσαντες την συλλογή. Τα ονόματα των αφηγητών και των φοιτητών που διενήργησαν τις μελέτες αυτές, ως επίσης και άλλα διάφορα λαογραφικά στοιχεία για πολλά χωριά, αναφέρονται σε σχετικό υπό διαμόρφωση πόνημά μου για την Επαρχία Καλαβρύτων και είναι διαθέσιμα για όποιον ενδιαφέρεται.

Αδένες: Μάνεσι: Άμα κανενός πριζόντουσαν οι αδένες του, δεν ήξερε τίποτα από το κρεμμύδι. Βεντούζες του κόβανε ότ’ ήτανε κρυωμένος. Λαιμός σου λέει, κρύωμα! Βεντούζες κοφτές και κρεμμύδια, και μαλαχτικά ζεστά και χάμω, κρεβάτι! Βερσοβά: Όταν υπήρχε αδενίτις πρήζονταν οι αδένες, παρουσιάζονταν δέκατα και κιτρίνιζε ο άρρωστος, για να θεραπευτεί πήγαινε εξοχή σε ψηλά βουνά και εκεί έπινε πολύ γάλα κατσικίσιο.

Άλατα: Μαζέϊκα: Βάναμε κι έμπλαστρα και βυζικάντια και τα βάναμε απάνου στο δέρμα κι άνοιγε πληγή και τράβαγε υγρό. Άμα είδες βάνεις σκόρδο στο δέρμα και κάνει φουσκάλες με νερό και βγάνει αυτό το νερό το βυζικάντι και αυτό το νερό είναι τ’ αλάτια που πονάνε.

Αμυγδαλές: Βερσοβά: Τις αμυγδαλές τις καταλάβαινες από το πρήξιμο και από τον πυρετό. Για να θεραπευτούν τις περνάγανε με ιώδιο μέσα και εξωτερικά βάζανε κομπρέσες με οινόπνευμα και ζεστά. Επίσης βάζανε στάχτη με λάδι στο τηγάνι, τη ζεσταίνανε και με ένα πανί τη βάζανε στο λαιμό. Αυτό το λέγανε σταχτοπύρι. Λυκούρια: Αμυγδαλές. Του αρρώστου του βάνουμε ζεστά και πίνει. Στουμπάμε σκυλόχορτο και του βάνουμε απάνου, μέλι σκάρφη, σκυλόσκατο και κατράμι. Λεχούρι: Για τις αμυγδαλές, για το λαιμό στουμπάγανε σκαμνόμουρες με μέλι, γαρύφαλλο και μαϊντανό. Τα κάνανε όλα σιρόπι και το βάζαν στο λαιμό και ποτέ δε σε ξαναπονά

Αναιμία: Βερσοβά: Την αναιμία την καταλάβαινες από την χλωμάδα και τις κομάρες στα πόδια. Οι άρρωστοι για να θεραπευτούν τρώγανε αυγά μελάτα, εντόσθια λίγο ψημένα, ελιές και πατάτες ψητές με φλίδες και μαρούλι.

Ανεμοπύρωμα: Μάνεσι: Ανεμοπύρωμα άμα είχανε – μια κοκκινίλα, σπυθουριάζανε – αερικά λέγανε, τα ξορκάγανε, όποιος ήξερε γι αέρι και τα διαβάζανε. Βερσοβά: Όταν είχε κάποιος ανεμοπύρωμα κοκκίνιζε το δέρμα σε ορισμένο σημείο. Για να θεραπευτεί κάνανε ξόρκια με κόκκινο πανί και λιβανίζανε τρεις φορές.

Αϋπνία Παιδιών: Μάνεσι: Αποκοιμήστρα: είναι μια καλαμιά και γύρω απ’ αυτήν είναι ναρκωμένα(;) εκατοντάδες ζωύφια, σαν ένα σκαλιστό πραματάκι. Όταν έχεις μικρά παιδιά και δεν κοιμώνται το βράδυ, το βάζεις απάνω τους και κοιμούνται σα ξερά.

Αφαλός: Ακράτα: Πολλές φορές μας λυνότανε ο αφαλός και μας έπιανε ζάλη κι εμετός. Για να γιάνουμε έπρεπε να τον δέσουμε. Βάζοντας τον αριστερό μας δείχτη στον αφαλό, φέρναμε βόλτα γύρω κι όταν δενότανε ο αφαλός το δάχτυλο έβγαινε μοναχό του απάνω. Κι εκεί εβάναμε ένα βούλωμα από ’να πανί. Πάνω σ’ αυτό βάζαμε ένα παπούτσι και το δέναμε σφιχτά και το αφήναμε για δυό ώρες. Μετά ο άρρωστος γινότανε καλά. Μάνεσι: Άμα λυθεί κανενός ο αφαλός, φέρνουνε γυναίκα που ξέρει και τον γυρίζουνε. Του βάζουν απάνω μετά ένα κουρελάκι, το φτειάνουν στρογγυλό και βάζουνε μέσα γρούμπο ένα κουρέλι, από μάλλινο, και το κάνουνε στάχτη και το βάζουν μέσα εκεί και το δένουν απάνω στον αφαλό, κι απάνω βάζουν ένα παπούτσι, και το πιάνουν ύστερα από κάτω με μια φασκιά από τη μέση, και το δένουνε κόμπο απάνω, και το σταυρώνουνε. Και περνάει, δένει. Λυκούρια: Όταν κανένας σηκώνει βάρος ή από στενοχώρια του λυέται ο αφαλός. Τον αφαλό τον δένουμε με ένα μπουκάλι που το βάνουμε απάνου και το στρίβουμε συνέχεια προς τα δεξιά. Μετά φτειάνουμε ένα βουλωματάκι το βάνουμε απάνου και απάνου δυό μαντήλια με μια πετσέτα, μένει λίγο ακίνητος και μετά γίνεται καλά.

Βήχας: Πετσάκοι: Για τον βήχα δίνουν διάφορα ζεστά ροφήματα και σούπες.

Γρίπη: Λακκώματα: Για τη γρίππη, το καλύτερο φάρμακο είναι το κινίνο αμολυτό σκόνη… Ακράτα: ./ Για τη γρίπη πίναμε χαμομήλι, τσάι του βουνού, φροξυλάνθια και μολόχα. Μαζεύαμε τα λουλούδια τους, τα ξεραίναμε, τα βράζαμε και τα πίναμε. Λυκούρια: . Ο γριππωμένος τρώει ζεστά, πίνει γάλα, τσάϊ, πουλόζουμο, φιδέ. Όταν έχει πυρετό δεν τρώει βαρειά φαγητά και αυγά.

Δάγκωμα σκορπιού: Κέρτεζη: Για το δάγκωμα του σκορπιού. Απάνου στο βουνό είναι μια αγραπιδιά και κρέμουνται τρία καρδάρια. Το ένα έχει μέλι, το άλλο έχει γάλα, το άλλο του σκορπιού το αίμα. Σταυρώνουνε τρείς φορές και λένε: «Φάει το μέλι, πιέ το γάλα, χύσε του σκορπιού το αίμα».

Δάγκωμα σκυλιού: Κέρτεζη: Για το δάγκωμα του σκυλιού (σκυλοφάγωμα). Παίρνουνε λάδι σε ένα μπαμπάκι και το περνάνε τρείς φορές και λένε: «Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί» και το δένουνε.

Ελονοσία: Ακράτα: Πιό πολύ απ’ όλες τις αρρώστιες μας βασάνιζε η ελονοσία που την πολεμάγαμε με κινίνο και με κίνα (=υγρό, πικρό φάρμακο). Μάνεσι: Ελονοσία, θέρμες, όποιος την είχε, δεν τις ξέρανε τις ελονοσίες που ξέρουν τώρα. Έδιναν κινίνο. Κινίνα, κι άμα πάγαινες σε κάνα γιατρό, ενέσεις της κινίνης. Εδώ ο κώλος μου έχει κάτι τέτοιες από τις ενέσεις. Βερσοβά: Την ελονοσία τη καταλάβαινες από τον πυρετό και τις κομάρες. Για να θεραπευτεί ο άρρωστος του δίνανε να πιεί κινίνο και του τρίβανε το σώμα με χύμα κινίνο. Λυκούρια: Θέρμες – Ελονοσία./ Βράζουμε ένα χορτάρι και δίνουμε να πιεί ο άρρωστος.

Επιληψία: Μάνεσι: Στις πιληψίες κάνανε λειτουργίες και νηστείες. Το παιδάκι δεν το αφήνανε να πάη σε λεχώνα, να πάη σε πεθαμένους, το νηστεύουν 40 ημέρες καθαρή τροφή, το προσέχανε, στα θεία πάνω τους πηγαίνανε. Τώρα οι γιατροί την πιληψία την έχουνε πάθηση, διαφορετική.

Ζάχαρο: Λακκώματα: Το ζάχαρο θεραπεύεται άμεσα κι αποτελεσματικά με αγουρίδες, σταφύλια άγουρα. Ομολογείται ότι έχουν βρει πολλοί άνθρωποι τη γιατρειά τους μ’ αυτό τον τρόπο.

Ιλαρά: Βερσοβά: Για την ιλαρά βάζανε τους αρρώστους στο σκοτάδι και 40 ημέρες πίνανε ζεστά, πολλές λεμονάδες και πορτοκαλάδες και δεν τρώγανε κρέας και αυγά 40 ημέρες. Λυκούρια: Ιλαρά – Αστρακιά./ Άμα αρρωσταίνει το παιδί τρώει συνέχεια ξυνά για να πετάξει τα σπυριά απόξω. Σαράντα ημέρες δεν τρώει αυγά και κρέας και κάθεται όταν είναι άρρωστο, σε σκοτεινό μέρος.

Κακό Σπυρί: Μάνεσι: Κακό σπυρί: το λέγανε, όξω από κοντά μας, καλαγκάθι. Σε διάφορα μέρη έβγαινε. Τρέχανε το ξορκάγανε, του βάζανε μαλακτικά, άλλοι πεθαίνανε, άλλοι περνάγανε. Λυκούρια: Κακό σπυρί. Προβατόπονο./ Βάνουμε απάνου στον πόνο μαλαχτικά, ζεστά, κρεμμύδι με λάδι. Βράζουνε λιναρόσπορο, κεραλοιφή. Έτσι μαλακώνει το σπυρί και τρουπάει. Αρρωσταίνεις από προβατόπονο άμα φας κρέατα πρόβια.

Καλόγερος: Ακράτα:  Στον καλόγερο βάναμε ντομάτα με ζάχαρη για να τρέξει. Μάνεσι: Άμα βγάζαν καλόγερο, ψένανε κρεμύδι και το κοπανάγανε, και του ρίχνανε λάδι και ζάχαρη και το βάζαν απάνω.  Αυτό γούρμαζε κι έσπαγε. Μετά του βάζαν τσιρώτο και τράβαγε. Βερσοβά: Ο καλόγερος είναι ένα ερεθισμένο εξόγκωμα με κορυφή άσπρη. Βάζανε πολλά μαλακτικά μέχρι να μαλακώσει και να σπάσει. Λυκούρια: Βάνουμε απάνου σταφίδα, λουκούμι, προζύμι με μέλι για να σκάσει και να τρουπήσει.

Καρναβίτσες: Μάνεσι: έχω και γω μία και δεν μπορώ να την ξεπατώσω! Μια φορά που είχα μία, τηνε ξεπάτωσα την ξόρκισα σε χάση φεγγάρι, τρεις φορές σε σταυροδρόμι, επέρασε. Τούτη εδώ δεν περνάει ό,τι και να της έχω κάνει. Τώρα δώ, μούχουνε πεί να κοιτάξω έν’ αστέρι τη νύχτα απ’ το παράθυρο, να μην ιδής άλλο, έν’ αστέρι μοναχά να μπορέσης να κατιδής και να πης: «όπως θα χαθή τ’ αστέρι, να χαθή κι αυτό». Δεν εχάθηκε! Μούπανε και τσ’ έβαλα πικροδάφνη, ούτε κείνο της έκαμε τίποτα. Δεν περνάει! Εκείνο πούχα δω στο χέρι, πέρασε. Επήγαινα σε νερό, να πούμε, που κατέβαζε το νερό και είχε μπουρμπουλίλες.και το βούταγα έτσι απάνω στη φουσκάλα του νερού. Το πέρναγες, πέρναγε.

Κάψιμο: Λακκώματα: Μόλις καεί κάποιος πρέπει να βουτήξει το χέρι του σε πολύ κρύο νερό. Μετά το περνάνε με πάστα [πελτέ] που ρίχνουμε στο φαγητό. Υπάρχει ένα πολύ θεραπευτικό λάδι που φτιάχνουν μόνοι τους. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσα να τους αποσπάσω τον τρόπο κατασκευής. Μαζέϊκα: Βάναμε καψόχορτο για τα [ε]γκαύματα.

Κοκκύτης: Βερσοβά: Ο κοκκύτης είχε τρομερό βήξιμο και εμετό. Για να θεραπευτεί πίνανε γάλα από γαϊδούρα. Λυκούρια: Βήχας – κοκκύτης. Ποτίζουνε το άρρωστο παιδί γαϊδουρόγαλο και κεντρόκουνια. Ζουμί από αλάλητο πουλί. Σκοτώνουνε μια χουχουλούζι (Κουκουβάγια) και του δίνουνε το ζουμί.

Κριθαράκι: Διακοπτό: Να όταν βγάναμε κριθαράκι στο μάτι μας πηγαίναμε μαζί με τον άνθρωπο που ήξερε σ’ ένα σταυροδρόμι κι εκείνος κάτι έλεγε και μετά μας έλεγε να πούμε «στάρι σπέρνω, κριθάρι θερίζω» και να κάνουμε συγχρόνως και τις πρεπούμενες κινήσεις. Μετά από λίγες ημέρες πέρναγε. Μάνεσι: Για κριθαράκι στο μάτι, άνιφτος το πρωΐ για τρεις ημέρες το περνάς με σάλιο και χανότανε. Οι παλαιότεροι λέγανε ξόρκι: «άμ! άμ! κριθαράκι, με το πρώτο θα σε φάω» τρείς φορές. Άλλο ξόρκι: «Στάρι σπέρνεις, κριθάρι θερίζω» τρείς φορές σε σταυροδρόμι. Πρώτα το δεξί χέρι που σπέρνεις το στάρι, έπειτα το αριστερό που θερίζεις το κριθάρι, τα περνάς με την ανάποδη της παλάμης και το σταυρώνεις, το κριθαράκι. Λακκώματα: Για το κριθαράκι που βγαίνει στο μάτι δεν έχουν φάρμακο. Μόνο το σταυρώνουν μ’ένα ξύλινο σταυρουδάκι κοιτάζοντας προς την ανατολή. Ή πριν νιφτεί ο άρρωστος τον μουτζώνουν απότομα με τέτοιο τρόπο που να ξαφνιαστεί. Μαζέϊκα: Κι άμα βγάλεις στο μάτι κριθαράκι κι είσαι ο πρωτότοκος μούτζωσέ το και θα δεις πως περνάει αμέσως.

Κρυολόγημα: Ακράτα: Στο κρυολόγημα απαραίτητες ήσαν οι βεντούζες και τα καταπλάσματα από λιναρόσπορο και συνασπισμό. Βράζαμε τον λιναρόσπορο, τον κάναμε πίττα και τον ανακατώναμε με στουμπημένο καρπό από σινάπι. Τα βάζαμε όλα μαζί και τα κάναμε κατάπλασμα. Πίναμε και κρασί βρασμένο με πιπεριά./ Ζεσταίναμε και άμμο και τον βάναμε στην πλάτη μας και κοιμόμασταν. Και πίτουρο τηγανητό βάναμε. Κάναμε κι εντριβές με πετρέλαιο ζεσταμένο. Μάνεσι: Αν κάποιος είναι άρρωστος του κάνεις εντριβές, θα του ρίξης πρώτα βεντούζες, θα προσφέρης τις πρώτες βοήθειες. Τις εντριβές τις κάνουμε με οινόπνευμα, με χαμομηλόλαδο. Βεντούζες και κοφτές. Τα πρώτα χρόνια βάζανε συναπισμούς, βάζαν καταπλάσματα με λιναρόσπορους, που βράζανε, για τα κρυολογήματα. Βερσοβά:  1) Για το κρυολόγημα βράζανε λιναρόσπορο και το βάζανε στην πλάτη του αρρώστου. 2) Επίσης κάνανε κούφιες βεντούζες και όταν μαύριζε το σώμα με ένα ξυράφι κόβανε λίγο για να βγάλει αίμα. Αυτές τις λέγανε κοφτές βεντούζες./ 3) Ακόμα για το κρυολόγημα καίγανε άμμο και πέφτανε απάνω. Έτσι έφευγε το κρύο. Λυκούρια: Στον κρυωμένο κάνουμε τριβές, του δίνουμε ζεστά, του κάνουμε βεντούζες, του δίνουμε κινίνο και τον πατάμε στο κορμί. Βερσίτσι: Όταν έχουμε πουντιάσει, κόβουμε με ξυράφι την πλάτη μας, για να ξεθυμάνει το κρύο. Μαζέϊκα: Βάνανε και βεντούζες κοφτές και κούφιες για το κρύωμα (κρυολόγημα. Πετσάκοι: Στο κρυολόγημα κάνουν εντριβές με θερμαντικά μέσα όπως οινόπνευμα και πετρέλαιο. Επίσης ρίχνουν και βεντούζες στον ασθενή και του δίνουν καλή τροφή και δυναμωτική.

Λεχώνα: Διακοφτό: Για τις λεχώνες όταν έχαναν το γάλα τους κάναμε τούτο. Πήγαινε η λεχώνα σ’ ένα περιβόλι κι έκανε πώς κάτι έψαχνε να βρεί. Απόξω πήγαινε μια άλλη γυναίκα που έπρεπε όμως να την λένε Μαρία και φώναζε τρεις φορές «Τι έχασες εφτού;» και τόσες φορές έπρεπε να απαντήσει η λεχώνα: «το γάλα μου έχασα και ψάχνω να το βρώ».

Μαγουλάδες: Λακκώματα: Για τις μαγουλάδες δεν υπάρχει φάρμακο. Μόνο με μελάνι κάνουν το σταυρό στα δύο μάγουλα και τα σταυρώνουν επί τρεις μέρες συνέχεια λίγο πριν δύσει ό ήλιος.

Μολύνσεις: Λακκώματα: Για τις μολύνσεις.  Απ’ οτιδήποτε πάθουν μόλυνση έχουν για φάρμακο διάφορα αγριόχορτα, που τα βράζουν και πίνουν το ζουμί. Η μόλυνση μπορεί να προέλθει από τρύπημα σε πρόκα ή από πληγή που δεν έκελεισε και μολύνθηκε κ. ά.

Παραμαγούλες: Μάνεσι: Τις παραμαγούλες, ήξεραν λέει πολλοί που τις ξορκίζανε και βάζαν και κατράμι. Πάνω δω κάνανε σταυρό κατράμι, την περνάγαν την παραμαγούλα με κατράμι. Θυμήθηκα γω τη παραμαγούλα… Βερσοβά: Τις παραμαγούλες τις καταλαβαίνεις από το πρήξιμο στα μάγουλα και στον λαιμό. Τις ξόρκζαν με μελάνι 3 φορές χρησιμοποιώντας το όνομα των Αγ. Αναργύρων.  Λυκούρια: Τηγανίζουμε κρεμμύδια με λάδι και ζεστά τα δένουμε απάνου. Άμα δεν υποχωρούσε το σταυρώναμε με κόκκαλο αμίλητο. Βάναμε και σκυλόσκατο με μέλι και μπαρούτι. Κέρτεζη: Για την παραμαγούλα. Σταυρώνουνε την παραμαγούλα με την πεντάλφα και λένε τρείς φορές το «Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί». Πετσάκοι: Στις παραμαγούλες δένουν τα μάγουλα και δεν αφήνουν τον ασθενή να σηκωθεί από το κρεβάτι. Για φαγητό του δίνουν κάτι ελαφρό.

Πληγή: Λακκώματα: Για τις πληγές κάθε είδους υπάρχει το θρεφτόχορτο. Μάνεσι: Άμα κανείς είχε πληγή, πηγαίναν βουτάγαν στο τζάκι και βάναν καπνιά απάνω. Το πλένανε με ούζο. Έτσι βάζαν τα παλιά χρόνια. Τώρα άμα βάλης καπνιά, θα πάθης τέτανο!

Πονόδοντος: Μάνεσι: Άμα κανενός πριζόντουσαν οι αδένες του, δεν ήξερε τίποτα από το κρεμμύδι. Βεντούζες του κόβανε ότ’ ήτανε κρυωμένος. Λαιμός σου λέει, κρύωμα! Βεντούζες κοφτές και κρεμμύδια, και μαλαχτικά ζεστά και χάμω, κρεβάτι!

Πονοκέφαλος: Ακράτα: Άμα είχαμε και πονοκέφαλο βάζαμε στο κεφάλι μας λεμονοκόματα με καφέ.

Πονόματος: Μάνεσι: Πονόματο, πηγαίνανε και τους ξορκίζανε. Βλέπαν το μάτι κι άσπριζε κεί, και λέγανε τάχατε, ήτανε ρίμα. Έν’ ασπράδι παρουσιαζόταν στην κόρη του ματιού, στο μαυράδι. Και πηγαίνανε πέρα κει στου Μπούμπουκα, στ’ Ασάνι, και κάποιος κάτι είχε, και τ’ ακούμπαγε κει απάνω, και τόκοβε, και πέρναγαν τα μάτια. Βερσοβά: Τα μάτια τα πλένανε με κρασί και χαμομήλι. Λυκούρια: Πονάνε και κοκκινίζουνε τα μάτια. Βράζουμε χαμομήλι, νυχάκι (κίτρινο λουλούδι που φυτρώνει στο βουνό) και περνάμε τα μάτια συνέχεια με ένα βαμβακάκι. Σε δυό τρεις ημέρες περνάνε. Μαζέϊκα:  Άμα πονούσε κανενού το μάτι ή το αυτί του βάνανε λάδι, απ’ το καντήλι ή θενά φερνε ο γούμενος απ’ το μοναστήρι το κουτί με τα άγια λείψανα και θε να τον διαβάκη.

Πόνος στα νεφρά: Βερσίτσι: του τραβάμε τα νεφρά, τόνα χέρι πίσω και το πόδι μαζί. Όταν πονάν τα νεφρά, τους σηκώνουν τη μέση.

Πόνος στη μέση: Βερσίτσι: όταν πονάει η μέση μας ή η πλάτη μας, πατάμε με τα δύο πόδια τον πονεμένο.

Πόνος στην πλάτη: Ακράτα: Όταν πόναγε η πλάτη μας αντί για έμπλαστρο βάναμε πίμελη (=ένα υγρό που βγαίνει απ’ το ρετσίνι) και την κολάγαμε μ’ ένα στράτσο (=χαρτί).

Πόνος στο αυτί: Μάνεσι: ./ Άμα πόναγε τ’ αυτί, του βάνανε κρεμμύδι, το βράζανε και του στίβανε το ζουμό μέσα, κι ύστερα το πλακώνανε τ’ αυτί του με κρεμμύδι ζεστό, και κοιμόσαντε έτσι που τους πέρναγε. Άλλος πέρναγε, άλλος πέθαινε. Βερσοβά: όταν πονάγανε τα αυτιά βάζανε λάδι ζεστό και κάνανε αχνούς από φιδόντυμα και άνθη από φροξυλιά. Λυκούρια: Όταν πονάνε τα αυτιά, τα φυσάνε μ’ όλη τους τη δύναμη οι άντρες. Στάνε γάλα από λεχώνα και καίνε κεροπάνι με λάδι. Μαζέϊκα:  Άμα πονούσε κανενού το μάτι ή το αυτί του βάνανε λάδι, απ’ το καντήλι ή θενά φερνε ο γούμενος απ’ το μοναστήρι το κουτί με τα άγια λείψανα και θε να τον διαβάκη.

Πόνος στο λαιμό: Μάνεσι: όποιους έπιανε λαιμός, τους παίρνανε, ήσαντε γριές ειδικές, έφτυγε το χέρι της η γριά, το βούταγε χάμω στη στάχτη και τόβανε μέσα στο στόμα του παιδιού, και του σήκωνε κείνα κεί, δώ, τα κρέατα πού κρεμόσαντε…

Πόνος: Μαζέϊκα: Ύστερα βάναμε βδέλες όταν πόναγε κανείς, όταν είχε πονοκέφαλο, τον βάνανε στο σβέρκο πίσω.

Πυρετός: Λεχούρι: Για τον πολύ πυρετό, νερό στο κεφάλι και κόβανε λεμόνια με σκέτο καφέ και το δένανε στο κεφάλι. Στουμπάγανε σινάπι και ξύδι, το άπλωναν στο σώμα και έπεφτε ο πυρετός. Σιναπισμός, που λέγεται, ειδικά για την πνευμονία. Επίσης βεντούζες κοφτές. Το θερμόχορτο ακόμη το βράζανε και πίνανε ένα ποτήρι κρασιού κάθε πρωΐ για τον πυρετό. Μαζέϊκα: Άμα είχε κανείς πυρετό τον τρίβαμε με το σιναπόσπορο να ιδρώνει. Ύστερα ο άρρωστος έτρωγε κοτόζουμο για δυναμωτικό.

Ρόγιασμα: Ακράτα: Όταν τρώγαμε σταφύλια και μετά πίναμε κρασί, ρογιάζαμε και μας έκοβε κρύος ιδρώτας και πονοκοίλι. Για να μας περάσει μοιριζόμαστε ψίλιθρο και μασάγαμε και το κούλουρο (=κοτσάνι) του μπαρμπινόφυλλου (=αμπελόφυλλο)./ Όταν βαρίγαμε και μαύριζε αυτό το μέρος βάζαμε κρεμμύδι στουμπημένο να πάρει τον πόνο.

Σεληνιασμός: Λυκούρια:  Τάζουμε στα θεία και νηστεύουμε.

Σκουπίδι στο μάτι: Κέρτεζη: Για το μάτι όταν μπεί μέσα κάτι. Όταν μπεί κανένα κάθερο στο μάτι το ξορκάμε και λέμε: « πάω στο χρυσόλογγο να κόψω χρυσόξυλα, της εκκλησιάς πορτόξυλα. Πετάχτηκε το καθεράκι και μπήκε στης (Αρετής) το ματάκι. Βόηθα Χριστέ και Παναγιά να βγή το καθεράκι από της (Αρετής) το ματάκι». Και το σταυρώνουνε τρείς φορές λέγοντας «Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά».

Σπάσιμο χεριών, ποδιών: Μαζέϊκα: Ήσανε και κάτι κομπογιαννήτες (γιατροί) που φκιάνανε τα σπασμένα χέρια.

Σπυριά: Ακράτα: Στα σπυριά βάζαμε βρασμένο τραχανά για να σπάσουν. Λυκούρια: Άμα έχει κανένας σπυρί, το τρουπάμε και απάνου του βάνουμε αλατόπισσα για να ανοίξει και να του περάσει.  Η αλατόπισσα έχει το ιδίωμα και τραβάει το όμπιο (πύον). Βάνουμε και κεραλοιφή (Κερί, ξύσμα από καλάμι, σαπούνι και πρόβειο ξύγκι). Πετσάκοι: Τα διάφορα σπυριά τα ξορκίζουν και τους ρίχνουν γάλα από μικρά άγουρα σύκα. Επίσης για να φύγουν κάνουν και το εξής: Τρυπούν το σπυρί και το αφήνουν να τρέξει λίγο αίμα, αλείφουν ένα μαντήλι ή ένα νόμισμα και το πετάνε σ’ ένα σταυροδρόμι. Όποιος πάρει το μαντήλι ή το νόμισμα, σ’ αυτόν πιστεύουν ότι θα πάνε τα σπυριά και θα φύγουν από τον ασθενή.

Συρίγγιο: Λακκώματα: Για τα συρίγγια. Το συρίγγιο σχηματίζεται από μια πληγή όταν μολυνθεί, πριστεί και σχηματίσει κάτι παρόμοιο με όγκο γεμάτο υγρά. Το κυριώτερο φάρμακο για το συγίγγιο είναι το άτεκνο. Το χορτάρι αυτό το στουμπάνε καλά και μετά το βάζουνε πάνω στο συρίγγιο. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο χορτάρι που λέγεται άτεκνο και η χρήση του οδηγεί στη στείρωση. Λέγεται μάλιστα ότι δίπλα απ’ αυτό το χορτάρι δεν φυτρώνει τίποτα άλλο.

Χρυσή: Μάνεσι: Άμα είχανε χρυσή τη ξορκίζανε. Εδώ σ’ όλα τα χωριά, πηγαίναν, λέει, χάση φεγγάρι τρεις φορές και τη κόβανε, τη χαράζανε, εδώ πάνω στα ούλα. Βερσοβά: Τη χρυσή την ξορκίζανε και την κόβανε με ξυράφι στη χάση του φεγγαριού. Λυκούρια: φανερώνεται στον άνθρωπο και μαυρίζουνε τα μάτια του, κιτρινίζει. Είναι γριές που ξέρουνε και τη χαράζουνε. Πετσάκοι: Τη χρυσή την κόβουν με ξυράφι άνθρωποι που ξέρουν και ο ασθενής δεν κάνει να τρώει αυγά.

Χτύπημα: Μαζέϊκα: άμα χτυπούσε κανείς το χέρι του, πόδι του, βάνανε χτυπημένο κρεμμύδι μ’ αλάτι. Κι άμα κανένας τον κάνανε μαύρο στο ξύλο θε να τον βάνανε ολόκληρο σ’ ένα τομάρι από φρεσκοσφαγμένο ζώο. Είδες που λένε κατά τα : «Να σε κάμουν για το τομάρι». Ε! να γι’ αυτό το τομάρι λέμε.

Ψυχικές Ασθένειες: Πετσάκοι: Διασκελισμός του ασθενούς υπό του παπά γίνεται μόνο για ψυχικά ασθενείς. Επίσης ο παπάς διαβάζει τους ασθενείς μπροστά στην ωραία πύλη, ακουμπώντας αυτούς με το πετραχήλι του.

 

Θανάσης Τζώρτζης.

 

 

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Ήθη -έθιμα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s