Αρβανίτες – Έλληνες.

Αντιπαρερχόμενος τα της καταγωγής των Αλβανών, περί των οποίων υπάρχει πλούσια βιβλιογραφική αναφορά και ανάλυση, και της γλώσσας αυτών (κύριο συστατικό στοιχείο της οποίας υπήρξε, μεταξύ άλλων και το ελληνικό όπως επίσης το λατινικό, το τουρκικό, το σλαβικό, το ιταλικό, το γαλλικό, το γερμανικό, το νεοελληνικό), τα οποία (καταγωγή και γλώσσα) και αρκετά ομιχλώδη είναι και επίσης απαιτούν χρόνο για τη διερεύνησή τους, θα παρουσιάσω στη συνέχεια λίγες αλλά συνοπτικές γραπτές αναφορές με τις οποίες επιχειρείται απάντηση στα εξής ερωτήματα: Αλβανός και Αρβανίτης είναι ένα και το αυτό; Ποιες διαφορές υπάρχουν και ποια η σχέση των Αρβανιτών με τους Αλβανούς και τους Έλληνες;

Αλβανία.
«…το όνομα Αλβανία αρχίζει να χρησιµοποιείται από τα µέσα του 12ου αιώνος από τούς Λατίνους, και µόνο για την βόρεια περιοχή της χώρας. Από τα συγγράµµατα δε των περιηγητών κυρίως, µεταφέρεται κατά τους επόµενους και επικρατεί κατά τον 16ον, σε όλες τις γλώσσες, ακόµα και στην ελληνική, έκτος από την γλώσσα των ίδιων των Αλβανών, στην όποία, κατά την ίδια χρονική περίοδο, διαμορφώνονται και μετά τον 15ον αιώνα επικρατούν τα ονόματα Σκιπερία για τη χώρα και Σκιπετάρ για τους κατοίκους…»(1). Ο λαός δεν είναι ομοιογενής και χωρίζεται σε δύο κυρίως φυλές: στους Γκέκηδες που κατοικούν στη βόρεια περιοχή της χώρας από το όρος Γκράμπε και πάνω και στους Τόσκηδες που κατοικούν στις κοιλάδες του Γενούσου, του Άψου και του Αώου. Ο Στράβων(2) γράφοντας για την Εγνατία οδό, η οποία άρχιζε από το Δυρράχιο ακολουθούσε την βόρεια όχθη του Γενούσου στους μεσημβρινούς πρόποδες του Γεραμπή και περνούσε από την Αλβανόπολι, την καθόριζε σαν το διαχωριστικό όριο των δύο λαών και αυτούς που κατοικούσαν κάτω από την Εγνατία τους ονόμαζε Ηπειρώτες και ανέφερε ότι έμοιαζαν με τους Μακεδόνες στον τρόπο ζωής, στο ντύσιμο και στη διάλεκτο που μιλούσαν που ήταν δωρική ελληνική γλώσσα που μιλούσαν οι Ηπειρώτες και η γλώσσα των παρείσακτων Ιλλυριών, από τη συνένωση των οποίων προέκυψαν τα Αρβανίτικα. Όσους κατοικούσαν πάνω από την Εγνατία τους ονόμαζε Ιλλυριούς. Το ίδιο αναφέρει και ο Προκόπιος(3).
Ο Κ. Μπίρης αναφέρει: «Ήταν τόσο κτυπητή κατά τον 19ον αιώνα ή διαφορά των Τόσκηδων από τους βόρειους Αλβανούς και τόσο φανερή ή συγγένειά τους με τους Έλληνας, ώστε ο Σέρβος εθνολόγος και γεωγράφος Cvijitch γράφει ότι πολλές φορές δεν µπορεί κανείς να διακρίνη τους Τόσκηδες από τους Έλληνας τόσο πολύ µοιάζουν(4). ‘Επίσης, ο Άγγλος γεωγράφος Stanford, από συγκριτική µελέτη, φιλολογική και γλωσσολογική, και από έρευνα του χαρακτήρος και των εθίµων τους, διέκρινε και έγραψε το 1877, ότι είχαν αρχαίαν ελληνική καταγωγή. Σύγχρονός του δε Γάλλος σνγγραφεύς, ο Alfred Gilleron Εγραφε: «Η έως τον ποταµό Σκούµπη (Γενοϋσο ) χώρα είναι απολύτως ελληνική». Έγραφε δε ο Berard κατά το τέλος του 19ου αιώνος, ότι σε όλα τα πανδοχεία της χώρας έως το Έλµπασάν και το Δυρράχιον, έβλεπε κρεµασµένες εικόνες των βασιλέων και του πρωθυπουργού της ‘Ελλάδος Χαριλάου Τρικούπη. Μπορούσε κανείς να ονοµάση την χώρα των Τόσκηδων Ελληνικήν Αρβανιτιά(5).
Επί τη βάσει της Ιστορικής εννοίας του γεωγραφικού όρου Αλβανία, όπως συνάγεται από ελληνικές, σερβικές και Ιταλικές πηγές του µεσαίωνος· των επιγραφικών µνηµείων∙ των ορίων των εκκλησιαστικών περιφερειών: των ορίων πού κάλυπτε η δυναµική επιρροή των κατά τόπους Αλβανών φυλάρχων· και επί τη βάσει της ορεογραφίας, ως φυσικού παράγοντος πού μορφώνει τις περιοχές διαβιώσεως, νεώτεροι διαπρεπείς εθνολόγοι της Βαλκανικής χερσονήσου διεσαφήνισαν τα όρια των φυλών του Αλβανικού λαού, Συγκεκριµένως, ο Jirecek καθώρισε την γραµµή πού διαχωρίζει την ελληνική επίδραση από την ρωµαϊκή στις χώρες της Βαλκανικής, αφήνοντας, ως προς την Αλβανία, στην κάτω πλευρά την περιοχή του Αλβάνου και του Δυρραχίου, όπου υπήρξε πυκνότερη ή ελληνική διείσδυσις κατά την αρχαιότητα και ή όποία κατά τούς βυζαντινούς χρόνους εμφανίζεται δεμένη στην ελληνική αυτοκρατορία με περισσότερο ζωτικούς και στοργικούς, δεσμούς, ‘Εξ άλλου, ο Milan Sufflaγ, ο οποίος καθώρισε την έννοια της μεσαιωνικής ‘Αλβανίας, έδωσε με το περίγραμμά της, προς την κάτω πλευρά το διαχωριστικό όριον της Ελληνοαρβανίτικης Τοσκαριάς από τον αμιγή, έως τον 10ον αιώνα, ελληνισμό της Ηπείρου(6)…»(7) .

Στον χάρτη που ακολουθεί και παρατίθεται από τον Μπίρη, φαίνονται οι διαχωριστικές των Γκέκηδων και Τόσκηδων γραμμές από τους Jirecek και Sufflaγ.

Αλβανία, Αρβανίτες, Έλληνες1.doc

Σε άλλο έντυπο(8) αναφέρονται τα εξής: «…Τόγε νυν έχον δυνάμεθα διαιρέσαι τους Αλβανούς εις δύο μεγάλους κλάδους εις Γκέκας (ως Ιλλυροί, Μαυροβούνιοι, Μυδρίται, Κούκοι, Πουλάται κ.λ.) και Τόσκους, εξ ών απωκίσθη και η Τοσκάνα της Ιταλίας, ένθα, ως προείπομεν εγένοντο εξ Ηπείρου μεταναστεύσεις… η μεν διάλεκτος των Γκέγκιδων εστίν έρρινος, ανδρώδης και αρειμάνιος, η δε των Τόσκων μάλλον εύλαλος και τορνευμένη…οι Γκέγκαι τείνουσι προς τους Ιταλούς, όπως απομάθωσι τας κακάς έξεις, καταπιέσεις και λαφυραγωγίας, αις εξωκειώθησαν ένεκα των δεσποτών αυτών καιμετέρχονται ως μη ώφειλε μέχρι τούδε, δια τούτο εν Σκόδρα και Τυρράνα και Ελβασάν και αλλαχού επί τα παράλια εκμανθάνουσι μάλλον την ιταλικήν γλώσσαν… Ως προς δε τους Τόσκους, νοημονεστέρους και πολιτικωτέρους όντας των βορείων Ιλλυριών, ούτοι συνεκράθησαν τω πρωτίστω στοιχείω της Ηπείρου, το την Αττικήν διάλεκτον προ πολλών αιώνων καλλιεργήσαντι και κάπως απομαθόντι την πρωτότυπον Αλβανικήν, όπως τούτο συνέβη και εν τη πλησιοχώρω Μακεδονία, εν ή ελαλείτο μεν το Μεκεδονικόν ιδίωμα, εκαλλιεργείτο όμως η Αττική γλώσσα ως λεπτοτέρα και ευφωνεστέρα…».
Επίσης αναφέρεται ότι(9): Επί Θεοδοσίου του Μεγάλου όλη η Ήπειρος διαιρέθηκε σε δύο τμήματα, στην Παλαιά Ήπειρο (από του Αμβρακικού κόλπου μέχρι των Ακροκεραυνίων ορέων) και στη Νέα Ήπειρο (από των Κεραυνίων ορέων μέχρι του Δρίνου ποταμού). Στη Νέα Ήπειρο ανήκε η επαρχία Κορυτσάς, η Μοσχόπολη, η Πρεμετή με το Χόρμοβο και το Τεπελένι, η Καυλωνεία, η Αυλώνα, το Βεράτιο, η Μουζακιά, η Σπαθία, η Γκόρα με το Στάροβο και την Αχρίδα. Αργότερα το βόρειο όριο της Νέας Ηπείρου απετέλεσε ο Γενούσος ποταμός και έτσι οι περιφέρειες Δυρραχίου, Τιράνων, Ελβασανίου, Δεβρών και Αχρίδος έμειναν στην Ιλλυρία. Επί Μ. Αλεξάνδρου αυτή η βόρεια περιοχή εκαλείτο βάρβαρος Ιλλυρίδα, ενώ το λοιπό μέρος της Ν. Ηπείρου ονομάστηκε «Ελληνική ή Μακεδονική Ιλλυρίς».
«…πλην των Γκέγκηδων, παρά τοις οποίοις αμιγέστερον ομολογουμένως ομιλείται η Αλβανική, οι Τόσκηδες, Τσάμηδες και Λιάπηδες είναι άπαντες δίγλωσσοι, ομιλούντες μετά της αυτής ευχερείας την Αλβανικήν και Ελληνικήν. Παρά πάντων των λογίων Αλβανών, Χριστιανών τε και εξιλαμισμένων, πάντοτε δια τον γραπτόν λόγον της Ελληνικής εγένετο και γίνεται χρήσις, άτε μη υπαρχούσης γραπτής Αλβανικής…»(10) .
Ο Π. Κουπιτώρης(11) (σελ. 21) αναφέρει ότι: «…Η δε Τοξαρία (Τοσκαριά) κατοικουμένη υπό ορθοδόξων χριστιανών και κακοδόξων (αιρετικών) Μουσουλμάνων, απεχθανομένων τους Τούρκους, έχει λαόν ήττον τραχύν των Σκορδίσκων…». Βέβαια ο Κουπιτώρης, πουθενά δεν αναφέρει τη λέξη Αρβανίτης, αλλά όλους τους εντός της Ελλάδος εγκατεστημένους Αρβανίτες ονομάζει Αλβανούς!

Αρβανίτης.
«…Το όνομα Αρβανίται, με το οποίον γίνεται γνωστός ο λαός αυτός αφότου εμφανίζεται στην ιστορία του Βυζαντίου, έχει φανερή γλωσσική συγγένεια με το Αλβανίται του Ακροπολίτου. Όμως δεν προέρχεται – άμεσα τουλάχιστον – από αυτό, αφού το δεύτερο έχει φανερά λατινική προέλευση, εμφανίζεται δε, όπως είδαμε, δύο αιώνες αργότερα. Η Άννα Κομνηνή συνοδεύει το Αρβανίται με το τοπωνύμιον Άρβανα. Είναι φανερό δε, ότι και τα δύο προέρχονται από το αρχαίον όνομα Άρβων η Αρβών και από το αντίστοιχο πατριδωνυμικό Αρβωνίτης, κατά αφομοίωσιν του ω με το α. Συντρέχουν, ως επιβεβαίωσις του πράγματος, τα στοιχεία πού μας παρέχει ο τόπος και η γλώσσα των Αρβανιτών. Το όνομα της πόλεως Άρβων, με την αρχαία προφορά του β ως b, υπάρχει στην αρβανίτικη γλώσσα, ως πατριδωνυμικό, Άρμπεν στο ιδίωμα των Γκέγκηδων και Άρμπερ στο ιδίωμα των Τόσκηδων, σημαίνει δε Αρβανίτης(12). Πρέπει να σημειωθεί ότι, στην αρβανίτικη γλώσσα, το πατριδωνυμικό μπορεί να είναι αυτούσιο το όνομα του τόπου, χωρίς ιδιαίτερη κατάληξη. Πραγματικά δε, υπήρχε το Άρμπεν και ως όνομα χωριού, στην αριστερή όχθη του Άψου, βορειοδυτικά του Αυλώνος. Και λέγεται ολόκληρη ή γύρω του περιοχή της Μουζακιάς, έως το Δέλβινο, Αρμπερία ή, κατά τον Αραβαντινό, Άρμπρι (αρβανίτικα) και Άρβανο(13).
Εκτός από το Άρµπεν της περιοχής του Αυλώνος, υπάρχει και τοπωνύμιον Άρμπουνα στην βόρεια Αλβανία, κοντά στην Κρόϊα, όπου μάλιστα σώζονται και ερείπια αρχαίου οικισμού. Ταυτίζουν δε ο Hahn και άλλοι γεωγράφοι της Αλβανίας το Άρβανον η Άρβανα των Βυζαντινών µε τα Άρµπουνα και το τοποθετούν στην περιοχή πού περιλαµβάνει την Κρόϊα και το Ελµπασάν. Ο Meyer όµως, στο ετυµολογικό λεξικό του της Αλβανικής γλώσσας, παραθέτει τρεις συνώνυµους όρους: Άρµπερ, Αρµπερές και Αρµπενόρ, που σηµαίνουν Αρβανίτης, και εξηγεί ότι, με το πατριδωνυµικό αυτό ονοµάζονται στην Αλβανία οι κάτοικοι των βορείως της Κερκύρας παραλίων και της ενδοχώρας των, σε µιαν έκταση πού περιλαµβάνει τις επαρχίες Αυλώνος, Κουρβελέσι και άλλες(14). Η ταυτωνυµία δύο περιοχών, µιας στην περιφέρεια Δυρραχίου – Κρόϊας-Έλµπασαν και άλλης µέσα στις βόρειες παρυφές της Ηπείρου, και το γεγονός ότι υπάρχουν µόνον ίχνη του πρώτου οικισµού του Αρβάνου, δεν σηµαίνουν άλλο, παρά ότι περί µεταναστεύσεως Αρβανιτών πρόκειται, από την περιοχή του Γενούσου στην κοιλάδα του Αώου. Όπως δε θα ιδούµε…, δεν είναι άγνωστες στην ιστορία του Βυζαντίου οι ενδείξεις της μεταναστεύσεως εκείνης, που έφερε στις βόρειες παρυφές της Ηπείρου τους κατοίκους της Αρµπερίας πού σηµειώνουν ο Αραβαvτινός και ο Meyer. Σχετικά με το πατριδωνυµικό Άρµπερ και Αρµπερές, σηµειώνει επίσης ο Meyer ότι «έτσι αποκαλούνται οι Αρβανίτες στην Ελλάδα και στην Ιταλία, στους οποίους ο τύπος Σκίπ-Σκιπετάρ είναι εντελώς άγνωστος». Και είναι αλήθεια αυτό· Άρµπερ και Αρµπερές στον ενικό, Αρµπερίτ και Αρµπερέστ στον πληθυντικό, ωνόµαζαν τους εαυτούς τους οι δικοί µας Αρβανίτες, αφότου κατέβηκαν στην Ελλάδα. Όπως Θα ιδούμε…, από αυτούς προέρχονται κατά το μέγιστο µέρος των και οι Αρβανίτες πού κατέφυγαν στην Ιταλία. Ακόµη και σήµερα, όσοι ξέρουν Αρβανίτικα στην Ελλάδα, Αρµπερές µεταφράζουν τον όρο Αρβανίτης. Ό Σουλιώτης αγωνιστής Λάµπρος Κουτσονίκας το γράφει στην Ιστορία του Αρµπαρές(15). Χρησιµοποιούνται δε στην περιφέρεια της Ερµιόνης οι τύποι Αρµπαρές και Αρµπουρίτ(16). Ό όρος Σκιπετάρ, πού χαρακτηρίζει σήµερα τους Αλβανούς, ήταν ανέκαθεν απολύτως άγνωστος για τους Έλληνες Αρβανίτες…»(17). Να σημειωθεί εδώ και μία άλλη εκδοχή κατά την οποία όσοι κατέβηκαν στην Ελλάδα, δεν ονόμασαν αυτοί τους εαυτούς τους Αρβανίτες, αλλά έτσι τους ονόμασαν οι ντόπιοι Έλληνες με βάση τον τόπο προέλευσής τους, Αρβανίτες: όπως π. χ. Μεσογείτες, Ποριώτες, Ηπειρώτες κ.λ.
Ο Δημ. Δημόπουλος(18) αναφέρει ότι οι Τόσκες ονομάζουν τους εαυτούς τους «Άρμπερ» (εξ’ού και «Αρβανίτης») και ο ίδιος συνεχίζει (σελ. 215): «…Όπως γράφει ο Άμαντος(19), «οι Τόσκηδες ανεμείχθησαν πολύ με Έλληνας, υπέστησαν πολύ την επίδρασιν του ελληνικού πολιτισμού»(20). Ο Κ. Μπίρης τους ονομάζει «ελληνοαρβανίτικη Τοσκαριά»(21). Τόσκες δε και Βορειοηπειρώτες ήσαν οι προς την Ελλάδα μεταναστεύσαντες κατά τον Μεσαίωνα, οι πρώτοι τότε «Αρβανίτες»…». Ο ίδιος συγγραφέας (Δημόπουλος) αναφέρει ότι οι κατελθόντες μετά τον 10ο και κυρίως τον 14ο αιώνα στην Ελλάδα Αρβανίτες, ήσαν Βορειοηπειρώτες και Τόσκες, πολλοί των οποίων μιλούσαν ήδη ελληνικά. Η κάθοδος αυτή έγινε για οικονομικούς λόγους (οικονομικοί μετανάστες). Και συνεχίζει: «…Ο Σουρμελής εξηγεί, ότι επί τουρκοκρατίας πολλές ελληνικές κοινότητες, συγκατοικούσες µε αρβανίτες, προτιµούσαν να ντύνονται και να οµιλούν αρβανίτικα, για να άποφεύγουν τις τουρκικές διώξεις. Εξ αυτού δε του λόγου επολλαπλασιάσθηκαν συν τω χρόνω οι δίγλωσσες κοινότητες. «Όπου ανεµείχθησαν η ελληνική µε την αρβανίτικη γλώσσα, επικράτησε η τελευταία», βεβαιώνει ο Κ. Μπίρης. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψι για τις σχετικά πολυάνθρωπες αρβανίτικες κοινότητες, πού είχε η Ελλάς µετά το 1830. Αύτή δε η άποψι, όπως θα δούµε, επιβεβαιώνεται σήµερα και ανθρωπολογικώς.
Πράγµατι, ο Κ. Στέφανος ήδη από το 1911 είχε επισηµάνει ότι καµία αρβανίτικη κοινότητα στην ‘Ελλάδα δεν ήταν υπέρβραχυκέφαλη. Παντού ο µέσος κεφαλικός δείκτης κυµαινόταν µεταξύ 80 και 84, µε ελαφρά µεν τάσι των Αρβανιτών της Αργολίδος προς την υπερβραχυκεφαλία, αλλά με σοβαρώτερη απόκλιση των Αρβανιτών της Αττικής, της Ευβοίας και της Κορινθίας προς την µεσοκεφαλία. Τα στοιχεία αυτά του κεφαλικού δείκτου, που µέτρησε ο Στέφανος, αρκετά ανόµοια µεταξύ τους, δεν ήσαν όµως έξω από το φάσµα του ελληνικού κεφαλικού δείκτου.
Η πρόσφατη όµως έρευνα του Θ. Πίτσιου στην Πελοπόννησο επιβεβαίωσε ότι οι εκεί Αρβανίτες, όχι µόνον δεν είναι φυλετικώς διναρικοί, άλλ’ ότι είναι πολύ «µεσογειακώτεροι» κι από τους ‘Έλληνες της ‘Ηπείρου. Έτσι π.χ. το ύψος της µύτης των Αρβανιτών είναι γύρω στα 53,5, των Ηπειρωτών περίπου 55,5, ενώ των Βορειοαλβανών, κατά την έρευνα Κούν, υπερβαίνει τα 58 χιλ. Επίσης το πλάτος του σαγονιού, που στούς διναρικούς είναι µικρό, δίνοντάς τους µορφή τριγωνικού προσώπου (στους Γκέγκες µόλις 107,7), στους Αρβανίτες υπερβαίνει τα 110 χιλ., όσο δηλαδή έχουν και οι λοιποί Πελοποννήσιοι – οι ‘Ηπειρώτες έχουν 109 περίπου. Αλλά και η ορθοµετωπία, που είναι γνήσιο χαρακτηριστικό της λεπτοφυούς Μεσογειακής φυλής, απαντάται µεταξύ των Αρβανιτών σε ποσοστό 90%, όσο δηλ. και στους λοιπούς Πελοποννησίους, ενώ στους Γκέγκες σε ποσοστό κάτω του 40%. Αυτά και άλλα στοιχεία πείθουν ότι «δεν διαφέρουν οι Αρβανίτες από τους Έλληνες των γειτονικών τους χωριών». Γι’ αυτό και οι Φράγκοι δεν τους διέκριναν ούτε τότε από τους λοιπούς Έλληνες ( «είναι ένας µόνον λαός», έγραφαν) και τους ξεχώριζαν µόνον από την γλώσσα, αλλά και από την ροπή τους προς την στρατιωτική τέχνη (Μπίρης).
Αυτή η στρατιωτική ροπή των Αρβανιτών, που έκανε τους Φράγκους να ταυτίζουν το όνοµα «αρβανίτης» µε το «στρατιώτης», υποδηλώνει µίαν ιδιαιτερότητα στην ψυχική ιδιοσυγκρασία τους. Και είναι πράγµατι και σήµερα γνωστή µία κάποια ιδιαιτερότης στον ψυχικό χαρακτήρα των Αρβανιτών, που θεωρούντα, αρκετά σκληροί, πείσµονες και συµφεροντολόγοι, Ο Δ. Καµπούρογλους είχε από παλαιά επισηµάνει αυτήν την διαφοροποίησί τους από τους άλλους Έλληνες, µολονότι δεχόταν ότι προήρχοντο από την Ήπειρο – και όχι από την Αλβανία, όπως οι Τουρκαλβανοί(22). Αλλά και ό Κ. Μπίρης γράφει: «΄Οπως απέδειξαν με την πολεµική τους τέχνη οι Αρβανίτες, δεν τους έλειπε ή εύφυΐα, η έλλειψι όµως ευστροφίας τους έκανε να είναι τραχείς ατούς τρόπους, επίµονοι και αγύριστοι» (το γνωστό «αγύριστο αρβανίτικο κεφάλι»). Αυτή η ψυχική ιδιαιτερότης των Αρβανιτών µας ανάγει φυσικά στην ψυχική περιγραφή, που έχοµε κάµει για την Διναρική φυλή …. Επειδή δε τα ψυχικά γνωρίσµατα είναι εξ ίσου σχεδόν πειστικά με τα ανθρωπογραφικά, όσον αφορά στην φυλετικότητα ενός λαού, µπορεί κανείς να συναγάγει, ότι οι Αρβανίτες έχουν κάποια διναρική καταβολή – µολονότι η διναρική συµµετοχή είναι ελαχίστη, όπως δείχνουν τα σωµατικά στοιχεία, το γεγονός τούτο της αντιφάσεως µεταξύ ψυχικών και σωµατικών στοιχείων επιβεβαιώνει, πόσο τα ψυχικά φυλετικά γνωρίσµατα µπορεί να είναι ενίοτε σταθερώτερα και διαχρονικώτερα από τα σωµατικά, πράγµα το οποίο είχαµε κι αλλού αναφέρει και ερµηνεύσει.
Επειδή η ελληνική εθνική συνείδησι των αρβανιτοφώνων είναι αδιαµφισβήτητη, αυτή δε η συνείδησι αποτελεί την ετέρα συνιστώσα τής εθνικότητος, µπορεί κανείς να υποστηρίξει χωρίς αµφιβολία ότι αυτοί, αν και έχουν κάποια ελάχιστη διναρική συµµετοχή στην καταβολή τους, όπως άλλωστε και πλείστοι Έλληνες, δεν διαφοροποιούνται εθνολογικώς από τον υπόλοιπο ελληνικό λαό. Μόνη ή γλώσσα δεν αποτελεί, ως γνωστόν, τεκµήριο εθνικότητος. Άλλωστε η αρβανίτικη γλώσσα οµιλείται σήµερα ελάχιστα – και µόνον σαν δεύτερη γλώσσα…».
Σε άλλη βέβαια αναφορά, αμφιβόλου σκοπιμότητας, η διάκριση μεταξύ Αλβανού και Αρβανίτη δεν γίνεται αποδεκτή, όπως ακόμα και το όνομα Αλβανός(23): αναφέρεται: «…και ηναγκάσθησαν ετεροκίνητά τινα άτομα να αυτοκαλεσθώσιν Αλβανοί, ενώ ουδέποτε αυτεκαλούντο οι Σκηπιτάροι Αλβανοί, και αυτοί έτι οι της φυλής αυτής μετέχοντες ήρωες του Σουλίου, αλλά Σκηπιτάραι. Ουδέποτε δε λέγει ο Γκέκας, ουδέποτε ο Τόσκας «γιάμ Αρβανίτ»… αλλ’ όλων αυτών των επαρχιών ο κάτοικος και μωαμεθανός και χριστιανός λέγει «γιαμ Σκηπητάρ», μόνον δε όταν λαλεί ελληνιστί λέγει «είμαι Αρβανίτης»…».

Με βάση τα παραπάνω επιγραμματικά και συμπερασματικά προκύπτουν τα εξής:
1. Οι Αρβανίτες, παρ’ ότι προέρχονται από την ίδια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή (στην οποία υπάρχουν αρχαίες ελληνικές ρίζες), διαφέρουν από τους λοιπούς κατοίκους της Αλβανίας και κυρίως τους βόρεια κατοικούντες Γκέκηδες (τους οποίους θεωρούν σκληρούς, άξεστους και πολιτισμικά κατώτερους), ως προς το χαρακτήρα, τη γλώσσα (μπορούν ευκολότερα να συνεννοηθούν με τους Τόσκηδες παρά με τους Γκέκηδες), τη θρησκεία, τη συμπεριφορά και τις σχέσεις τους με την Ελλάδα. Οι Αρβανίτες είχαν ελληνική συνείδηση.
2. Η πλειονότητα αυτών προήλθε από τη Β. Ήπειρο (Τόσκες), όπου ανέκαθεν υπερτερούσε το ελληνικό στοιχείο και οι νπερισσότεροι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήσαν ορθόδοξοι Χριστιανοί, ευρισκόμενοι σε αντιπαλότητα με τους βορείως κατοικούντες Γκέκηδες οι οποίοι ασπάσθηκαν το Μουσουλμανισμό ή άλλες θρησκείες και διατηρούν και σήμερα στενότερες σχέσεις με τους Μωαμεθανούς. Βέβαια στην Ελλάδα Αρβανίτες (πολύ λιγότεροι) κατέβηκαν και από τη βόρεια περιοχή της Αλβανίας, κυρίως την εποχή των Παλαιολόγων.

Όταν επισκέφτηκα την Αλβανία (Β. Ήπειρο) προ 2 ετών, διαπίστωσα ότι οι κάτοικοι μιλούν και ελληνικά, ότι οι περισσότεροι έχουν εργαστεί στην Ελλάδα, ότι είναι φιλικοί με τους Έλληνες και ότι νοσταλγούν την Ελλάδα. Ένας κάτοικος ενός χωριού στην περιοχή των Αγ. Σαράντα μου είπε με παράπονο και σε άπταιστα ελληνικά: «Και εσύ Έλληνας είσαι και εγώ Έλληνας είμαι, η διαφορά είναι ότι εγώ ζω από εδώ και εσύ από κει» δείχνοντάς μου προς την Ελλάδα.

Πέραν αυτών:

3. Όπως είναι γνωστό οι Αρβανίτες πολέμησαν για την Ελλάδα, ίσως περισσότερο και από τους γηγενείς Έλληνες.
4. Δεν άκουσα ποτέ στην Ελλάδα Αρβανίτη να αποκαλεί τον εαυτό του Αλβανό ή Σκιπετάρ και την Αλβανία Σκιπερία. Νομίζω ότι οι λέξεις αυτές είναι άγνωστες στους Αρβανίτες.
5. Σε ότι αφορά στην ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα τους (πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη, καχυποψία κ.λ.), ως ένα βαθμό υπάρχει βασιμότητα, που τείνει να εκλείψει.
6. Οι όροι «τουρκαλβανοί», «τουρκαρβανίτες» ή ακόμα και ο όρος «Αρβανίτες» όπως ο Κολοκοτρώνης τον έλεγε με την ίδια ίδια των προηγουμένων έννοια, αναφέρεται σε Μουσουλμάνους ή εξισλαμισθέντες, οι οποίοι πήραν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση, με την πλευρά των Τούρκων και εναντίον των Ελλήνων και καμία σχέση δεν είχαν ούτε με τους Αρβανίτες ούτε με τους Έλληνες Σουλιώτες ή Βορειοηπειρώτες.

Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι όσα παραπάνω παραθέτω έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν εξαντλούν το θέμα, για το οποίο υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, εκτός της αναφερομένης. Σε καμία δε περίπτωση δεν πρόκειται να εμπλακώ σε διαδικτυακές αναλύσεις, διενέξεις, υποδείξεις κ. λ. «διαφόρων ειδημόνων» που διαπιστώνω ότι εδώ και πολλά χρόνια προσπαθούν να επιβάλλουν «απόψεις» και να δημιουργήσουν «καταστάσεις» σε βάρος της Ελλάδος.

———————————————————————-

(1). K. Μπίρης: Αρβανίτες οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, Μέλισσα, Αθήνα, 2005.

(2). Στράβωνος Γεωγραφικά κεφ. 326-327.

(3). Προκόπιος, τ. ΙΙ, Γοτθικός πόλεμος, έκδ. Βόνης,σελ.80.

(4). Κ. Α µ ά ντου, Οι βόρειοι γείτονες της ‘Ελλάδος, Αθήναι, 1923, σελ. 179.

(5). S t a η f ο r d, Αιι Ethnological Map of European Turkeγ and, Greece with introductorγ remarks of the distribution of races in the Illγrian Peninsula and statistical tables of population, London 1877, σελ, 8. Alfred Gilleron, Grece et Turquie, Paris 1877, σελ, 38. Υ ί c t ο r Β e r a r d, La Turquie et I’Ήellenisme contemporain, 1897, 3η eκδ. σελ, 9 και 47.

(6). C. J i r e c e k, Geschichte der Serben, τοµ, Ι σελ, 38 κ.έ, Μ ί l a n S u f f l a γ, Die Grenzen Albaniens im Mittelalter είς Illγrisch – Albanische Forschungen, Ι, 1916.

(7). Κώστα Η. Μπίρη: Αρβανίτες. Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Μέλισσα, Αθήνα 2005, σ. 17 κ. ε.

(8). Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ, υπό Θ. Α. Πασχίδου, Αθήναι 1879, σ. 13.

(9). Ιστορία της Αρχαίας και Συγχρόνου Μοσχοπόλεως, υπό Κων. Χ. Σκενδέρη, Αθήναι 1928, σ. 7-8.

(10). Το Αλβανικόν ζήτημα. Υπό Λεοντίου Κ. Λεοντίου, Αθήναι 1897.

(11). Π. Κουπιτώρης: Αλβανικαί μελέται…, Αθήναι 1879.

(12). Κ. Χ ρ ι στο φ ο ρ ί δ ο υ, Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης, σελ. 7.

(13). Π. ‘Α ρ α β α ν τ ι ν ο ύ, Χρονογραφία της Ηπείρου, τόμ, 8, σελ. 97. Η λέξις ά ρ μ π ε ν χρησιμοποιείται σπανιότατα και με την σημασία γεωργός. Ο κάμπος της Μουζακιάς, της οποίας τμήμα αποτελεί ή Αρμπερία, φημίζεται στήν Αλβανία ως γεωργική περιοχή. Φαίνεται λοιπόν, ότι με το άρμπεν συνέβη ό,τι στήν γλώσσα μας με την λέξι γύφτος. Στην αρχή ήταν εθνικό, Αιγύπτιος· και, επειδή οι γύφττοι ως πάροικοι στον τόπο μας ήσαν επιτήδειοι και μοναδικοί ως σιδηρουργοί, κατήντησε ο όρος να σημαίνει το επάγγελμα και για άτομα που δεν έχoυν την εθνική καταγωγή του γύφτου.

(14). ΝΔ του Αώου, έως το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο. G. Μ e y e r, Etymologisches Worterbuch der albanesischen Sprache, σελ, 14. Βλ. καί J. G. Η a h η, Albanesische Studien, Ι, σελ. 230 καί 111 σελ. 3.

(15). Λ. Κ ο υ τ σ ο ν ί κ α, Ιστορία της Έλληvικής Έπαναστάσεως, τόµ, Α’ Ιστορία της Αλβανίας, σελ, 91 και 92, υποσηµειώσεις.

(16). Στήν πραγµατικότητα, δέν µεσολαβεί πλήρες φωνήεν μεταξύ του b καl του ρ η του ν στους, τύπους Άρµπερ, Άρµπεν, Αρµπερές, Αρµπαρές, Αρµπουρίτ, Αρµπερία, Άρµπουνα, άλλά ένα άφωνον, που προσοµοιάζει, κατά τόπους, με ε, με α η µε ου. Τόσο βραχύ δε, ώστε ο Αραβαντιvός το παραλείπει εντελώς, γράφοντας Άρµπρι.

(17). Μπίρης, ως άνω.

(18). Η καταγωγή των Ελλήνων, Ελεύθερη σκέψις, Αθήνα 2002, σ. 204.

(19). Άμαντος Κ. Οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδος, 1923.

(20). Αυτό είχε επισημανθεί ήδη από την εποχή του Στράβωνος,ο οποίος μόνον την βόρειο Αλβανία ονόμασε «Ιλλυρία», ενώ για την νότιο περιοχή («προς τω νοτίω μέρει της ορεινής και υπέρ του Ιονίου κόλπου») γράφει, ότι οι Ιλλυριοί είναι αναμεμειγμένοι με Ηπειρώτες (C.236), την δε Ήπειρο καθόριζε μέχρι της Εγνατίας οδού, δηλ. μέχρι του Δυρραχίου.

(21). Μπίρης Κ. Αρβανίτες…, 1960.

(22). Κατά τήν διάρκεια της τουρκοκρατίας µεγάλοι αλβανικοί πληθυσµοί έξισλαµίσθηκαν, ίδίως δέ Γκέγκες. Τέτοιους έξισλαµισµένους Αλβανούς, γνωστούς ώς «Τουρκαλβανούς», που συνδύαζαν την σκληρότητα του χαρακτήρος µε τον θρησκευτικό φανατισµό, χρηοιµοποιούσαν οι Τούρκοι σε διάφορα σηµεία ως σώµατα κρούσεως.

(23). Οι Μωαμεθανοί Σκηπιτάραι (Ελληνοπελασγοί) και οι Έλληνες , εν Αθήναις 1879, έντυπο 50 σελίδων, χωρίς αναφορά συγγραφέως, παρά μόνο στην τελευταία σελίδα του αναφέρεται: ΗΠΕΙΡΩΤΗΣ. Προσπαθεί να αντικρούσει τις απόψεις του Αραβαντινού οι οποίες ως υπόμνημα δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Ώρα στις 29.3.1879 και προβάλλει κάποια επιχειρήματα υπέρ του όρου Ελληνοπεσλαγοί Σπηπετάροι για τους μωαμεθανούς Αλβανούς, όπως επίσης και για νέα σύνορα στην περιοχή.

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s