Αλέτρι ή άροτρο. Σμινύη ή μακέλλα ή μάκελλα (δικέλι).

Αλέτρι[1] (άροτρο[2]).

Όπως διαπιστώνεται και από την παράθεση στη συνέχεια, αποσπασμάτων κειμένων αρχαίων συγγραφέων, στην αρχαιότητα αναφέρονται δύο είδη αρότρων.

Το ένα είναι το αρχικό, το «αρχέγονο» το οποίο ονόμαζαν «αυτόγυον άροτρον»[3] και φαίνεται στο σχ. Α΄. Αυτό το αποτελούσε ένας κορμός μικρού δέντρου ο οποίος είχε επιλεγεί μαζί με κλαδί του έτσι ώστε να σχηματίζει οξεία γωνία. Αυτός ο κορμός έμπαινε στη γη και την έσκαβε.

Αρχικό αλέτρι

Το δεύτερο είναι το «πηκτόν άροτρον»[4] το οποίο είναι πιο σύνθετο, φαίνεται στο Σχ. Β΄ και το αποτελούσαν τα εξής μέρη:

Αλέτρι Β΄

  1. Ο ιστοβοεύς[5]. Είναι το κεντρικό δυνατό ξύλο από το οποίο το τραβούσαν τα ζώα. Είναι το σημερινό «σταβάρι» που είναι ξύλινος ή και σιδερένιος άξονας του οποίου το ένα άκρο έχει υπό γωνία προσαρμοσθεί στην «αλετροπόδα» και το άλλο άκρο συγκρατεί τον ξυγό στον οποίο ζεύονται τα ζώα (βόδια).
  2. Ο γύης[6]. Ξύλο συνδεδεμένο σε αμβλεία γωνία με τον ιστοβοέα.
  3. Το έλυμα. Ξύλο συνδεδεμένο με τον γύην και σε ίδια κατεύθυνση με αυτόν, το οποίο ή ήταν μυτερό στην άκρη για να μπαίνει στη γη και να την σκάβει ή εκεί στην άκρη του έμπαινε το υνί. Σήμερα (όπου χρησιμοποιείται), λέγεται «αλετροποόδα» και είναι αυτό το κομμάτι του αλετριού στο οποίο στηρίζεται το υνί.
  4. Η ύνιν ή ύννις (το υνίον), που ήταν μεταλλική και προσαρμοζόταν γερά στο μπροστινό μέρος στο έλυμα. Η ύννις ή υνίς, δηλ. το σιδηρούν μέρος του αρότρου που έσχιζε την γη, λεγόταν και «νύμφη» (Πολδ. Β΄.). Σύμφωνα με διήγημα του Πλουτάρχου (Συμ. Δ΄, 5), «εκλήθη ούτως υπό της υός, του χοίρου, όστις σχίζει τους βώλους της γης δια του ρύγχους του και πρώτος δήθεν έδωκεν αφορμήν εις την γεωργικήν» (Ραγκαβής, Λεξικόν). Το σημερινό υνί που είναι αιχμηρό και βυθίζεται στο χώμα και σχίζει τη γη οριζόντια δημιουργώντας τις «αυλακιές». Αν του υνί είχε δύο φτερά (δεξιά και αριστερά) που ήταν και το πιο διαδεδομένο, λεγόταν «δίφτερο», ενώ αν είχε ένα λεγόταν «μονόφτερο». Το μονόφτερο είχε δύο χειρολαβές, το χρησιμοποιούσαν σε μαλακά χώματα, κυρίως σε πεδινά μέρη και κυρίως το έσερνε ένα άλογο. Το διπλό χερούλι χρησίμευε για να μπορεί ο αγρότης να το κατευθύνει εύκολα όταν «γύριζε» και όργωνε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το δίφτερο χρησιμοποιούσαν στα ορεινά μέρη και το έσερναν κυρίως βόδια.
  5. Ο ζυγός. Ο ζυγός στα νεώτερα χρόνια, ήταν ένα οριζόντιο γερό ξύλο, το οποίο στη μέση ακριβώς κούμπωνε με το σταβάρι με ένα επίσης γερό ξύλο την «πρόγκα». Ο ζυγός στα δύο άκρα έφερε από δύο τρύπες, σε ικανή απόσταση η μία από την άλλη, και σ’ αυτές περνούσαν οι «ζεύλες» που ήσαν ξύλινοι κυρτωμένοι ράβδοι σε σχήμα «υ» και αυτοί περνούσαν στον λαιμό του ζώου από κάτω προς τα πάνω και στη συνέχεια περνούσαν στις τρύπες του ζυγού που ετοποθετείτο από πάνω από το λαιμό του ζώου και εκεί εστερεονόντουσαν και απ’ εκεί τραβούσαν τα ζώα το αλέτρι.
  6. Το έδρυον. Σε αυτό έδεναν τα βόδια από τον τράχηλο.
  7. Το μέσαβον ή μεσάβοιον ή ζυγόδεσμος. Όπως ανέφερα στην προηγούμενη σημείωση, στα νεώτερα χρόνια για το σκοπό αυτό, επινοήθηκαν οι «ζεύλες».
  8. Στον γύη ήταν προσαρμοσμένη η εχέτλη[7] δια της οποίας κατευθυνόταν το άροτρο. Είναι η χειρολαβή, η οποία αλλού λεγόταν και «χερουλάτης» ή «αλετρόπιασμα» ή «αλετροχέρα» ή «αλετρόχερο» και είναι το κατακόρυφο ξύλινο ή και σιδερένιο εξάρτημα από το οποίο ο γεωργός, κρατώντας το, κατευθύνει το αλέτρι.
  9. Στις νεώτερες κατασκευές ξύλινων αλετριών, το ύψος του σταβαριού από την αλετροπόδα, ρυθμιζόταν με τη «σπάθη» που ήταν ένα πλακέ κάθετο ξύλο, που συνέδεε το σταβάρι (περνώντας μέσα από σχετική τρύπα ορθογ. παραλληλογράμμου) με την αλετροπόδα και «έκοβε» τη γη κατακόρυφα. Αυτή ρύθμιζε το βαθύ ή επιφανειακό όργωμα.

Σμινύη[8] ή μακέλλα[9] ή μάκελλα (σήμερα: δικέλι).

Ένα άλλο γεωργικό εργαλείο, το οποίο σήμερα είναι γνωστό με την ονομασία «δικέλι» (από τις δύο αιχμηρές απολήξεις του), αναφέρεται και στην αρχαιότητα με την ονομασία «Σμινύη». Όπως από την εικόνα του Σχ. 3 προκύπτει, αυτό ήταν ένα είδος δικελιού και προοριζόταν για το σκάψιμο ή το σκάλισμα των αγρών και τη θραύση των βώλων.

dikeli

Σχετικές αναφορές κάνουν οι: Πλάτων, Πολτ. Β΄426, Αριστοφ. Νφ. 1486. 150. Όρν. 602. Ειρ. 546) και άλλοι πολλοί.

Αυτό το εργαλείο λεγόταν και «μακέλλα» (Όμ. Ιλ. Φ. 250, Απολλδ. Ροδ. Δ. 1038 κ.ά.) όθεν και «Διός μακέλλα» ο κεραυνός. Χρησίμευε όπως προελέχθη για το σκάψιμο και το καθάρισμα (κέλλειν) και όταν είχε δύο οδόντας ελέγετο «δίλελλα». Σχετικά με τη μάκελλα ή μακέλλα αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς. Π.χ. Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., Quod nemo laeditur nisi a se ipso Sect 13, ln 15 κ. α. Apollonius Soph., Lexicon Homericum Page 25, line 23, Page 80, line 21, Page 109, line 33. Clemens Alexandrinus Theol., Paedagogus Book 2, chapter 3, subchapter 37, section 1, line 2, Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter mu, Page 242, line 22. Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem Volume 4, page 497, line 25, Volume 4, page 497, line 15, Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (α – ἁμωσγέπως) Alphabetic letter alpha, entry 585, line 7 κ.ο.κ.

Ενδεικτικά παραθέτω τους παρακάτω αρχαίους συγγραφείς (μεταξύ τουλάχιστον 300 άλλων αναφορών) οι οποίοι αναφέρουν σχετικά για το άροτρο[10]:

  1. Apollonius Rhodius Epic., Argonautica Book 1, line 687 «…διειρύσσουσιν άροτρον…».
  2. Apollonius Rhodius Epic., Argonautica Book 3, line 232 «…και αυτόγυον στιβαρού αδάμαντος άροτρον ήλασεν…».
  3. Apollonius Rhodius Epic., Argonautica Book 3, line 1285 «…ίδε ζυγά χάλκεα ταύρων αυτόγυόν τ’ επι τοις στιβαρού αδάμαντος άροτρον·…».
  4. Theognis Eleg., Elegiae Book 1, line 1201 «…ουδέ μοι ημίονοι κυφόν έλκουσιν άροτρον …».
  5. Plutarchus Biogr., Phil., Romulus Chapter 11, section 3, line 5 «…άς ανίστησι βώλους τό άροτρον…».
  6. Plutarchus Biogr., Phil., Romulus Chapter 11, section 5, line 1 «…όπου δε πύλην εμβαλειν διανοούνται, την ύνιν εξελόντες και τό άροτρον υπερθέντες διάλειμμα ποιούσιν.…».
  7. Plutarchus Biogr., Phil., Maxime cum principibus philosopho esse disserendum (776a-779c) Stephanus page 779, section B, line 8 «…και τεκτονικός ουκ άν ούτω κατασκευάσαι άροτρον προθύμως ή άμαξαν,…».
  8. Plutarchus Biogr., Phil., Aetia Romana et Graeca (263d-304f) Stephanus page 271, section B, line «…και μεταφέρουσιν ούτω τό άροτρον, ως την αρουμένην πάσαν ιεράν και άσυλον εσομένην…».
  9. Plutarchus Biogr., Phil., Fragmenta Fragment 67, line 16 «…εχέτλης ήδη λαμβανόμενον και όρπηκα φέροντα και επάγοντα τοις νώτοις τών βοών ώστε κινηθήναι και ελκύσαι τό άροτρον. …».
  10. Athenaeus Soph., Deipnosophistae Book 10, Kaibel paragraph 61, line 17 «…βώλος, άροτρον, γηγενής άνθρωπος…».
  11. Homerus Epic., Ilias Book 10, line 353 «… αι γάρ τε βοών προφερέστεραί εισίν ελκέμεναι νειοιο βαθείης πηκτόν άροτρον·…».
  12. Homerus Epic., Ilias Book 13, line 703 «… αλλ’ ώς τ’ εν νειώ βόε οίνοπε πηκτόν άροτρον ίσον θυμόν έχοντε τιταίνετον·…».
  13. Homerus Epic., Odyssea Book 13, line 32 «… ώ τε πανήμαρ νειόν αν’ έλκητον βόε οίνοπε πηκτόν άροτρον·…».
  14. Herodotus Hist., Historiae Book 4, section 5, line 10 «… Επι τούτων αρχόντων εκ τού ουρανού φερόμενα χρύσεα ποιήματα, άροτρόν τε και ζυγόν και σάγαριν και φιάλην, πεσειν ες την Σκυθικήν, και τών ιδόντα πρώτον τόν πρεσβύτατον άσσον ιέναι βουλόμενον αυτά λαβειν, τόν δε χρυσόν επιόντος καίεσθαι…».
  15. Hesiodus Epic., Opera et dies Line 439 «…ουκ άν τώ γ’ ερίσαντε εν αύλακι κάμ μεν άροτρον άξειαν, τό δε έργον ετώσιον αύθι λίποιεν…».
  16. Oppianus Epic., Cynegetica Book 1, line 137 «… όθ’ εωθινόν αγροιώται ιστοβοήος ένερθεν υπ’ ευποίητον εχέτλην γειοτόμον δαμάλησιν επιθύνουσιν άροτρον· ή πάλιν εσπερίησιν ότ’ ηέλιος ζυγά κλίνει,,…».
  17. Novum Testamentum, Evangelium secundum Lucam
    Chapter 9, section 62, line 2 «…είπεν δε ο Ιησούς, Ουδεις επιβαλών την χειρα επ’ άροτρον και βλέπων εις τά οπίσω εύθετός εστιν τή βασιλεία τού θεού…».
  18. Xenophon Hist., Cyropaedia Book 8, chapter 2, section 5, line 6 «… εν μεν γάρ ταις μικραις πόλεσιν οι αυτοι ποιούσι κλίνην, θύραν, άροτρον, τράπεζαν, πολλάκις δ’ ο αυτός ούτος και οικοδομει, και αγαπά ήν και ούτως ικανούς αυτόν τρέφειν εργοδότας λαμβάνη…».
  19. Pindarus Lyr., Pythia Ode 4, line 224 «… αλλ’ ότ’ Αιήτας αδαμάντινον εν μές σοις άροτˈρον σκίμψατο και βόας, οι φλόγ’ από ξανθάν γεν<ύω>ν πν<έο>ν καιομένοιο πυρός…».
  20. Pindarus Lyr., Pythia Ode 4, line 234 «… σπασσάμενος δ’ άροτρον, βοέους δήσαις ανάγκα έντεσιν αυχένας εμβάλλων…».
  21. Moschus Bucol., Europa Line 81 «…ουδε μεν οίος ώλκα διατμήγει σύρων ευκαμπες άροτρον,…».
  22. Plato Phil., Respublica Stephanus page 370, section c, line 9 «… ο γάρ γεωργός, ως έοικεν, ουκ αυτός ποιήσεται εαυτώ τό άροτρον, ει μέλλει καλόν είναι, ουδε σμινύην, ουδε τάλλα όργανα όσα περί γεωργίαν…».
  23. Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 1, chapter 79, section 5, line 3 «… μέμφονται δέ τινες ουκ αλόγως τοις πλείστοις τών παρά τοις Έλλησι νομοθετών, οίτινες όπλα μεν και άροτρον και άλλα τών αναγκαιοτάτων εκώλυσαν ενέχυρα λαμβάνεσθαι πρός δάνειον,….».
  24. Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 3, chapter 64, section 1, line 4 «… τούτον δε παρεισάγουσι πρώτον βούς υπ’ άροτρον ζεύξαι, τό πρό τού ταις χερσι τών ανθρώπων την γήν κατεργαζομένων….».
  25. Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 3, chapter 64, section 2, line 7 «… άμα δε από τής περι τό άροτρον ευρέσεως εμφαίνοντας τό μέγεθος τής επινοηθείσης τοις γεωργοις ευχρηστίας…».
  26. Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 9, chapter 8, section 1, line 3 «… Ότι ο Σόλων πολυπραγμονήσας τόν τόπον εν ώ διέτριβε Μύσων, κατέλαβεν αυτόν επι τής άλω πρός άροτρον προσβαλόντα εχέτλην, και πειραθεις τού ανδρός έφη, Ουχ ώρα νύν αρότρου, ώ Μύσων, και ούτος, Ου χρήσθαι, είπεν, αλλ’ επισκευάζειν…».
  27. Lucianus Soph., Adversus indoctum et libros multos ementem Section 19, line 17 «… ου μάλλον ή φαλακρός άν τις πρίαιτο κτένας ή κάτοπτρον ο τυφλός ή ο κωφός αυλητην ή παλλακην ο ευνούχος ή ο ηπειρώτης κώπην ή ο κυβερνήτης άροτρον…».
  28. Flavius Arrianus Hist., Phil., Historia Indica Chapter 7, section 7, line 1 «…βόας τε υπ’ άροτρον ζεύξαι Διόνυσον πρώτον και αροτήρας αντι νομάδων ποιήσαι Ινδών τούς πολλούς και οπλίσαι όπλοισι τοισιν αρηίοισι…».
  29. Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae Book 1, chapter 88, section 2, line 4 «…βοός άρρενος άμα θηλεία ζευχθέντος υπ’ άροτρον ελκύσας αύλακα διηνεκή την μέλλουσαν υποδέξεσθαι τό τειχος·…».
  30. Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae Book 10, chapter 17, section 4, line 6 «…ιδών δε πλήθος ανθρώπων εις τό χωρίον εισιόντων τό τε άροτρον επέσχε και πολύν ηπόρει χρόνον,…».
  31. Dionysius Perieg., Ixeuticon sive De aucupio (paraphrasis) (olim sub auctore Eutecnio) Chapter 2, section 3, line 31 «…καί τις άν αυτούς εικάσειε παισιν επι γεωργίαν επομένοις γεγηρακότι πατρί, ὧν ο μεν επιθεις βουσιν άροτρον ανατέμνει την γήν, ο δ’ ηγειται σιτον επι σπόρον εκχέων·…».
  32. Aeschylus Trag., Fragmenta Tetralogy 32, play B, fragment 329, line 6 «… απάντων και φιλοξενώτατον, Γαβίους, ίν’ ούτ’ άροτρον ούτε γατόμος τέμνει δίκελλ’ {ησ} άρουραν, αλλ’ αυτοσπόροι γύαι φέρουσι βίοτον άφθονον βροτοις’…».
  33. Aeschylus Trag., Fragmenta Fragment 196, line 3 «…απάντων και φιλοξενώτατον, Γαβίους, ίν’ ούτ’ άροτρον ούτε γατόμος τέμνει δίκελλ’ άρουραν, αλλ’ αυτόσποροι γύαι φέρουσι βίοτον άφθονον βροτοις…».
  34. Aristoteles et Corpus Aristotelicum Phil., Fragmenta varia Category 8, treatise title 44, fragment 386, line 9 «…Hesych. s. Βουζύγης: ήρως Αττικός ο πρώτος βούς υπό άροτρον ζεύξας· εκαλειτο δε Επιμενίδης…».
  35. Aristoteles et Corpus Aristotelicum Phil., Fragmenta varia Category 8, treatise title 44, fragment 386, line 15 «…σ, 483: και άροτρον δε πρώτος Επιμενίδης ο και Βουζύγης έζευξε….».
  36. Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia catholica Part+volume 3,1, page 118, line 28 «… Αισχύλος δε Γαβίους διά τού <γ> εν λυομένω Προμηθει έπειτα δ’ ήξεις δήμον ενδικώτατον βροτών απάντων και φιλοξενώτατον, Γαβίους, ίν’ ούτ’ άροτρον ούτε γατόμος τέμνει δίκελλ’ άρουραν, αλλ’ αυτοσπόροι γύαι φέρουσι βίοτον άφθονον βροτοις…».
  37. Theophrastus Phil., De pietate Fragment 18, line 26 «…τούτων δε πραχθέντων την μεν δοράν τού βοός ράψαντες και χόρτω επογκώσαντες εξανέστησαν, έχοντα ταυτόν, όπερ και ζών έσχεν σχήμα, και προσέζευξαν άροτρον ως εργαζομένω…».
  38. Theophrastus Phil., Characteres Chapter 4, section 14, line 1 «…και ει τό άροτρον έχρησεν ή κόφινον ή δρέπανον ή θύλακον, <απαιτήσαι> ταύτα τής νυκτός κατά αγρυπνίαν αναμιμνησκόμενος….».
  39. Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 38, version 1, line 5 «…λύκος δε λιμώττων και τροφην ζητών ως περιέτυχε τώ αρότρω, τό μεν πρώτον τάς τών ταύρων ζεύγλας περιέλειχε, λαθών δε κατά μικρόν επειδη καθήκε τόν αυχένα, ανασπάν μη δυνάμενος επι την άρουραν τό άροτρον έσυρεν…».
  40. Diogenianus Gramm., Paroemiae (epitome operis sub nomine Diogeniani) (e cod. Vindob. 133) Centuria 3, section 88, line 5 «…όμοιον ταύτης τής παροιμίας και τό λέγειν· <Ευνούχος παλλακίδα, ο κωφός αυλητήν, κάτοπτρον ο τυφλός, ο ηπειρώτης κώπην, ο κυβερνήτης άροτρον·> πάντα γάρ ταύτα όμοια…».
  41. Aelius Aristides Rhet., Αθηνά Jebb page 13, line 8 «…και Βουζύγης τις υπήλθέ με τών εξ ακροπόλεως, και ως ουκ ήν τώ γεωργώ ούτε τό άροτρον ούτ’, επειδη και τό άροτρον, τό γε ζεύξαι τάς βούς, ει μη επιφροσύνην δώκε γλαυκώπις Αθήνη, δι’ ής άροτρον μεν και ναύς εδημιουργήθη, εζεύχθησαν δε ίπποι και βόες…».
  42. Pausanias Perieg., Graeciae descriptio Book 6, chapter 10, section 1, line 6 «… πατρός δε ούτος ο Καρύστιος ήν Δημύλου, και γήν φασιν αυτόν κατ’ αρχάς εργάζεσθαι· εκπεσούσαν δε εκ τού αρότρου την ύνιν πρός τό άροτρον καθήρμοσε τή χειρι αντι σφύρας χρώμενος, καί πως εθεάσατο ο Δημύλος τό υπό τού παιδός ποιούμενον και επι τούτω πυκτεύσοντα ες Ολυμπίαν αυτόν ανή-γαγεν…».
  43. Achilles Tatius Scr. Erot., Leucippe et Clitophon Book 4, chapter 12, section 1, line 3 «…και έστι τό θέαμα καινόν, ναύς ομού και δίκελλα, κώπη και άροτρον, πηδάλιον και δρέπανον, ναυτών ομού και γεωργών καταγωγή, ιχθύων ομού και βοών…».
  44. Callimachus Philol., Epigrammata Epigram 45, line 3 «… τή δεκάτη ήλθεν ο βούς υπ’ άροτρον εκούσιος…».
  45. Sextus Empiricus Phil., Pyrrhoniae hypotyposes Book 3, section 15, line 9 «…(ούτω <γάρ> έκαστον τών ελκόντων τό άροτρον βοών αίτιον είναί φασι τής ολκής τού αρότρου), συνεργόν δε ο βραχειαν εισφέρεται δύναμιν και πρός τό μετά ραστώνης υπάρχειν τό αποτέλεσμα,…».
  46. Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 2, chapter 12, line 59 «… Ημίονοι δε πρός πάντα επιτήδειοι διά τό υπομονητικόν τών έργων, μάλιστα δε πρός γεωργίαν· ‘αι γάρ τε βοών προφερέστεραί εισιν, ελκέμεναι νειοιο βαθείης πηκτόν άροτρον’, ώς φησιν ο ποιητής…».
  47. Clemens Alexandrinus Theol., Stromata Book 5, chapter 8, section 44, subsection 3, line 1 «… Φασι γούν και Ιδανθούραν τόν Σκυθών βασιλέα, ως ιστορει Φερεκύδης ο Σύριος, Δαρείω διαβάντι τόν Ίστρον πόλεμον απειλούντα πέμψαι σύμβολον αντι τών γραμμάτων μύν, βάτραχον όρνιθα, οιστόν, άροτρον…».
  48. Maximus Soph., Dialexeis Lecture 15, chapter 3, section c, line 1 «…τέκτων δε άροτρον φήσει, ή σκίμποδα, ή τι άλλο τών όσα η τέχνη παρέχει, ξυνεισφέρειν·…».
  49. Eutecnius Soph., Paraphrasis in Oppiani cynegetica (fort. auctore Eutecnio) Page 11, line 9 «…Ούτω καπι τού θέρους ποιειν αρμόδιον φεύγοντα μεν τό φλογώδες τού ηλίου και καματηρόν, υπ’ αυτό δε τό λυκαυγες εξιόντα πρός κυνηγέσιον, ότε και βούς υπό ζυγόν άγεται και άροτρον είλκυσται πρός γής αναμόχλευσιν,…».
  50. (H)eren(n)ius Philo Gramm., Hist., Fragmenta Volume-Jacobyʹ-F 3c,790,F, fragment 2, line 136 «…(25) ο δε Δαγών επειδη εύρε σιτον και άροτρον, εκλήθη Ζεύς Αρότριος….».

—————————————————————————————————————

[1] Αλετρίζω: αροτριώ, οργώνω. Αλετρίς: (θηλ. του αλέτης = ο αλέθων, Δωρ. αλέτας) η αλέθουσα τον σίτον εν τω οίκω, δούλη. Αλέτριον: πόλις αναφερόμενη από τον Στράβωνα στην Ιταλία (Strabo Geogr., Geographica Book 5, chapter 3, section 10, line 6.

[2] Άροτρο: Είναι το γεωργικό εργαλείο, με το οποίο οργώνουν τη γη για να τη σπείρουν.

Το ρήμα αρόω (-ώ) και μεταγ. αροτριώ, που σημαίνει οργώνω, αλετρίζω, καλλιεργώ τη γή, σπέρνω, έχει τους εξής αρχικούς χρόνους: μέλλ.: αρόσω ή αρώσω ή αρόσσω, αόρ.: (εν)ήροσα και ποιητ.: ήροσα, παθητ. ενεστώς: αρούμαι, μέσος μέλλων: αρόσομαι, παθ. αόρ.: ηρόθην, παθητ. παρακ. μετοχή: αρηρομένος.

Οι λέξεις: αροτήρ (αγρότης), άροσις (όργωμα), άροτρον, άρουρα (=η γη), εξ’ού και αρουραίος, άροτος, άροτρον, ανήροτος (ακαλλιέργητος), αροτέον, είναι ομόρριζες (θέμα: αρο). Αροίζιν: αροτριάν. (Ησύχ.). Αρόζα: γή, χώρα, πλέθρα. Αρούν: αροζιάν. Άρουρα: η γή. Από του Αρουάζ, ως επί το πολύ δε, η σπορία (Ησύχ.).

[3] Αυτόγυον: το εξ αυτού μονόξυλον (Ησύχιος). Αυτόγυον δε το μη σύνθετον, αλλ’ εξ ενός ξύλου (Ησύχιος).

[4] Πηκτόν άροτρον: το από δύο αρότρων, εισί δε και μονόβολα. Η διάκριση είναι «πηκτά» και «μονόβολα» όπου μονόβολα είναι τα μονόξυλα (Ησύχιος). «Πηκτόν άροτρον» (Ομήρου Ιλιάς, Κ.353 και Ν.703, Οδύσ. 13,32).

[5] Ιστοβοούς: δεσμός ζυγού εν τω αρότρω. Άλλοι δε μέροςαυτού, όπερ εστίν ορθόν εστώς ώστωρ ιστός (Ησύχιος).

[6] Γύης: το κατώτατον μέρος του ιστοβοέως εν τω αρότρω.

[7] Εχέτλη: ό (το οποίο) κατέχει ο αροτήρ του αρόζου. Και η αύλαξ. Και η σπάθη του αρόζου. Το μικρό ξύλο του αρότρου, ό κρατεί ο αροτήρ (Ησύχιος).

[8] Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570) Page 127, line 10 «…Πᾶσα λέξις ἀπὸ τῆς σμι συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ ἰῶτα γράφεται· οἷον· σμιλεύω· σμιλεία, ἡ σμίλευσις· σμιλίον, ἐργαλεῖον· σμίλη, τὸ αὐτό· σμίλαξ, φυτόν· σμινύη, γεωργικὸν ἐργαλεῖον· καὶ τὰ λοιπά…».

[9] Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ ὀρθογραφίας Part+volume 3,2, page 547, line 25 «…<μακέλη> καὶ μάκελλα· δίκελλα…».

Αναφέρεται και πόλις Μάκελλα στη Σικελία (Polybius Hist., Historiae Book 1, chapter 24, section 2, line 4).

[10] Τα πιθανά λάθη στον τονισμό οφείλονται στην μετατροπή των γραμματοσειρών.

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s