Αποκριάτικα έθιμα από χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων.

(Αντιγραφή από το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ).

Ακράτα: «Την Κυριακή αυτή (της Τυροφάγου), κάθε οικογένεια έβαζε από ένα αυγό σε κάθε μέλος της οικογενείας στη θράκα για να ιδρώσουν τα αυγά. Αν έν αυγό έσπαζε αυτό το θεωρούσαν ως κακό σημάδι γι’ αυτόν που ανήκε το αυγό. Αν το αυγό του σπιτιού έκανε αλώνι, αυτό εθεωρείτο καλό σημάδι, εξηγώντας αυτό ότι το σπίτι θα έχη πλούσια εισοδειά. Αν το αυγό ίδρωνε τότε τον θεωρούσαν ευτυχή αυτόν που ανήκε το αυγό, αν όχι τότε τον θεωρούσαν ως γρουσούζη. Τα αυγά αυτά τα έβαζαν εις τη φωτιά ως εξής: α) το πρώτο αυγό έλεγαν είναι του σπιτιού, β) το δεύτερο του πατέρα, γ) το τρίτο της μάννας, δ) το τέταρτο του μεγαλύτερου παιδιού ή κοριτσιού κ.ο.κ. (Αν ένα άτομο απουσίαζε από το σπίτι στη σειρά του έβαζαν το αυγό για να ιδρώση). Ακριβώς εις τας 12 την νύχτα έρριχνε κάθε σπίτι από μια ντουφεκιά, ως θέτοντες τέρμα (διέκοπταν) το κυνήγι κατά την Μ. Τεσσαρακοστή. Σήμερα ούτε καρναβάλι γίνεται ούτε ντουφεκιές ρίχνονται…». (Για την Ακράτα έθιμα συγκέντρωσε και κατέγραψε ο Γιαννόπουλος Κωνσταντίνος του Παν. του Β΄ τμήματος της Μαρασλείου Ακαδημίας Αθηνών).

Γουμένιτσα: Λαογραφικά στοιχεία για το Δροσάτο (Γουμένιτσα) έχουν καταγραφεί από την Παπαχριστοπούλου Αικατερίνη του Αθανασίου, φοιτήτρια Φιλοσοφικής, Γαλλικό τμήμα, έτος Γ΄, 1975. «…Το ίδρωμα των αυγών./ Την Κυριακή της Τυροφάγου, πριν από την Καθαρά Δευτέρα δηλαδή, ιδρώνουνε τ’ αυγά. Μαζεύονται ούλοι γύρω απ’ τη φωτιά και ο γεροντότερος του σπιτιού φκιάνει χόβολη* και βάζει απάνου τ’ αυγά, αφού τα φτύνει λίγο απού πάνου. Πρώτο είναι του Χριστού και της Παναγίας, ύστερα του σπιτιού, έρχεται ύστερα με τη σειρά του νοικοκύρη, τσι νοικοκυράς και ουλουνών, όσοι είναι στο σπίτι. Τα αυγά αρχίζουνε να ιδρώνουνε και καθένας τηράει το δικό του. Ότινος σκάει, λένε πώς σκάνε οι οχτροί* του. Όταν τα βγάζανε τηράγανε του σπιτιού αν ήτανε τ’ αλώνι γιομάτο. Εκείνη τη γούβα* πόχει το αυγό σε μια μεργιά όταν το ξεφλουδάνε την ξετάζουνε. Άμα είναι γουβωτή δεν θα είναι η σοδειά καλή και λένε «γούβα η σοδειά». Άμα δεν είναι γουβωτή λένε «γιομάτο τ’ αλώνι εφέτο». Απέ ύστερα καθένας τρώει το αυγό του. Το ίδρωμα γίνεται το βράδυ στο παραγώνι. Χορεύουνε κιόλας κείνη την ημέρα και ντύνουνται και μασκαράδες. Οι πιο ζόρικοι φοράγανε προβιές* και κουρέλια, τραγουδάγανε και πίνανε κρασί και γύριζαν μέσα τα σπίτια. Λέγανε και κανιά κουβέντα πάρα πάνου αλλά δεν παρεξηγιώνται τέτοιες μέρες.».

Καλαμιά: Για το χωριό αυτό (Καλαμιάς ή Καλαμιά) έχουν συλλεγεί Λαογραφικά στοιχεία από την Παναγιωτοπούλου Μαρία του Παναγιώτη, φοιτήτρια Φιλοσοφικής, (Βυζαντινό τμήμα, έτος Β΄, 1977-78) «Άξια η τάβλα μας, άξια και τιμημένη. Ευχή που λέγεται το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς. Κουνά τότε το τραπέζι ο αρχηγός πριν το φαγητό και λέει: Άξια η τάβλα μας, κι οι άλλοι απαντούν: άξια και τιμημένη.

«… Ο γαϊδουρόγαμος κι άλλες εθιμικές πράξεις./ …Μέχρι πριν όμως μερικά χρόνια, θάναι 6-7, γινόταν ακόμα 3 αξιοπερίεργες τελέσεις, που τώρα θα περιγράψουμε. Μας μιλά γι’ αυτά ο Αναστάσης Παναγιωτόπουλος, 57 χρονών, απόφοιτος Δημοτ. σχολείου, που γεννήθηκε και ζει στον Καλαμιά. Αυτός είναι που διοργάνωσε τον τελευταίο «γαϊδουρόγαμο»./ «Τον γαϊδουρόγαμο τον κάναμε πάντα την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Τον κάναμε μαζί με τους Βουτσιμιώτες (Βούτσιμος: χωριό που βρίσκεται σ’ απόσταση 20΄ με αυτοκίνητο από τον Καλαμιά). Μαζευόμαστε τότε να ’μαστε αρκετοί και στολίζαμε έναν άντρα για νύφη και μια γυναίκα για γαμπρό./ Κάποιος από μας έκανε τον παπά. Κρατούσε για θυμιατό ένα κολοκύθι. Τα στέφανα του γάμου τα φτιάναμε από κληματόβεργες και τα κουφέτα από μυρτιές. Κινάγαμε τότε όλοι να πάμε στο χωριό όπου ήταν η νύφη να κάνουμε το γάμο. Στο δρόμο λέγαμε διάφορα τραγούδια, πειράζαμε ο ένας τον άλλο και δεν έπρεπε κανένας να παρεξηγηθεί. Πηγαίναμε όλοι καβάλα στα γαϊδούρια όπου τάχαμε ντύσει με σώβρακα και πανταλόνια. Ακόμα στα κεφάλια τους φοράγαμε σκούφιες. Σαν φτάναμε στο χωριό της νύφης κάναμε το γάμο έξω σ’ ένα χωράφι. Αυτός πού ’ταν ντυμένος παπάς κρατούσε ένα βιβλίο από τον μπακάλη κι έκανε πως έψελνε χαρίζοντας τα βερεσέδια για τα χρέη του καθενού. Αφού παντρεύαμε το γαμπρό και τη νύφη ύστερα γλεντάγαμε μέχρι το πρωΐ. Ακόμα όλοι είμασταν ντυμένοι μασκαράδες και κανένας δεν παραξηγούσε τον άλλο αν του έλεγε κανένα χοντρό αστείο./ Λέγαμε ακόμα τότε δυό τραγουδάκια που παλιά τα λέγαμε στο γάμο, αλλά τώρα στο γάμο τα λέμε μόνο με το να βαράμε το νταβούλι κι όποιος τα ξέρει τα θυμάται. Λέγαμε λοιπόν: Άσπρο κώλο πούχει η νύφη/ στρουμπουλό σαν κολοκύθι. (το λέμε τώρα με την καραμούζα)./ Κι απαντούσε κάποιος: Α! πούντος, αμ πούντος, αμ πούντος (το λέμε τώρα με το ναβούλι). Αλλά τώρα πάει, δεν κάνουμε πιά τέτοια». Αυτός ήταν ο γαϊδουρόγαμος. Είπαμε όμως ότι έχουμε κι άλλα δύο έθιμα να αναφέρουμε. Γι αυτά μας μιλά ο ίδιος χωρικός./ «Την Κυριακή της Τυροφάγου μετά το φαγητό το βράδυ κάναμε μια σειρά από χόβολη από την μία άκρη του δωματίου στην άλλη. Πάνω σ’ αυτή βάζαμε αυγά, πρώτα του μεγαλυτέρου κι έπειτα των άλλων. Στο τέλος βάζαμε ένα του σπιτιού κι ένα των ζώων. Λέγαμε πως οποιανού έσκαγε το αυγό αυτός θα πέθαινε./ Την Στσικνοπέμπτη όποιος είχε έπρεπε οπωσδήποτε ν ασφάξει ένα γουρούνι για το καλό. Το βγάζαμε το χοιρινό έξω σε μια αυλή, του ρίχναμε λίγο αραποσίτι να τρώει γατί έπρεπε να μένει ήσυχο όταν τα σφάζαν. Καθώς τούτο έτρωγε πλησίαζαν δύο, ένας μ’ ένα τσεκούρι κι ο άλλος με ένα μαχαίρι. Εκεί που τρώει του κοπανάει ένας μία ανάμεσα στα μάτια. Ο άλλος το σφάζει. Μόλις το σφάζαν το πρώτο πού ’χαν να κάνουν είναι να βγάλουν τον καρύτζαφλο του χοιρινού και να τον ρίξουν στα κάρβουνα για να κάνουν όρεξη να φάνε.»

Μαμουσιά: Λαογραφικά στοιχεία για τη Μαμουσιά έχουν καταγραφεί τον Δεκέμβρη του 1976, από την Ρουμελιώτου Ζαφειρία του Μιλτιάδου, φοιτήτρια Φιλοσοφικής (Φιλολογικό τμήμα, έτος Δ΄, 1976-77) «Τις αποκριές ψένανε αυγά στη φωτιά. Άμα σκάγανε ήτανε κακό. Άμα ιδρώνανε θα λα ζήσεις πολλά χρόνια.».

Σκούπι: Για το Σκούπι κατέγραψε λαογραφικά στοιχεία η φοιτήτρια του Φιλολογικού τμήματος της Φιλοσ. Σχολής Πανεπ. Αθηνών (έτος Β.΄), Κοσμοπούλου Θεοδώρα του Κωνστ. «Την αποκριά μασκαρεύονται τα παιδιά και πηδάνε φωτιές. Την Τσικνοπέμπτη σφάζουν το γουρούνι και λειώνουν τα ξύγκια που χρησιμοποιούν για την αρτιμή του φαγητού. Της Τυρινής (Κυριακή τυροφάγου) μαζεύονται όλοι στα καφενεία και χορεύουνε.».

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Ήθη -έθιμα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s