Χάνια συνέχεια….

Το 1890 αναφέρονται και τα εξής χάνια στην Αχαΐα:

Ακολουθώντας τον δρόμο από την Πάτρα προς Χαλανδρίτσα ή Τριταία και σε μικρό διάστημα μετά τις «Κουμπάρες», συναντούσε κάποιος τα χάνια στη θέση Κουρλαμπά, εκεί που συναντιέται ο δρόμος που οδηγεί προς τη Χαλανδρίτσα, Καλάβρυτα με τον δρόμο που οδηγεί στην Τριταία, Πύργο, Δίβρη (οδός 111). Η θέση Κουρλαμπά υπάρχει σήμερα σαν τοπωνύμιο αλλά δεν υπάρχουν εκεί χάνια.

Περνώντας τη θέση Κουρλαμπά και ακολουθώντας τον δρόμο προς Χαλανδρίτσα, υπήρχαν τα Μετζεναίϊκα χάνια σε ύψος 275 μ. τα οποία αρχικά ήσαν ελάχιστα σπίτια τα οποία στη συνέχεια έγιναν περισσότερα και απετέλεσαν τις κατοικίες του συσταθέντος χωριού Μέτζαινα το οποίο απέχει πολύ λίγο από τη θέση αυτή.

Μετά τη θέση Κουρλαμπά και ακολουθώντας το δρόμο προς Πύργο-Δίβρη, υπήρχε το χάνι Μερκούρη, θέση η οποία υπάρχει και σήμερα σαν τοπωνύμιο, χωρίς να υπάρχει εκεί χάνι. Λέγουν όμως οι κάτοικοι του Μπρακουμαδιού (Βασιλικού) και των γύρω οικισμών: «Πάμε στα Χάνια»  και εννοούν το χάνι του Μερκούρη. Στη συνέχει και προς την ίδια κατεύθυνση, περνώντας το μονότοξο γεφύρι[1] του Πείρου ποταμού, συναντούσε κάποιος το χάνι του Πρεβέδου[2] που ανήκε στο δήμο Φαρών. Στον Πρέβεδο τότε υπήρχαν δύο σπίτια τα οποία ανήκαν στον Ν. Κουμανιώτη. Το ένα ήταν το χάνι και το άλλο χρησίμευε ως κατοικία αυτού. Ο «ξενοδόχος» (χανιτζής) υπέδειξε στους επισκέπτες (Κορύλλον και λοιπούς) ένα δωμάτιο πάνω από το παντοπωλείο, όπου και εκείνος κατοικούσε, αλλά οι επισκέπτες ακούοντες αφ’ ενός μεν ένα παιδί που εκεί έκλαιε γοερά και αφ’ ετέρου φοβούμενοι τους κοριούς οι οποίοι «συγκατοικούσαν με την οικογένεια του ξενοδόχου» η καθαριότητα της οποίας όπως και του παιδιού, μαρτυρούσε περί αυτού, αποφάσισαν να δειπνήσουν και να κοιμηθούν έξω από το ξενοδοχείο και κάτω από τον έναστρο ουρανό και μια πυκνόφυλλη καρυδιά. Και εκεί όμως σμήνη από κουνούπια τους «επιτέθηκαν» και σκυλιά εγαύγιζαν και δεν τους άφησαν να κοιμηθούν.

Μετά την γέφυρα του Τευθέα ποταμού (Τόσκεσι) υπήρχε το χάνι και ο μύλος του Λόντου[3].

Στη συνέχεια ευρίσκοντο τα χάνια της Βουντούχλας τα οποία ανήκαν σε Τρταιίτες. Απ’ αυτά το πρώτο το του Καραχάλιου ήταν κέντρο συγκεντρώσεως και συζητήσεων των οπαδών και φίλων του Κουμανιώτη καθώς και άλλων κυβερνητικών βουλευτών. Το επόμενο απέχον ένα τέταρτο της ώρας από το προηγούμενο, νεόδμητο και ευρύχωρο, βρισκόταν παρά το χωριουδάκι Μάνεσι που αποτελείτο από 20 οικογένειες. Το χάνι αυτό ήταν του Μπαλάση και αυτό ήταν η έδρα των οπαδών και φίλων του Κανακάρη και του αδελφού του τέως δημάρχου ο οποίος ήταν μορφωμένος και ευγενέστατος. Σε αυτό κατέλυσε ο Κορύλλος και οι συν αυτώ και εκεί τους παρασχέθηκε αφιλοκερδώς πλούσιο γεύμα και αίθουσα «μετ’ ανακλίντρων» για ξεκούραση.

Στη συνέχεια κατευθυνόμενοι προς Δίβρη, έφτασαν στο χάνι του Πανόπουλου, το οποίο απέιχε 6,5 ώρες από το χάνι του Μπαλάση.

aaaaaaa

aaaaaaa1σημείωση: όπου Γκιόσα στο κείμενο, είναι το όνομα του ημιόνου.

Πέραν του Ερυμάνθου και της γέφυρας, αναφέρονται τα Νουσαΐτικα χάνια εκ του χωρίου Νουσά του δήμου Λαμπείας (χ. Αστράς).

Πλησίον της γέφυρας του Αροανίου ποταμού υπήρχε το χάνι της Διονύσαινας. Εκεί αναφέρει ο Κορύλλος ότι έμεινε μαζί με την συνοδεία του και το γεύμα που του είχε ετοιμάσει η Χαντζίνα (χανιτζίνα-χαντζίνα = η υπέυθυνη και κυρία του χανίου), της οποίας ο άνδρας είχε πεθάνει πριν ένα χρόνο, ήταν ψάρια ποταμίσια νωπά μαγειρευμένα με βούτυρο. Εκεί στον εξώστη (χαγιάτι) του χανίου που έβλεπε στον Αροάνιο ποταμό, η Χαντζίνα του ετοίμασε καθαρό κρεβάτι. Το χάνι ήταν σχετικά καινούργιο αλλά οι σανίδες του πατώματος του εξώστη ήσαν ακάρφωτες και εκινούντο ελεύθερα και ανάλογα με το βάρος αυτού που τις πατούσε. Όμως το κελάρυσμα των νερών του ποταμιού και το κελάηδημα των πουλιών αρμονικά ακουόμενα οδηγούσαν τον κουρασμένο διαβάτη στις αγκαλιές του Μορφέα και μόνο όταν προσπαθούσε να «γυρίσει πλευρά» οπότε τα σανίδια εμετακινούντο, διέκοπταν την συνέχεια του ύπνου.

Ένα άλλο πανδοχείο την εποχή εκείνη αναφέρεται στη Μεγαλόπολη. Αυτό και τα στρωσίδια του ήταν γεμάτο κοριούς.

=====================================================

[1] Η γέφυρα αυτή κατασκευάστηκε από κάποιον μοναχό της πλησίον κειμένης μονής των Αγίων Πάντων και όχι από τον αρματωλό της Προστοβίτσας Γιαννιά.

[2] Ο Πρέβεδος με τα γύρω χωράφια ανήκε επί τουρκοκρατίας σε μια Οθωμανίδα, ονομαζόμενη Τσιντήραινα. Η ονομασία Πρέβεδος εδόθη πιθανώς από κάποιον Πρεβεδούρο ιδιοκτήτη της περιοχής επί φραγκοκρατίας.

[3] «Αναφέρεται ότι ήταν έλλην πρόξενος και πέθανε την Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 1881, τον εβαλσάμωσαν και στις 13 του μηνός τον πήραν οι υιοί του και τον πήγαν στην Πάτρα (Ν. Ελληνομν. τ. 10.(1913), σ. 421). Δεν είναι ο στρατηγός αγωνιστής του 1821, Ανδρέας Λόντος, ο οποίος πέθανε το 1846. Είναι ο Ανδρ. Χριστόδουλου Λόντος ή Λοντίδης ο οποίος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1811 (Κ. Ν. Τριανταφύλλου, 1181). «Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια του 17ου αιώνα από τον Κάλανο Νεζερών με γενάρχη το Γκολφίνο Λόντο, προεστό και κτηματία του Καλάνου. Ήταν γιος του προκρίτου των Πατρών Χριστόδουλου Λόντου. Σπούδασε νομικά στην Ιταλία. Ήταν γραμματέας στη Δίκη του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο….» (Ιστορ. Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων).

Πηγή: Χ. Π. Κορύλλος , Πεζοπορία απόΠατρών εις Τρίπολιν, εις Σπάρτην, εις Καλάμας…

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s