«Σύλληψη» αγίας Άννης.

????????????????????????????

Η εικόνα από το blog: http://www.diakonima.gr

Όπως και σε άλλο κείμενο στο παρόν blog έχω αναφέρει: Γονείς της [Παναγίας] ήσαν οι Ιωακείμ γιός του Ελιακείμ από τη φυλή του Ιούδα και απόγονος του Δαυίδ και η Άννα από τη Ναζαρέτ και γονείς της Άννας, ήσαν ο ιερέας Ματθάν που ιεράτευσε την εποχή της βασιλείας της Κλεοπάτρας και η Μαριάμ. Ο Ματθάν ήταν απόγονος του Δαυίδ και έτσι επαληθευόταν και αυτό που έλεγαν οι προφήτες ότι ο Χριστός θα είναι «υιός του Δαυίδ». Ο Ματθάν από τη φυλή Λευί και η Μαριάμ απέκτησαν τρεις κόρες. Τη Μαρία που παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ και ήταν μητέρα της μαίας Σαλώμης, τη Σωβή, που παντρεύτηκε και αυτή στη Βηθλεέμ και απέκτησε την Ελισάβετ η οποία ήταν μάνα του Ιωάννη του Προδρόμου και την Άννα, την μητέρα της Παναγίας (wikipedia). Άρα η Παναγία και η Ελισάβετ ήσαν πρώτες ξαδέρφες και ο Χριστός και ο Ιωάννης δεύτερα ξαδέρφια, αλλά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ πριν τη βάφτιση του Χριστού από τον Ιωάννη, γιατί ο Ιωάννης είχε φύγει στην έρημο από παιδί. Οι συγγραφείς αναφέρουν περί της συγγενείας της Παναγίας με την Ελισάβετ αλλά δεν αναφέρουν λεπτομέρειες.  Ο Θεοφάνης (Κεραμεύς) [Ομιλίαι εις Ευαγγέλια Κυριακά και εορτάς του όλου ενιαυσίου: Θεοφάνους του επίκλην Κεραμέως, αρχιεπισκόπου Ταυρομένων Σικελίας. Εν Ιεροσολύμοις 1860, α΄ έκδ. Παρίσι 1664], αναφέρει επί λέξει τα εξής: «…Ζητήσει τις ενταύθα, πόθεν ήν αυτής η συγγένεια; Η μεν γαρ Παρθένος εξ’ οίκου και πατριάς Δαβίδ, ήγουν εκ της Ιούδα φυλής, Ελισάβετ δε του Λευϊτικού γένους κατήγετο. Πως ούν αυτήν συγγενή της Παρθένου καλεί; Προσήκει ούν ειδέναι, ως αναμέμεικτο η Λευιτική φυλή τη βασιλική. Έμελλε γαρ εκ της Ιούδα φυλής ανατείλαι Χριστός, ός ην και βασιλεύς και αρχιερεύς. Πόθεν δε αυταίς η συγγένεια, φέρε είπωμεν, εκ των πατρικών παραδόσεων υφάναντες το διήγημα. Ματθάν ο Βηθλεεμίτης και ιερεύς, θυγατέρας εγέννησε τρεις, την Μαρίαν, και την Άνναν, και την Σωβήν. Της μεν ουν Σωβήν θυγάτηρ ήν η Ελισάβετ, της δε Άννης η υπέραγνος Δέσποινα. Δυοίν ουν αδελφοίν ήστην η Ελισάβετ και η Παρθένος…»

Ο Ιωακείμ και η Άννα δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. [«η δε γυνή αυτοῦ [του Ιωακείμ] Άννα δύ⌈ο⌉ θρήνους εθρήνει καὶ δύο κοπετούς εκόπτετο λέγουσα· «Κόψομαι την χηροσύνην μου και κόψομαι την ατεκνίαν μου…».

(Protevangelium Jacobi, Protevangelium Jacobi Section 3, line 6)].

 

Ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και την υπόσχεσή τους ότι αν αποκτήσουν παιδί και αυτό γίνει 3 ετών θα το αφιερώσουν στο Θεό, πηγαίνοντάς στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα, και τους «έδωσε» σε μεγάλη ηλικία, τη Μαριάμ δηλαδή την Μαρία.

[«Και ιδοὺ άγγελος Κυρίου έστη λέγων· «Άννα Άννα, επήκουσεν Κύριος ο Θεός τής δεήσεώς σου. Συνλήμψεις καὶ γεννήσεις, καί <λ>αληθή[θη]σεται τό σπέρμα σου εν όλη τή οικουμένη.» Καί είπεν Άννα· «Ζή Κύριος ο Θεός· εάν γεννήσω είτε άρσενα είτε θήλειαν, προσάξω <αυτό> δώρον [αυτὼ] Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου, καί ἔσται λειτουργών αυτώ πάσας τάς ημέρας τής ζωής αυτού.» Καί ιδού ήλθοσαν άγγελοι δύο λέγοντες αυτή· «Ἰδού Ἰωακεί μ ο ανήρ σου <ἔρχεται> μετά τών ποιμνίων αυτού.» Άγγελος γάρ Κυρίου κατέβη πρός Ἰωακεί μ λέγων· «Ἰωακεί μ Ἰωακείμ, επήκουσεν [σε] Κύριος ο Θεός τής δ<ε>ήσεώς σου. Κατάβηθι εντεύθεν. Ἰδού η γυνή σου Άννα εν γαστρί είληφεν.» Καί ευθέως κατέβη Ἰωακεί μ καί εκάλεσεν τούς ποιμένας λέγων αυτοίς· «Φέρετέ μοι ώδε δέκα αμνάδας ασπίλους καί αμώμους, καί έσονται αι δέκα αμνάδες Κυρίω τώ Θεώ· καί φέρετέ μοι δώδεκα μόσχους <απαλούς, καί έσονται οι δώδεκα μόσχοι> τοίς ιερεύσιν καί τή γερουσία καί ρ χιμάρους, καί έσονται οι ρ χίμαροι παντί τώ λαώ.» Καί ιδού ήκει Ἰωακεί μ μετά τών ποιμνίων αυτού….. Καί επληρώθησαν [οι] μήνες αυτή[ς] ωσεί [πεν] ἕξ· τώ δὲ ⌈ἑβδόμω⌉ μηνί εγέννησεν Άννα καί είπεν τή μαία· «Τί εγέννησα;» Καί είπεν η μαία· «Θήλειαν.» <Καί είπεν Άννα·> «Ἐμεγαλύνθη η ψυχή μου την ημέραν ταύτην.» Καί ανέκλινεν αυτήν. Πληρωθέντων δὲ τών ημερών απεσμήξατο η Άννα τής αφέδρου αυτής καί έδωκε [τόν] μασθόν τή παιδί καί ωνόμασεν τό ὄνομα αυτής Μαρία. Ἡμέρα δέ καί ημέρα εκραταιούτο η παίς….. Ἐγένετο δέ διετής η παίς, καί είπεν Ἰωακείμ· «Ανάξωμεν αυτήν εν ναώ Κυρίου όπως αποδώμεν τήν επαγγελίαν ήν επηγγειλάμεθα, μήπως αποστείλη ο Δεσπότης εφ’ ημάς καί απρόσδεκτον έσται τό δώρον ημών.» Καί είπεν Άννα· «Αναμείν⌈ωμε⌉ν τό τρίτον <έτος>, όπως μή ζητήση πατέρα ή μητέρα.» Καί είπεν Ἰωακείμ· «⌈Αναμείνωμεν⌉.» Ἐγένετο δέ τριετής η παίς, καί είπεν Ἰωακείμ· «Καλέσωμεν τάς θυγατέρας τών Ἑβραίων τάς αμιάντους, καί λαβέτωσαν ανά λαμπάδα, καί έστωσαν καιόμεναι, ίνα μή στραφή εις τά οπίσω καί αιχμαλωτισθήσεται η καρδία αυτής εκ ναού Κυρίου.» Καί εποίησαν ούτως έως ανέβησαν εν ναώ <Κυρίου>. Καί εδέξατο αυτήν ο ιερεύς [Κυρίου] καί φιλήσας αυτήν ευλόγησεν καί είπεν· «Ἐμεγάλυνεν Κύριος ο Θεός τό όνομά σου εν πάσαις ταίς γενεαίς. Ἐπί σοί επ’ εσχάτων τών ημερών φανερώσει Κύριος τό λύτρον τοίς υιοίς Ἰσραήλ.» Καί εκάθισεν αυτήν επί τρίτου βαθμού τού θυσιαστηρίου, καί έβαλλε Κύριος ο Θεός χάριν επ’ αυτήν, καί κατεχόρευε τοίς ποσίν αυτής, καί ηγάπησεν αυτήν πας [ο] οίκος Ἰσραήλ. Καί κατέβησαν οι γονείς αυτής θαυμάζοντες καί επαινούντες καί δοξάζοντες τόν Δεσπότην Θεόν ότι ουκ απεστράφη επ’ αυτούς. Ήν δέ Μαρία εν ναώ Κυρίου ωσεί περιστερά νεμομένη <καί > ελάμβανε τροφήν εκ χειρός αγγέλου. Γενομένης δέ <αυτής> ιβ ετούς, συμβούλιον εγένετο τών ιερέων λεγόντων· «Ιδού Μαρία γέγονεν ιβ ετής εν τώ ναώ Κυρίου….»

(Protevangelium Jacobi, Protevangelium Jacobi Section 3,…).

 

Δεν απέκτησαν άλλο παιδί. «ουδαμού γαρ εύρηται παρά τη θεία γραφή εμφερόμενον τούτο, ότι γεγέννηται έτερον τέκνον τοίς δικαίοις Ιωακείμ και Άννα πλην της θεόπαιδος»

(Catenae (Novum Testamentum), Catena in Joannem (catena integra) (e codd. Paris. Coislin. 23 + Oxon. Bodl. Auct. T.1.4) Page 393, line 17).

 

Όταν η Μαρία έγινε 3 ετών την πήγαν στον εν λόγω ναό (Εισόδια της Θεοτόκου) και την παρέδωσαν στον ιερέα Ζαχαρία που ήταν σύζυγος της Ελισάβετ και μετά έγινε πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου. Όταν η Μαρία έγινε 13 ετών και ενώ οι γονείς της είχαν πεθάνει, έφυγε από το ναό και οι ιερείς του ναού την αρραβώνιασαν με τον Ιωσήφ…. «Ιωακείμ και Άννα δε έτεκον την παρθένον. Τρία έτη ετράφη δε η παίς ἐν τοις γονεύσιν και εννέα εις τον ναόν άρτω επουρανίω. Και Ἰωσήφ ο δίκαιος εμνηστεύσατο ταύτην…»

(Michael Psellus Polyhist., Poemata Poem 55, line 144).

 

Το όνομά της Άννα, είναι ο εξελληνισμένος τύπος της εβραϊκής λέξης «Hannah», που σημαίνει εύνοια, χάρη. «αύτη δὲ Άννα ήν, ήτις ερμηνεύεται ΧΑΡΙΣ…»

(Origenes Theol., Commentarium in evangelium Matthaei (lib. 12-17) Book 12, chapter 31, line 62).

 

Η Ορθόδοξη εκκλησία εορτάζει την μνήμη της αγίας Άννας τρεις φορές το χρόνο: α) Στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τον θεοπροπάτορα Ιωακείμ, την επομένη των γενεθλίων της Θεοτόκου, για να τιμηθούν οι γεννήτορες της Παναγίας, β) Στις 9 Δεκεμβρίου εορτάζεται «η σύλληψις», της Αγίας Άννης, και γ) Στις 25 Ιουλίου εορτάζεται η κοίμησίς της.

Στο Άγιο όρος τιμάται ξεχωριστά η αγία Άννα, αφού εκεί υπάρχει η αρχαιότερη σκήτη στην οποία ευρίσκονται περί τα 50 ασκητήρια και το Κυριακό της σκήτης, ο ναός ο αφιερωμένος στην «Γιαγιά» όπως λένε του Χριστού δηλ. την αγία Άννα. Στο ναό αυτό φυλάσσεται το αριστερό πόδι της θεοπρομήτορος, η δε κνήμη του δεξιού ποδιού της φυλάσσεται στην μονή Κουτλουμουσίου.

Σύμφωνα με την παράδοση η αγία Άννα πέθανε σε ηλικία 69 ετών, ενώ ο Ιωακείμ σε ηλικία 80 ετών και η Παναγία έμεινε ορφανή όταν βρισκόταν ακόμα στο Ναό και ήταν 11 ετών. «Ότι Ιωακείμ έτει π τελευτά, η δε Άννα οθ. Η θεοτόκος δε υπ’ αυτών τριετίζουσα εισήχθη εις τον ναόν κυρίου, ένδεκα δε γενομένη ετών απωρφανίσθη. ουδ’ όλως δε εξήει του ναού, αλλ’ ει και χρείαν είχέ τινος, εις μόνην απήει την Ελισαβέτ ως συγγενίδα και πλησίον του ναού οικούσαν. τα μέντοι Εβραϊκά γράμματα έτι ζώντος του Ιωακείμ έμαθεν…»

(Georgius Cedrenus Chronogr., Compendium historiarum Volume 1, page 326, line 1).

Το Απολυτίκιο Αγίας Άννας που ψάλλεται στις 9 Δεκεμβρίου, είναι το εξής: «Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται· του Ιωακείμ γαρ και της Άννης, εισακούων Θεός, παρ’ ελπίδα τεκείν αυτούς, σαφώς υπισχνείται θεόπαιδα, εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι’ Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή· Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου».

Η ΩΔΗ ΡΩΜΑΝΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ/ Ιδιόμελον/ <Ιω>ακείμ καί Άννα ονειδισμού ατεκνίας/, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου/ ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου·/ αυτήν εορτάζει και ο λαός σου,/ ενοχής των πταισμάτων   λυτρωθήναι τω κράζειν σοι·/ “Η στείρα τίκτει την θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών.”/».

(Romanus Melodus Hymnographus, Cantica genuina Hymn 35, proem-strophe pro, section t, line 1 ).

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s