Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος της 21ης Απριλίου και… ένα Καλαβρυτινόπουλο θύμα…

Χθες ήταν η 21η Απριλίου.

Ημέρα μνήμης και θλίψης για όλους σχεδόν τους Έλληνες. Και λέω σχεδόν γιατί υπάρχουν ακόμα και σήμερα κάποιοι που αναπολώντας την τότε και μετέπειτα αίγλη τους ή εκφράζοντας εσώψυχες ψευδαισθήσεις, νοσταλγούν αυτή την περίοδο.

Από το «ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων τ. Δ΄, σ. 295 αντιγράφω εδώ για τον Μπέκιο Δημήτρη, από την Αλέσταινα Καλαβρύτων, ένα από τα αμέτρητα «ανώνυμα» θύματα των Απριλιανών.

«Μπέκιος Δημήτρης: Σε αναλυτικό και τεκμηριωμένο άρθρο του ιστορικού Λεωνίδα Καλλιβρετάκη με τίτλο: Το «σαμποτάζ» του Έβρου χωρίς Ζάχαρη, στο επιστημονικό περιοδικό «Αρχειοτάξιο» και στην ενότητα «Προσεγγίσεις», το έτος 2010, που «αναρτήθηκε» στην ηλεκτρονική σελίδα του αποθετηρίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ΗΛΙΟΣ, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής για τον Δ. Μπέκιο:

Ήταν γεννημένος στην Αλέσταινα Καλαβρύτων από αγροτική οικογένεια, σταμάτησε γρήγορα το σχολείο για να μάθει μια τέχνη και έγινε οδηγός. Ο πατέρας του είχε υπηρετήσει στη χωροφυλακή. «Μέχρι τότε είμασταν δεξιοί» σημειώνει ο ίδιος «και μεγάλωσα πιστεύοντας ότι αυτά που έλεγαν οι αριστεροί ήταν ψέματα», βλ. απολογία Δ. Μπέκιου, πρακτικά της δίκης, εφ. Μακεδονία, Η Αυγή και Ελευθερία, 3 Δεκεμβρίου 1965, και συνεντεύξεις του στους Βασίλη Καββαθά και Φωτεινή Ελευθερίου, π. Ταχυδρόμος, 1974. Αρχείο Λ. Κ. ό.π., έγγρ. 17 και στον Βαγγέλη Δημητρίου, ντοκιμαντέρ Το σαμποτάζ, ό. π.».

Όπως στη συνέχεια αποδείχθηκε: δύο απλοί στρατιώτες ο ένας με περγαμηνές εθνικοφροσύνης (Μπέκιος) και ο άλλος (Ματάτης) παιδί αριστερών γονιών που σκοτώθηκαν στον Εμφύλιο και μεγαλωμένος στις παιδουπόλεις, «πιάστηκαν, βασανίστηκαν άγρια επί πολλές ημέρες για να «ομολογήσουν» ότι είναι κομμουνιστές και ότι έριξαν ζάχαρη στα ρεζερβουάρ δύο αυτοκινήτων», της μονάδας που διοικητής ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος, «αν και [στη συνέχεια] είχε αποδειχθεί ότι ο ίδιος [ο Παπαδόπουλος] προκάλεσε το σαμποτάζ στα 3 στρατιωτικά αυτοκίνητα και όχι οι στρατιώτες Μπέκιος και Ματάτης, οι οποίοι είχαν «ομολογήσει», μετά από φρικτά βασανιστήρια, ότι υποκινούνταν από το ΚΚΕ».

Συνελήφθη στις 6 Ιουνίου 1965, για την υπόθεση του σαμποτάζ στον Έβρο και συγκεκριμένα για δολιοφθορά στη μονάδα 117 ΜΠΠ όπου διοικητής ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. «Φαίνεται ότι είχε καταστρέψει ηθελημένα έναν αυτόματο διακόπτη, στην απλοϊκή προσπάθειά του να απαντήσει στον λοχαγό του «πώς χαλάνε». Από το πόρισμα του ανακριτή λοχαγού Νικολαΐδη για τον Μπέκιο προέκυψε μόνο ότι «έφθειρε τον αυτόματο ρυθμιστή του οχήματος που οδηγούσε» και δεν αποδεικνυόταν ότι ήταν προσυνεννοημένος με τον Ματάτη.  Ταυτόχρονα συνελήφθησαν και άλλοι τρεις στρατιώτες, των οποίων τα αυτοκίνητα είχαν παρουσιάσει μικροβλάβες. Επακολούθησε ένα τριήμερο «εντατικών» ανακρίσεων (με γρονθοκοπήματα, κλωτσιές, στέρηση νερού, κρέμασμα από δοκάρι της οροφής, βούλιαγμα στο φρεάτιο του βόθρου κτλ.), στις οποίες συμμετείχε δίνοντας εντολές και ίδιος ο Παπαδόπουλος («Ο διοικητής μου με είδε σταυρωμένο, του είπα ότι θα με σκοτώσουν κι εκείνος απάντησε «να συνεχισθή η ανάκρισις» και έφυγε· βλ. απολογία Δ. Μπέκιου, ό. π.). Πρώτος έσπασε ο Μπέκιος «Υπογράφοντας  ό,τι του έβαλαν μπροστά του, και ακολούθησε ο Ματάτης. Συνοψίζει αργότερα ο ίδιος ο Μπέκιος: «Υπέγραψα, γιατί κατάλαβα ότι αυτοί ήταν διατεθειμένοι να σκηνοθετήσουν ακόμη και την αυτοκτονία μου. Μόλις είδα τον Ματάτη (έναν εκ των άλλων συγκατηγορουμένων στρατιωτών) πρησμένο και γεμάτο αίματα, του είπα: «Κώστα υπόγραψε και εσύ, να τελειώσουν τα βάσανά μας».»… «Πάνω σε αυτές τις μικροζημιές στήριξαν την κατηγορία ότι μας είχαν βάλει οι κομουνιστές να κάψουμε και να προκαλέσουμε ζημιές στα αυτοκίνητα. Πετύχαινε έτσι ο Παπαδόπουλος με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: πρώτον να συγκαλύψει τις βλάβες στα αυτοκίνητα και να τις φορτώσει στις πλάτες μας. Και δεύτερον να ξεσηκώσει την Ελλάδα με τον κομουνιστικό κίνδυνο» (Συνέντευξη Δ. Μπέκιου στους Βασίλη Καββαθά και Φώτη Ελευθερίου, ό. π.)».

«Η εισήγηση του [ανακριτή] Νικολαΐδη περιλάμβανε μια γλαφυρή στη λακωνικότητά της περιγραφή των όσων υπέστησαν οι ανακρινόμενοι στρατιώτες εκείνο το 48ωρο στο στρατόπεδο της ορεστιάδος: «Εν κατακλείδι ειρήσθω ότι δια το μέγεθος της εκτάσεως της παρούσης υποθέσεως συνέτεινε τα μέγιστα, το μεν ο τρόπος της ενεργείας της προανακρίσεως, ανίκρυς αντίθετος προς το ποινικόν διοκονομικόν σύστημα, το δε η ασκηθείσα υπέρμετρος βία, συνισταμένη εις ξυλοδαρμόν, εις δέσμευσιν χειρών τε και ποδώ, επί πλέον δε καθ’ υπαρχούσας ενδείξεις, εις εμβάπτισιν του εκ των κατηγορουμένων Μπέκιου Δημ. εις πλήρες ούρων και κοπράνων όρυγμα (βόθρον) μέχρι του στήθους ως ιατροδικαστικαί εκθέσεις. Οι ούτως ανακριθέντες και κυρίως οι Μπέκιος Δ. και Ματάτης Κ., προκειμένου ν’ αποφύγωσι περαιτέρω κακομεταχείρησίν των, κατωνόμασαν γνωστούς τε και αγνώστους των, ως αναμεμειγμένους εις το ζήτημα των φθορών των οχημάτων της Μοίρας, εντολή – δήθεν – του παρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ». Στο άρθρο συνοπτικά αλλά διαφωτιστικά περιγράφονται τα της δίκης και αναφέρεται ότι: «Τελικώς ο Μπέκιος καταδικάστηκε σε ποινή 4ετούς φυλάκισης, για φθορές σε συνδυασμό με το νόμο 4000 (περί τεντυμποϋσμού), και ο Ματάτης σε ποινή 15ετούς κάθειρξης, για φθορές και για εγκατάλειψη θέσης σκοπού…». Υπήρξε απαλλακτικό βούλευμα για τις κακοποιήσεις των στρατιωτών και «Η τελευταία πράξη του δράματος των δύο στρατιωτών της 117 ΜΠΠ παίχθηκε στο Αναθεωρητικό Στρατοδικείο Αθηνών τον Μάρτιο του 1966, όπου μειώθηκαν οι ποινές, του μεν Ματάτη σε έξι ετών φυλάκιση, του δε Μπέκιου σε δύο. Η δεύτερη αυτή δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών…. Ο Μπέκιος εξέτισε διαδοχικά την ποινή του στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου (όπου κακοποιήθηκε), Αίγινας, Τίρυνθας και Κορίνθου. Αποφυλακίστηκε τον Μάρτιο του 1967, αλλά, καθώς χρωστούσε ακόμη χρόνο θητείας, έλαβε φύλλο πορείας και πάλι για την μοιραία 117 ΜΠΠ στην Ορεστιάδα. Η ανάμνηση των σκηνών που είχε ζήσει του προκάλεσαν νευρικό κλονισμό και πήρε ένα μήνα αναρρωτική άδεια. Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου τον βρήκε ενώ επέστρεφε στην μονάδα, όπου τον περίμενε και η μετάθεσή του στη Φλώρινα. Εκεί αφηγήθηκε την περιπέτειά του στον διοικητή αντισυνταγματάρχη Λάμπρο Φλόκα και «έκτοτε κανείς δεν με ενόχλησε, μου φέρθηκαν άψογα». Λίγους μήνες αργότερα τον επισκέφτηκαν δύο από τους ανακριτές του (οι αξιωματικοί Κουτσοδημητρόπουλος και Μπότσας, οι οποίοι υπηρετούσαν πλέον στη ΚΥΠ)  και του είπαν: «Ό,τι έγινε, έγινε»… «κι όταν απολυθείς από το στρατό, έλα στην ΚΥΠ να σε βοηθήσουμε. Τώρα ξέρεις είμαστε στα πράγματα». Αργότερα , οδηγώντας στρατιωτικόι αυτοκίνητο έπαθε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, στο οποίο τραυματίστηκε σοβαρά  (σπάσιμο λεκάνης και ποδιού) κι έμεινε πολλούς μήνες στο νοσοκομείο, απ’ όπου και έλαβε το απολυτήριο (Ι5), καθώς και σύνταξη 1.100 δραχμών (35% αναπηρία). Απελπισμένος επισκέφθηκε τους δύο αξιωματικούς στην ΚΥΠ, που τον σύστησαν σε κάποιες δουλειές με μεροκάματο…»

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s