Φρικαλεότητες και βασανιστήρια σε Έλληνες, επί τουρκοκρατίας.

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ευχάριστο για τον αναγνώστη.

Αναφέρεται σε φρικαλεότητες και απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν τους υπόδουλους Έλληνες οι Τούρκοι καταχτητές.

Και δεν εννοώ (όπως θα διαπιστώσετε) ούτε την αβάσταχτη φορολογία, ούτε την καταπίεση, τις βρισιές, τα υποχρεωτικά δώρα, την πώληση κάθε είδους εξυπηρέτησης, την αρπαγή, τις λεηλασίες, τις ατιμώσεις γυναικών και λοιπά τέτοια τα οποία υφίσταντο οι Έλληνες. Αναφέρομαι σε σωματικά βασανιστήρια, σε σωματικό (και ψυχικό) πόνο.

Τα στοιχεία έχουν αντληθεί από το πολύ σημαντικό τετράτομο έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου: «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ. Χ. – 1700. τ. Α΄. Αθήνα 1984. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800. τ. B΄ τέταρτη έκδοση. Αθήνα 1984. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1800-1810. τ. Γ1΄ δεύτερη έκδοση. Αθήνα 1985. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821. τ. Γ2΄ δεύτερη έκδοση. Αθήνα 1985», όχι από το έργο του ιδίου: «ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ».

Όσα στη συνέχεια αναφέρονται, τα οποία είναι μέρος πολλών ακόμη μεθόδων βασανισμού που οι εφευρετικοί τύραννοι εφάρμοσαν στους δυστυχείς Έλληνες, προέρχονται από μαρτυρίες ξένων περιηγητών στην Ελλάδα κατά τα προεπαναστατικά χρόνια. Κατά συνέπεια είναι απαλλαγμένα από το υποκειμενικό στοιχείο συνοδευόμενο από θυμό και μίσος που όντως με κυρίευσαν.

Όπως είναι γνωστό, ένας λόγος για τον οποίο επισκεπτόντουσαν τότε την Ελλάδα διάφοροι ξένοι ήταν η αρχαιοκαπηλία. Βέβαια υπήρξαν και φιλέλληνες (όπως και ανθέλληνες) οι οποίοι επισκέφτηκαν την Ελλάδα είτε ως απεσταλμένοι ηγετών για να διερευνήσουν την επικρατούσα κατάσταση, είτε με δική τους πρωτοβουλία για να γνωρίσουν την γενέτειρα των αρχαίων Ελλήνων καθώς και τα μνημεία της. Όλοι όμως  αυτοί επωφελήθηκαν και όλο και κάτι πήραν μαζί τους από τον αρχαιολογικό μας πλούτο.

Οι περισσότεροι εξ’ αυτών πέτυχαν να περιηγηθούν την χώρα «συνοδευμένοι» από τουρκικά έγγραφα με τα οποία οι Τούρκοι αξιωματούχοι, στην ουσία εκβίαζαν τους Έλληνες να εξασφαλίσουν στέγη, τροφή και κάθε εξυπηρέτηση στους ταξιδιώτες. Μαζί τους πολλοί έπαιρναν και Τούρκο συνοδό και τότε τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά ούτε για τους ταξιδιώτες ούτε για τους Έλληνες υποδοχείς διότι οι Τούρκοι μεταχειριζόντουσαν βία και οι υπόδουλοι Έλληνες  μη μπορώντας να αντέξουν το ξύλο και τους εξευτελισμούς αντιδρούσαν (αρχικά τουλάχιστον) όσο μπορούσαν.

Περιγράφεται όμως και η ελληνική φιλοξενία και περιποίηση σε ξένους όταν αυτοί δεν συνοδευόντουσαν από Τούρκο.

Φάλαγγα[ς][1], ραβδισμοί.

Η παλαιότερη ίσως περιγραφή βασανιστηρίου με φάλαγγα στα χρόνια της τουρκοκρατίας είναι του λόγιου Χριστόφορου Αγγέλου που έφτασε στην Αθήνα το 1607 και εκεί τον έπιασαν οι Τούρκοι και κατηγορώντας τον για κατάσκοπο τον βασάνισαν. Αφηγείται ο ίδιος: «Αυτίκα δε ήγαγόν με εις τον τόπον της καταδίκης και έδησαν χείρας μου και πόδας σταυροειδώς επάνω της γης… Είχον γαρ ξύλα παχέα καθ’ ά στηρίγματα οίκου επί της γης, και εκείνοις εδέσμευσάν με και ούτως ήρξαντο τύπτειν με μετά ραπίδων, δύο άνδρες, υγραίνοντες τας ραπίδας εν αλμυρώ ύδατι, και όταν ο εις άνω έφερε την μίαν ραπίδα, ο έτερος κατέφερε την ετέραν ραπίδα, τύπτοντές με ίνα μηδαμώς έχω τινά ανάπαυσιν, και ίνα αλγεί με σφόδρα… Και τότε πάλιν ήρξαντο τύπτειν με εκ των ποδών…». Την μέθοδο αυτή βασανισμού συνέχισαν να εφαρμόζουν και μετά την αποκατάσταση Έλληνες πιά βοϊβοδάδες[2] και μπουλουκμπασήδες[3]. «Είδαν, λέει ο Άγγλος Hughes, έναν Αρβανίτη στρατιώτη να υποβάλλεται στην τιμωρία του φάλαγγα. Τον είχαν ξαπλώσει ανάσκελα στο δρόμο, κρατούσαν το δοκάρι από τις δύο άκρες και δύο άλλοι τον χτυπούσαν στα πέλματα με μικρά ραβδιά. Επειδή η τιμωρία δεν ήταν βαρειά δεν είχαν αφαιρέσει τα παπούτσια του. Ο στρατιώτης έβγαζε σπαραχτικά ουρλιαχτά και διάφορες κραυγές «μπό, μπό, μπό» που επαναλαμβάνονταν με απίστευτη ταχύτητα. Αλλά τα φοβερά ξεφωνητά πόνου δεν ενοχλούσαν διόλου τον μπουλούκμπαση που καθόταν σε μία πέτρα και παρακολουθούσε αδιάφορος και ανέκφραστος τα βασανιστήρια καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Μόλις συμπληρώθηκαν 100 χτυπήματα τον άφησαν».

Στην Ύδρα δεν τιμωρούσαν με φάλαγγα. Σε περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων τους έστελναν σιδεροδεμένους στην Πόλη και εκεί τους έριχναν σε κάτεργο ή πνίγονταν. Σε περίπτωση μικρών παραβάσεων «Έφερον» αφηγείται ο Αντ. Μιαούλης, «τον εγκληματίαν εις την καγγελλαρίαν, τον έστρωναν πρινή κατά γης δύο άνθρωποι της φρουράς τον εκράτουν, ο μεν εις την κεφαλήν ο δε εις τους πόδας. Δύο άλλοι με στρόπους[4] πισσωμένους τον έδερναν στα γλουτία και του έδιδον κατά βάρος του εγκλήματος ή εκατόν ή διακοσίους ραβδισμούς…».

Το 1664 ο πρόξενος της Αγγλίας στην Αθήνα Ζιρώ σε έκθεσή του «Περί της Αττικής» μεταξύ άλλων αναφέρει: «…Ο σούμπασης πραγματοποιεί όλη τη νύχτα περιπολίες…και παρακολουθεί πού γίνονται φασαρίες, κλεψιές κ.λ.  κι αν συλλάβει κανέναν τον οδηγεί στον καδή για να τον καταδικάσει… Ο κατάδικος οδηγείται ύστερα από το σούμπαση στη φυλακή του βοεβόδα. Εκεί θα τον περάσουν από φάλαγγα και θα τον κλείσουν στο μπουντρούμι. Για αν βγεί πρέπει να εξαγοράσει την καταδίκη του…». «Αν πρόκειται για γυναίκα που κατηγορείται για μοιχεία πρέπει να πληρώσει πολλά. Αλλιώς διαπομπεύεται στους δρόμους καβάλα στο γάϊδαρο με το πρόσωπο προς την ουρά. Αν είναι Τουρκάλα την κλείνουν σ’ ένα σακί και την πνίγουν στη Θάλασσα[5]. Αν ο σύζυγος θέλει να καλύψει το αμάρτημα της γυναίκας του και να την κρατήσει σύζυγό του, πρέπει να την σηκώσει στη ράχη του και να δεχθεί στα πισινά πενήντα ή εξήντα ραβδισμούς. Έπειτα πληρώνει ένα άσπρο, το αποκαλούμενο «κερατιάτικο». Κι από τότε καθένας μπορεί να τον φωνάζει κερατά χωρίς να έχει δικαίωμα να καταφύγει στη δικαιοσύνη».

Ο Γάλλος περιηγητής Aubry de la Montray (1699) περιγράφει το βασανιστήριο αυτό της τουρκοκρατουμένης Ανατολής, με λεπτομέρεια στο χρονικό του: «Ξαπλώνουν το θύμα κατά γης ύπτιο. Κι ενώ ένας γενίτσαρος κρατάει τα πόδια δεμένα ψηλά ο άλλος χτυπάει τα πέλματα μ’ ένα ραβδί πάχους ενός δακτύλου φωνάζοντας μπίρ, ικί, ούτς δηλαδή ένα, δύο, τρία ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός των προκαθορισμένων χτυπημάτων. Η ποινή αυτή επιβάλλεται και κατά των γυναικών που συλλαμβάνονται να ερωτοτροπούν. Δεν τις χτυπούν όμως στα πέλματα αλλά στους γλουτούς, πάνω από το τσιντιανί τους, το βρακί τους δηλαδή».

Ο Άγγλος περιηγητής Bernard Randoiph το 1675 έκανε περιοδεία στο Μωριά, στη Στερεά Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου. Αφηγείται τα βασανιστήρια του καπουδάν πασά[6] (Τούρκου Στόλαρχου) το 1680, στον χειρουργό ενός κουρσάρου, ο οποίος κουρσάρος είχε διαφύγει και τον καταζητούσαν οι Τούρκοι με απειλές κατά των κατοίκων της Μυκόνου. Ο χειρουργός αυτός είχε θεραπεύσει πολλές φορές τις πληγές του αρχικουρσάρου. Ο καπουδάν πασάς έδωσε εντολή να τον τιμωρήσουν με φάλαγγα (εκατό ραβδισμούς στα πέλματα των ποδιών). Ο γιατρός έλεγε ότι δεν γνώριζε που κρυβόταν ο αρχιπειρατής και ο πασάς πρόσταξε να του δώσουν διακόσια κτυπήματα στα οπίσθια  και διακόσια στην κοιλιά και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Πρήστηκαν τα πόδια του και η κοιλιά του έγινε τούμπανο.

Ο καπουκίνος[7] μοναχός Urbano de Rarigi γράφει για τα δεινά της Σύρου τον 17ο αιώνα: «Αυτό το άτυχο νησί κατατυραννείται από τους κουρσάρους, Φράγκους και Τούρκους…. Οι Τούρκοι αποκαλούν τους νησιώτες «τσαουσάν» (λαγούς) επειδή τρέχουν πανικόβλητοι μόλις αντικρίσουν πλεούμενο. Όσους αιχμαλωτίζουν, τους βασανίζουν με φάλαγγα για να μαρτυρήσουν που έχουν κρύψει τα χρήματά τους».

Περιγραφή του βασανισμού αυτού από αυτόπτη: «Ο φάλαγγας ήτον ένα ξύλο από ένα μέτρο έως έξη ρούπια μακρύς, με δύο τρύπες, ως ένα ρούπι μακριά η μία από την άλλην και ένα σχοινί περασμένο με δύο κόμπους εις τες άκρες δια να μην ξεπερνά. Αυτού έβαζαν τους πόδας του τιμωρουμένου και έστρεφον το ξύλο σφίγγοντας τα πόδια και τους αστραγάλους από κάτω και χτυπώντας αυτά με μίαν βέργαν» (Δημ. Πασχάλη, Η Άνδρος, Εν Αθήναις 1927, τ. Β΄, σ. 225)».

Και στα σχολεία!   Ο φάλαγγας ήταν καθιερωμένος ακόμα και στα σχολεία της τουρκοκρατίας. Αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει: «Ο Φάλαγγας ήτον ένα ξύλον από ένα μέτρο έως έξ ρούπια μακριός με δύο τρύπες εις ένα ρούπι η μία από την άλλην, ένα σχοινί περασμένον έχοντας δύο κόμπους εις τες άκρες να μην ξεπερνά. Αυτού έβαζαν τους πόδας και έστριφον το ξύλον και έσφιγγον τα πόδια, εις τους αστραγάλους αποκάτω και ο δάσκαλος έδερνε. Πολλά παιδία εκατουριώντο από τον φόβον των όταν ο αγριοδιδάσκαλος εφώναζε του παιδιού «βρε θεοκατάρατε!» (Θ. Ν. Φιλαδελφέως Περί των από του ΙΗ΄αιώνος αν Αθήναις σχολείων, Χρυσαλλίς, τ. Δ΄[1866], σ. 316 σημ. 2).».

Λοπάρδαλη.

Ένας Αλσατός κατώτερος αξιωματικός τούρκεψε, ονομάστηκε Ibrahim Manzour και εντάχθηκε στον οθωμανικό στρατό ως συνταγματάρχης και το 1818 βρίσκεται υπό τις διαταγές του Αληπασά. Το 1827 κυκλοφόρησε ένα χρονικό προσωπικών εμπειριών ή και λογοκλοπής. Διηγείται ως αυτόπτης μάρτυρας το εξής: Τον Απρίλιο του 1818 πρόσταξε ο Αλής να κλείσουν στο κλουβί της περίφημης λεοπάρδαλης του κήπου του έναν Αρβανίτη που έκλεψε 30.000 πιάστρα, από το ταμείο του, μ’ όλο που έσπευσε να επιστρέψει το ποσό. Αλλά το θηρίο έδειξε απροθυμία να κατασπαράξει τον μελλοθάνατο, παρ’ ότι οι Αλβανοί το εξαγρίωσαν κτυπώντας το με ραβδιά που περνούσαν μέσα από τα κάγκελα. Εκείνη τα δάγκωνε και τα θρυμμάτιζε με μανία σαν να ήταν καλάμια. Τότε οι δήμιοι πρόσταξαν τον άνθρωπο που ήταν μέσα στο κλουβί να αγκαλιάσει τη λεοπάρδαλη, τρυπώντας τον με τα χαντζάρια τους στο λαιμό και στη ράχη, ενώ αυτός ήταν ολόγυμνος κουλουριασμένος στη γωνιά. Τελικά αγκάλιασε το ζώο και εκείνο τον έσκισε με το πόδι στο κεφάλι και αίμα πετάχτηκε από την πληγή. Αυτός έπεσε κάτω και η λεοπάρδαλη περνούσε πάνω από το σώμα του αδιάφορη. Ο Αλής διέταξε τότε να σύρουν το κλουβί με δύο άλογα, έτσι όπως ήταν, στην πόλη, αλλά το θηρίο αρνήθηκε να τον κατασπαράξει. Μετά 4 ώρες τον έβγαλαν και τον αποκεφάλισαν. Ο Αλής πρόσταξε να στείλουν την λεοπάρδαλη σε ένα εξοχικό σεράϊ[8].

Ο αξιωματικός του Ναπολέοντα  Bacheville, «είδε, να ρίχνουν έναν άντρα και μια γυναίκα στο κλουβί της λεοπάρδαλης – την είχαν αφήσει νηστική τρεις ημέρες – και να την κεντούν για να την εξαγριώσουν. Αλλά το θηρίο αρνήθηκε να τους αγγίξει. Φρενιασμένος ο Αλής πρόσταξε να φέρουν ένα κανόνι και να το γεμίσουν. Ζύγωσε, έβαλε φωτιά και όλα μαζί κλουβί, άντρας, γυναίκα και λεοπάρδαλη έγιναν καπνός. Κι ο βεζύρης[9] γελώντας σατανικά είπε: – Κρίμα να τους χωρίσω αφού είναι τόσο αγαπημένοι!».

Αγριόγατος.

Ο Άγγλος περιηγητής Bernard Randoiph το 1675  αναφέρει (βλ. και στην παραγρ. Φάλαγγα) ότι, είχαν συλλάβει όμως και τη γυναίκα του κουρσάρου και για να την κάνουν να ομολογήσει την έγδυσαν ολότελα και την έβαλαν σε μια νησιώτικη βράκα της οποίας έδεσαν προηγουμένως τα μπατζάκια. Έσφιξαν ύστερα το πάνω μέρος της βράκας γύρω από το λαιμό, έβαλαν μέσα έναν αγριόγατο και άρχισαν να τον χτυπούν απ’ έξω με μια βέργα. Ο γάτος ανεβοκατέβαινε ξεσχίζοντας με τα νύχια του τις σάρκες της γυναίκας.

Παλούκωμα (Ανασκολοπισμός).

Ο Άγγλος περιηγητής Henry Blount to 1636 είδε στις πλατείες των χωριών και πόλεων της Θράκης το σύμβολο της τουρκικής τυραννίας: «Άκουσα πολλούς Τούρκους να καυχώνται ότι έχουν θεϊκή εντολή να διοικούν τα άλλα έθνη «με σιδηράν ράβδον». Σε πολλές περιοχές της Τουρκίας, Σκλαβουνία, Βοσνία, Ουγγαρία, Μακεδονία και Θράκη, ο θηριώδης αυτός λαός τοποθετεί σε δημόσια μέρη ένα σιδεροπάλουκο για τρομοκρατία»[10].

Στα τέλη του 17ου αρχές 18ου αιώνα ο Γάλλος γιατρός, Ακαδημαϊκός, καθηγητής βοτανικής και ιατρικής κ.λ. Pitton de Tournefort επισκέφτηκε την Ελλάδα και την Κρήτη και αναφέρει: «…Όταν ένας Τούρκος κλέβει, τον στραγγαλίζουν στη φυλακή ή τον κλείνουν σ’ ένα σακί, προσθέτουν πέτρες και τον φουντάρουν στη θάλασσα. Αν είναι Έλληνας καταδικάζεται σε ραβδισμό ή απαγχονίζεται στο πρώτο δέντρο…

Στην Κων/πολη, ο Γάλλος περιηγητής παρακολούθησε το «παλούκωμα» (ο τρόμος των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας): «Ξαπλώνουν μπρούμυτα το θύμα αφού του δέσουν τα χέρια πίσω, βάζουν στη ράχη του ένα σαμάρι γαϊδάρου και κάθονται πάνω δυο βοηθοί του δημίου για να το ακινητοποιήσουν εντελώς. Ένας άλλος του κρατάει με τα δυο χέρια το κεφάλι κολλημένο στη γη. Τέταρτος βοηθός του δημίου σχίζει με ένα ψαλίδι το πίσω μέρος του βρακιού του θύματος. Τότε ο δήμιος μπήγει το παλούκι, μια ξύλινη σούβλα όσο πιο βαθιά μπορεί. Ύστερα παίρνει ένα ξύλινο σφυρί και χτυπάει το παλούκι ώσπου η μυτερή άκρη να βγει στο στήθος. Ανασηκώνουν έπειτα ορθό το παλούκι και το καρφώνουν στο χώμα. Κι όσο βασανίζεται ο δύστυχος οι τούρκοι τον περιγελούν, τον μυκτηρίζουν και τον καλούν να γίνει μουσουλμάνος.».

Ένας ανώνυμος Γάλλος περιηγητής που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1739 περιγράφει το μαρτύριο που παρακολούθησε: «Ξαπλώνουν το μελλοθάνατο καταγής μπρούμυτα κι ο δήμιος ανοίγει το κάτω μέρος του σώματος με ένα ξουράφι. Ύστερα μπήγουν στην πληγή ένα μυτερό παλούκι μακρύ οχτώ πόδια και αρκετά χοντρό χτυπώντας την άκρη με ξύλινο κόπανο. Όταν η μυτερή άκρη βγει από το δεξιό ώμο του θύματος δένουν τα χέρια στο παλούκι και το καρφώνουν όρθιο στο χώμα. Κι ο όχλος που παρακολουθεί την εκτέλεση γιουχαΐζει…».

Ο Γάλλος περιηγητής Charls – Marie d’Irumberry, που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1791, αναφέρει ότι σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν συνηθίζουν τον αποκεφαλισμό ως τρόπο θανατικής ποινής. Εκεί προτιμούν το παλούκωμα. «Καθώς περνούσαμε από την Ανδριανούπολη είδα εννιά άντρες ανασκολοπισμένους. Απ’ αυτούς ένας μονάχα υπέφερε ζωντανός το μαρτύριο».

Ο Γάλλος περιηγητής Depellegrin το 1718 είδε να εκτελούνται με «παλούκωμα» δύο Αρβανίτες [Μωαμεθανοί Αλβανοί, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στο Μωριά μετά την εκδίωξη των Βενετών για να επιδοθούν σε αρπαγές και πλιάτσικο. Τους εξόντωσε η Μαραΐτικη κλεφτουριά συνεπικουρούμενη και από τούρκικα ασκέρια, γιατί είχαν γίνει «κράτος εν κράτει»]. «Το μαρτύριό τους ήταν τόσο φοβερό που μετάνιωσα για την περιέργειά μου. Τους ξάπλωσαν μπρούμυτα και τους σούβλισαν χτυπώντας το παλούκι με ένα ξύλινο κόπανο. Σ’ αυτό το μαρτύριο μερικού ξεψυχάνε αμέσως. Άλλοι ζουν ολόκληρο εικοσιτετράωρο».

Ο Pouqueville ιστορεί και το τραγικό τέλος του αρματωλού Θύμιου Βλαχάβα από τη Θεσσαλία , ύστερα από τον άτυχο ξεσηκωμό του 1808. Τον είδε στα Γιάννενα δεμένο πάνω σ’ ένα στύλο στην αυλή του Αλή πασά «πιο γαλήνιος από τον τύραννο που απολάμβανε το μαρτύριό του με κοίταζε με βλέμμα ατάραχο λες και ήθελε να με κρατήσει μάρτυρα στο θρίαμβο της υπέρτατης ώρας του. Δέχτηκε χωρίς να βογγίξει και χωρίς να παραπονεθεί τα χτυπήματα του δημίου. Και τα μέλη του που σύρονταν στους γιαννιώτικους δρόμους έδειχναν στους έντρομους Έλληνες τα λείψανα του τελευταίου καπετάνιου της Θεσσαλίας».

Ο Τ. Κανδηλώρος (Η Δημητσάνα, Αθήναι 1897, 36) αναφέρει ότι ο Κεχαγιάμπεης «απεβιβάσθη το 1805 εις Καλάμας φέρων εικοσακισχιλίους πασσάλους προς ανασκολοπισμόν των Κλεπτών. Τραπείς δε εις τα ενδότερα συνέλαβε και εσούβλισε μερί τους εξακοσίους».

Γάντζοι.

Άλλο βασανιστήριο είναι «οι γάντζοι». Αποτελούν ένα ικρίωμα που στήνεται στην είσοδο των πόλεων. Ο δήμιος ανεβάζει τον κατάδικο με καρούλι ψηλά σ’ ένα στύλο. Κάτω από το στύλο είναι καρφωμένα τα τσιγκέλια. Ύστερα αφήνει απότομα το σκοινί κι ο κατάδικος πέφτει μ’ όλο του το βάρος στους γάντζους και καρφώνεται άλλοτε στο στήθος άλλοτε στις μασχάλες ή σ’ άλλο σημείο του σώματος. Κι εκεί τον αφήνουν να πεθάνει. Πολλές φορές ο θάνατος έρχεται ύστερα από τρεις ημέρες».

Σκλάβοι.

Ο Τσέχος διπλωμάτης και περιηγητής, Wenceslas Wratislaw von Mitrowitz που είχε την ατυχία να σκλαβωθεί από Τούρκους και ν’ αλυσοδεθεί σε γαλέρα κωπηλάτης, περιγράφει: «Είναι απίστευτο το βάσανο να τραβάς κουπί σε γαλέρα. Δεν υπάρχει σκληρότερη δουλειά στον κόσμο. Ο σκλάβος είναι δεμένος με αλυσίδες από το ένα πόδι κάτω από τον πάγκο και τον αφήνουν ελεύθερο μόνο για να τραβάει κουπί. Από τη μεγάλη ζέστη είναι αδύνατο να κωπηλατήσει παρά μόνο γυμνός. Φοράει μόνο ένα βρακί από λινάρι. Κι όταν το καράβι ανοιχτεί στο πέλαγος θα περαστούν στα χέρια του σκλάβου σιδερένιες χειροπέδες για να μη μπορεί να αντισταθεί ή να αμυνθεί κατά των Τούρκων. Έτσι  ο αιχμάλωτος σιδηροδέσμιος χεροπόδαρα, είναι αναγκασμένος να τραβάει κουπί νύχτα μέρα ώσπου το δέρμα του να καεί σαν του καψαλισμένου γουρουνιού και ν’ ανοίξει από τη λαύρα. Ο ιδρώτας τρέχει στα μάτια του, περιλούζει το κορμί του. Κι ο καπετάνιος, αν δει κανένα να σταματάει για να πάρει ανάσα, τον χτυπάει με το βούρδουλα της γαλέρας ή μ’ ένα σκοινί βρεγμένο στη θάλασσα, ώσπου να ματώσει το κορμί του. Μ’ όλα αυτά ο σκλάβος πρέπει να σωπαίνει, πρέπει ν’ αποφεύγει ακόμα και να γυρίσει το κεφάλι να φωνάξει «ώχ» γιατί αμέσως ακολουθούν διπλάσια χτυπήματα και βροχή από βρισιές: «Σκύλε, γιατί αντιμιλάς, γιατί θυμώνεις; Η τροφή τους ήταν δυό κομματάκια γαλέττα. Όσες φορές φτάσαμε σε νησιά με χριστιανικό πληθυσμό, ζητούσαμε ή, αν είχαμε λεφτά, αγοράζαμε κρασί ή λίγη σούπα…» Αυτά συνέβαιναν στις γαλέρες του τουρκικού πολεμικού Ναυτικού.

Ο καθηγητής Ζακυνθινός δημοσίευσε την επιστολή ενός Κεφαλονίτη καπετάνιου που πιάστηκε αιχμάλωτος το 1807 και την οποία έστελνε από το Αλγέρι στον αδελφό του: «Την κατάρα των γονέων μας να έχεις αν ζει η μάνα μας  και δεν θέλεις της διαβάσεις τη γραφή να πικραίνεται κι αυτή καθώς και μένανε καίγεται και φλογίζεται η καρδιά μου. Τώρα ένα χρόνο, από την αυγή ίσαμε το βράδυ δουλεύω και κουβαλώ πέτρες βαριές, πεινασμένος, ξυλισμένος, γδυμένος και δουλεύω με τη βροχή, με την κρυάδα και μας ξυλίζουνε ως τα γαϊδούρια».

Κόψιμο του χεριού.

Το 1764 στάλθηκε στην Ελλάδα αποστολή ερευνητών με επικεφαλής τον νεαρό αρχαιολόγο Richard Chandler. Ο Chandler καταγράφει ότι βλέπει και ότι ακούει: για τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων, την ενδυμασία, τη διοίκηση, την οικονομία, τις παραδόσεις και δεισιδαιμονίες, την ψυχαγωγία και μεταξύ άλλων παρατηρεί: «Αλλά όσο πιο πολύ καταπιέζονται [οι Έλληνες] τόσο πιο ευλύγιστοι γίνονται. Η ανάμνηση του φάλαγγα και των εξευτελισμών αλλά και η τιμωρία που περιμένει όποιον θα τολμήσει να σηκώσει χέρι στον αφέντη του, δηλαδή το κόψιμο του χεριού του, εξηγεί τη στάση τους μπροστά στον Τούρκο[11]. Μ’ όλα αυτά ο χαρακτήρας τους είναι ανήσυχος και οι ραδιουργίες δίνουν και παίρνουν, με αποτέλεσμα να είναι πάντοτε διαιρεμένοι».

Στη Θήβα, γράφει το 1813 ο εικοσαετής Άγγλος της πρεσβείας της Πόλης, Turner, «είδε έναν ακρωτηριασμένο από τους ληστές. Χωρίς αυτιά και μύτη, με βγαλμένα μάτια και σημαδεμένο με πυρωμένο σίδερο στο πρόσωπο. Μόνο το στόμα είχε απομείνει»

Αλυσοδεμένοι.

Το 1739 ο Άγγλος περιηγητής Richard Pococke ταξίδεψε στην Ελλάδα και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, διασχίζοντας το φαράγγι της Σαμαριάς, έφτασε στα Χανιά. Στο δρόμο είδε έξη – εφτά Έλληνες «με βαρειές αλυσίδες στο λαιμό», τιμωρία γιατί δεν πλήρωναν τον καθιερωμένο φόρο για τα όπλα τους, μισή κορώνα. Ισχυρίζονταν όλοι ότι δεν είχαν όπλα.

Ο Γάλλος σχεδιαστής Α. L. Castellan το 1797 βρέθηκε, σαν μέλος Γαλλικής αποστολής για την εκτέλεση λιμενικών έργων στην Κων/πολη, στην Ελλάδα και το 1808 κυκλοφόρησε το ένα εκ των δύο ταξιδιωτικών του χρονικών που καλύπτει τις περιηγήσεις του στο Μωριά, τη Ζάκυνθο, τα Κύθηρα και την Ύδρα. Εκεί, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ένα βράδυ στο μώλο της Κορώνης άκουσε κραυγές και ικεσίες και από ένα φως οδηγήθηκε στο κτίριο του λιμεναρχείου. «Μπήκαμε στο υγρό υπόγειο. Μια σιδερένια λάμπα φώτιζε μια σκηνή βασανιστηρίων. Δυο δύστυχοι Μωραΐτες, ολόγυμνοι σχεδόν, κάθονταν σε ένα αχερόστρωμα. Το δεξί τους πόδι ήταν περασμένο ανάμεσα σε δύο αλυσωμένα δοκάρια[12] και στο λαιμό είχαν μια λαιμαριά από όπου κρεμόταν βαρειά αλυσίδα, που μόλις τους επέτρεπε να ξαπλώσουν. Με ελεύθερα τα χέρια τους καταβρόχθιζαν κάτι παλιόφαγα που είχε φέρει η γυναίκα του ενός. Εκείνη καθόταν καταγής και προσπαθούσε να βυζάξη το μωρό της, που τρομαγμένο από τον βρόντο των αλυσίδων, στρίγκλιζε κι’ έκανε να ηχούν οι θόλοι της υπόγας. Η μάνα θρηνούσε, οι αλυσοδεμένοι βλαστημούσαν. Βγαίνοντας από τη φυλακή της απελπισίας ρωτήσαμε τι έγκλημα έκαναν αυτοί οι άνθρωποι. – Κανένα: μας είπαν. Ακούστηκε μονάχα πως τάχα αυτοί οι Έλληνες ανακάλυψαν κάποιο θησαυρό και ότι πρόσφεραν στο μπέη μερίδιο για να μη το μαρτυρήσει στην Κων/πολη και τον χάσουν ολότελα. Έγινε όμως γνωστή η ιστορία, ρωτήθηκε ο μπέης από τους ανωτέρους του, κι εκείνος, για να αποσείσει κάθε ευθύνη, αλυσόδεσε αυτούς τους δυστυχισμένους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, και δεν τους ελευθερώνει ώσπου να αποκαλύψουν το φανταστικό θησαυρό.

Ασπίδα από ανθρώπινα κορμιά.

Ο Γάλλος περιηγητής Charls – Marie d’Irumberry, που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1791, γράφει για τα μαρτύρια των Σφακιωτών: «…Επειδή οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα άλογά τους στα κακοτράχαλα σφακιώτικα βουνά φόρτωσαν τις αποσκευές τους σε 3-4.000 επιστρατευμένους Έλληνες. Και στις μάχες τους ανάγκαζαν να προχωρούν μπροστά με ποινή θανάτου, ώστε να σχηματίζουν προκάλυμμα. Αυτή βάρβαρη και άνανδρη πράξη – όπως με βεβαίωσαν πολλοί Σφακιανοί – επηρέασε αποφασιστικά τους γενναίους επαναστάτες και τους έφερε σε αξιοθρήνητης κατάσταση…».

Άλλοι τρόποι…

Ο συμπατριώτης του Byron αρχαιολάτρης John Hobhouse  περί το 1810, αναφέρει ότι «στην Κωνσταντινούπολη πέρασε από τον τόπο των εκτελέσεων που αποφάσιζε ο καπουδάν πασάς. Οι μελλοθάνατοι υποχρεώνονταν να γονατίσουν και ο δήμιος τους αποκεφάλιζε με ένα κοντόσπαθο ή μ’ ένα πλατύ μαχαίρι. Μερικές φορές δεν ήταν αρκετό ένα κτύπημα για την καρατόμηση. Όταν η εκτέλεση γινόταν μυστικά προτιμούσαν τον στραγγαλισμό. Μερικές φορές απαγχόνιζαν τον κατάδικο από ένα καρφί που έμπηγαν στον τοίχο. Τα επίσημα πρόσωπα στραγγαλίζονταν πρώτα κι ύστερα απαγχονίζονταν. Ο Hobhouse είδε έναν κρεμασμένο. Το κορμί ήταν σκεπασμένο αλλά τα πόδια και τα χέρια ακάλυπτα. Φαίνονταν τα σημάδια από τα βασανιστήρια, κάψιμο και χτυπήματα. Το κεφάλι του κρεμασμένου είχε τοποθετηθεί ανάμεσα στα σκέλια του. Ήταν η έσχατη εκδήλωση εξευτελισμού που εφαρμοζόταν μόνο στους ραγιάδες. Το κεφάλι των Τούρκων που αποκεφάλιζαν το τοποθετούσαν στη μασχάλη. Το πτώμα που είδε ο Άγγλος περιηγητής ήταν ενός κοτζάμπαση από τα Τρίκαλα που κατηγορήθηκε για παροχή εφοδίων στους Ρώσους. Αλλά όπως πληροφορήθηκε το έγκλημά του ήταν τα πλούτη του. Είχε δυο τρία καλά εμπορικά καράβια που τα ορέχτηκε ο καπουδάν πασάς».

Και άλλο βασανιστήριο που περιγράφει ο Pouqueville, σε έναν καλόγερο: «Ο Αλήπασας έδωσε εντολή ν’ αρχίσουν τα βασανιστήρια. Κρύφτηκαν τότε οι βαθμούχοι του βεζύρη και οι δήμιοι άρπαξαν τον καλόγερο, τον έσυραν μπροστά στον Αλή που τον έφτυσε στο πρόσωπο. Πήραν ύστερα μυτερά καλάμια και τα έμπηξαν αργά – αργά στα νύχια των χεριών και των ποδιών του. Του τρυπούσαν  τα χέρια…Όταν τελείωσαν τα βασανιστήρια με τα καλάμια, πέρασαν γύρω από το κεφάλι του, στο ύψος του μετώπου, μια αλυσίδα από κότσια και την έσφιξαν καλώντας τον να ονομάσει τους συνεργάτες του. Αλλά το στεφάνι έσπασε χωρίς ν’ ακουστεί κανένα βογγητό. Οι δήμιοι ζήτησαν να συνεχίσουν την άλλη μέρα και το θύμα τους ρίχτηκε αμέσως σ’ ένα υγρό μπουντρούμι. Ο Αλής δεν παρακολούθησε τη νέα φάση των βασανιστηρίων. Τον κρέμασαν πάνω από μία φωτιά και του καψάλισαν αργά – αργά το δέρμα του κρανίου. Τον τράβηξαν ύστερα, τον ξάπλωσαν κατά γης τον σκέπασαν με μια πλατειά σανίδα κι άρχισαν να πηδούν απάνω για να του σπάσουν τα κόκαλα. Στο τέλος τον έχτισαν όρθιο αφήνοντας το κεφάλι του ελεύθερο. Τον έτρεφαν μάλιστα για να τον κρατήσουν στη ζωή και να παρατείνεται το μαρτύριό του. Ξεψύχησε σε δέκα ημέρες.».

Το χτίσιμο στον τοίχο ήταν μέθοδος του Αληπασά. Σε αυτό το μαρτύριο υπέβαλε ο Αλής τον Αναστάσιο Μπακόλα εκβιάζοντας τον πατέρα του να του μεταβιβάσει την περιουσία του. Τρεις ημέρες τον είχε χτισμένο με το κεφάλι μόνο να είναι ελεύθερο. Ο Αλής, αν οι συγγενείς αργούσαν να εξαγοράσουν τους αιχμαλώτους του, τους άφηνε να σαπίσουν στα μπουντρούμια του. Μπροστά σε τούρκικο σεράϊ στο Βραχώρι ο Pouqueville βρέθηκε κυκλωμένος από πολλούς ακρωτηριασμένους που ζητούσαν ελεημοσύνη. Με κομμένες μύτες και κομμένα αυτιά ζητιάνευαν για να εξαγοράσουν συγγενείς που βρίσκονταν στα χέρια των ληστών ή του Αλή.

Άλλος περιηγητής αναφέρει: «Το μπουγιουρδί[13] σου προσφέρει πολλά αυθαίρετα δικαιώματα. Έπρεπε να ξυλοκοπηθεί ο πρωτόγερος [του χωριού] Χριστού από τον τάταρή μας για να μας στείλει στο σπίτι του παπά. Σκεφτόμουν πόσο άθλια πρέπει να είναι η κατάσταση  των Ελλήνων και πόσο απάνθρωπο φαίνεται σε μας τους Άγγλους να ζούμε με έξοδά τους παρακολουθώντας την τυραννική τους καταπίεση»[14]. Ο Βασίλης ο Αρβανίτης θεωρούσε δικαίωμά του να χτυπάει τους χωρικούς, πάντοτε το ραβδί και τις πέτρες είχε στο νου του και όταν οι ξένοι τον παρατήρησαν για τις βιαιότητές του, είπε: – Χωρίς ξύλο οι Ρωμιοί δεν κάνουν κανένα πράμα!

«Στο χάνι στη χαράδρα μετά το Δομοκό ο τάταρης[15] του Holland πήγε ν’ αρπάξει ένα ζευγάρι κόττες. Ο νοικοκύρης αντιστάθηκε και τότε ο Οθωμανός άρχισε να τον χτυπάει άγρια με το κουρμπάτσι[16] του, Κι ενώ έσκουζαν οι γυναίκες έτρεξε ο περιηγητής και με δυσκολία μπόρεσε να αποσπάσει τον Χανιτζή από τα χέρια του Τούρκου. Πλήρωσε τις κόττες και τις έδωσε στον τάταρη…».

Ο Hollant θα εκφράσει την επιθυμία να επισκεφτεί τον κόλπο της Άρτας. Πρόθυμος ο Αλής πρόσταξε δύο θηριώδεις Αρβανίτες[17], τον Καψομούνη και τον Φυσέκη να τον συνοδέψουν στην περιήγησή του. Αυτοί οι Αρβανίτες διασκέδαζαν κατά την οδοιπορία πυροβολώντας τις βάρκες των ψαράδων, έτσι για να δείξουν την δεξιοτεχνία τους. Σε μια περίπτωση μάλιστα που οι ψαράδες έτρεξαν πανικόβλητοι να σωθούν, τους έβαλαν στο σημάδι φωνάζοντας «κερατάδες» και άλλες φοβερές βρισιές. Στα χωριά ρίχνονταν με μανία πάνω στον κόσμο. «Για να αντιμετωπίσω τις βαναυσότητές τους», γράφει ο περιηγητής, «τους θύμιζα τον Αλή».».

Στο Άργος άλλος περιηγητής ο Hughes, έφιππος με Τούρκο συνοδό, βρέθηκε μπροστά σε ένα φορτωμένο με φρύγανα γάιδαρο ο οποίος έπιανε τη μέση του δρόμου. Ενώ οι ταξιδιώτες παραμέρισαν να περάσει ο γάιδαρος, ο Τούρκος συνοδός θεωρούσε υποτιμητικό να παραμερίσει για να περάσει το ζώο και έτσι ήρθε καταπάνω του το δεμάτι με τα φρύγανα και τότε αναγκάστηκε να παραμερίσει και την οργή του δεν την εκτόνωσε πάνω στο ζώο αλλά στο αφεντικό του που ακολουθούσε το φορτωμένο γάιδαρο. Χίμηξε πάνω του και με το ρόπαλό του τον χτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι. Αίματα άρχισαν να τρέχουν. Ο δύστυχος όμως Έλληνας δεν τόλμησε ούτε να σκούξει ούτε να διαμαρτυρηθεί. Ήξερε πως στην παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας ο Τούρκος τα τραβούσε το σπαθί ή την πιστόλα του.

Ο Αμερικανός ιεραπόστολος [της ευαγγελικής Εταιρίας των Φίλων της Νέας Υόρκης] Stephen Grellet to 1819 αναφέρει ότι οι Τούρκοι αστυνόμοι απέφευγαν να οδηγήσουν τον παραβάτη στο κρατητήριο, αλλά τον τιμωρούσαν επί τόπου με ένα άγριο ξυλοφόρτωμα. Και όταν τον έστελναν στη φυλακή εφάρμοζαν τον φάλαγγα στις πατούσες. «Κι είναι τόσο μαρτυρική τιμωρία που σε μερικές περιπτώσεις προκαλεί το θάνατο του κρατουμένου». Στην Κόρινθο ένας προεστός του είπε ότι οι Τούρκοι συνήθιζαν σαν άθλημα ή για να τροχίσουν τα μαχαίρια τους να κόβουν το κεφάλι του πρώτου περαστικού, ή για να δείξουν την σκοπευτική τους δεινότητα έβαζαν στο σημάδι τους διαβάτες. Ο «ιεραπόστολος» για απάντηση του έδωσε ένα βιβλίο θρησκευτικού περιεχομένου…

Ο νεαρός Άγγλος σπουδαστής της Οξφόρδης Peter  Edmud Laurent το 1818 επισκέφτηκε τη Φιγαλία. Εκεί στο χάνι Κούκουρα συνάντησε μια ομάδα από Τούρκους ταξιδιώτες. Ένας από τη συνοδεία των Οθωμανών πρότεινε στον περιηγητή να τον προσλάβει οδηγό και γενίτσαρο. Είχε καλές συστάσεις από τα αφεντικά του: – Δεν ξέρεις τι ματσούκι[18] δίνει στους χωριάτες για να δείχνουν τις πέτρες!

Καθώς ο λόρδος Sligo και ο συμμαθητής του στο Καίμπριτζ Byron βρέθηκαν στον Πειραιά, θέλησαν ν’ ανέβουν στην Αθήνα. Αλλά πώς; Οι τούρκοι της συνοδείας των ξένων έσπευσαν να επιστρατεύσουν με το βούρδουλα τα άλογα και τους αγωγιάτες που κουβαλούσαν στο λιμάνι φορτίο και όλα ταχτοποιήθηκαν. ‘Ενώ ρέμβαζα αγναντεύοντας το τοπίο» αφηγείται ο γιατρός, «κι έφερνα στη φαντασία μου τους ημίθεους, τον Παρθενώνα και ο Σωκράτη… αναταράχτηκα από το σβούρισμα του καμτσικιού του Αλή, του τάταρη, στη ράχη ενός δύστυχου Έλληνα κι από μια βλαστήμια. Με μιας διαλύθηκαν οι οπτασίες και ξαναγύρισα στην πραγματικότητα».

Ο αξιωματικός του Ναπολέοντα  Bacheville, προσκληθείς από τον Αλήπασα, αφηγείται σε έργο του που εκδόθηκε το 1822 βασανιστήρια στα οποία υπέβαλε ο Αλήπασας τους Έλληνες: «Μια μέρα, γράφει, πρόσταξε ο Αλής να δέσουν ένα στρατιώτη στη μπούκα του κανονιού και τον ανάγκασαν να το πυροδοτήσει ο ίδιος. Ο Αλής γελούσε με το θέαμα. Σε λίγο έφεραν δυο κλέφτες. Βλέποντας ο πρώτος το πτώμα του στρατιώτη νόμισε πως ήρθε η σειρά του. Γονάτισε λοιπόν και παράδωσε το λαιμό του στο φάσγανο[19] του μπόγια. Αλλά τους περίμενε κακό χειρότερο… Τους έκοψαν με κάτι μεγάλα ψαλίδια την άκρη της μύτης, τα αυτιά και τα ακροδάχτυλα, έριξαν αυτά τα ματωμένα σε ένα δοχείο, πρόσθεσαν αλάτι και ξύδι και ανάγκασαν τους μελλοθανάτους να τα φάνε. Μια άλλη φορά έριξε καταδίκους σε ένα καζάνι με βραστό λάδι. Το λάδι και τα ξύλα που χρειάστηκαν τα προμήθεψαν οι συγγενείς των θυμάτων. Πριν 20 χρόνια βρήκε [ο Αληπασάς] ένα γέροντα που του έμοιαζε πολύ, του έκοψε το κεφάλι και το έστειλε ως δικό του στους εχθρούς του. Ενώ εκείνοι πανηγύριζαν για το χαμό του τους αιφνιδίασε και τους εξόντωσε. .. Μια μουσουλμάνα Γιαννιώτισσα κατηγορήθηκε πως είχε ερωτικό δεσμό με κάποιον Ιταλό. Ο Αλής πρόσταξε να την θάψουν ζωντανή ως το λαιμό. Έπειτα άλειψαν το κεφάλι της με μέλι και την άφησαν εκεί στο έλεος των εντόμων. Ύστερα από 48 ώρες κάλεσε τις Γιαννιώτισσες να την αποτελειώσουν με λιθοβολισμό. Λόγο πριν από την άφιξή του στα Γιάννενα έδωσε εντολή να σουβλίσουν κάποιον για ένα ασήμαντο παράπτωμα και να τον ψήσουν. Ανάγκασε μάλιστα τους γονείς του να συνδαυλίζουν και να τροφοδοτούν τη φωτιά».

Ο Άγγλος διδάκτωρ του Καίμπριτζ Clarke, το 1801 ταξίδεψε και στην Ελλάδα και φτάνοντας στις ακτές της Επιδαύρου στο Λιγουριό, ο έμμισθος Τούρκος Ιμπραήμ, που ήταν πάνοπλος «καβαλίκεψε το άλογό του και συγκέντρωσε γύρω του μερικούς χωριάτες. Τους ζήτησε τρόφιμα αλλά εκείνοι με ταπεινό ύφος απάντησαν πως δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο στο σπίτι τους. Ακούστηκε τότε το καμτσίκι του Ιμπραήμ να σφυρίζει πάνω στα κεφάλια και τους ώμους τους. Κατάλαβαν και σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις. – Μόνο έτσι θα μας φέρουν να φάμε αυτά τα μπασταρδόσκυλα! Είπε ο Ιμπραήμ. Ο ταξιδιώτης αναφέρει ότι σάστισε βλέποντας αυτούς τους ρωμαλέους άνδρες που καθένας τους μπορούσε να τσακίσει πολλούς Ιμπραήμηδες, να δέχωνται αδιαμαρτύρητα βουρδουλιές. Και συνεχίζει: «Αυτά κάνει ο τρόμος που εμπνέει το έθνος των ηλιθίων και αχρείων Μωαμεθανών»[20].

———————————————————————————–

[1] «Από το αραβικό «φαλάκ», οθωμανικό εφεύρημα για ποινή και βασανισμό».

[2] [βοεβόδας = ο διοικών επαρχίαν τινά της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως τοποτηρητής του εν Κων/πόλει διαμένοντος τιτλούχου διοικητού αυτής].

[3] [από το boluk basi) = αρχηγός λόχου].

[4] [στρόπος = στρόφος = συνεστραμμένος λώρος ο εκ δέρματος ερίου ή λίνου συνεστραμμένος ιμάς ή δεσμός, ταινία, σχοινίον, τριχιά].

[5] «Ο Byron είδε με τα μάτια του στον Πειραιά το 1811 Τούρκους στρατιώτες να μεταφέρουν μια χανούμισσα κλεισμένη στο σακί για να την πνίξουν (είχε ερωτικό δεσμό μ’ ένα χριστιανό). Ο ποιητής την έσωσε με την πιστόλα στο χέρι κι ύστερα την ελευθέρωσε με χρήματα. Απ’ αυτό το επεισόδιο εμπνεύστηκε και το ποίημά του «Γκιαούρ».».

[6] [καπουδάν πασάς (kaptan pasa) = καπετάν πασάς, αρχηγός του τουρκικού στόλου].

[7] [καπουκίνος = καπουτσίνος (αποτελούσαν αυτοί το τάγμα των μοναχών της Καθολικής εκκλησίας)]

[8] [σεράγιον, το (τουρκ. saray): ανάκτορο].

[9] [βεζύρης, ο (τουρκ. vezir): υπουργός].

[10] «Είναι τα «παλούκια» που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τους ανασκολοπισμούς.

[11] «Οι άγριες τιμωρίες που επέβαλλαν οι Τούρκοι φαίνονται από ένα έγγραφο του υποπροξένου της Βενετίας στην Αθήνα Μηνά Μακρή προς τον βάϊλο (24 Μαΐου 1784): «Ο κύριος υπαίτιος είναι ο Κωνσταντής από τα Σάλωνα τον οποίον διέταξεν ο πασάς να του δώσουν 400 μπαστουνιές. Την ίδια ημέρα εκρέμασε τον καραβοκύρην Ρουστέλ και την τρίτην διέταξε και ξαναέδωσαν άλλες 400 μπαστουνιές εις τον Κωνσταντήν ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Το απόγευμα έμπροσθέν του διέταξε και έδωσαν 700 μπαστουνιές εις τον τρίτον ένοχον ο οποίος έχει ελαχίστας ελπίδας να επιζήσει» (Κων. Δ. Μέρτζιου, Αι τουρκοκρατούμεναι Αθήναι, εις τα αρχεία της Βενετίας, Τα Αθηναϊκά, τευχ. 9 (1958), σ. 39)».

[12] «Ήταν η καθιερωμένη τουρκική μέθοδος στις εγκαθίρξεις. Ένας αγιορείτης καλόγερος, φυλακισμένος στο μπουντρούμι του Μεχμέτ Αβδουλάχ πασά, το 1822, έγραφε στο μοναστήρι του: «… μας έβαλαν εις το Καβάζμπασι στην φυλακήν εισέ σκοτεινόν τόπον και μας έβαλαν εις τα σίδερα, από ένα ποδάρι σ’ ένα σίδερο από δυό νομάτοι. Και άρχισαν να μας παιδεύουνε την νύχτα, δια να μαρτυρήσουμε άσπρα…» (Ιω. Μαμαλάκη, Τα μαρτύρια των αγιορειτών επί Μεχμέτ Εμίν Αβδουλάχ πασά 1822 – 1823, Δ.Ι.Ε.Ε., τ. ΙΖ΄ 91963-1964), σ. 74). Ένας άλλος γράφει: «… όχι μόνον ημίν ησφαλίσαντο τους πόδας εις το τυραννικόν ξύλον…» (ένθ’ ανωτ. σ. 75)».

[13] [Μπουγιουντί (τουρκ.) = δυσάρεστο έγγραφο οιασδήποτε αρχής, οίον απολύσεως, ποινής. Επιτίμησις, κατσάδα].

[14] «Οι θεόφτωχοι χωριάτες προσπαθούσαν να αποφύγουν αυτές τις καταστροφικές φιλοξενίες και να γλυτώσουν τα άλογάτους από τις απλήρωτες και μακρινές αγγαρείες. Ο Byron και ο Hobhouse, κατά την κάθοδό τους από τα Γιάννενα, δυσκολεύτηκαν ανάμεσα σε Λουτράκι και Κατούνα να βρουν άλογα. Ο Βασίλης ο Αρβανίτης που συνόδευε τους περιηγητές – διορισμένος από τον Αλή – είχε έτοιμη τη λύση. – Αφήστε με να μεταχειριστώ το ραβδί μου και θα δείτε πως βρίσκονται τα άλογα! Οι έλληνες αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να στεγάζουν και να τρέφουν απλήρωτα Τούρκους και Αρβανίτες, ντόπιο ή ξένο, καθένα που ήταν εφοδιασμένος με μπουγιουρδί. Ο χωριάτης αντιστεκόταν και τότε ρίχνονταν επάνω του οι τσοχανταραίοι με τα ραβδιά. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε καταλύματα ο Γάλλος εξωμότης Ibrahim Manzour αξιωματικός του Αλήπασα… Πάντως το ματσούκι εξασφάλιζε στέγη και φαγητό για μένα και τους άντρες μου και τα άλογά μου. Αυτές οι σκηνές διαδραματίζονταν κάθε βράδυ κατά τις μετακινήσεις μου κυρίως στην Ακαρνανία, Αιτωλία, Φωκίδα, Λειβαδιά και ένα μέρος της Θεσσαλίας…».

[15] [Τάταρης (tatar)= αυτοκρατορικός ταχυδρόμος.].

[16] [Στα τούρκικα κουρμπά τσι σημαίνει βούρδουλας, μαστίγιο.].

[17] «Έλληνες ήταν αλλά οι περιηγητές θεωρούσαν Αρβανίτες όλους τους στρατιώτες του Αλή και τους περισσότερους κατοίκους των ΒΔ. τμημάτων της επικράτειας».

[18] [Κυριολεκτικά το ματσούκι είναι το μακρύ και χοντρό ραβδί. Η προέλευση της λέξης είναι ιταλική [ιταλ. mazzoca]. Μεταφορικά, η λέξη σημαίνει ξυλοδαρμός.].

[19] [Το φάσγανο ή σφάγανο θεωρείται σαν το πρώτο πολεμικό ξίφος των Ελληνικών ιστορικών χρόνων αναφερόμενο στο έπος της Ιλιάδας από τον Όμηρο].

[20] «Η εμφάνιση περιηγητή με Τούρκο οδηγό αποτελούσε πραγματική συμφορά για τους χωριάτες. Γιατί εκμεταλευόταν το φιρμάνι ή το μπουγιουρδί του ξένου για ανέξοδη καλοπέραση. Οι εξαθλιωμένοι κάτοικοι αντιστέκονταν αλλά τελικά αναγκάζονταν, κάτω από τη βία του γενίτσαρου ή τάταρη, να προσφέρουν στέγη και τρόφιμα και ζώα, συνήθως χωρίς αμοιβή ή με πληρωμή μηδαμινή. Ο Άγγλος περιηγητής Gell (1804)  [ο οποίος αντιπαθούσε τους Έλληνες] γράφει ότι ο Τούρκος συνοδός κατέφευγε πάντοτε στο ραβδί για να βρεθεί κατάλυμα. …Ο Mnzour σημειώνει στο χρονικό του ότι οι δύο Αλβανοί υποκόμοι του, όταν έμπαιναν στο χωριό, ξυλοκοπούσαν άγρια τους Έλληνες. «Δεν το ήθελα. Αλλά ήταν αδύνατο να τους εμποδίσω. Είναι κάτι σαν ένστικτο ανάμεσα σ’ αυτούς τους βαρβάρους»… Ωστόσο όταν οι ξένοι δεν συνοδεύονταν από Τούρκο εύρισκαν παντού φιλοξενία…».

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s