Λαογραφικά στοιχεία του Δωδεκαημέρου, σε χωριά των Καλαβρύτων.

Οι ημέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, στην επαρχία Καλαβρύτων, λέγονται και Δωδεκαήμερο. Γι’ αυτές τις ημέρες έχουν καταγραφεί πολλά έθιμα, πολλές ιστορίες, μύθοι κ.λ. Μερικά απ’ αυτά τα έχω αντιγράψει από το «Ιστορικό λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» και τα παραθέτω στη συνέχεια. Οι πηγές τους και οι αφηγητές τους έχουν καταγραφεί εκεί, στο εν λόγω «Λεξικό».

Βερσοβά: στο χωρίο αυτό παλιά πίστευαν πως την Πρωτοχρονιά έπρεπε να ματώσουν το τουφέκι τους, δηλ. να σκοτώσουν οι κυνηγοί κάποιο ζώο, για να έχουν καλό κυνήγι όλη τη χρονιά.

Βυσωκά: Διήγηση αναφέρει μεταξύ άλλων: «Τσού καλικάντζαρους τσ’ ελέγαμε και κατζούνια και σακτσιμπουχέρια. Ερχόταν από τα λαγκάδια τα Δωδεκαήμερα, μένουνε 12 ημέρες στα σπίτια κι αφήνουνε τ’ αποτυπώματά τσι στη στάχτη, στη γωνιά. Για κείνο τα Δωδεκαήμερα – φαίνεσται – δεν τρώμε φασούλια, αλλοιώς και μη θα κάνουμε σπυριά./ Την παραμονή τω Φωτώνε θέ λά παντρέψουμε τη φωτιά με ξύλα αχλάδας, για να κάμει η γωνιά στάχτη πολλή και ναρθούνε τα σκατσιμπουχέρια να χορέψουνε και να λένε το τραγούδι:/ – Αϊντέστε να φύγουμε,/ γιατ’ έρχετ’ ο τουρλόπαπας/ με την αγιαστήρα του/ και με την πλαστήρα του,/ να μας αγιάσει, να μας μαγαρίσει,/ να μας πετάξει στα λαγκάδια/ για να μας φάνε τα κουτάβια./ Με τη στάχτη που μαγαρίζουνε τα κατζούνια, δεν κάνει να πλύνουμε, γιατί λειώνανε τα σκουτιά. Τη φυλάμε μονάχα και περνάμε τα γαϊδούρια για να τσου πέφτει η ψείρα./ Την παραμονή τω Φωτώνε, τα μεσάνυχτα, που φεύγανε οι καλικάτζαροι κι ανοιούνε τα επουράνια, πρέπει να βγαίνουμ’ όξω και να τηράμε τον ουρανό. Και συντ’ ανοίξουνε οι ουρανοί, πρέπει αμέσως να ειπούμε όποια ευκή θέλουμε. Ένας, μια βολά, αντί να ειπεί «χίλια» μπερδεύτηκε και είπε «χείλη» και λέν’ ότι φουσκώσανε τα χείλια του και πρηστήκανε»./ «Λεν’ ότι τα σκατσιμπουχέρια είναι σα σαϊτανάδες κι έχουνε κι ένα πριόνι και πελεκάνε τον κορμό που στηρίζει τη γής. Κι όσο τόνε πελεκάνε, τόσο ξαναγίνεται κείνος κι αρχινάνε πίσω πάλε τα ίδια».». Διηγήσεις περί καλικαντζάρων:/ «Τα Δωδεκαήμερα, που κάνουνε πάψη τα σχολεία, δεν πηγαίνουνε στο μύλο άλεσμα και φεύγουν απ’ τους μύλους οι νοικοκυραίοι κι ούλοι. Κι ήτανε μια γυναίκα κι είχε μια τσούπα δικιά τσι και μια προγονή. Την προγονή όμως δεν τη χώνευε. Φκιάνει λοιπόν τ’ άλεσμα και τη στέλνει στο μύλο τα Δωδεκαήμερα. Κίνησε κείνη και πήγε στο μύλο κι απάντησε τα σκατσιμπουχέρια και τη ρωτήσανε: – Πόσα πλευρά έχεις; – Τρία, λέει εκείνη, κι είπε ψέμματα. Τσι πήρανε τ’ άλεσμά τσι κ’ αλέσανε, και γιομίσανε με λεφτά, με ασημικά κι ένα σωρό πράματα αδίκητα. Τότενες εκείνη γυρίζει και τσου λέει: – Θέλω και σμύρνα. Σμύρνη ζώστρα. Παηγαίνανε, λοιπόνου, οι κατσιμπουχέροι και τ’ αλησμονάγανε. Γυρίζανε πίσω  και τη βρίσκανε και φόρτωνε. Το ξεφορτώνανε τότενες πάλε. Το πήρανε σμύρνη – σμύρνη, πήγανε, το βρήκανε και τη φτάσανε. – Για τόνα πλευρό, για τ’ άλλο, πίσω είναι λέγανε. Πήγε κείνη στο σπίτι και συντά είδε η μητρυγιά τσι, τόσα χρυσαφικά, πράματ’ αδίκητα, τι κάνει; Φκιάνει άλεσμα και στέλνει και τη δικιά τσι την τσούπα. Και συντά πήγε στο μύλο, τήνε πιάσανε τα κατσιμπουχέριαα και τήνε σουγλίσανε»

Καλαμιάς: Στο χωριό αυτό λέγουν: «Χαρά στα γέννα (=Χριστούγεννα) τα στεγνά, τα φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βροχούμενα, τ’ αμπάρια γεμισμένα». Πρόβλεψη και ευχή συνάμα για τα σπαρτά. Είναι η επιθυμία των αγροτών να είναι χωρίς βροχή τα Χριστούγεννα, να ρίξει χιόνι τα Φώτα και να βρέξει τη Λαμπρή. Έτσι τότε θάχαν γερή σοδειά και θα γεμίσουν τ’ αμπάρια.

Κέρτεζη: Άλλη διήγηση: «Από τα Χριστούγεννα που αρχίζουν τα δωδεκαήμερα, έρχονται τα Καλικατζάρια και κάθουνται στους μύλους και στις στάχτες, στα σταχτοφούρνια, γιαυτό δε σβαίνουνε τη φωτιά ούλη νύχτα 12 ημέρες για να μην κάθουνται τα καλικατζάρια. Στις 12 αυτές μέρες καίνε κάθε βράδυ στη φωτιά χαμολιό και όταν πάνε τα κατσιμπουχέρια λένε: «χαμολιός μυρίζει εδώ να καή τούτο το χωριό». Μετά μαζεύουνε τη στάχτη και πάνε και τη ρίνουνε στα χωράφια για να ψοφήση η μελίγκρα. Κάθε βράδυ επίσης βουλώνουνε καλά τα μπότια με το νερό. Αυτές δε τις μέρες δεν επιτρέπεται ούτε να λουστούνε ούτε να πάνε στο μύλο. Ένας μυλοφόρος επήγε τέτοιες μέρες να αλέσει αλλά δεν ηύρε μυλωνά εκεί. Τι να κάμη τώρα πιάνει και κινάει μοναχός του το μύλο και άλεθε. Εκεί που άλεθε άναψε λιγούλα φωτιά και έβαλε λίγο κρέας να ντο ψήση. Αλλά τότε είδε τα Καλικατζάρια να ψένουνε βατράχια δίπλα του και να λένε: «το παχύ με τ’ αχαμνό» και βαράγανε το κρέας με τα βατράχια. Μάζεψε το άλεσμα ανέβηκε μεσογόμι και πήγε να φύγη. Του πέφτανε κοντά τα Καλικατζάρια, του φτάνανε τ’ άλογο. Έ και το ένα πλευρό, έ και το άλλο έ και το μεσογόμι, εκείνος ο κερατάς πού είναι, θα είναι στο μύλο. Ξαναγυρίζανε, αναποδογυρίζανε τα πάντα στο μύλο, δεν τόνε βρίσκανε, αμολιόσαντε πάλαι κοντά. Έφτασε κανιά βολά κοντά στο σπίτι του. Λέει στη γυναίκα του: «Φέρε μου ένα δαυλί». Πετάει το δαυλί μουντζουρώνει ένανε. Οι άλλοι λακίξανε ο μουντζουρωμένος δεν κόταγε να πάη κοντά στους άλλους και έλεγε στη γυνάκα του αλεστή: νίψε με να φύγω να σου χαρίσω ότι θές. Θα σου φκιάσω σπίτι. Φκιάσε μου τόλεγε εκείνη και θα σε νίψω. Όχι μη τόνε νίβης της έλεγε ο άντρας της, αλλά αυτή δεν άκουγε. Τούφκιασε λοιπόν ωραίο σπίτι με μπαλκόνι μεγάλο και λέει στη γυναίκα. Και τώρα νίψε με. Και αυτή τον ένιψε. Αλλά μόλις τον ένιψε αυτός άπλωσε το πόδι και τα γκρέμισε όλα. Συνήθως τα Καλικατζάρια μπαίνουνε στα σπίτια από τα φουγάρα. Άμα περάση το δωδεκαήμερο και γίνη ο πρώτος αγιασμός φεύγουν τραγουδώντας. Ά πάμετε να φύγουμε γιατί έρχεται ο τουρλόπαππας, με την αγιαστούρα του και με την πλαστήρα του . Θα μας κάνη ντρίτσι-ντρίτσι θα μας ρίξη στα λαγκάδια να μας φάνε τα τσακάλια. Την παραμονή των Φώτων χύνουνε όλα τα νερά για να πιάσουνε άλλα αγιασμένα. Στις 12 η ώρα τη νύχτα ανοίγει ο ουρανός και άμα είσαι εκείνη την ώρα εκεί ό, τι ζητήσεις το έχεις…».

Λακκώματα: «Την πρωτοχρονιά και την Πρωτομαγιά προσέχουν πολύ ποιος θα πρωτομπεί στο σπίτι. Εν τω μεταξύ την Πρωτοχρονιά σπάνε ένα ρόδι, για να είναι τα χρόνια του νοικοκύρη, όσα είναι τα σπυριά του ροδιού. Προσέχουν δε ποιος θα μπεί τέτοιες μέρες πρώτος. Συνήθως προτιμάνε να είναι αγόρι μέχρι 15 χρονών και μάλιστα από καλή και εύπορη οικογένεια…».

Λεχούρι: «Τη Πρωτομαγιά, Πρωτοχρονιά δε δίνουμε δανεικά…».

Πλάτανος (Νεζερών): «Την πρωτομηνιά και την Πρωτοχρονιά εξετάζουμε το ποδαρικό. Αν μπεί καλός άνθρωπος θα πάει καλά η χρονιά, αν μπεί κακός θα πάει στραβά…».

Σκούπι: «Έθιμα λαϊκού εορτολογίου./ Δωδεκαήμερο λένε όλες τις μέρες από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την παραμονή των Φώτων. Τότε ξαναφαίνουν οι καλλικατζαραίοι, σατανάδες που μοιάζουνε σα γουρνόπουλα ή σαν ασχημόπαιδα και μαγαρίζουνε τα γλυκά./ Την παραμονή των Χριστουγέννων σφάζουνε το γουρούνι. Όταν το σφάξουνε το λιβανίζουνε για να φεύγουν τα δαιμόνια που έστειλε ο Χριστός από τον δαιμονισμένο σε δαύτο./ Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το νερό κοιμάται ώρες – ώρες. Τότε η νιόπαντρη πάει κι ασημώνει τη βρύση. Όλο το δωδεκαήμερο βάζουνε ένα χοντρό κούτσουρο στη φωτιά για να ζεσταθεί ο Χριστός./ Την παραμονή των Φώτων μαζεύουνε τη στάχτη από το σταχτοφούρνι και την πετάνε για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι…».

Σουδενά: Κάλαντα του Αγίου Βασιλείου: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος/ αρχή που βγήκε ο Χριστός άγιος και πνευματικός/ στη γής να περπατήση και να μας καλοκαρδίση./ Άγιος Βασίλης έρχεται, άρχοντες τον κατέχετε/ από την Καισαρεία – συ’ σαι αρχόντισσα κυρία – / βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι/ το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ωμίλει/ – Βασίλη πούθε ν’ έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις,/ – Από τη μάνα  μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω/ – Κάτσε να φάς, κάτσε να πιής, κάτσε να τραγουδήσης/ – Εγώ τραγούδια δεν εμάθαινα, γράμματα μαθαίνω/ – Αφού μαθαίνεις γράμματα πές μας την αλφαβήτα/ και στο ραβδί ακούμπησε να ειπή την αλφαβήτα/ ξερό, χλωρό ήταν το ραβδί, χλωρούς βλαστούς πετάει/ κι απάνου στα κλωνάρια του οι πέρδικες λαλούσαν/ δεν ήσαν μόνο πέρδικες, αλλά και περιστέρια.».

Στρέζοβα: «Καλικάντζαροι, Οι Κουτσικουμάνηδες. Είναι μαγαρισμένοι, βγαίνουν κι έρχονται το Δωδεκαήμερο απάνω. Είναι κουτσοί και μπαίνουν από τα τζάκια και μαγαρίζουν τα φαγιά και τ’ αναχρικά [;] των ανθρώπων. Μια βολά ένας πήγε στο μύλο και είχε λίγο κρέας και τόψενε απέ την άλλη μεριά παρουσιάστηκαν οι κουτσικουμαναίοι και ψένανε σβαρθάκλους (βατράχια) κι εσήκωναν το σουγλί και βάργαν του χριστιανού το κρέας και του το μαγάριζαν…».

Σημ.: οποιαδήποτε χρήση των παραπάνω πρέπει ν’ αναγράφει την πηγή τους.

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s