Επιτίμια – αφορισμοί, στην επαρχία Καλαβρύτων.

Στις 26 Ιουνίου 1843 οι Κωνσταντίνος και Ιωάννης Κωστακόπουλοι, σε έγγραφό τους προς την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της επικρατείας ανέφεραν ότι ο πατέρας τους Παναγιώτης Κωνστακόπουλος  ή Κουκόπουλος αποθανών το 1822 άφησε στην περιφέρεια του χωριού Κερπινή της επαρχίας Καλαβρύτων αρκετή ακίνητη περιουσία  την οποία διαχειριζόντουσαν άτομα τα οποία δεν εγνώριζαν. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού αρνούντo να καταμαρτυρήσουν στα παιδιά του, πού ακριβώς είχε περιουσία ο πατέρας τους αλλά ούτε και τους διαχειριστές αυτής καταμαρτυρούσαν, γι΄ αυτό αλλά  και για να προκύψει η αλήθεια, τα παιδιά ζητούσαν να τους δοθεί άδεια να επιτιμήσουν (αφορίσουν) τους κατοίκους ώστε φοβηθέντες αυτοί να αποκαλύψουν την αλήθεια. Η εν λόγω Γραμματεία ζήτησε από τον Διοικητή Αχαΐας να ερευνήσει την υπόθεση και να εξακριβώσει ποιοί κάτοικοι ήσαν κάτοχοι της περιουσίας του πατέρα των αιτούντων.

Ο Διοικητής Κυναίθης (Καλαβρύτων), προς τον οποίο διαβιβάστηκε στις 9.7.1843 η εντολή μέσω του Διοικητού Αχαΐας, στις 10 Αυγούστου 1843 απάντησε ότι «…καθ’ ας πληροφορίας ελάβομεν παρά του Δημάρχου Κερπινής, ο διαληφθείς Κουκόπουλος, προ της επαναστάσεως  αποχωρήσας από την πατρίδα του Κερπινήν, διαμένει σταθερώς εις Πάτρας και ότι όσα πατρικά του και δικά του κτήματα είχεν ενταύθα, επώλησεν έκτοτε προς τους ανεψιούς του Θεοδωράκην και Γεώργιον Κούκους[1] κατοίκους Κερπινής παρά των οποίων και κατέχονται σήμερον…». Έτσι το αίτημα για επιτίμιο δεν φαίνεται να είχε συνέχεια.

Από άλλο έγγραφο του Διοικητή Καλαβρύτων προς το υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως με ημερομηνία 3 Απριλίου 1845, μαθαίνουμε ότι η μονή της Αγίας Λαύρας ανέφερε στη διοίκηση ότι μεταξύ των χωριών Κραστικοί (;)[2] του δήμου Καλαβρύτων και της Κούτελης του δήμου Λαπαθών είχαν καταπατηθεί από τους χωρικούς περί τα 100 στρέμματα χέρσου γης η οποία ανήκε στην Αγία Λαύρα και παρ’ ότι πολλοί γνώριζαν τους καταπατητές δεν τους κατονόμαζαν φοβούμενοι. Η μονή της Αγίας Λαύρας ζήτησε την άδεια να «επιτιμήσει τους γιγνώσκοντας και μη ομολογούντας, δια της αγίας κάρας του Αγίου Αλεξίου, την οποίαν έχουσιν οι κάτοικοι εις πολλήν ευλάβειαν..». Ζητούσε λοιπόν το Ηγουμενοσυμβούλιο να του δοθεί η άδεια να διαβάσει επιτίμιο στο όνομα του Αγίου Αλεξίου, το οποίο θα εξέδιδε ο Ηγούμενος της μονής.

Το εν λόγω υπουργείο, στις 20.4.1845, ζήτησε τη γνώμη της Ιεράς Συνόδου, η οποία απάντησε ως εξής: «…ό,τι γράφει ο διαληφθείς Διοικητής ούτε εγένετο ποτέ ούτε γίνεται. Και αν το συμβούλιον της μονής Λαύρας έχει χρείαν και του μέσου του επιτιμίου εις την ανακάλυψιν των καταπατουμένων γαιών αυτής, δύναται να ζητήσει τοιούτον είτε παρά του αρμοδίου επισκόπου είτε παρά της Συνόδου…». Το έγγραφο υπογράφουν 4 ιεράρχες.

Το υπουργείο στη συνέχεια απάντησε στον διοικητή Καλαβρύτων στις 27 Απριλίου, αναφέροντας ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη και παραθέτοντας το σκεπτικό της Ιεράς Συνόδου.

Από τα παραπάνω έγγραφα αλλά και άλλα πολλά από διάφορες περιοχές της χώρας όπως τη λοιπή Πελοπόννησο, τη Ρούμελη, τα νησιά, την Ήπειρο κ. Ά. προκύπτει ότι το επιτίμιο είχε ευρεία χρήση, ήταν μέσο άσκησης πίεσης και εκφοβισμού για την αποκάλυψη της αλήθειας και ως ένα βαθμό είχε υποκαταστήσει το ανύπαρκτο σχεδόν δίκαιο της εποχής εκείνης για τους Έλληνες. Επίσης προκύπτει ότι οι πολιτικές αρχές (Διοίκηση) είχαν λόγο στην έκδοση της αδείας και ότι δεν εδίδετο εύκολα η άδεια για χρήση αυτού. Ένα δείγμα επιτιμίου θα παραθέσω στο τέλος, για να διαπιστώσει ο αναγνώστης τη φρασεολογία του και τον φόβο που προξενούσε στους Χριστιανούς.

Αλλά…

Τι είναι το Επιτίμιο;

Η λέξη αρχικά σημαίνει είτε την αξία, είτε την εκτίμηση, είτε την τιμή κάποιου πράγματος, αλλά σημαίνει επίσης και την ποινή, την τιμωρία ως και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης. Οι εκκλησιαστικοί πατέρες επέβαλλαν γραπτές ποινές στους χριστιανούς που υπέπεπταν σε αμαρτωλές παρεκτροπές με σκοπό να συνετιστούν, να μετανοήσουν και να επανέλθουν στο σωστό δρόμο. Αυτές οι ποινές γενικά, λεγόντουσαν επιτίμια. Επί Τουρκοκρατίας, υποκαθιστώντας το επιτίμιο το δημόσιο δίκαιο εντός του οθωμανικού πλαισίου της κατεχόμενης χώρας, όχι μόνο η επιβολή (ποινή) αλλά και η απειλή επιβολής αυτού είχε ευρεία χρήση, η οποία επεκτάθηκε και στα κατοπινά πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους και στη συνέχεια περιορίστηκε στους κόλπους της εκκλησίας. Πολλές πατριαρχικές αποφάσεις στη διοικητική περιφέρεια του πατριαρχείου, διασφαλιζόντουσαν με την απειλή του αφορισμού[3]. Σε αρκετές περιπτώσεις ο απειλούμενος συμμορφωνόταν στις υποδείξεις της εκκλησίας. Η επίκληση των αποτρόπαιων αποτελεσμάτων του επιτιμίου προξενούσε φόβο και εξανάγκαζε σε επανόρθωση της αδικίας, σε αποκάλυψη της αλήθειας κ.λ. Ο χριστιανός έχοντας υπ’ όψιν του τις δοξασίες περί βρυκολάκων, νεκρών που παρέμεναν άλιωτοι κ.λ. ως επίσης και τις απειλές (κατάρες) ακόμα και για ασήμαντες αιτίες: να τουμπανιάσεις! να μη λιώσεις! να πέσει φωτιά να σε κάψει κ.ο.κ. βρισκόταν σε καθεστώς φόβου και διαρκούς απειλής και βαθιά επηρεαζόταν στις αποφάσεις του. Στην περίπτωση όπου ο αδικών υποχωρούσε, μέσω μιάς διαδικασίας μπορούσε να γίνει άρση του επιβληθέντος επιτιμίου, από εκείνον όστις και το επέβαλε.

Ποιοί επέβαλλαν το επιτίμιο.

Ο οικουμενικός πατριάρχης αλλά και άλλοι πατριάρχες έχουν το δικαίωμα επιβολής επιτιμίου σε κληρικούς και λαϊκούς. Δικαίωμα επιβολής επίσης είχαν οι επίσκοποι (μητροπολίτες) οι οποίοι μερικές φορές μπορούσαν και να εκχωρήσουν αυτή την αρμοδιότητα σε κατώτερους αυτών ιερωμένους. Έτσι ο πατριάρχης εκχωρούσε την «αρμοδιότητα» αυτή στον Έξαρχο, σε Πρεσβύτερο ή και σε Ηγούμενο μοναστηριού.

Διαδικασία επιβολής του επιτιμίου.

Διατυπωνόταν το αίτημα και η ανάγκη για την επιβολή της ποινής στον αρμόδιο επίσκοπο, εκείνος στη συνέχεια διερευνούσε το θέμα με όποιον τρόπο είχε πρόσφορο και απεφάσιζε να επιβληθεί αυτό και να κοινοποιηθεί στους χριστιανούς σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο. Διαβαζόταν από ιερέα ή Μητροπολίτη φέροντα ωμοφόριο και πετραχήλι, τις Κυριακές ή και σε άλλες μεγάλες γιορτές στην εκκλησία με επισημότητα σε κλίμα έντονης θρησκευτικότητας των εκκλησιαζομένων κάνοντας πολλές φορές και χρήση μαύρων κεριών. Ο αφοριζόμενος διεσύρετο κατά κάποιο τρόπο, αισθανόταν αποκομμένος από τους λοιπούς πιστούς, δεν απολάμβανε των υπηρεσιών της εκκλησίας υπό των ιερέων, ήταν απομονωμένος και αισθανόταν μειονεκτικά, ντροπή και απαξίωση.

Ο φόβος του διασυρμού, της θρησκευτικής και κοινωνικής απομόνωσης, της ποινής και των αποτελεσμάτων του επιτιμίου ήσαν οι βασικές συνέπειες, τα αποτελέσματα της επιβολής του επιτιμίου σε βάρος ενός πιστού, ενός χριστιανού. Αλλά και η ευθεία απειλή της ζωής του και τα μεταθανάτια αποτελέσματα του επιτιμίου, αποτελούσαν εκφοβιστικό οδηγό γι τις αποφάσεις και την εν γένει συμπεριφορά του χριστιανού και ειδικότερα του αμαρτήσαντος. Οι αφορισμοί αρκετές φορές ήσαν ανεπιτυχείς, αναποτελεσματικοί, άδικοι ακόμα και εκτός ηθικών και γραπτών νόμων, οφειλόμενοι σε εμπάθεια, ιδιοτέλεια ή πλημμελή έλεγχο, οπότε ο αφορισθείς­ αντί να συνετιστεί οδηγείτο οικειοθελώς εκτός της χριστιανικής κοινότητος.

Η άρση (λύση) του επιτιμίου γινόταν από τον αρμόδιο ιεράρχη, εκείνον δηλαδή που το επέβαλε ή τον διάδοχό του αν αυτός είχε πεθάνει, ή από τον Πατριάρχη, μετά από αίτημα του αφορισθέντος ο οποίος είτε είχε μετανοήσει, είτε είχε επανορθώσει την αδικία, είτε αποδείκνυε ότι δεν είχε σχέση με την κατηγορία για την οποία του επιβλήθηκε το επιτίμιο. Ο αρμόδιος ιεράρχης ερευνούσε το αίτημα και την άρση της αδικίας και αποφάσιζε εκδίδοντας συγχωρητικό έγγραφο και ακολουθούσε τελετουργικό με τον κανόνα του Δεσπότου Χριστού και ειδική ευχή να διαβάζονται υπό του αρχιερέα επί της κεφαλής αυτού που επρόκειτο να συγχωρεθεί. Αν ο αφορισθείς είχε πεθάνει με μεσολάβηση των συγγενών του, η λύση γινόταν με αγιασμό, λειτουργία, ανάγνωση της συγχωρητικής ευχής επί του τάφου του, ή και με γενική άρση του αφορισμού για ομάδα ατόμων στην οποία είχε υποβληθεί και στην οποία ανήκε και ο αποβιώσας. Πέραν αυτών αναφέρονται και πολλοί άλλοι τρόποι άρσης των συνεπειών της επιβολής του επιτιμίου.

Ο αιτών κατέβαλλε και έξοδα για την έκδοση του επιτιμίου, τα οποία πήγαιναν ως «τυχερά» π.χ. στον σακελλάριο, στον εκκλησιάρχη, στον αρχιμανδρίτη, στον ιερομνήμονα, στον ηγούμενο του μοναστηρίου, στον κηροπλάστη κ.λ.

Στην περίοδο της Βενετοκρατίας αλλά και της Τουρκοκρατίας έγιναν προσπάθειες να περιοριστεί η ποινή του αφορισμού. Η πολιτεία (κοινοτικές αρχές, αποφάσεις Βασιλείας, Αντιβασιλείας κ.λ.) αργότερα θέλησε να έχει λόγο και επεδίωξε οι πράξεις των αρχιερέων και της Συνόδου καθώς και η άδεια επιβολής ποινής να δίδεται αφού υπάρξει και η άποψη και έγκριση αυτής και αφού ο αιτών την επιβολή της ποινής ζητήσει την συνδρομή της πολιτικής εξουσίας. Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της 14.7.1853 τα επιτίμια καταργήθηκαν τουλάχιστον θεωρητικά.

Στον 20ό αιώνα, εκτός του αναθέματος του Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως στις 12.12.1916 και κάτω από το πρίσμα της πίεσης από την πολιτική εξουσία[4], δεν υπάρχει αξιοσημείωτη εμφάνιση επιτιμίου. Το 1946 ο ιεροκήρυκας τότε και μητροπολίτης Φλωρίνης αργότερα Αυγουστίνος Καντιώτης, επανέφερε τα επιτίμια στα διάφορα κηρύγματά του. Μεμονομένες περιπτώσεις μπορεί να αναφερθούν οι εξής: Ο αφορισμός του μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβροσίου κατά της μοναχής της μονής Αγίων Θεοδώρων Καλλινίκης (Εκκλ. Διακον. ΙΔ΄, Φ. 214/ 30.7.1993 και φ. 216/30.10.1993), το επιτίμιο της ακοινωνησίας στον Αντώνη Τρίτση για την κκλησιαστική περιουσία και ο αφορισμός του Ν. Σωτηρόπουλου από την σύνοδο του Οικουμ. Πατριαρχείου (Εκκλ. Αλήθεια, 1-16 Ιαν. 1994).

epitimio1Πηγή των εγγράφων: Γ.Α.Κ.

————————————————————————————————————

[1] Στο Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων στον Γ΄ τόμο έχω καταγράψει Γεώργιο και Θεοδωράκη Κούκο από την Κερπινή, με τις αιτήσεις τους για απονομή αριστείου και τα πιστοποιητικά που τους δόθηκαν από τους Ανδρέα Λόντο και Ν. Φραγκάκη στα οποία αναφέρονται οι μάχες στις οποίες έλαβαν μέρος, καθώς και ότι δικαιώθηκαν «Σιδηρού αριστείου». Αυτά το 1841.

[2] Καστρικών το αναφέρει το έγγραφο.

[3] Ο αφορισμός προοριζόταν κυρίως για τους λαϊκούς (και για τους απλούς μοναχούς) και επρόκειτο για ποινή βαριά που επιβαλλόταν, όντας γνωστή η φράση: «Εν οίς οι κληρικοί καθαιρούνται, οι λαϊκοί αφορίζονται». Ο αφορισμός ήτο μια μορφή επιτιμίου, άλλη ήταν το ανάθεμα. Αφορισμός είναι ο αποκλεισμός από την κοινωνία της εκκλησίας και η στέρηση των μυστηρίων της εκκλησίας.

[4] Η άνοδος βέβαια στην εξουσία του Βενιζέλου, προκάλεσε την επόμενη χρονιά άρση της ποινής, άρση η οποία σε άλλες περιπτώσεις και συνθήκες, δεν θα μπορούσε να γίνει. Όσοι δε ιεράρχες είχαν συνεργήσει στην επιβολή του, απομακρύνθηκαν.

Advertisements
This entry was posted in παραδόσεις κ.λ., Ιστορία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s