Τοπωνύμια στο Γκέρμπεσι.

Στον συμπληρωματικό τόμο του Ιστορικού Λεξικού της επαρχίας Καλαβρύτων και στο λ. Γκέρμπεσι έχω καταγράψει τα παρακάτω, για μερικά εκ των τοπωνυμίων που απαντώνται στο Γκέρμπεσι.

Βέβαια υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια τα οποία δεν έχω αναφέρει γιατί δεν γνωρίζω στοιχεία προέλευσής τους.

Ένα τέτοιο είναι το «Ζάβρας» που ίσως πρέπει να συσχετιστεί με το επώνυμο «Ζάβας» για το οποίο αναφέρω στα διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στοιχεία για τους «Ντέντες» στο παρόν blog.

Άγιος Νικόλαος (ερείπια): Από το βιβλίο μου «Γκέρμπεσι διαδρομή…» σ. 131 μεταφέρω εδώ: «Αυτού του ναού, που δεν γνωρίζουμε αν ήταν ξωκλήσι ή κύρια εκκλησία του χωριού το οποίο ίσως αρχικά να ήταν χτισμένο σε θέση  πλησίον της εκκλησίας αυτής, σώζονται ελάχιστα ερείπια καλυμμένα από χώματα και θάμνους στην ομώνυμη περιοχή «Άι Νικόλας» στα δεξιά του χωματόδρομου που οδηγεί από το Γκέρμπεσι στο Καρούσι και στη θέση πριν το χωράφι Τζώρτζη και πάνω ακριβώς από το αλώνι του Μουρτά, μετά τις λεύκες. Τα ερείπια είχε δείξει σε μένα ο αείμνηστος παππούς μου και μου είχε πει ότι εκεί βρισκόταν ο «Άι Νικόλας». Δεν γνωρίζουμε κάτι άλλο σχετικό με αυτόν τον ναό. […].  Κατά μία εκδοχή η ύπαρξη της εκκλησίας εκεί καθώς και τα νερά των πηγών «Γκούριζα» και «Κριεγκούριτ» ως επίσης και η εύρεση υπολειμμάτων κεραμικών μαρτυρούν ότι εκεί ίσως υπήρχε οικισμός πριν την δημιουργία του χωριού Γκέρμπεσι στην θέση που βρίσκεται σήμερα.

Άη Λιάς: τοπωνύμιο στο βουνό πάνω από το χωριό όπου το ξωκλήσι του προφήτη Ηλία, απ’ όπου και το όνομα του χωριού όταν μετονομάστηκε, Προφήτης Ηλίας.

Βάθρες (οι):  (θηλ). Στην Ελληνική γλώσσα μόνο ως επεξηγηματικό μικρής λίμνης απαντάται. Όμως στην περιοχή όπου το τοπωνύμιο στο Γκέρμπεσι δεν υπάρχει λίμνη. Οι λέξεις: vath, -i, -ët (βάθ, -ι, -τα), ουσιαστ. =  το σκουλαρίκι, το ενώτιο. Vath/ë, -a, -at (βάτ/, -α, -ατ) ουσιαστ. = η μάντρα, το μαντρί, Vat/ër, -ra, -rat (βάτ/ρ, -ρα, -ρατ), ους. θηλ. = η γωνιά του τζακιού, αλλά και η κοιτίδα, η φωλιά, και κυρίως η δεύτερη και η τρίτη, μπορούν να εξηγήσουν τη σημασία του τοπωνυμίου, που είναι αρβανίτικο, και σήμερα είναι δασωμένη και άγονη περιοχή. Τα μαντριά που πιθανόν υπήρχαν και η απόμερη περιοχή, έδωσαν την ονομασία.

Γκουριγλιάτη: (γκούρι γκλιάτι) τοπωνύμιο αρβανίτικο, (gur –i = πέτρα + giatë (i,e) = μακρύς, ψηλός, εκτενής), ψηλή (μεγάλη) πέτρα. Κοφτός απότομος βράχος ίσως. Αλλά επειδή από το giatë (i,e) = μακρύς, ψηλός, εκτενής έχει γίνει και το επώνυμο Γκλιάτης, επώνυμο που δεν συνάντησα μέχρι σήμερα στο Γκέρμπεσι, θεωρώ απίθανο να σημαίνει «η πέτρα του Γκλιάτη».

Γκούριζα:  Τοπωνύμιο ανατολικότερα του «Κριεγκούριτ» όπου πηγή  φυσική  της οποίας το νερό πήγαζε από το έδαφος και βρίσκεται στην κοίτη ενός χειμάρρου χωρίς νερό από εκεί και πάνω. Εκεί δεν έχει πέτρες  μεγάλες.  Όμως η ρίζα της λέξης  κάτι τέτοιο μαρτυρεί: gur, -i, -ë, -ët (γκούρ, -ι, -ε, -ετ)  ουσιαστ. αρσ. η πέτρα, το λιθάρι, ο λίθος (guri + η αρβανίτικη κατάληξη –ζα). Τόπος που έχει πολλές πέτρες ή βράχια. Ίσως να υπήρχαν παλαιότερα.

Γκρόπα (Γρόπα): Λέξη Αλβανική αλλά και Ρουμάνικη [Ρουμ.: rpoβ (γκρόμπ) ουσιαστ. = τάφος]. Αλβ.: grop/ë, -a, -at (γρόπ/ ε, -α, -ατ) ουσιαστ. θ. = ο λάκκος, η γούβα, ο τάφος, το κοίλωμα. Εκεί, σ’ αυτά τα κοιλώματα μαζευόταν πολύ χιόνι. «Αναφέρεται ότι ο βασιλιάς της Σικελίας και της Νεαπόλεως Κάρολος Α΄ αγόρασε από τον Αλβανό φύλαρχο Παύλο Γρόπα μια περιοχή που εξουσίαζε στην κοιλάδα του Άψου (ο Άψος είναι ποταμός της Αλβανίας δυτικά από το Βεράτι).… Η ονομασία όμως δεν δόθηκε στα τοπωνύμια ή στα χωριά από την διαμόρφωση του εδάφους αλλά μάλλον από τον κύριο της έκτασης, τον φύλαρχο ή απόγονο αυτού. Οικογένεια Γρόπα υπήρχε το 1515 στην Ζάκυνθο καθώς και τοποθεσία στην περιοχή Τραγάκι και σύμφωνα με οικογενειακές παραδόσεις άλλη οικογένεια καταγόμενη εκ χωρίου πλησίον των Καλαβρύτων που ονομαζόταν άλλοτε Σωτηροπούλου και έφυγε κατά τα Ορλωφικά το 1779, προσλαβούσα το επώνυμο της καταγωγής της, σύμφωνα με τον Λ. Ζώη: Λεξικό Ιστορικό και Λαογραφικό της Ζακύνθου – Αθήναι 1963 (πρώτη έκδοση 1898)…»[1]. Αναφέρεται στην περιοχή Tiranë, ως Gropaj. Στην Ελλάδα απαντάται το χωριό Γρόπα Ερινεού Πατρών και περιοχή στην Παραμυθιά. Στην επαρχία Καλαβρύτων Γκρόπα: τπν. και πηγή στη Λυκούρια.

Γκρόστες: τοπωνύμιο που βρίσκεται σε δασώδη περιοχή έξω από το χωριό σε πλαγιά  βουνού. Groste στα Βουλγαρικά: ο επισκέπτης, groste στα Ουγγρικά: κύριες έξοδοι, griste στα Αλβανικά: σχίσιμο.

Καλογερικά Αλώνια: τοπωνύμιο μεταξύ των χωριών Γκέρμπεσι και Κομπηγάδι ή καλύτερα Γκέρμπεσι και Δεντρά. Εκεί κτήματα (αλώνια) της διαλυθείσης μονής Ευαγγελιστρίας. Η μονή αυτή υπήρχε το 1748 και μέχρι το 1851 όταν την αναφέρει διατηρουμένη ο Ραγκαβής, αλλά και το 1877 αναφέρεται. Αργότερον συγχωνεύθηκε με την μονήν Χρυσοποδαριτίσσης. Την παρέσυρε το εκεί ξεροπόταμον και μόνο ερείπια απομένουν.

Καμίνι (το): τοπωνύμιο ΝΔ. της Ντάρδας και ΒΔ. του Κριεγκούριτ. Ακεί παλαιότερα λειτουργούσε ασβεστοκάμινο.

Κιάφα: τοπωνύμιο Β.Α. του Γκέρμπεσι. Αρβανίτικη λέξη και σημαίνει διάσελο, αυχήν, στενό (Gafa, Gafë). «Στενή διάβαση σε κορυφή λόφου». Απαντάται σε πολλά χωριά αρβανίτικης προέλευσης. Κιάφα ονόμαζαν οι αρβανίτες τα χαμηλά σημεία των βουνοσειρών, που δίνουν την εντύπωση αυχένα.

Κιούρκα (του): Λένε στου Κιούρκα, που σημαίνει ότι αναφέρονται σε κτήτορα που υπήρχε παλαιότερα βέβαια. Είναι κυριώνυμο τοπωνύμιο και αναφέρεται στην αρβανίτικη φάρα Κιούρκα εκ της οποίας κάποιος το έδωσε στην περιοχή. Το επώνυμο Κιούρκας προέρχεται από το πουλί kurkë = αγριόκουρκος ή κούρκος. Το τοπωνύμιο βρίσκεται ΒΔ. του Γκέρμπεσι, εκεί όπου τα όρια με τα Δεμέστιχα. Εκεί υπάρχει βαθειά, απότομη και άγρια ρεματιά χωρίς νερό το καλοκαίρι αλλά το χειμώνα επειδή υπάρχει συμβολή και άλλου ρέματος από Δ. όταν κατεβάζουν γίνονται επικίνδυνα. Από το βιβλίο μου: «Γκέρμπεσι διαδρομή…» μεταφέρω εδώ: «Μία άλλη τοποθεσία στο χωριό Γκέρμπεσι λέγεται  Κιούρκα[2] και θα πρέπει να συσχετιστεί με το όνομα του capo των αλβανών στρατιωτών, Chiurga Bua, τον οποίο αναφέρει ο Σάθας στα Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Σύμφωνα με τον Λ. Ζώη: Λεξικό Ιστορικό και Λαογραφικό της Ζακύνθου – Αθήναι 1963 (πρώτη έκδοση 1898): Υπήρχε οικογένεια Κιούρκα ή Κιούλκα στην Ζάκυνθο αλβανικής καταγωγής αλλά και δήμος το 1545 και οικογένεια εκ Ναυπλίου το 1581. Κάποιος Κιούλκας αναφέρεται σε δημοτικό άσμα κατά την ελληνική εθνεγερσία: Σήκω Κιούλκα και πήγαινε / σήκω Κιούλκα και φεύγα / και πάψε και τον πόλεμο κι απ’ όλα και τους σκλάβους / γιατ’ έφτασε ο Ντέρβ – Αλής με δυό με τρείς χιλιάδες. / όσο ειν’ ο Κιούλκας ζωντανός τους Τούρκους δεν φοβάται (Από Άγι Θέρο: Δημοτικά τραγούδια σελ. 55)». Άλλες ονομασίες του τοπωνυμίου: Κιούλκα λαγκάδι, Κιούρκας χείμαρρος.

Κόντρες: στα αρβανίτικα Kodra (όχι Kontra) σημαίνει λόφος. Στα μέρη μας το ξέρουμε σαν πολύ μεγάλες όρθιες μυτερές πέτρες.

Κριεγκούριτ:  (Κρίε γκούριτ) τοπωνύμιο Β. του χωριού αριστερά του δρόμου προς Καρούσι.  krye, -t (κρίε,-τα) ουσιαστ. ουδέτ. = το κεφάλι, η κεφαλή, η αρχή + gur, -i, -ë, -ët (γκούρ, -ι, -ε, -ετ)  ουσιαστ. αρσ. η πέτρα, το λιθάρι, ο λίθος. Πράγματι εκεί υπάρχει μία δροσερή πηγή όπου ακριβώς πάνω απ’ αυτή υπάρχουν ατόφιες τεράστιες πέτρες, και οι κάτοχοι των δίπλα κτημάτων θέλοντας να την σπάσουν για να μπορέσουν ίσως να σκάψουν πιο βαθιά για να ελέγξουν το νερό σε όφελος των χωραφιών τους, τρύπησαν την πιο μεγάλη απ’ αυτές τις πέτρες με λοστό δουλεύοντας τον με τα χέρια τους, αρκετά βαθιά και έβαλαν δυναμίτη. Η πέτρα όμως δεν διέλυσε αλλά σκίστηκε στα δύο και έχει μείνει έτσι ανοιγμένη και όρθια. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε το δε νερό της πηγής εξακολουθεί να ρέει στο ίδιο σημείο. Κρύε –jα (Περμετ.) = η κεφαλή γενικώς. Ίσως υπάρχει συνάφεια της ρίζας της αρβανίτικης λέξης krie (πληθυντ. Krerë = κεφαλές)με την αρχαία ελληνική κραίρα = κορυφή, κεφαλή (κραίρος (ο) = Ησ. «κραίροι· στόλοι νεών· μέτωπα κεφαλαί».

Μάλθι: τοπων. από την Αρβαν. ρίζα mal, -i, -e, -et [μαλ, -ι, -ε, -ετ] που σημαίνει το βουνό.

Μιρόχοβα: (και Μουρόχοβα η και Μορόχωβα). Το τοπωνύμιο που βρίσκεται Α. του Κομπηγαδιού και Ν.Α. του Γκέρμπεσι, πιθανότατα είναι σλαβικό. Σχετικά με την προέλευση του ονόματος ο Χαρ. Συμεωνίδης για το χωριό Μουρόχοβα, αναφέρει τα εξής: «Μουρόχοβα, η [Καλαβρύτων, Αχαΐας, 1912κε. → Πλάκα, η 1928κε.,  Στ. 6, 242] και Μορόχοβα, Μπρόχοβα. Ίσως σλάβ. Προσωπων. *Mirochъ (< Miroslavъ) + επθμ. –ova με χειλωτική εξέλιξη I > u στην Ελληνική, Vasmer 136. Πβ. βουλγ. (Σκοπίων) τοπων. Morihovo < προσωπων. *Morih, πολων. Morzysz, Morzyslaw. Για το κύρ. όν. Miroslavъ βλ. Συμεωνίδης (2001,46)».

Ντάρδα (η): dardh/ ë, -a, -at (ντάρδ/ ε, -α, ατ) ουσιαστ. θηλ. η αχλαδιά, το αχλάδι. Αυτή η ονομασία είχε δοθεί από τους προγόνου μας, σε ένα χωράφι που είχε μέσα αχλαδιές. Ευρίσκεται ακριβώς βορειότερα του  Κριεγκούριτ και πριν τη ράχη, προς το Καρούσι.

Ντέλεζα (η): del/ e, -ja, -et (ντέλ/ ε, -για, -ετ), ουσ. θηλ. = το πρόβατο, η προβατίνα. Η ονομασία δόθηκε είτε από κάποια γεωλογική ομοιότητα με πρόβατο, είτε επειδή στην περιοχή υπήρχαν στάνες με πρόβατα.

Πλέπια (τα): τοπωνύμιο από το αρβανίτικο plepia = λεύκα.

Πλώτα Αντωνίου Αγρός, Σκόνδρα Αλώνι, Τζώρτζη δάσος: τοπωνύμια υποδηλούντα κτήτορα.

Σκάλα: (η), τπν. στα βόρεια του χωριού εκεί όπου και τα τρία αλώνια. Η λέξη είναι λατινική και έτσι πέρασε και στην ελληνική και αρβανίτικη γλώσσα (shkalla). Είναι το σημείο όπου ανεβαίνεις από το χωριό βόρεια.

Σουρμπάνι: (Συρμπάνι), βουνό. Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας, ο Χαράλ. Συμεωνίδης αναφέρει τα εξής, αναφερόμενος βέβαια στο χωριό των Καλαβρύτων Πριόλιθο: «Συρμπάνι, το [Καλαβρύτων, Αχαΐας, 1912κε. → Πριόλιθος, ο 1928κε., Στ. 6, 248] πβ. βουλγ. (Σκοπίων) τοπων. Srbjani, σερβοκρ. Srbjani (Vasmer 139) < από αρχικό τύπο σλαβ. *Srobjane «Σέρβοι». Τόπος εγκατάστασης αιχμαλώτων πολέμου των μεσαιωνικών χρόνων. Ορθογρ. Σιρμπάνι, το».

Χαϊβάνη Στρούγκα: Το τοπωνύμιο αναφέρεται στον Χαϊβάνη κτήτορα της στρούγκας. Από το 1839 αναφέρεται στα Μαύρα Βουνά ο Αθανάσιος Χαϊβάνης ο οποίος ζητάει αριστείο για τη συμμετοχή του στον αγώνα κατά των Τούρκων (η επιτροπή αναφέρει ότι καταγόταν από το Γκέρμπεσι). Σε κατάλογο του 1865 αναφέρονται στο Καραβοστάσι 5 άτομα με το επώνυμο Χαϊβάνης, όπως και το 1873. Υποθέτω ότι είτε έφυγαν από το Γκέρμπεσι ή τη Ζουμπάτα με τα κοπάδια τους και πήγαν στα μαύρα Βουνά, είτε απ’ εκεί ξεκαλοκαίριαζαν στο Γκέρμπεσι, όπου και είχαν φτιάξει μαντριά. Υπάρχει και τοπων. Λέκα Χαϊβάνη στρούγκα: που είναι τπν. τοπ. διαμερίσματος Δεμεστίχων. Στρούγκα, η = (Σλάυ.) το ποιμνιοστάσιο, το μέρος όπου διαμένει το κοπάδι, αλλά και ο περιφραγμένος χώρος που οδηγεί μόνο σ’ ένα πέρασμα από εμπρός όπου κάθονται οι τσοπάνηδες και με την καθοδήγηση ενός τρίτου στα νώτα του κοπαδιού, περνούν ένα – ένα τα ζώα για άρμεγμα. Στα Σερβικά υπάρχει η λέξη ctryja [Στρούγια] που σημαίνει ρεύμα, κύμα. Στα Αλβανικά η λέξη struk/em, -a (u), -ur [στρούκ/εμ, -α, -ουρ], ρ. μαζεύομαι συσπειρώνω , χύνομαι, στριμώχνομαι, λουφάζω, κρύβομαι.

———————————————————————————

[1] Τζώρτζη Αθ.: Γκέρμπεσι Διαδρομή….

[2] Υπάρχει τοπωνύμιο Κιούρκα στο χωριό Μάτεσι της Ηλείας (Ι. Μ. Μαθόπουλος: Πριν ξεχαστούν.  (Λαογραφικά θέματα)-Μάτεσι Ηλείας-2001).

(Σημείωση: Σε κάθε χρήση των παραπάνω στοιχείων, θα πρέπει να αναφέρεται η πηγή προέλευσής τους).

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s