Λίγα λόγια για τον «δικό μου ήρωα»!

Ένας χρόνος πέρασε αφ’ ότου ο αγαπημένος μου πατέρας Δημήτριος Τζώρτζης του Νικολάου και της Ανδριάνας έφυγε από τη ζωή.

Σήμερα είχαμε το ετήσιο μνημόσυνό του.

Γεννήθηκε στις 5.5.1920 Γκέρμπεσι Καλαβρύτων και πέθανε στις 1.5.2016 στην Αγριλιά Ερυμάνθου. Είχε τραυματιστεί στις 7.9.1948, υπηρετώντας τη θητεία του ως στρατιώτης στο 603 Τ. Π. στις επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών (Ν. 556-587 Φ.Χ. Φλωρίνης, κλίμ. 150000). Μία σφαίρα του διέλυσε το αριστερό χέρι στον αγκώνα με κατεύθυνση προς την καρδιά αλλά καρφώθηκε, στο σημειωματάριο και την «Επιστολή του Κυρίου» που μαζί και με άλλα έγγραφα είχε στην αριστερή τσέπη του στρατιωτικού του μπουφάν, στο στήθος μπροστά από την καρδιά του και σταμάτησε εκεί. Άλλη τον τραυμάτισε πριν και στο δεξί του χέρι. Η απόφαση αναφέρει ότι υπέστη τραύμα αριστερού ημιθωρακίου δεξιού αντιβραχίονα μετά κατάγματος και διαμπερές αριστερού μετά τραυμάτων όλμου. Νοσηλεύτηκε στο 428 Στρ. Νοσοκομείο από 7-11 Σεπτ. 1948 και διεκομίσθη εις το 201 Κ.Κ.Τ. ως πάσχων εκ τραύματος δεξιού αγκώνος εκ τυφλού τραύματος αριστερού βραχίωνος με τραύμα αριστεράς θηλής μαστού, ετοποθετήθη την 22.9.1948 εις πίνακαΥ. και απελύθη εκ της αιτίας αυτής των τάξεων του στρατού την 6.12.1949. Εξ’ όσων γνωρίζω, νοσηλεύθηκε αρκετό καιρό στο Στρατ. Νοσοκομείο στην Αθήνα και χάρις στην επιμονή και φροντίδα και της αείμνηστης θείας του Μαρίας (συζ. Ν. Βυθούλκα) δεν του έκοψαν το χέρι και έγινε καλά. Επανήλθε στη μονάδα του απ’ όπου και απολύθηκε. Στη συνέχεια πέρασε επιτροπή και δικαιώθηκε μιας μικρής σύνταξης ως ανάπηρος πολέμου. Η Αίτησή του προς την Υγειονομική Επιτροπή έγινε στις 16.8.1952 και η απόφαση της Υγεινομικής επιτροπής είναι η 1701/13.4.1953 για την απονομή σύνταξης. Αυτός ήταν στρατιώτης και ο αδελφός του Χαράλαμπος αντάρτης… Ήταν εργατικός, δημιουργικός, δίκαιος, ευγενής, καλόκαρδος και έντιμος… Αιωνία του η μνήμη.

Στη συνέχεια μεταφέρω μέρος της μαγνητοφωνημένης συζήτησης που είχαμε. Η συνομιλία έγινε στις 10.12.2014 μεταξύ εμού και του πατέρα μου, όταν νοσηλευόταν με ίωση στο νοσοκομείο στο Ρίο στην Πάτρα. Ήταν 94-95 ετών.

 

«…-Πόσο έκατσες στο στρατό εσύ;

-Έκατσα τριανταέξι μήνες!

-Μαζί με αυτό που είχες τραυματιστεί;

-Αλλά! Ούλα. Εγώ, άϊκουσε δω ρε, τραυματίστηκα, ήρθα κάτου στην Πάτρα εδώ στο σπίτι, ετότε ο πατέρας μου ήτανε στα Βραχναίϊκα.

-Ναι!

-Ανταρτόπληκτος!

-Έκατσα εκεί… Φεύγω από κεί και με στέλνανε τη μια ημέρα στην Κόρινθο, την άλλη στην Πάτρα… όχι στο Άργος.

-Τι έκανες; Γιατί σε στέλνανε εκεί;

-Συνοδεία!

-Φρουρά.

-Είχανε βάλει κάτι σακιά απάνου στο τραίνο…

-Τι μετέφερε το τραίνο;

-Φυλάγαμε για μη το χτυπήσουν οι αντάρτες.

-Για πές μου κάτι… Μου είχες πεί ότι όταν σε είχανε στείλει φρουρό στην Κόρινθο εκεί που κρατούσανε αριστερούς, έτσι δεν είναι;

-Επήγαμε στην ομάδα και δεν ήμουνα εγώ μόνο, στην Κόρινθο. Παραπέρα τους είχανε μαζέψει … Λοιπόν ένα βράδυ παίρνουνε τηλέφωνο για να πάει ενίσχυση από μας. Ένας λοχίας, «θα πάς ορέ Τζώρτζη» μου λέει «ή να πάου;». «Θα πάου ρε» του λέω. «Τράβα ρε» μου λέει, «μη μας βγάλουνε την ψυχή, δε μας αφήνουνε να ησυχάσουμε, θα μας βγάλουν ακόμα την ψυχή» λέει. Πήγα εκεί και πήγα ούτε αργά ούτε νωρίς. Και κει δεν είχα που να κοιμηθώ. Εκεί ήτανε το Α2 και τα λοιπά. Όλοι οι τράγοι οι μεγάλοι. Μπαίνω μέσα. «Καλησπέρα!», «Καλησπέρα, καλώς τονε!». Ένας ήτανε αστυνομικός, δεν ξέρω τι κερατάς ήτανε, μόλις μπήκα μέσα με πήρε… «Πούθε είσαι ρε;», «Από δώ από ένα χωριό», «Είσαντε αντάρτες στο χωριό σου;», «Όχι!» του λέω. «Δεν ήσαντε αντάρτες στο χωριό μου!». «Άμα ήσαντε αντάρτες», μου λέει, «να μπεις στο στρατόπεδο για «μπατίνι»…». Μπήκα εγώ. Ναι. Μου φκιάσανε ένα τσάϊ, μου βάλανε ένα κρεβάτι μονό και κοιμήθηκα και πήγα και φύλαξα. Εκεί που πήγα να φυλάξω, τηράω ο Αντρέας ο [αναφέρει επώνυμο το οποίο δεν αναφέρω εγώ].

-Ήτανε κρατούμενος;

-Ναι! Ήτανε ο Αντρέας, ο πατέρας του, η μάνα του και τα λοιπά. Εκεί γνωστοί…

-Ήτανε κι άλλοι, ε;

-Δέκα, δεκαπέντε γνωστοί!

-Εσύ τώρα, γιατί; Δεν είχες προηγούμενα μ’ αυτούς για να μπεις να τους…

-Γιατί να τους βαρέσω; Πού ήξερα εγώ παιδί μου τι είχανε κάμει οι ανθρώποι; Και θελά λέγανε παράπονα. Όπως τώρα, ηυρίσκανε τον πατέρα μου, τον αδερφό σου στον Πλάτανο, στον Κάλανο οι γνωστοί, «Σε ευχαριστώ πολύ ρε γέρο Νίκο με το γιό σου πόχεις, σε ευχαριστώ πολύ που μας προστάτεψε, δεν μας εσκότωσε». Τέλος πάντων…»

Και σε άλλο σημείο της συζήτησής μας:

«…-Ξέρεις τι θέλω να μου πείς; Να μου πεις πως ήτανε εκείνη την ημέρα που τραυματίστηκες, άμα θέλεις να το θυμηθείς. Γιατί είναι δύσκολο για σένα αυτό.

-Άκουσε δω! Εγώ ήμουνα πολυβολητής. Είχε σκοτωθεί ο πολυβολητής και είχα εγώ το πολυβόλο.

-Σε ποιο μέρος έγινε αυτό;

-Στο Βίτσι! Πάνω σε υψόμετρο.

-Α! Στο βουνό απάνω ήσουνα.

-Ναι! Το γράφει απάνου η απόφαση το μέρος. Είχα το πολυβόλο και το είδα όνειρο ότι θελά τραυματιστώ.

-Τι είδες; Θυμάσαι;

-Τι είδα; Που να θυμηθώ τώρα… έρχεται ο λοχαγός, «για βάλε μια ριπή ρε!» μου λέει «με το πολυβόλο, τι λέει το ερμάδι[;];». Του λέω «δεν πάμε καλά σήμερα! Δεν πάου καλά!». «Τι έχεις ρε, τι έπαθες;». «Δεν πάου καλά». «Μα τι έχεις;» με ρώτησε τρεις φορές. Δεν του είπα τίποτα. Έριξα μια ριπή.

-Γιατί; Για να ειδεί αν μπορείς να χειριστείς το πολυβόλο;

– Ξέρω γώ! Για να ειδεί αν δουλεύει… που να θυμηθώ τώρα. Κάνουμε απάνου… και όπως είμαστε ένα γύρω εκεί… τηράου οι αντάρτες ερχόσαντε …

-Φαινόντουσαν στο βουνό;

-Στο βουνό! Αλλά που; Ρίνουνε την πρώτη… τραυματίστηκα, μόμεινε το πολυβόλο εκεί.

-Σε ποιο χέρι τραυματίστηκες πρώτα;

-Στο δεξί. Μετά την ίδια ώρα και στο αριστερό…

-Και μία σφαίρα που σου πήγαινε εδώ που είχες τα βιβλιάρια;

-Εκείνη εκεί! Εκείνη [η σφαίρα]. Έμεινε εκεί!

-Τι είχες εκεί που έμεινε η σφαίρα;

-Την Επιστολή του Κυρίου!

-Τι άλλο είχες;

-Δε θυμάμαι τώρα…

-Το πέϊ μπούκ δεν είχες; Το βιβλιάριο του στρατού;

-Όχι!

-Τι είχες εκεί; Τα έχεις στο σπίτι αυτά, είναι τρυπημένα.

-Ένα βιβλιάριο είχα που έγραφα. Εκεί έχω γράψει, αλλά είσαι μακριά να στα δώσω να το ξεσηκώσεις…. Τέλος πάντων.

-Μετά τι έγινε όταν τραυματίστηκες; Σε πήρανε πίσω; Πώς έγινε, θυμάσαι;

-Διαλυθήκανε! Και ήρθανε πίσω…

-Διαλύθηκε η μονάδα σου;

-Ναι ο λόχος!

-Εσένα ποιος σε πήρε; Πως έγινε;

-Περίμενε! Αφού τραυματίστηκα και το κράταγα ετούτο που με είχε πάρει η σφαίρα εδώ, το κράταγα έτσι… Ερχότανε ένας… «Έλα δέσε με ρε!» του λέω. Τραυματιοφορέας τι […] ήτανε. Πέφτουνε σφαίρες … Κάνω δώθε… έρχουμαι πίσω, πίσω, πίσω..

-Μόνος σου ε;

-Μόνος μου! Πιο πίσω ένα δέντρο… Μη το δέντρο, τα πόδια τα δύο πέρα –πέρα!

Σου ρίχνανε πάλι, ε;

-Έρχουμαι εκεί στο δέντρο, πέφτω εκεί στο δέντρο λίγο πιο μπροστά… Φτάνει ένα παιδί, αλλά το έχω χάσει που είναι. «Έλα δω, ρε!» μου λέει. Βάνει τα κλάματα.

-Από πού ήτανε το παιδί αυτό;

-Δεν το θυμάμαι, εδώ από ένα χωριό των Καλαβρύτων!

-Πως λεγότανε;

-Ντόλκας! Σπύρο τονε λέγανε; Νίκο τόνε λέγανε;

-Από τα Μαζέϊκα ήτανε;

Όχι, από ένα χωριό εδώ των Καλαβρύτων! Δε θυμάμαι. Εγώ έχασα και τον Κούλια που ήτανε από το Ασάνι, το Σπύρο τον Κούλια!

-Είσαστε μαζί στρατιώτες;

-Αλλά;

Σκοτώθηκε εκεί;

-Όχι δε σκοτώθηκε!

-Αλλά;

-Έμαθα ότι έκοψε το πόδι του σε ένα ναρκοπέδιο. Δεν είχες πούθε να κάμεις από τις νάρκες …

-Εσύ όταν ήρθε αυτό το παιδί κλαίγοντας και σε πήρε, πού πήγες στη συνέχεια;

-Κάτου στο ορεινό χειρουργείο. Φτάνω κει κάτου… αμέσως με δένουνε εδώ που έτρεχε το αίμα μου απάνου στο σακάκι, δεν έχεις δει στη φωτογραφία; Απάνου στο σακάκι το αίμα μου, αμέσως με δένουνε, αμέσως γράφουνε σε ποιο μέρος τραυματίστηκα κι αμέσως μ’ αρπάζει εκείνο το παιδί από το ορεινό χειρουργείο … άσε που με είδε ένα άλλο παιδί που ήτανε κάτου κείθε … ήτανε έτοιμος ν’ απολυθεί δυό ημέρες τον είχανε εκεί στο λόχο… ένα και δύο στο αυτοκίνητο στη Φλώρινα.

-Μόνο εσένα πήγανε στο αυτοκίνητο;

-Δε θυμάμαι αν ήσαντε άλλοι, για τον εαυτό μου λέω εγώ. Με πάνε στη Φλώρινα. Αμέσως ήσαντε οι γιατροί εκεί, 2-3 γιατροί.

-Τι ήτανε εκεί; Ήτανε κινητή μονάδα του στρατού εκεί;

-Χωριό ήτανε… Στρατός ήτανε πάλι.

-Νοσοκομείο ήτανε;

-Ναι! Έτσι στην άκρη στο χωριό είχανε ένα σπιτάκι…

-Α! το είχανε κάνει νοσοκομειακή μονάδα ο στρατός.

-Ναι! Μπήκα απάνου… αμέσως οι γιατροί 2-3 και ένας ή δύο στρατιώτες μαναχά ήσαντε. Αμέσως με αρπάζουνε οι γιατροί με βάνουνε απάνου σ’ ένα τραπεζάκι, σ’ ένα φορείο. Με βάνουνε απάνου… έτρεχε το αίμα μου αλλά με είχανε δέσει τόσο δυνατά εδώ στην πλάτη … Δεν έτρεχε πολύ αλλά έτρεχε. Έρχουμαι στην Αθήνα…

-Από κει σε φέρανε στην Αθήνα;

-Αλλά;

-Με τι; Πως ήρθες στην Αθήνα;

-Εβάρυγε πάνω εκεί και πιάνει ο στρατιώτης και μου κλείνει τα μάτια μοναχά. Μου ράβανε το χέρι εδώ… Τούτο δω [δείχνει που ακριβώς]. Και ήτανε [πιο] μαύρο από το σακκάκι σου. Με καθάρισαν εκεί και κόψε και κόψε και δώστου και δώστου…

-Με νάρκωση ή χωρίς νάρκωση;

-Τι νάρκωση ρε; Τίποτα! Έτσι!

-Δεν πόναγες;

-Αν επόναγα! Τίνους να το ειπώ παιδί μου; Αφού δεν ήτανε κανένας εκεί… Εφώναζα εγώ: γιατρέ μου μη με τρουπάς! μη με κόβεις! Ετήραε ο άνθρωπος να μου καθαρίσει να πετάξει το κρέας το κατεστραμμένο που το είχε πάρει το βλήμα, τα βλήματα.

-Και από κεί πως σε στείλανε στην Αθήνα; Τι έγινε;

-Με καθάρισαν καλά-καλά εκεί, με ράψανε και με στέλνανε στην Κοζάνη. Στην Κοζάνη που με έφεραν μου βάλανε ένα γύψο από δω μέχρι εδώ…

-Όλο το χέρι στο γύψο!

-Όλο το χέρι, μόνο αφήκανε εδώ τάχαμου ένα παραθυράκι να κόψουνε λέει τα ράμματα.

– Και μετά την Κοζάνη σε στείλανε στην Αθήνα; Με τι ήρθες;

– Με αεροπλάνο!

-Μόνο εσένα φέρανε ή ήτανε και άλλοι μέσα;

-Ήσαντε και άλλοι μέσα. Είμαστε 16 στρατιώτες και ένας αξιωματικός…

-Όλοι τραυματίες ήσαστε;

-Όλοι αλλά ο πιο βαρύς [βαρειά] ήμουνα γω! Γιατί φτάνοντας εκεί του λέει ο μεγάλος γιατρός του αλλουνού «Κόφτου το γύψο και μην τον πειράζεις τον άνθρωπο».

-Πού; Στην Αθήνα όταν έφτασες.

-Ναι!

-Πού πήγες; Σε ποιο νοσοκομείο πήγες στην Αθήνα; Αυτό που είναι στον Ευαγγελισμό από πίσω;

-Στου Ρίμινι[;]. Ήτανε μια μονάδα Ρίμνι λεγότανε.

-Πού ήτανε αυτό; Ξέρεις; Σε ποιο μέρος στην Αθήνα ήτανε;

-Δεν το θυμάμαι, πως λεγότανε κει. Γιατί ήρθε εκεί ο συχωρεμένος ο Τάκος και με ηύρε και το παιδί του Μπολτσοβίκου ο Νίκος. Στέκεται λοιπόν φαλτσέτα ξέρω γω τι είχε γράτς, γράτς το άνοιξε [το γύψο]. Έναν καιρό έρχεται ο γιατρός. Το άνοιξε τόσο… το πιάνει και πέφτει το κρέας μαζί με το γύψο… Με μαζέψανε εκεί γύρω-γύρω, με πλύνανε, με συγυράγανε…

-Να σε ρωτήσω κάτι. Από κει που τραυματίστηκες μέχρι να έρθεις στο νοσοκομείο στην Αθήνα, σε πόσες ημέρες ήρθες;

-Την ίδια ημέρα…

Την ίδια ημέρα πήγες Κοζάνη και ήρθες Αθήνα;

-Μας βάλανε στο αυτοκίνητο, μας δώσανε δε θυμάμαι πόσα λεφτά, αλλά είχε γίνει μια αεροπειρατεία, γιατί θα μας φέρνανε το βράδυ.

– Άρα σας φέρανε την άλλη ημέρα το πρωί.

-Έτσι και έγινε!

-Εσύ μου είχες πεί ότι όταν ήρθες στην Αθήνα στο νοσοκομείο, αυτούς που ήτανε βαριά τραυματίες όπως εσένα, τους αφήσανε τελευταίους να τους δει ένας γιατρός που τον είχε φωνάξει τότε η Φρειδερίκη.

-Ναι μωρέ, ναι! Περίμενε να στο ειπώ. Λοπόν μας είχε κει… με άφηκε τελευταίο… εφώναζα από τον πόνο. Άσε από τη βρώμα… άπλυτος… τα χούματα όπως με πήρε στο τραύμα , το σακκάκι αφού φαίνεται στη φωτογραφία…

-Και μετά τι έγινε που σ’ αφήσανε τελευταίο; Ήρθε ο γιατρός αυτός και;

-Ήρθε ο γιατρός και βγάνει εκείνο σιγά –σιγά, το βγάνει το γύψο και πέφτει το δέρμα ούλο μαζί με το γύψο… με μάζεψαν με ξαναπλύνανε… Του λέει ο γιατρός ο μεγάλος του αλλουνού «Θα τόνε φυλάξεις απόψε» κάπως έτσι δε θυμάμαι…

-Γιατί να σε φυλάξουνε, από τι;

-Γιατί το χέρι ήτανε επικίνδυνο να μου το κόψουνε! Να μη μαυρίσει άλλο! Ξέρω γω… Εκόβανε με ψαλίδια με… τέτοια, κόβανε αλλά ο πόνος ο φρικτός ήτανε που με ράβανε. Ετότε έσκουζα.

-Και σε φτιάξανε εκεί ο γιατρός αυτός… Για συνέχισε!

-Μου βγάλανε το γύψο με καθάρισαν, έκατσε όλη νύχτα ένας γιατρός εκεί. Είχε τόσο μαυρίσει πού λέγανε να μου το κόψουνε.

-Και ζητούσανε κάποιον να υπογράψει…

-Κανένας δεν ενδιαφερότανε! Η συχωρεμένη ήτανε εκεί…

-Ποιός;

– Η θειά η Μαρία!

-Ποιός την ειδοποίησε τη συχωρεμένη τη θειά σου τη Μαρία;

-Ετότε και τώρα ακόμα ήσαντε οι φίλες του στρατού … το κατάλαβες.

-Τι ήτανε; Κορίτσια; Γυναίκες; Τι;

-Όπως ετούτα [τα κορίτσια] που είναι εδώ στο νοσοκομείο. Το είπα εγώ. Αλλά δεν μπορέσανε να τη βρούνε στο πρώτο.

-Μήπως ήτανε του Ερυθρού Σταυρού;

-Όχι! Δεν μορέσανε και ξάνα πως το θυμήθηκα εγώ και της το είπαν. Έρχεται με βρίσκει, εβρώμαγα, άπλυτος, άξουρος, τα χούματα στο σακκάκι, τα αίματα, βρώμαγα ολόκληρος…

-Και σε καθάρισε;

-Με πλυνε εκεί με συγύρισε και φέρνει τον Κώστα το συχωρεμένονε [γιό της], είχε σπάσει το ποδαράκι του, «καλικούτσα» [στον ώμο]. Το Νίκο [άνδρα της] τον είχανε καλέσει και αυτόνε στρατιώτη.

-Μάλιστα! Και ήτανε μόνη της. Ε! την κακομοίρα!

-Και αυτή ερχότανε, ήξερε.. ερχότανε τελευταία… Με έπλυνε, με καθάρισε…

-Εμένα μου είχε πεί η συχωρεμένη ότι της είπανε ότι θέλουνε να σου κόψουνε το χέρι!

-Ναι!

-Και είπε: «Γιατί να του κόψετε το χέρι του παιδιού;», «Μα, λέει, είναι επικίνδυνο και πρέπει να το κόψουμε» και θυμάμαι μου είχε πεί ότι τους είπε «όχι να το κάνετε καλά. Δε συμφωνώ» της ζητήσανε να υπογράψει σαν κοντινότερος συγγενής που ήτανε εδώ στην Αθήνα για να σου κόψουνε το χέρι. Έτσι μου είχε πει εμένα.

-Δε θυμάμαι τι τους είχε ειπεί….

…………………………………………

-Μάλιστα! Και όταν αποθεραπεύτηκες από εδώ πού σε στείλανε, απ’ το νοσοκομείο αυτό;

-Πουθενά! Με στείλανε ξανά στο Γράμμο!

-Δε σου δώσανε ούτε άδεια; Τίποτα;

-Άδεια μου δώσανε! Αλλά με στείλανε στο Γράμμο.

-Πάλι, ε;

-Πάλι! Με στείλανε και υπηρέτησα τακτικός στρατιώτης, χωρίς να ξέρουν ότι είμαι τραυματίας, χωρίς τίποτα, τίποτα!

-Σαν να μην είχες τραυματιστεί δηλαδή.

-Ναι!

-Μάλιστα!

-Άστα μην τα κουβεντιάζεις!

-Και απολύθηκες από κεί.

-Ναι! Απάνω από την Κατερίνη!

-Απ’ την Κατερίνη απολύθηκες;

-Ναι!

-Είχατε κατέβει κάτω, ε;

-Ρε τότε είχανε ησυχάσει … τους είχανε συμμαζέψει ετότε!…»

 

Σημείωση: Δεν θα ήθελα ν’ αναπαραχθεί από οποιονδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο το μέρος αυτής της συζήτησής μου με τον πατέρα μου.

Ο σκοπός της ανάρτησης  είναι ένα ιδιαίτερο μνημόσυνο για εκείνον, τον δικό μου ήρωα, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι.

Θ. Τζώρτζης.

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s