Η Πανώλη (πανούκλα) στα χωριά των Καλαβρύτων το 1828.

Η Πανώλη[1] (πανούκλα) στα χωριά των Καλαβρύτων το 1828. Η νόσος εμφανίστηκε και στην επαρχία Καλαβρύτων (όπως και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου) και προξένησε μεγάλες απώλειες σε ψυχές, επέφερε σύγχυση, φόβο και πολλά προβλήματα στην επικοινωνία των κατοίκων και κυρίως στον εφοδιασμό τους με τρόφιμα.

Οι έκτακτοι επίτροποι της Αχαΐας, Αργολίδος, Ήλιδος κ.λ. ύστερα από οδηγίες της Κυβέρνησης προσπάθησαν και εφάρμοσαν διάφορα μέτρα κυρίως αποκλεισμού των μολυσμένων χωριών και απομόνωσης όσων είχαν νοσήσει ή όσων υπήρχε υπόνοια προσβολής από τη νόσο. Γιατροί δεν υπήρχαν, ούτε όμως και «μόρτηδες»[2], αλλά ούτε και άλλοι τρόποι αντιμετώπισης της νόσου. Έτσι η πλειονότητα των νοσούντων και κυρίως όσων οι οργανισμοί δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη νόσο, κατέληξε στο θάνατο.

Στο νομό Αχαΐας και ιδιαίτερα στην επαρχία Καλαβρύτων στάλθηκε από τον επίτροπο Αργολίδος, ύστερα από εντολή της Κυβέρνησης, ο μετακληθείς εκ του χωρίου Γκούρα Κορινθίας φιλλέληνας Γάλλος ιατρός Δουγκών [ή Δουμών;] ο οποίος είχε αρκετή πείρα σε αυτή τη νόσο και εδέχθη ευχαρίστως να μεταβεί εκεί. Όπως ο επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, στις 28 Ιουλίου 1828, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος ανέφερε: «…Ωμίλησα εις δύο, τρείς, υπεσχέθην και αδράν πληρωμήν, έως 500 γρόσια τον μήνα, αλλ’ απέτυχον δια το διάστημα και δια την πρόοδον της νόσου…». Στην επαρχία των Καλαβρύτων στάλθηκε επίσης και ο υγειονόμος Π. Διαμαντίδης ο οποίος με αξιότητα και δραστηριότητα επεσκέφθη τα μολυσμένα χωριά και έκανε τις αναγκαίες ενέργειες για την αντιμετώπιση της νόσου.

Τα μέτρα που η Κυβέρνηση υποχρέωσε τους επιτρόπους των επαρχιών της Πελοποννήσου να λάβουν ήσαν: «…Αον. Όλη η Πελοπόννησος, εκτός της επαρχίας των Καλαβρύτων, καθυποβάλλεται εις το εξής εις επταήμερον εκκάθαρσιν./ Βον. Η επαρχία των Καλαβρύτων μόνη διαμένει υπό την επικρατούσαν ήδη μακράν και αυστηράν εκκάθαρσιν, και τούτο εωσού να μας ενθαρρύνει έτι μάλλον η τη θεία βοηθεία προοδεύουσα βλτίωσις της κατά την επαρχίαν ταύτην κοινής υγείας…».

Ο έκτακτος επίτροπος Ήλιδος Μπενιζέλος Ρούφος, από το χωριό Χελιδόνι στις 29 Αυγούστου 1828, ανέφερε μεταξύ άλλων στον κυβερνήτη για την επαρχία εκείνη: «…Το τμήμα της Ήλιδος τη του θεού βοηθεία και των υγειονομικών προφυλάξεων απηλάχθη προ ικανών ημερών από το νόσημα της πανώλης και οι κάτοικοι λαβόντες ελευθέραν κοινωνίαν έχαιρον άκραν υγείαν. Ήδη δε προ τρεις ημέρας εις ένα χωρίον της επαρχίας Γαστούνης Καλολετζή[;] λεγόμενον, απέθαναν αίφνης και παρ’ ελπίδα δύο άνθρωποι, τους οποίους απελθών ο υγειονόμος και παρατηρήσας εξηκρίβωσε ότι απέθανον από πανώλην. Αμέσως λοιπόν επεριόρισα το χωρίον αυτό και έλαβον όλα τα μέτρα να μην εξαπλωθεί περ’ ετέρω το νόσημα τούτο εις άλλους εκ των ρηθέντων κατοίκων, έκτοτε δεν ανεφάνη σημείον μολυσμού, αλλά χαίρουν οι λοιποί υγείαν. Μ’ όλα ταύτα, θέλει τους βαστάσω υπό μακράν και αυστηράν εκκάθαρσιν καθόσον οι νόμοι της υγείας απαιτούσι. Δεν εδυνήθην να εξακριβώσω με εντέλειαν πόθεν επήγασε το μόλυσμα εις το ειρημένον χωρίον, αλλ’ επειδή ο εις εκ των αποθανόντων ήτον ανυφαντής είναι υποψία ότι είχε λάβει νήματα από τους Δουκαίους, οίτινες προ δύο περίπου μήνας είχον μολυνθεί και εκείθεν διεδόθη η νόσος. Οι αποθανόντες από την πανώλην νόσον εις την επαρχίαν της Γαστούνης είναι 116, εξ’ ών 76 είχον αποθάνει προ του αποσταλεί ο διορισθείς αστυνουγειονόμος, οι δε εις την επαρχίαν του Πύργου 6 μόνον…».

Πότε εμφανίστηκε. Έγγραφο του εκτάκτου επιτρόπου Αχαΐας αναφέρει στις 8 Αυγούστου 1828 ότι η νόσος έχει ήδη τρεις μήνες που εμφανίστηκε στην επαρχία Καλαβρύτων. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1828 ο ίδιος επίτροπος ανέφερε στον κυβερνήτη: «…όλα τα μεμολυσμένα χωρία εκαθαρίσθησαν και δεν μένει ημή μόνον εις Λεχούρι μικρά υποψία, και ελπίζω εντός ολίγου να χαροποιήσω την Κυβέρνησιν με την τελείαν κάθαρσιν της επαρχίας…». Ο ίδιος με έγγραφό του από το Αίγιο στις 11 Σεπτεμβρίου 1828 προς τον Κυβερνήτη, αφού εκθειάζει τις προσπάθειες, την προθυμία, δραστηριότητα και αποτελεσματικότητα του υγειονόμου Π. Διαμαντίδη προσθέτει: «…Αφήνω λοιπόν ήδη ελευθέραν από πάσαν υποψίαν την επαρχίαν των Καλαβρύτων, και επιστρέφω εις τα αυτού, δια να σας χαροποιήσει και ο ίδιος διά την κατάπαυσιν του ολεθρίου τούτου κακού…».

Σε ποια χωριά παρουσιάστηκε.

Στην Περιστέρα. Εμφανίστηκε στις 5 Ιουνίου «…δια μιάς από Βραχνί ελθούσης γυνής…». Στις 28 Αυγούστου επετράπη η επικοινωνία των κατοίκων, εκτός των υπόπτων για τους οποίους ορίστηκε αντίστοιχη ημερομηνία η 6 Σεπτεμβρίου. Ο υγειονόμος αναφέρει ότι: «…Δεν έλλειψα εις την εκεί διατριβήν μου να μεταχειρισθώ τους μόρτιδες, εις την τακτικήν εκκαθάρισιν των οσπητίων και να οδηγήσω τους κατοίκους και τα αναγκαία εκκαθερίσεως μέτρα κ.τ.λ. κ.τ.λ…».

Στον Σόλο. Η νόσος εμφανίστηκε εκεί στις 31 Ιουνίου και «…εισχώρησε από Περιστέραν…». Οι προσβληθέντες από τη νόσο σε Περιστέρα και Σόλο ήσαν 70 και εσώθηκαν απ’ αυτούς μόνο πέντε. Στις 28 Αυγούστου επετράπη η επικοινωνία των κατοίκων, εκτός των υπόπτων για τους οποίους ορίστηκε αντίστοιχη ημερομηνία η 6 Σεπτεμβρίου.

Στο Βραχνί. «…Η νόσος εισέβαλεν εις το χωρίον τούτο την ημέραν της Λαμπράς και αφάνισε τους κατοίκους δια την άγνοιαν της φύσεως αυτής… πόθεν δε εισχώρησεν η νόσος αγνοείται…». Στο χωριό αυτό ενόσησαν 75 και εξ’ αυτών πέθαναν 53. Ο υγειονόμος αναφέρει: «…Επειδή ελήφθησαν τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα των εγκατοίκων τούτων και μάλιστα υπό την επιστασίαν του της Αχαΐας Αστυνόμου από την 9 Ιουνίου και με το να παρήλθαν τεσσαράκοντα και έξη ημέρας οπού η νόσος δεν έβλαψε τινάς των εγκατοίκων, και προς τούτοις εκκαθαρίσθησαν από τους παρ’ εμού διορισθέντας μόρτιδες όλα τα ύποπτα πράγματα αυτών. Διέταξα και την κοινωνίαν τούτων δια την 28 τρέχοντος, εννοώντας και τους ποτέ υπόπτους αυτών…». Ο έκτακτος Επίτροπος Αχαΐας σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη στις 9 Ιουνίου 1828 αναφέρει: «…Με άκραν της ψυχής μου λύπην αναγγέλω προς την εξοχότητά σας  ότι ανεφάνη υποψία πανώλης εις εν χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων ονομαζόμενον Βραχνί. Όταν κατά πρώτον ασθένησαν άνθρωποι εις τούτο το χωρίον, οι κάτοικοι φοβούμενοι μήπως αποκλεισθώσι και εκ τούτου εμποδισθώσιν από τας εργασίας των, συνώμωσαν τρόπον τινά να κρύψουν την ασθένειαν ταύτην, αφού πρώτον έλαβον μερικάς προφυλάξεις όσας ήτον δυνατόν να λάβωσιν άνθρωποι χωρικοί και άπειροι των τοιούτων ασθενειών. Αλλ’ η νόσος κατ’αρχάς μεν δεν εφάνη με οξέα αποτελέσματα, ώστε επέτυχον τω όντι να μη φοραθώσιν, εσχάτως όμως κατέστη σφοδρωτέρα, ησθένησαν ικανοί, και εμολύνθησαν δέκα οικίαι, το οποίον τελευταίον εγένετο φανερόν, λαβών την λυπηράν ταύτην εγγελία, μετέβην αυτοπροσώπως εκεί συμπεριλαβών και τους επαρχιακούς Δημογέροντας και επροσκάλεσα τους προκριτοτέρους του χωρίου, και αφού τους επέπληξα σφοδρώς δια το ολέθριον και δι’ εαυτούς και δια τους λοιπούς κατοίκους φέρσιμόν των, εξέτασα την φύσιν και τα συμπτώματα της ασθενείας ταύτης μόνος μου, επειδή ιατρός δεν υπάρχει εις τούτο το τμήμα δια να γένει δι’ αυτού ακριβεστέρα παρατήρησις./ Δεν ημπόρουν να με δώσωσι θετικάς πληροφορίας περί της αρχής της ασθενείας ταύτης, νομίζουν δε ότι μετεδόθη ή από εν χωρίον ονομαζόμενον Ρωγοί, εις το οποίον επεκράτη  από τον καιρόν ακόμη του χειμώνος εν είδος κολλητικής ασθενείας, ή από τα Λιθαράκια, λιμώνα του Διακοπτού, όπου όμως δεν υπήρξε, ουδέ υπάρχει τοιαύτη ασθένεια. Όστις κυριευθει από την νόσον ταύτην, εκτός πυρετού και πικρίας εις την γλώσσαν, άλλο τι δεν αισθάνεται, και ούτε κεφαλαλγία, ούτε εμετοί του συμβαίνουν, τα οποία είναι της αληθούς πανώλης σημεία. Κυριευμένος τοιουτοτρόπως από τον πυερετόν εβγάζει βουβώνας ή από την μασχάλην, ή εις τον μηρόν, ή εις το γόνυ ή εις τον αστράγαλον, των οποίων το χρώμα είναι κόκκινον ζωηρόν, εις το μέγεθος μικρότερον αυτού. Όσοι διεσώθησαν σώζουν ικανόν καιρόν τον βουβώνα τούτον απαράλλακτον οποίος εφάνη και εις την αρχήν, και ούτε σπάνει ούτε χάνεται, πόνους ολίγους προξενεί, απέθανον δε από την νόσον ταύτην άλλοι εις τρεις ημέρας, άλλοι εις επτά, τινές και εις δεκαπέντε. Οι δε διαφεύγοντες αναλαμβάνουν ογλήγορα. Είναι όμως περιεργείας άξιον ότι μεταξύ όλων των αποθανόντων άνδρες δεν είναι διόλου, αλλ’ όλοι γυναίκες και παιδία. Διέταξα και παρρησιάσθη εις εμέ μία γυνή, η οποία είχεν αναλάβει από την νόσον, παρά της οποίας επιβεβαιώθην εις τας ανωτέρω παρατηρήσεις και είδον αυτοψεί τους βουβώνας, ό,τι με κάμνει να υποθέτω ότι δεν είναι καθαυτό πανώλη είναι, ότι μετά πολυήμερον συγκοινωνίαν των κατοίκων τούτων με γειτνιάζοντα χωρία, αν υπήρχεν αληθώς πανώλη έπρεπε να διαδοθεί και αλλαχού, και μάλιστα εις την μητρόπολιν ταύτην δια την καθημερινήν των συγκοινωνίαν, μόλον τούτο εγώ τους μεν μολυσμένους από την νόσον ταύτην διέταξα και εβγήκαν έξω του χωρίου (επειδή μόνον δύο ασθενείς είναι επί του παρόντος, και ούτοι όχι τόσον βαρέως) και εσύστησα περί αυτούς φρουράν, συγχρόνως διέταξα και εξεσκέπασαν τας οικίας των μολυσμένων των οποίων την ξυλικήν, καθώς και όλα τα εν αυταίς διώρισα να καύσωσιν εκτός των επίπλων, τα οποία έρριψαν εις τον ποταμόν δια να καθαρισθώσι, τους δε λοιπούς κατοίκους περιώρισα εντός του χωρίου των με ικανήν στρατιωτικήν δύναμιν, και απέκοψα πάσαν κοινωνίαν και μεταξύ των, και μετά των ασθενών, ώστε δια τούτων ελπίζω να μη κάμει επί πλέον πρόδον το κακόν..».

Στα Καλάβρυτα. «…Η νόσος εισέβαλεν εις την πόλιν ταύτην εν καιρώ της επαρχιακής συνελεύσεως, εις την συνάθροισιν των οποίων ήσαν και από Βραχνί δημογέροντες και λοιποί, και ανεφάνη κατά την 15 Ιουνίου…». Οι νοσήσαντες στην πόλη των Καλαβρύτων ήσαν 15 εκ των οποίων σώθηκε μόνο ένας. Στις 18 Αυγούστου επετράπη η επικοινωνία των κατοίκων, εκτός των υπόπτων για τους οποίους ορίστηκε αντίστοιχη ημερομηνία η 28 Αυγούστου.

Στο Λεχούρι. «…Η νόσος διεδόθη εις το χωρίον τούτο (από τινάς κατά την 8 Ιουνίου μολυσθέντας καλογήρους μονής Αγίου Γεωργίου ού μακράν Λεχουρίου) και ανεφάνη εις Λεχούρι κατά την 14 Ιουλίου…». Παρά τα δραστήρια μέρτρα που έλαβε ο υγειονόμος, ένας κάτοικος του χωριού αυτού ο Δημήτριος Λεχουρίτης ασθένησε στις 3 και πέθανε στις 6 Αυγούστου, χωρίς όμως να εμφανίσει συμπτώματα πανώλης. Η νόσος προσέβαλε 8 εκ του μοναστηρίου και 6 εκ του Λεχουρίου, εκ των οποίων δύο μόνο σώθηκαν. Ο Υγειονόμος αναφέρει: «…Μ’ όλον οπού ελήφθησαν μέτρα φυλάξεως και εκκαθάρσεως των εγκατοίκων από την 14 μηνός Ιουλίου και τριάντα ήδη ημέρας οπού δεν εβλάφθη τις αυτών από την νόσον, απεφασίσθησαν δια τον κατά την έξη ιδίου τρέχοντος μυνηθέντα θάνατον του Δημητρίου Λεχουρίτη, να κοινωνίσουν οι κάτοικοι Λεχουρίου την 9 Σεπτ. πλην της οικογενείας του Λεχουρίτη ήτις θέλει εννοεί την αρχήν της εκκαθάρσεως την ημέραν της 6 Αυγούστου και θέλει κοινωνεί την 17 του Σεπτεμβρίου….».

Στην Κερπινή. «…Η νόσος εισέβαλεν εις την πόλιν ταύτην κατά την 20 Ιουνίου και ανεφάνη εις μίαν γυνήν Κερπινής κατά την 2 Ιουλίου μηνός διαδοθείσα η της γυνής ασθένεια και εις τα λοιπά τρία μέλη της οικογενείας της…». Προσέβαλε 28 κατοίκους και σώθηκαν μόνο 5. Στις 28 Αυγούστου επετράπη η επικοινωνία των κατοίκων, εκτός των υπόπτων για τους οποίους ορίστηκε αντίστοιχη ημερομηνία η 9 Σεπτεμβρίου.

————————————————————

[1] Οξεία λοιμώδης νόσος, που μεταδίδεται στον άνθρωπο από το τσίμπημα ψύλλων, που ζουν στα ποντίκια (αρουραίους). Είναι βαριά ασθένεια, εμφανίζεται με υψηλό πυρετό, τοξική κατάσταση και σε τρεις μορφές: βουβωνική (λεμφαδενίτιδα), πνευμονική (βαριά πνευμονία) και σηψαιμική. Μεταδίδεται εύκολα και γρήγορα με άμεση ή έμμεση επαφή.
[2] Η λέξη «μόρτης» ίσως προέρχεται από την Λατινική λέξη «morto» = Θάνατος. Ήσαν κάτι σαν τους σημερινούς νεκροθάφτες. Ανελάμβαναν να θάψουν τους νεκρούς. Σύμφωνα με τον Δημητράκο μόρτης είναι ο αλήτης, ο μάγκας, το αλάνι κ.λ.  Από αυτούς λοιπόν προήρχοντο αυτοί που σχημάτιζαν τις «μορταρίες» και ανελάμβαναν να θάπτουν τους νεκρούς όταν θέριζαν τα θανατικά (μολυσματικές ασθένειες).

Σημείωση:  Τα σχετικά έγγραφα προέρχονται από τα Γ.Α.Κ.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s