Θεσμοί και συναφείς έννοιες…

Καθημερινά ακούμε ή και διαβάζουμε τις έννοιες: «θεσμός[1] – θεσμοί[2]», «θεσμοθετώ» θεσμικά όργανα» κ.λ. οι οποίες είναι γενικές και επιδέχονται διάφορες ερμηνείες.

Σύμφωνα με το λεξικό του Δ. Δημητράκου (αλλά και άλλους) η λέξη «θεσμός, πληθ. θεσμοί» προέρχεται (είναι ομόρριζη) από το ρ. τίθημι[3] (=θέτω), και ανάμεσα στις ερμηνείες που της δίδονται είναι και οι: «νόμος, ιδίως έθος, συνήθεια». Στο ίδιο λεξικό αναφέρεται ότι: «Εν Αθήναις θεσμοί ωνομάζοντο οι νόμοι του Δράκοντος, ενώ οι του Σόλωνος εκαλούντο νόμοι». Θεσμοθέτης[4] λοιπόν είναι ο νομοθέτης, θεσμοθετώ σημαίνει νομοθετώ κ. ο. κ.

Ως θεσμός επίσης ορίζεται και η αξιακή σταθερά η οποία δημιουργεί νομική και ηθική κατάσταση (θεσμός οικογένειας).

Όπως είναι γνωστό πηγή δικαίου αποτελούν οι νόμοι και τα έθιμα[5].

Οι άτυποι (άγραφοι κανόνες συμπεριφοράς) και οι τυπικοί (γραμμένοι κανόνες συμπεριφοράς).

Στην Ελλάδα από το 1835 γίνεται δεκτό το έθιμο ως πηγή δικαίου.

Παράδειγμα άγραφου νόμου είναι το έθιμο (εθιμικό δίκαιο), το οποίο αποτελείται από κανόνες που ισχύουν χωρίς να είναι γραμμένοι και να έχουν τεθεί από την Πολιτεία. Έχουν όμως τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

• Έχουν διαμορφωθεί κατ’ έθιμο.

• Εφαρμόζονται αδιάκοπα και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο από τους πολίτες του. Οι εθιμικοί κανόνες επομένως δεν προκύπτουν από τη μια μέρα στην άλλη αλλά απαιτείται χρόνος και ομοιόμορφη εκδήλωση συγκεκριμένης πρακτικής η οποία στο διάστημα αυτό δεν αποδοκιμάστηκε στον κύκλο των ενδιαφερομένων.

 • Έχουν σκοπό την εκπλήρωση κοινωνικής λειτουργίας, είναι δεσμευτικοί και δεν αντίκεινται σε άλλους κανόνες δικαίου, δεν συγκρούονται δηλαδή με θεμελιώδεις κανόνες της έννομης τάξης. Πρέπει να υπάρχει λοιπόν πεποίθηση υποχρεωτικού δικαίου η οποία και διακρίνει το έθιμο από την απλή συνήθεια της οποίας η εφαρμογή δεν είναι υποχρεωτική.

Αν αυτός ο κανόνας (έθιμο) καταγραφεί τότε αποτελεί γραπτό δίκαιο με εθιμική προέλευση.

Ιστορικά το εθιμικό δίκαιο προηγήθηκε του μετέπειτα καθιερωθέντος γραπτού.

Στο ελληνικό Δίκαιο, το έθιμο δεν μπορεί να υπερισχύσει νόμου, ούτε να καταργήσει νόμο, ισχύει δηλαδή το συμπληρωτικό και όχι το καταργητικό έθιμο. Έτσι αποκλείστηκε η ισοδυναμία εθίμου και νόμου, παρ’ ότι όταν το 1835 έγινε το έθιμο δεκτό ως πηγή δικαίου και αναγνωρίστηκε ως ισοδύναμη πηγή δικαίου ή ακόμα και ως υπερισχύουσα του γραπτού Βυζαντινού και Ρωμαϊκού δικαίου.

Επομένως και κατά τη γνώμη μου:

Ομάδα ατόμων π. χ. μπορεί να ενεργεί με γνώμονα γραπτό νόμο, ο οποίος θα καθορίζει ίσως και τις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς της, μπορεί όμως να ενεργεί και με βάση το έθιμο και τις προϋποθέσεις του εθιμικού δικαίου που παραπάνω απλοϊκά αναφέρθηκαν οπότε και σ’ αυτά τα πλαίσια μπορεί το έθιμο να καταστεί μελλοντικά γραπτός νόμος, ή αν η ενέργειές της επαναλαμβάνονται χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, να παραμένουν απλή συνήθεια μη υποχρεωτικού χαρακτήρα.

Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις ουδείς μπορεί να απαγορεύσει ή να επιβάλλει εκδηλώσεις της ομάδος, αυτής της μορφής ή ακόμα να επιβάλλει σε κάποιον (αρμόδιο ή μη) να παρίσταται ή όχι και μάλιστα όταν οι ενέργειες της ομάδας γίνονται μέσα στα πλαίσια των κανόνων της έννομης τάξης.

—————————————————————–

[1] Θέσμιο, ή θέσμια (statuta) ελέγοντο οι νόμοι των διαφόρων πόλεων στη Βόρεια Ιταλία τον 11ο  και 13ο αιώνα, απ’ όπου και ο όρος στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο.
[2] Σε ότι αφορά την ερμηνεία του όρου «Ευρωπαϊκοί θεσμοί», ο οποίος αποτελεί τη νέα υπό των νυν κρατούντων πολιτικών ονομασία της γνωστής μας «τρόϊκα», εννοούνται η Ευρωπαϊκή Κεντρ. Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αυτό (δηλ. η αλλαγή της ονομασίας) έγινε γιατί την τρόϊκα εκπροσωπούσαν υπάλληλοι (που και τώρα τα εν λόγω όργανα υπάλληλοι τα εκπροσωπούν),  ενώ με τον όρο θεσμοί θέλησαν να δείξουν στο λαό ότι συνδιαλέγονται με τα ανώτερα κλιμάκια των οργάνων (προέδρους, υπουργούς κλπ).
[3] Τίθεμαι (στη Μέση Φωνή) νόμον = θέτω δι’ εμαυτόν νόμον.
[4] Θεσμοθέτες ελέγοντο στην αρχαία Αθήνα οι 6 από τους 9 άρχοντες, οι αποτελούντες μετά των τριών άλλων (βασιλέως πολεμάρχου και άρχοντος) την ανωτάτη ιεραρχία μεταξύ των δικαστικών και των διοικητικών αρχών. Αρχικά εξελέγησαν κατά τον 7ο π. Χ. αιώνα για να καταγράψουν  τα διάφορα έθιμα (θέσμια) τα οποία θα ίσχυαν για την επίλυση διαφορών. Η θητεία τους ήταν ετήσια.
[5] Έθιμο: Το εκ συνηθείας, εκ μακράς ασκήσεως γινόμενο, το σύνηθες. «παν το εκ παραδόσεως διέπον διαφόρους κοινωνικάς εν τισι δε περιστάσεσι και νομικάς σχέσεις λαού τινός».

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s