Εύρεση θησαυρού το 1828 στην Πάτρα.

Τα έγγραφα που ακολουθούν μας πληροφορούν για την εύρεση θησαυρού στην Πάτρα το 1828, αλλά μας δίδουν επίσης και άλλες πληροφορίες σχετικές με την παρουσία των ξένων στην Ελλάδα και την εν γένει οικονομική κατάσταση των κατοίκων κατά τα χρόνια εκείνα.

«Ελληνική Πολιτεία/ Προς τον εξοχότατων Κυβερνήτην./ Ο Κατά την Αχαΐαν έκτακτος επίτροπος./ Σήμερον το πρωΐ οι ναύται της ελληνικής μπρικογαλέτας Πηνελόπης, την οποίαν είχον ναυλωμένην οι επίτροποι των Αμερικανών, εξελθόντες εις τον αιγιαλόν πλησίον του ενταύθα Τεκέ, δια να πάρουν σαβούραν δια το πλοίον των, κατά τύχην σκάπτοντες την άμμον εύρον θησαυρόν. Πλήθος γυναικών και παιδίων απόρων ήσαν περί τον τόπον εκείνον όπου ευρέθη ο θησαυρός. Πολλοί από τους απόρους τούτους ώρμησαν  δια να αρπάσουν ότι δυνηθώσιν από αυτόν, αλλ’ οι ναύται αποδιώξαντες αυτούς επροκάλεσαν  τους εις το πλοίον συντρόφους των να τρέξουν ένοπολοι δια να δυνηθώσι να μεταφέρουν εις το πλοίον τον θησαυρόν, και επειδή οι άποροι δεν απεμακρύνοντο οι ναύται τους εκτύπησαν με τα μαχαίρας και τα ξίφη, ώστε πληγώσαντες και μερικούς, ηνάγκασαν όλους ν’ απομακρυνθώσι και να λάβωσι καιρόν να εμβάσουν εις το πλοίον των τον θησαυρόν. Όταν έλαβον είδησιν του πράγματος έστειλα είδησιν εις τας γαλλικάς φυλακάς και κατέλαβον τον τόπον, …σαντες το μέρος, όπου είχον ευρεθεί τα χρήματα. Ο Διοικητής του φρουρίου Κολονέλος Jan… επροσκάλεσεν αμέσως τον πλοίαρχον του άνω πλοίου και ομού με αυτόν και με τον κύριον Μαρσάν διευθύνθη εις το πλοίον δια να κάμουν καποιαν έρευναν. Ο καπετάνιος του πλοίου, δεν αρνήθη μεν ότι εύρε χρήματα, ομολόγησεν όμως ότι η ποσότης ήτον τριακόσια έξ κομμάτ[ι]α από πεσχίκια και τάλλαρα κολωνάτα, τα οποία και εσύναξεν από τους ναύτας και παρέδωκεν εις τον Διοικητήν του φρουρίου παρόντος και του κυρίου Μαρσάν. Ενώ εγίνετο η εξέτασις αύτη εις το πλοίον έστειλα και εγώ τον γραμματέα μου και εζήτησα από τον Διοικητήν του φρουρίου να αφήσει φρουράν και να μην συγχωρήσει την αναχώρησιν του πλοίου ώστε να γίνει ακριβεστέρα έρευνα, το οποίον και έγινεν. Επομένως τα μεν χρήματα μετεκομίσθησαν παρά του Διοικητού του φρουρίου εις τον Στρατηγόν Σχνεϊδέρον, ο οποίος όσον μεν αφορά το πλοίον αφιέρωσεν την υπόθεσιν εις τον Διοικητήν ενός γγαλλικού πλοίου ενταύθα, εις δε την ξηράν έστειλλε γάλλους στρατιώτας δια να ανασκάψουν τον τόπον. Ικανήν ώραν έσκαψαν εις το μέρος, και εύρον μόνον έως τριάκοντα κομμάτια πεσχίκια. Επειδή ο Καπετάνος και οι ναύται του ανωτέρω πλοίου αρνούντο επιμόνως ότι δεν εύρον παρ’ όσα εφανέρωσαν, και επειδή αφ’ ετέρου μέρους διάφοραι φήμαι εκοινοποιούσαν ότι εύρε φορτζέρια γεμάτα τάλληρα, και μουσαμάδες με φλωρία, διώρισα μίαν επιτροπήν δια να προσκαλέσει όσους είδον αυτοψεί το πράγμα και να κάμει τας αναγκαίας έρευνας. Αφ’ όσας μαρτυρίας έλαβεν η επιτροπή αύτη φαίνονται πολλά διδόμενα ότι δεν ήσαν μόνον όσα χρήματα εμαρτυρήθησαν από τον πλοίαρχον. Προ πάντων εις σεβάσμιος άνθρωπος, τον οποίον δεν ημπόρεσα να φέρω να εξετάσω προσωπικός, διότι ήτον κτυπημένος πολλά δυνατά από τους ναύτας, ωμολόγησεν εις ένα απεσταλμένον μου προς αυτόν, ότι είδεν ένα φορτζάρι, και ότι αυτός ο ίδιος έλαβεν ένα μουσαμά με χρήματα, τον οποίον του ήρπασαν από τας χείρας, ύστερον από ένα σφοδρόν ραβδισμόν. Απ’ όλα τα δεδομένα ταύτα φαίνεται ότι δεν ήσαν μόνον ταύτα τα χρήματα. Θέλω ασχοληθεί και επομένως εις ακριβή έρευναν του πλοίου, αν δεν εμποδισθώ από καμμίαν άλλην δύναμιν. Εν τοσούτω σπεύδω να σας αναγγείλω τα έως ώρας διατρέξαντα, να ερωτήσω εις ποίον ανήκουν τα ευρεθέντα ταύτα χρήματα, και να σας παρακαλέσω να μ’ εφοδιάσετε με τας αναγκαίας περί τούτου οδηγίας, επομένως θέλω σας ειδοποιήσει ό,τι νεωτέρας ανακαλύψεις περί αυτής της υποθέσεως. Σας εγκλείω και δύο ευρεθέντων νομισμάτων, και μένω με βαθύτατον σέβας./ Εκ Πατρών τη 15 9βρίου 1828./Ο Κατά την Αχαΐαν Έκτακτος Επίτροπος./ Γεώργ. Μαυρομμάτης».

Άλλο έγγραφο του Εκτάκτου επιτρόπου:

«Ελληνική πολιτεία/ Προς τον εξοχώτατον Κυβερνήτην./ Ο Κατά την Αχαΐαν έκτακτος Επίτροπος./ Δια της υπ’ αριθ. 2244 αναφοράς μου ειδοποίησα την εξοχότητά σας τα διατρέξαντα την 15 του ενεστώτος εις την εύρεσιν των χρημάτων./ Την ερχομένην ημέραν αφού είδον ότι από μέρους των Γάλλων δεν έγινεν εις το πλοίον καμμία έρευνα, αφ’ ετέρου μέρους παρατηρών τας εξετάσεις των παρευρεθέντων, των οποίων εγκλείω ενταύθα αντίγραφα, και βλέπων διδόμενα υποψίας ότι ευρέθη θησαυρός, επειδή εις μερικά εκ των χρημάτων ήτον κολλημένον εν είδος ινδιάνας[;], το οποίον συνηθίζετο να βάλεται μέσα εις τα φορτζέρια, απεφάσισα, δια να εμποδίσω κάθε προδιάθεσιν και οικονομίαν την οποίαν ο πλοίαρχος ημπορούσε να κάμει του θησαυρού, αν τυχόν ευρέθη, κι εδιώρισα εις το πλοίον δύο φύλακας εκ της υπό εμοί φρουράς. Επομένως διέταξα τον αστυνόμον και υγειονόμον δια να υπάγουν να κάμουν την έρευναν. Ο πλοίαρχος όμως τον οποίον κατά τύχην  εύρον εις την ξηράν δεν εδέχθη, λέγων ότι δεν θέλει καθυποβάλλει το πλοίον του εις την έρευναν μιάς αρχής την οποίαν δεν θέλει ούτε καν να γνωρίσει. Παρεκινήθη δε ομιλήσει με τούτον τον τρόπον επειδή είχε προδιαθέσει την υπόθεσίν του με τον Διοικητήν της ενταύθα Γαλλικής μοίρας, ο οποίος όχι μόνον έρευναν δεν του έκαμεν, αλλ’ ακόμη και τον εσυντρόφευσεν εις τον Σχνεϊδέρον, προς τον οποίον είπεν ότι τα δύο τρίτα εκ των ευρεθέντων χρημάτων ανήκουν εις τον πλοίαρχον και πρέπει να του δοθούν. Ο Σχνεϊδέρος όμως δεν εδέχθη το πρόβλημα, επειδή υποπτεύσας εγώ τούτο τον είχα προσκαλέσει προ ολίγου να μην δώσει εις τον πλοίαρχον τα χρήματα, ενώ έ[χω] λάβει διαταγήν περί τούτου από την Κυβέρνησιν. Ο πλοίαρχος όχι μόνον αντέτεινεν εις την οποίαν του επροβλήθη να γενεί έρευνα εις το πλοίον του, αλλ’ έδιωξε και τους προσδιορίσθέντας εις αυτό φύλακας. Εγώ δε μη έχων δύναμιν να τον καθυποβάλλω δια της βίας εις την υπακοήν, ηναγκάσθην να παραιτηθώ, και ούτω την επερχομένην νύκτα το πλοίον ανεχώρησεν./ Κρίνω αναγκαιότατον να κάμω προς την εξοχήτητά σας την παρατήρησιν ότι ο Επίτροπος των Αμερικανών έδειξε μεγάλην συνενοχήν εις όλας τας πράξεις του πλοιάρχου, ώστε και μεταξύ των Γάλλων έγινε παρατηρήσεως άξιος ο τρόπος του. Ο διηρμηνευτής αυτού εβγήκεν ένοπλος ομού με τους ναύτας, όταν επέπεσεν εις καταδίωξιν των απόρων από τον τόπον της ευρέσεως του θησαυρού, και ο ίδιος επίτροπος προσέδραμεν με τους Γάλλους υπερασπιζόμενος τον πλοίαρχον, και επικυρών όσα αυτός έλεγε. Τελευταίον καθ’ ήν στιγμήν ανεχώρει το πλοίον διεύθυνε προ εμέ μίαν γραφήν του της οποίας σας εγκλείω αντίγραφον. Ιδού η έκθεσις των διατρεξάντων εις ταύτην την υπόθεσιν και η εξοχότης σας λάβετε οποία μέτρα ανήκουν περί αυτής./ Εκ Πατρών τη 23 9βρίου 1827./ Ο Κατά την Αχαΐαν Έκτακτος Επίτροπος./ Γεώργ. Μαυρομμάτης.».

Με Επιστολή του ο Επίτροπος της Αμερικής, προς τον Έκτακτο επίτροπο Αχαΐας, με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 1828, θεωρεί ότι αποτελεί ύβρη προς τον Επίτροπο της Αμερικής, η αποστολή φρουράς στο πλοίο η οποία ζητεί να αποχωρήσει και μάλιστα να τιμωρηθούν αυτοί οι άνθρωποι, και απειλεί αναφέροντας «…εάν όμως εστάλθησαν δια διαταγής σας θέλω κρίνει χρήσιμον να παρρησιάσω  ταύτην την ύβριν εις την Γ. Ελ. Κυβέρνησιν ομού με τα άτακτα και άδικα, και δια να είπω ούτως πανουργικά κατά του πλοιάρχου μας επιχειρήματα, γινόμενα από την Διοίκησίν σας άδικα και άτακτα…».

Καταθέσεις μαρτύρων:

Η Βάσιο Αρτινιά (Βάσιο Νικολού Κωτζάνενα) στις 16.11.1828 ανέφερε: «…Χθες στις 15του ενεστώτος έτυχα εις το παραθαλάσσιον μεταξύ Τεκέ και Τσεβδίου και εκεί είδα μερικούς Υδραίους οι οποίοι έκαμαν σαβούραν δια το πλοίον των και ανέβαζαν την άμμον εις τα σακκιά είδαν νομίσματα ασημένια, έτρεξα και εγώ να ίδω τι είναι, και βλέπω τους υδραίους τεταραγμένους και με βίαν έβαζαν εις τα σακκιά των τα νομίσματα ομού με την άμμον. Περιεπλέχθην  και εγώ με εκείνους δια να λάβω μέρος και μόλις εδυνήθην από ταις ξυλιαίς οπού έλαβον να πάρω πέντε κομμάτια δηλ. τέσσαρα κολονάτα και ένα …τάτον, τα οποία παίρνοντας  ήλθον εις την οικίαν μου…».

Η Χριστίνα γυνή του Κων/νου Σφαλτού, από Πρέβεζα. «…Επήγα να λάβω ελεημοσύνην από τους φιλέλληνας Αμερικανούς… Καθώς αυτοί έσκαπτον εγώ είδον χρήματα, και εν ταυτώ ένα ρουμελιωτάκι, επήρε τρία κομμάτια εξ’ αυτών… Ήσαν ασημένια…[στην ερώτηση αν εκείνη πήρε απ’αυτά, απάντησε:] Όχι διότι βλέποντες τα χρήματα ευθύς μ’ επλάκωσαν και μ’ εκτυπούσαν ανηλεώς, ώστε δεν ημπόρεσα να πάρω τίποτες…». Η συνέχεια των ερωταποκρίσεων έχει ως εξής: «Ερ.: Είδες τίποτες άλλο από τα ασημένια χρήματα; Απ.: Είδον την πρώτην φοράν εις Μονέδαν σκόρπιαν και άλλες δύο φορές εις Γρόσια. Ερ.: Όταν ηύραν οι ναύτες τα πρώτα και τα δεύτερα τι έκαμαν;. Απ.: Εφώναξαν με την Τρόμπα Μαρίνα των συντρόφων Αρβανίτικα κούστε μιλιόγνα[;], ήρχισαν ύστερον και εβαρούσαν τον κόσμον με ξύλα, σπαθία και μαχαίρια, και τους έδιωκον. Ερ.: Εσένα σε εβάρεσαν; Απ.: Μάλιστα με εβάρεσεν ο Δραγουμάνος των Αμερικανών…».

Η Παναγιώτα γυνή του ποτέ Δημητρίου Βλάχου, από τον Ζυγό: «… Ερ.: τι είδες;. Απ.: Χρήματα. Ερ.: Πολλά; Απ.: Μάλιστα πλήθος. Ερ.: Πως ήτον εις κασέλαν, εις φορτζέρας, ή είς άλλον τι; Απ.: Χυμένα ήσαν εις τον λάκκον όπου έσκαπτον οι Ναύτες δια να κάμουν σαβούραν. Ερ.: ήτον μεγάλος ο λάκκος;. Απ.: μάλιστα. Ερ. Επήρες εσύ απ’ αυτά τα χρήματα; Απ.: Ηθέλησα να πάρω και εγώ μερικά χρήματα και ότε άπλωσα τας χείρας μου να πάρω με ήρχισαν με ταις ραβδιαίς και με τα γιαταγάνια, εν ταυτώ εφώναξαν των συντρόφων των οπού ήσαν εις το καράβι και εξελθόντες ένοπλοι ώρμησαν εναντίον των ανθρώπων με τα ξίφη και με τα  μαχαίρια εις τας χείρας καικατ’αυτόν τον τρόπον διώκοντάς τους έβαλαν τα χρήματα εις τα σακκιά των και τα μετεκόμισαν ένδον του πλοίου, εμέ δε με έκαμαν εις την κατάστασιν οπού με βλέπετε από ταις ξυλιαίας…».

Ο 15ετής Παναγιώτης Νικολόπουλος από χωρίον των Πατρών Ζερ… μαχαλά Γρόπα: «…Ερ.: Δια ποίαν αιτίαν επήγες εκεί; (αιγιαλόν). Απ.: Δια να λάβω το ανάλογόν μου της ελεημοσύνης των φιλελλήνων Αμερικανών. Ερ.: ήσουν παρών εις το παράλιον όταν έσκαπτον οι Υδραίοι δια να κάμουν σαβούραν; Απ΄.: μάλιστα. Ερ.: Τι είδες; Απ.: Είδα εις το μέρος οπού έσκαπτον χρήματα ασημένια τα οποία φαίνεται ότι από την πολυκαιρίαν ήσαν μεμειγμένα με την άμμον, και ο τόπος εις τον οποίον ήσαν ήτον το μάκρος σχεδόν ένα πήχυν. Ερ.: Από αυτά τα χρήματα επήρες εσύ; Απ.: επρόφθασα και επήρα μόνον δύο μονέδας μπεσλίκια. [στη συνέχεια περιγράφει πως τους εκυνήγησαν οι ναύτες με μαχαίρια κ.λ.].

Αναλόγου των παραπάνω είναι και οι καταθέσεις των:

Αικατερίνης Κων/νου Τζιακάλου από την Κατούνα, Μαρίας Παπαβασιλοπούλου από Βραχώρι, του Κωνσταντίνου Βιτζηνεζόπουλου από την Πάτρα (όστις προσθέτει ότι ο αδελφός του Ανδρέας ήτο κατάκειτος από τις ξυλιές) και του Πάνου Χριστοπούλου από το Νεοχώρι, 55 ετών, όστις ήτο κατάκειτος από τους ραβδισμούς που υπέστη και ο οποίος λεπτομερέστερα περιγράφει τα γεγονότα.

Πηγή: Γ.Α.Κ.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s