Ένα ντοκουμέντο για το χωριό Άγιος Νικόλαος Καλαβρύτων, επί γερμανικής κατοχής.

(Η αρχή του χειρογράφου).

 

Δημόπουλος Κωνσταντίνος: (του Γ.), από Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων.

Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από χειρόγραφο, ανορθόγραφο και δυσανάγνωστο. Δεν φέρει ημερομηνία και φαίνεται να έχει γραφεί από τον Κων/νο Δημόπουλο του Γ. ή από κάποιον στον οποίο το υπαγόρευσε. Έχει σταλεί στον Ηλία Παπαστεριόπουλο με σκοπό, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από γράμματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους αρχές του 1982 (τα οποία δεν παραθέτω εδώ) και σύμφωνα με την επιθυμία του Κων/νου Γ. Δημόπουλου, να τυπωθεί σε βιβλίο ή να αποτελέσει μέρος βιβλίου για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, το οποίο σκόπευε να εκδώσει ο Ηλ. Παπαστεριόπουλος. Το κείμενο το έχω διορθώσει κατά το δυνατό και μόνο όσο αφορά τα ορθογραφικά λάθη και παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί περιγράφει μέρος όσων την εποχή εκείνη διαδραματιζόντουσαν στο χωριό Άγιος Νικόλαος, αλλά και γενικά στην υπό γερμανική κατοχή επαρχία Καλαβρύτων. Τα ονόματα δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν. Σύμφωνα με υπόδειξη του Ηλ. Παπαστεριόπουλου στον συγγραφέα του κειμένου, αυτό ξαναγράφτηκε, περιληπτικότερα και το δεύτερο χειρόγραφο αυτό, υπάρχει στο ίδιο αρχείο. Εγώ εδώ μετέφερα το αρχικό εκτενές κείμενο στο οποίο αναφέρονται και βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέως αυτού Κων. Γ. Δημόπουλου, (ο οποίος είχε γεννηθεί το 1893, ήταν  κληρωτός το 1913. Β, υπηρέτησε στρατιώτης 8 χρόνια στους πολέμους και ήταν ηλικίας 90 χρονών το 1982) και το κείμενο έχει ως εξής:

Σελ. 1. «Κύριε Ηλία δεν γνωρίζω ποιος είστε. Νομίζω πως είστε ο Καλόγερος[1]. Τώρα όποιος είστε ο αρχιγραφεύς των ιστοριών της πατρίδος σας παρακαλώ όταν τελειώστε τον πατριωτισμόν τον οποίον επρόσφερα στην πατρίδα μας σας στέλνω και τη φωτογραφία μου και όταν ξεσηκώστε αυτήν θα σας παρακαλέσω όπως μου την στείλετε διότι δεν έχω άλλη, την έβγαλα από το απολυτήριον του στρατού και σας την στέλνω μαζί με την φωτογραφία μου να μου γράψετε πόσο θα κοστίσει η αμοιβή του βιβλίου σας που θα γράψετε να ξέρω και όταν το γράψετε να μου απαντήσετε το ποσόν του βιβλίου. Τα λεπτά θα σας τα στείλω δια επιταγής. Μετά τιμής και αγάπης/ Κων. Γ. Δημόπουλος.

Σελ. 2. Έλληνας προδότης της πατρίδος από του Στορωτά [Τσορωτά;] της Λευκασίας επ’ ονόματι Γκόστης, ήταν τηλεφωνητής στο ταχυδρομείο Κάτω Κλειτορίας Καλαβρύτων όταν οι Ιταλοί κατέλαβον την πατρίδα μας την Ελλάδα. Ήλθεν αστυνομία στην Κλειτορία Μαζέϊκα εμάζεψαν τα όπλα από τα χωριά τα κυνηγετικά δίκανα και άλλα όπλα μπιστόλια. Ο προδότης Γκόστης επρόδωσε και εμένα. Όποιος επρόδιδε οι Ιταλοί του δείναν μια σάκα αλεύρι. Ήλθεν στην αγορά στα Μαζέϊκα και μου είπε να πάω στους Ιταλούς, με γυρεύουν. Εγώ ομιλούσα με τον πρόεδρο του χωριού μας. Τον απέλυσα[;] πήγαινε στο διάβολο, τι είσαι εσύ που με διατάζεις να πάω στους Ιταλούς. Δεν τον γνωρίζαμε ούτε εγώ ούτε ο πρόεδρος. Τον παρακολουθήσαμε και μάθαμε ποιος ήταν. Σε μισή ώρα μου φέραν χαρτί να πάω στην αστυνομία των Ιταλών. Επήγα, μου ζητούσαν το δίκανο. Εγώ αρνήθην. Ήταν Σέρβος διερμηνέας, τους είπε βάρτον. Είχε χούφτα σιδερένια. Μου έδωσε 2 στο κεφάλι, έπεσα ξερός και έμεινα ξερός. Δεν γνωρίζω, όταν συνήλθον επήγα να φύγω με κλωτσιές έπεσα κυλώντας τη σκάλα κάτω. Άνθρωπος με σήκωσε απόλυκε το αίμα από τα ρούθουνά μου, έβγαλον πλέον από 2 οκάδες αίμα, άλλως θελλά πεθάνω. Είπον να φύγω να πάω στην Πηνεία στα αδέλφια της γυναικός μου. Αρνήθη η γυναίκα μου με τα παιδιά μου και το παρέδωσα. Τον κατήγγειλα και πήρε αμνηστία. Έχασα το όπλο μου, ήθελε να μου το πληρώσει, εγώ αρνήθην.

Σελ. 3. Πατριωτισμός Κων. Γ. Δημόπουλου κατοίκου Αγίου Νικολάου Καλαβρύτων. Αγαπητέ μου Παπούλη εγώ είμαι εκείνος που επήγαμε στη Φροξυλιά της Τουρλάδος και σας έδειξα  που έπεσε το πρώτο ντουφέκι της επαναστάσεως το 21. Να γράψεις τον πατριωτισμό μου στα δημοσιευμένα σου βιβλία. Πρώτον θα σου γράψω την θυσίαν μου της ζωής μου, όταν ήλθε το πρώτον σύνταγμα Γερμανών από του Πλανητέρου Άρμπουνα προς τον Άη Νικόλα είχε διαταγή να κάψει τα χωριά και να σκοτώσουν τα πάντα, εγώ επήρα τον πρόεδρο και τον παπά του χωριού τον παπα Τάκη Καρακωνσταντή και πήγαμεν στο Κοκκινόχουμα και προσπαντήσαμεν τους Γερμανούς, τον πρώτον στρατιώτην και τον εχαιρέτησα Γερμανικά και ζήτησα τον Ρίγιμεν τον Συνταγματάρχην. Ο στρατός στάθηκε στον τόπον, στόμα το στόμα πήγεν στον Συνταγματάρχην και ήλθεν εμπρός  με 2 Ταγματαρχαίους. Τον χαιρέτησα στρατιωτικώς και κατόπιν χειραψίας του είπον, εμείς το χωριό αυτό είμεθα όλοι Γερμανόφιλοι με τον βασιλέα Κωνσταντίνον ο οποίος είχε την κόρη του Κάϊζερ σύζυγον. Εμείς αντάρτες αυτό το χωριό δεν έχομεν κανέναν και να μη μας σκοτώσεις και μας κάψεις, είμεθα όλοι καλοί άνθρωποι. Εγώ ήλθον στον πρώτον πόλεμον της Γερμανίας από την περιφέρεια Δράμας Σερρών και Καβάλας, ήλθαμε 5.500 στρατιώτες και 500 αξιωματικοί. Ήθελαν οι Αγγλογάλλοι που ήσαν στη Θεσσαλονίκη να έλθωμεν στην Αθήνα να ξεθρονίσουμε τον βασιλέα Κωνσταντίνον. Εγινότανε αποβίβαση της 7 μεραρχίας στα καράβια. Τότες οι Άγγλοι με τους Γάλλους εκάλεσαν τον Συνταγματάρχη Ιωάννη Χαντζόπουλο, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης του Πυροβολικού είχε αναλάβει το Δ΄ Σώμα της Μακεδονίας, Σέρρες, Δράμας και Καβάλας, ο Συνταγματάρχης δεν το δέχθηκε να έλθει να ξεθρονίσει τον βασιλέα, τότες οι Αγγλογάλλοι τον στρατόν δεν τον άφηναν να μπεί στα καράβια, όσοι είχαν μπεί, άλλους δεν επέτρεπαν να μπουν στα καράβια. Είχαν ερθεί αεροπλάνα Γερμανικά και ρίναν βόμπες στα καράβια, εγινόταν θρήνος. Ο συνταγματάρχης Ιωάννης Χαντζόπουλος εδιέταξε πίσω ο στρατός από το λιμάνι. Ο στρατός γύρισε πίσω από την Καβάλα προς την Δράμαν, είχεν διαταγήν να πάμε και εμείς ο στρατός της Δράμας να μπούμε στα καράβια να έλθωμεν πίσω προς την Θεσσαλονίκην

Σελ. 4. στον δρόμον εσυναντηθήκαμε με τον στρατόν της Καβάλας ο οποίος ερχόταν προς την Δράμαν και μας είπον, οι Αγγλογάλλοι δεν μας αφήνουν να μπούμε στα καράβια. Εγυρίσαμεν όλοι πίσω προς την Δράμαν, επήγαμε πάλιν στους στρατώνες μας. Ο Βουλγαρικός στρατός είχε προχωρέσει προς τας Σέρρας. Στον Βουλγαρικό στρατό επικεφαλής ήσαν Γερμανοί αξιωματικοί. Είχαν απαγορεύσει στους Βουλγάρους να μπούν μέσα στην πόλη της Δράμας, 500 μέτρα έξω της Δράμας ήσαν οι Βούλγαροι. Τότες ήρθαν στρατηγοί  Γερμανοί στην Μεραρχία και κάμαν συμβούλιο με τους δικούς μας αξιωματικούς. Οι Γερμανοί είπον να πάμε στη Βουλγαρία. Εμείς με τους Βουλγάρους είμεθα εχθροί και θα κοιτάν έναν – έναν να μας εξαφανίζουν. Εμείς οι Γερμανοί σας προτείνουμε να πάμε στη Γερμανία να σας φιλοξενήσουμεν οσότου λήξει ο πόλεμος και να έλθετε στην πατρίδα σας. Υπόγραψαν όλοι οι αξιωματικοί, μόνον του Βενιζέλου δεν υπόγραφαν ήθελαν να πάμε από το Μοναστήρι και να κατέβουμε κάτω δια της […] οι Αγγλογάλλοι από τη Θεσσαλονίκη θελά μας σκοτώσουν με τα κανόνια αδίκως. Τους 3 ανθυπολοχαγούς τους προφυλάκισαν και τους πήραμεν μαζί μας. Επήγαμεν οπλισμένοι με όλη μας την εξάρτηση, τα όπλα μας, τα σπαθιά μας, 150 φυσίγγια στις μπαλάσκες μας και επήγαμε σιδηροδρομικώς στη Γερμανία, περάσαμε τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Αυστρία και μπήκαμεν στην Γερμανία στο Γκέρλιστς. Στον σταθμό στο Γκέριλιτς μας περίμενε άφθονος πληθυσμός, ο οποίος δεν μπορώ να σας τον παραστήσω ήσαν 3 μουσικές μία Γερμανική πολιτική, στρατιωτική Γερμανική και η δική μας μουσική. Από τον σταθμό ως τους στρατώνες ο δημόσιος δρόμος ήταν γεμάτος λουλούδια και πέταγεν ο ελληνικός στρατός το πλήθος του λαού δεξιά και αριστερά ήταν σκουλίκι πλήθος μέχρι τους στρατώνες. Εμείναμε από το 16 έως το 19, τρία χρόνια στην Γερμανία. Εδήλωσα να πάω να εργαστώ στα εργοστάσια και όσοι ήθελαν επήγαιναν και άμα δεν τους άρεγεν η δουλειά εγύριζαν πίσω στο λόχο τους. Εγώ επήγα στο Έσσεν Κρούπ στο εργοστάσιο όπου από εκεί είχαμε πάρει τα μεγάλα κανόνια το 12 και 13. Εκεί την έμαθα τη γλώσσα τους. Όταν του είπον όλα αυτά του Συνταγματάρχη εκάθισεν χάμω σε μια πέτρα και κρατούσε το κεφάλι του. Εμείς οι άλλοι ο πρόεδρος με τον παπά και οι Ταγματαρχαίοι εστεκόμαστε όρθιοι. Ο στρατός εστεκόταν στον τόπον. Εσηκώθη όρθιος ο Συνταγματάρχης και μου

Σελ. 5. είπεν, δι’ ούλα όσα μου είπες θα αλλάξω την διαταγήν που έχω και θα έλθεις εις Μαζαίϊκα, θα έλθουν άλλοι αξιωματικοί να με δικαιολογήσεις διότι δεν εκτελώ τη διαταγή τους και θα με σκοτώσουν. Τότες εγώ του είπον: Μάλιστα θα έλθω, τότες εκινήσαμεν και μπήκαμε στο χωριό μας και πήγαμε στο προαύλιο της εκκλησίας, εκεί του πρότεινα να πάμε στο σπίτι μου να τον φιλέψω ένα κρασί. Μου είπεν: Πού είναι το σπίτι σου; Του το έδειξα. Μου λέει: Είναι πολύ μακρυά, δεν πάμε! Τότες του είπον να πάμε στου προέδρου, δεν ήθελε. Του είπον να πάμε στου παπά δίπλα από την εκκλησία, δεν ήθελε. Τότες εγώ του είπον ότι Ρίγμεν εγώ όταν ήμουν στην δική σου πατρίδα επέρασα από το σπίτι σου και ο πατέρας σου με εφίλεψε μια μαύρη μπύρα και εγώ να μην σας φιλέψω  ένα κρασί, ντρέπουμαι. Τότες μου λέει: πάμε όπου θέλεις. Ο παπάς μου λέει: Κώστα στρατιώτες μπήκανε στο σπίτι μου και προικολαβαίνουν, τότες εγώ είπα στον Συνταγματάρχη Ρίγμεν στρατός μπήκαν στα σπίτια, σας παρακαλώ δεν δίδετε καμιά διαταγή μην κακοποιήσουν οι στρατιώτες καμιά οικογένεια. Τότες ο Συνταγματάρχης φώναξε τον σαλπιστήν και του είπεν «βάρε σύναξιν και παύτε το πυρ». Ο σαλπικτής βαρεί σύναξιν και παύτε το πυρ. Ένας λόχος είχε κόψει και είχεν πάει στην Τουρλάδα. Επιάσαν κατοίκους και στα πρώτα σπίτια βάλαν φωτιά. Άκουσε ο λοχαγός την σάλπιγγα και με τον στρατό και με τους κρατούμενους άφησαν τα σπίτια  και πήρε τον λόχον και ήλθεν στον Άη Νικόλα πίσω. Εγώ πήρα τον Συνταγματάρχην και πήγαμεν στο σπίτι του προέδρου. Η γυναίκα του προέδρου η Μαρία μας ήφερε ούζο σε μια μπουκάλα και είχε γράμματα αγγλικά, μου λέει αυτή είναι ίνγλις, του είπον αυτή είναι γυαλί. Έριξεν μόνος του στα ποτήρια ούζο και μου πρόσφερε εμένα πρώτα να πιώ, εγώ τον χαιρέτισα και ύστερα ήπιε και αυτός. Πήραν 3 βόιδια του Σπύρου Γκίκα και του είπον αυτός είναι φτωχός, να πάρουν το ένα και τα δυό να τα αφήσουν. Μου είπεν θα τα πάρω να να φκιάσωμεν συσσίτιο δια τον στρατόν, εσείς οι χωρικοί να του αγοράστε άλλα διότι εγώ που να εύρω άλλα τώρα. Με πήραν πήγαμεν στα Μαζαίϊκα. Στις 3 η ώρα την νύχτα ήλθαν δύο αυτοκίνητα με μεγάλους αξιωματικούς και με ανάκριναν. Με ρώτησαν δια τους αιχμαλώτους. Τους είπον εδώ ήσαν ελεύθεροι πηγαίναν στα σπίτια τρώγαν και πυρονόσαν στις φωτιές. Στα σπίτια ήταν και ένας αξιωματικός και με ρώτησαν τι μου έλεγεν ο αξιωματικός. Του είπον ήσαν πολύ ευχαριστημένοι από την Πολιτεία.

Σελ. 6. Μου είπον όταν τους πήραν οι αντάρτες διατί τους αφήναν [οι] καλοί άνθρωποι, παπάς, δάσκαλος; και τι λέει το μεγάλο βιβλίο της εκκλησίας, σκοτώνεται ο αιχμάλωτος. Του είπον εγώ δεν γνωρίζω τίποτες αλλά οι αντάρτες δεν πιστεύουν το βιβλίο της εκκλησίας, είναι Κουμούνες. Τότες με αφήσαν  και τους χαιρέτισα και κατέβηκα να φύγω, έξω η αγορά σκουλίκι στρατός. Εφοβήθηκα, θα με σκοτώσουν τώρα είπα οι σκοποί. Ζήτησα από έναν αξιωματικό να μου δώσει έναν στρατιώτη να έβγω έξω από τον στρατόν διότι θα με σκοτώσουν. Μου λέει: σύρε ελεύθερα, δεν σου μιλάει κανείς εσένα. Έφυγον. Πάρασα από τους σκοπούς, δεν με ρώτησε κανένας σκοπός, ποιος είσαι; Έτσι πήραν χαμπάρι όλος ο στρατός ότι γνωρίζω την Γερμανική γλώσα.

Άλλες περιπτώσεις. Ο Νίκος Στασινόπουλος[2] από το χωρίον Άγιος Νικόλαος των Καλαβρύτων, το γένος του είναι από την Κόκοβα των Καλαβρύτων, ο πατήρ του ήταν δάσκαλος, ήταν στο αντάρτικο ως αξιωματικός των ανταρτών και αξιωματικός της αεροπορίας, εμάζεψε τα χωριά της Κάτω Κλειτορίας, λαός έως 3 χιλιάδες και μας επήγε στο δρόμο της Τριπόλεως, εις την περιφέρειαν Καρούτα στα Μαζαίϊκα ήταν σύνταγμα Γερμανοί φερμένοι. Μας επήγεν την νύχτα να σαμποτάρουμε τον δρόμον να μην έρχωνται αυτοκίνητα  από την Τρίπολην στα Μαζαίϊκα. Οι Γερμανοί αντιλήπτηκαν  ότι κάτι γίνεται, ήλθαν σβησμένα τα φώτα και πλησίασαν  τους πρώτους όπου λάκισαν. Έβαλαν ένα μείγμα  απάνω στο σωρό στις πέτρες οπού είχαν σωριάσει στην μέση του δρόμου. Σκάει και έκανε βρόντο σαν χειροβομβίδα, τις πέτρες τις εσκόρπαγε από τον δρόμο, ακούσανε ο λαός  τον κρότον και εσκόρπισαν άλλοι  προς τα Κρινόφυτα  και άλλοι προς το μοναστήρι Άγιος Αθανάσιος. Εγώ έφυγον από το μοναστήρι, οι Γερμανοί δεν κατάλαβαν  τι έγινεν άλλως θελά μας  σκοτώσουν με τους όλμους. Εγώ ανέβηκα στο μοναστήρι και κατεβήκαμεν 5 η παρέα μου στου Στορωτά στα Κερπινέϊκα[;] Καλύβια επεράσαμεν το Κανερσίκι[;] στου Κάνι, στα Βρωστενίτικα Καλύβια, στο ρέμα στον Άη Βλάση καικατεβήκαμε στο ποτάμι. Εκατό μέτρα παρέκει  από τον δρόμον είχαν στήσει πολυβολείον. Με το χάραμα εμείς επίναμε νερόν, μόλις μπήκαμε στο ποτάμι να περάσωμεν πέρα κατά τα Μακελιά στον κάμπο είχαν οι Γερμανοί πάει στο χωριόν Άγιος Νικόλαος και κύκλωσαν το χωριό μας. Άρχισαν τους πυροβολισμούς και άρχισεν και το πυροβολείον  από τα Βρωστενίτικα Καλύβια και έβαζαν όλοι προς το χωριό μας. Εγώ, χωρίσαμε και σκορπίσαμε μέσα τον κάμπον ένας – ένας. Εγώ επήγα προς την Καμάρα τον […] και ανέβηκα στο […] στα βράχια σαν κουνάβι στα κλαριά και τρούπωσα

Σελ. 7. Είδον έναν άνθρωπον να έρχεται από το χάνι προς τον μύλο τον Αρμπουνίτικον και του φώναξα από τα βράχια που ήμουν κρυμμένος, ποιος είσαι εσύ που πας το μουλάρι καβάλα, είδες φωτιά στον Άη Νικόλα; Μου εφώναξε: δεν βάλαν ακόμα! Εγώ κατέβηκα από τα βράχα που ήμουν κρυμμένος και εβγήκα προς την Τρικοκιά όπου βρήκα την κόρη του Λεωνίδα Γκίκα με τα γίδια και μου είπε: οι Γερμανοί γυρεύουν εσένα. Προχώρησα προς την σπηλιά μέσα στο δάσος και εβγήκα στη σπηλιά στην Τρούπα, ηύρον τον Ιωάννη Μπρέντον[;] με τα γίδια του και μου είπεν: οι Γερμανοί γυρεύουν εσένα. Τότες εγώ  προχώρησα και εβγήκα στου Στουπάθη[;] στη βρύση κάτου στα περιβόλια ήσαν Θοδώρες[;] μία της Κάστενας και η άλλη η βλάχα του Θόδωρου Γουρνιά, κρυμμένες με δύο τσουπιά[;] της Θοδώρας η Μίνα και η Αγλαΐα κρυμμένες σε μία πατουκλιά από βάτα, με φωνάζουν και πήγα εκεί και μου είπαν: σε γυρεύουν οι Γερμανοί εσένα. Προχώρησα προς το χωριό και οι Γερμανοί είχαν  φύγει δια τα Μαζαίϊκα. Επήραν 6 με τον παπά Τάκη Καρακωνσταντή και τους πήγαν στα Μαζαίϊκα να τους σκοτώσουν. Ηύρον την γυναίκα μου και την παπαδιά. Μου είπον πως πήραν τους χωριανούς και τον παπά μας, μου είπε η γυναίκα μου πως πήγαν στο σπίτι μου Γερμανοί που με γνώριζαν και άλλοι που δεν με ήξεραν. Αυτοί που δεν με γνώριζαν ήθελαν να κάψουν το σπίτι μου και αυτοί που με γνώριζαν ετσακώθηκαν συναμεταξύ τους να μην κάψουν το σπίτι μου. Πήραν την γυναίκα μου την Αγγέλω μου και την πήγαν στην εκκλησία στο προαύλιο και της κάναν νόημα και της σουράγαν να σουρίξει να έλθω εγώ. Μου είπε όλα τα καθέκαστα η γυναίκα μου, εγώ αποχαιρέτησα τη γυναίκα μου και της είπον: ή θα τους φέρω πίσω που πήραν τον παπά μας και τους χωριανούς μου να τους σκοτώσουν. Επήγον στα Μαζαίϊκα στο ξενοδοχείο του Γιαννούλια, εκεί έμενε ο Συνταγματάρχης με 3 Ταγματαρχαίους. Ερώτησα τους στρατιώτες που ήσαν μέσα στο ξενοδοχείο σε ποιό  δωμάτιο μένει ο κ. Ρίγμεν, μου δείξαν το δωμάτιο και κτύπησα την πόρτα, μου επέτρεψαν ν’ ανοίξω και να εισέλθω μέσα. Άνοιξα την πόρτα, τους χαιρέτησα στρατιωτικώς και κατόπιν δια χειραψίας. Ο Συντ/ρχης σηκώθηκε όρθιος και με ρώτησε αν εγώ είμαι ο Κων. Δημόπουλος. Εγώ του είπον ότι εγώ είμαι, με ρώτησε διατί πήγεν ο λαός και σαμπόταρε τον δρόμον

Σελ. 8. Της Τριπόλεως, του είπον κ. Ρίγκμεν εγώ δεν γνωρίζω τίποτις αλλά ποιος τον πήγε τον λαό; Πήγαν οι αντάρτες και όποιος δεν τους ακολουθεί τον σκοτώνουν, και εμένα κ. Ρίγκμεν αν με πιάναν θελά πάω, άλλως και δεν πήγαινα θελά με σκοτώσουν. Τότε οι 3 Ταγματαρχαίοι σηκώθηκαν και αυτοί ήρθαν και ετάχθηκαν  με το μέρος μου. Του είπαν του Συντ/ρχη κ. Ρίγκμεν ο άνθρωπος αυτός ομολογεί την αλήθεια. Οι αντάρτες μάζεψαν τον λαό και πήγαν και σαμπόταραν  τον δρόμο της Τριπόλεως και όποιος δεν τους ακολούθαγε τον σκοτώναν και ο άνθρωπος αυτός ομολογεί ότι αν τον πιάναν θελά πάει άλλως και δεν τους ακολούθαγε θελά τον σκοτώσουν. Τότες ο Συντ/ρχης άλλαξε την γνώμην του και εδιέταξε να μείνουν ελεύθεροι οι κρατούμενοι. Ήσαν κρατούμενοι 6 Ανικολαΐτες μαζί με τον παπαΤάκη Κατακωσταντή. Οι Γερμανοί είχαν φέρει 8 κανόνια πεδινά, τα είχον στήσει στην ράχη στα Μαζαίϊκα στις μυγδαλιές. Εγώ όταν κατέβηκα από το ξενοδοχείο του Χρήστου Γιαννούλια, κάτου ήσαν στρατιώτες Γερμανοί όπου με γνώριζαν που ερχόσαν από το φυλάκιο όπου εφύλαγαν τα κανόνια και μου ζητούσαν 100 δράμια λάδι. Εμείς το χωριό μας τους δίναμε όσοι είχαν και τους διώχναμε. Αυτοί με αρπάξαν και φώναζαν Κωσταντίνε ήλθαμεν στο χωρίο και δεν σε βρήκαμεν. Στο χωριό οπού είχαν πάει σκότωσαν 3 άτομα: τον Σωτήριον Κατσιμικούλια από τα Μαζαίϊκα, την γριά του Θανάση Ντούπα, το παιδί του Ηλία Πανόπουλου[3] 18 χρονών. Αφού με πήραν στρατιώτες που με γνώριζαν με πήγαν στη ράχη  στις Μυγδαλιές που είχαν το φυλάκιο που φυλάγαν τα κανόνια. Εγώ τότες τα είδον, δεν γνώριζα ότι είχαν στήσει κανόνια. Ερώτησα τον λοχία διατί είναι τα κανόνια εδώ; Μου είπεν τα έχωμεν να κάψωμεν ολόγυρα τα χωριά οπού πήγαν και σαμπόταραν τον δρόμον της Τριπόλεως. Θα κάψουμε το Παγκράτι, τα Κρινόφυτα, Τουρλάδα, Άγιον Νικόλαον, Άρμπουνα, Πλανητέρου, Καστριά, Καλύβια Βρωσθαίνης, Καρνέσι, Κλείτορα, Τσορωτά και Φίλια, είχε κατάλογον. Μου δώσαν μια καραβάνα φαγητόν και έτρωγα. Έρχεται αγγελιαφόρος με έγγραφον στον λοχία. Ανακαλείτε το κάψιμο στα χωριά και τον σκοτωμό των κατοίκων. Θελά σκοτωθούν άνθρωποι, ζώα, σπίτια, θελά γίνουν όλα ερείπια. Έσωσα την Κάτω Κλειτορία, χάριν του πατριωτισμού που έχω και χάριν της γλώσσας που έμαθον Έλλην στρατιώτης στην Γερμανία, εχρησίμευσα στον τόπο μας και πατρίδα μας.

Σελ. 9. Άλλη περίοδο οι Γερμανοί ήλθον από την Τρίπολην και πέρασαν από τον Λόγγον Φωτήλα προς τα Καλύβια Τουρλάδος στη θέση Φροξυλιά, όπου κάτω στο αυλάκι επιάσαν τον Γεώργιον Γαλάνην και τον σκοτώσαν, επιάσαν και τον Αθανάσιον Γκολφινόπουλον και τον πήραν μαζί τους. Επροχώρεσαν  προς τον Πύργον Κολοβούστη επιάσαν τον Παναγιώτην Δημόπουλον και τον εσκότωσαν, επροχώρεσαν προς τον Μύλον Καμάρας του Αρμπούνου μόλις πέρασαν το ποτάμι ο Αθανάσιος Γκολφινόπουλος κάτοικος Τουρλάδας ελάκισε κάτου την άκρη το ποτάμι και έριξαν και τον σκοτώσαν. Επροχώρεσαν προς την Κλεισούρα, ηύρον τον τον πατέρα του Σπήλιου Ντεμπέλη[4] και πότιζεν τον αγρόν του από τα Καστριά και τον σκοτώσαν. Στον Βράχο της Βρωσθαίνης εστήσαν κανόνι και κτυπούσε του Μάζι που ήσαν αντάρτες. Κατόπιν ανέβηκαν στου Πλανητέρου και πήγαν στου Μάζι και πολεμούσαν με τους αντάρτες, πόσους σκοτώσαν δεν γνωρίζω. Κατόπιν κατεβήκαν προς τον Άρμπουνα και ήλθον στον Άη Νικόλα, το χωριό μας, ελακίσαμεν όλοι οι κάτοικοι του χωριού στο βουνό Αράχωβα – Παλιοχώρι και είμαστε στις κορυφές του βουνού Άρμπουνα. Εγώ επήγον στην ψηλότερη κορυφή Κολοφραζίδα και αγνάντευα ολόγυρα τα βουνά της περιφέρειας. Δίπλα από την κορυφή Κολοφραζίδας προς τα Κρινόφυτα είναι γκρεμός, ερείπιο μέρος, εγώ εμπήκα μέσα σ’ ένα γκρεμό και ηύρα ένα γράβαλο και άνοιξα τρύπα και έμπαινα ως καταφύγιο αν ήβλεπα και ερχόσαν Γερμανοί στην κορυφή της Κολοφραζίδας, θελά έμπω στο καταφύγιο που είχα την τρύπα. Είδον την σύζυγο του Αργύρη Βλάχου από τον Άρμπουνα και ερχόταν από το δάσος. Πολύ νερό και ανέβαινε προς την Κολοφραζίδα, την εγνώρισα και της σφύριξα, της έκαμον νόημα και ήλθεν εκεί που ήμουν και εγώ είχα ένα κοματάκι ψωμί, το μοιραστήκαμεν και αυτή είχεν στο τράστον της τυρί, μου έδωσεν μια φέτα τυρί και φάγαμεν και οι δυό μας. Είχεν και παγούρι με νερό και ήπιαμεν. Αγναντεύαμεν τους Γερμανούς που γύριζαν στην Αράχωβα. Στην κάτω μεριά της Αράχωβας στο δάσος είχαν σκοτώσει οι αντάρτες 20 Γερμανούς, περάσαν απάνου από τον

Σελ. 10. δρόμον 300 μέτρα από το ρέμα που ήσαν τα πτώματα των Γερμανών. Ευτυχώς και δεν τους βρήκαν, άλλωστε θελά κάψουν όλα τα χωριά, ανθρώπους, δε θελά μείνει κανείς ζωντανός. Όταν είδον που φύγαν από το στενό κατέβηκα στην κορυφή Κουνόκαστρο αγνάντιο στο χωριό μας Άγιος Νικόλαος, ήλθεν και η γυναίκα μου με τα παιδιά μου αγναντέψαμεν το χωριό μας, ηβλέπαμεν τους Γερμανούς να φεύγουν δια τα Μαζαίϊκα, εκατεβήκαμε στο σπίτι μας, είχαμε τη γριά τη μάνα της γυναικός μου αφήσει στο σπίτι διότι δεν μπορούσε να έλθει στο βουνό. Η γριά πήρε κατσουλώντας  και ανέβηκεν στο δάσος άνωθεν του χωριού και επήγεν στις Πουρναρίστες ως ένα γράβαλον και εχώθηκεν μέσα αλλά δεν την χωρούσεν το γράβαλο, η τρύπα και τα πόδια της ήσαν έξω. Εγώ με την γυναίκα μου πήραμεν ψάχνοντας με τα παιδιά μου το δάσος να βρούμε τη γριά, πέρασεν η κόρη μου από το γράβαλο, σύμπτωσις[;] είδε τα πόδια της γριάς, την τράβηξεν και την έβγαλεν έξω από τα πόδια της γριάς. Εφώναξε εμένα και της μάνας της: τρεχάτε, ελάτε εδώ την ηύρα τη νόνα μου. Ετρέξαμεν πήγαμεν στη γριά την βρήκαμεν λιγοθυμισμένη, φωνάξαμεν κάτου στους γειτόνους: τρέξατε, φέρτε κρασί και νερό. Οι γειτόνοι μας τρέξαν, φέραν κρασί και νερό, την μυρίσαμεν, την νίψαμεν με κρασί και με νερό, την επαναφέραμεν, της δώσαμεν λιγο κρασί και λιγάκι νερό και εσυνήλθεν και την πήρα καλικούτσα στο κορμί μου και την κατέβασα στο σπίτι μου.

Παπούλη θα σε παρακαλέσω, τον πετριωτισμό μου να τον κολήσεις στην σφαγή των Καλαβρυτινών και να γίνει ένα βιβλίο. Θα σας παρακαλέσω να μου γράψεις πόσο θα κοστήσει το βιβλίο αυτό να σας στείλω την αμοιβήν, να μου στείλεις ένα ποιούτο να το έχουν τα παιδιά μου γενεά γενεών. Πάρε τηλέφωνο στον κ. Στασινόπουλον αν θέλει να γράψει όλες τις λεπτομέρειες που γράφω δια τον πατριωτισμόν τον οποίον πρόσφερα στον τόπο μας, στην Κάτω Κλειτορία Καλαβρύτων. Παπούλη να έχεις καλήν ψυχήν από τον θεόν, να μου δώσεις ένα βιβλίο τοιούτο, θα περιμένω απάντησή σου με αγωνία να λάβω απάντηση. Σου φιλώ την δεξιά σου χείρα, ο Έλλην πατριώτης/ Κων. Γ. Δημόπουλος».

Πηγή: (ΕΛΙΑ-Αρχείο Παπαστεριόπουλου).

Επιλογικό σημείωμα: Επιθυμία του αειμνήστου Κων/νου Γ. Δημόπουλου ήταν, οι εμπειρίες του και «ο πατριωτισμός του» όπως εκείνος ανέφερε, να τυπωθούν, να μείνουν για τους απογόνους του και να γίνουν γνωστές στο ευρύτερο κοινό. Παρουσιάζοντας το γραπτό του κείμενο εδώ, αλλά και περιλαμβάνοντάς το στο Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων (όποτε υπάρξει επανεκτύπωση αυτού), πιστεύω ότι ικανοποιώ, έστω και πολύ αργά, το αίτημά του αυτό, δεδομένου ότι μου κάνουν την τιμή, αυτό το blog, να το «διαβάζουν» αρκετοί απ’ όλον τον κόσμο.

Θ. Τζώρτζης.

———————————————————————————

[1] Προφανώς τον συγχέει με κάποιον άλλο, ίσως γνωστό του καλόγηρο, και για τούτο τον αποκαλεί στη συνέχεια παπούλη.

[2] Στασινόπουλος Νικόλαος: (του Α.). «Ο Νικόλαος Στασινόπουλος (1918-1996) εγεννήθη εις τον Άγιον Νικόλαον Καλαβρύτων και εσταδιοδρόµησεν ως διδάσκαλος το πρώτον. Αργότερον κατετάγη εις την πολεµικήν αεροπορίαν, εις ην και ηνδραγάθησεν ως ιπτάµενος αεροπόρος εις τον πόλεµον του 1940-1941. Αποστρατευθείς εν συνεχεία από την απριλιανήν δικτατορίαν του 1967, ησχολήθη µε όλα τα λογοτεχνικά είδη. Γενικώς ως ποιητής, πεζογράφος και τεχνοκριτικός επέτυχε το άριστον. Εξέδωκε περί τα 50 τω αριθµώ αξιόλογα λογοτεχνικά έργα, άτινα ετιμήθησαν µε επαίνους και βραβεία εις την Ελλάδα και το εξωτερικόν. Από το 1974 έως το 1996 διετέλεσε Πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών και εις αυτήν την θέσιν τον εγνώρισε και η ηµετέρα ελαχιστότης περί τα µέσα της 10ετίας του 1980.  Η … βαθυστόχαστος βιβλιοκριτική του δια το περισπούδαστον εκδοθέν έργον του Πρωθιερέως  Νικολάου Παπαδοπούλου «Κατακαηµένου Μοριά σελίδες του 1821», ήτις εγράφη κατά το  αυτόν  έτος κυκλοφορίας  του  (1974),  αποτελεί τον ωραιότατον ίσως και καθ’ όλα αντικειµενικόν έπαινον του ράσου δια την υπέρ του ΄Εθνους προσφοράν του. Απ’ ότι διεπιστώθη, ή κριτική αύτη ήτο αδηµοσίευτος. Προφανώς όµως εστάλη εις πρόσωπα και φορείς, άλλά δίχως ανταπόκρισίν τινα. Το δια µολυβίου γεγραµµένον πρωτότυπον αυτής εδόθη υπό του κ. Νικ. Στασινοπούλου εις τον ηµέτερον αυτάδελφον κ. Κωνσταντίνον Νικολόπουλον, τον επί της εποχής του διατελέσαντα Αντιπρόεδρον της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών, δι’ ιδίαν χρήσιν, Υπό δέ του κ. Κων. Νικολοπούλου παρεχωρήθη εις ηµάς εις την κατάλληλον ταύτην στιγµήν, προκειµένου να κοσµήση το ανά χείρας πόνηµα.» (Μαξίμου Ιβηρίτου, Πρωθιερεύς Νικ. Παπαδόπουλος, σ. 145). Ο ίδιος ο Στασινόπουλος στο βιβλίο του για τον Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων, (σ. 130) γράφει: «ο γράφων και ο Παν. Γουρνιάς γνώρισαν την φρίκη του Στρατοπέδου Σιγουνίου…». Επίσης στη σελ. 138 αναφέρει ότι διετέλεσε και ανταρτοδίκης. Στο βιβλίο του για τον Άγιο Νικόλαο στο τελευταίο εξώφυλλο διαβάζουμε: «[…] Ακολούθησε παιδαγωγικές σπουδές και αριστούχος ακολούθησε ειδικά ψυχολογικά μαθήματα. Γράφτηκε στην Πάντειο και την Νομική Σχολή Αθηνών, άφησε όμως γρήγορα τις σπουδές του, γιατί τον τραβούσαν άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή του[….]. Έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα 40 βιβλία και έχει σημοσιεύσει σε περιοδικά και εφημερίδες, ξέχωρα από ποιήματα, διηγήματα και άρθρα λογοτεχνικού περιεχομένου. Κριτικές λόγου και τέχνης, που υπερβαίνουν τις χίλιες, κρατώντας δυό μόνιμες στήλες κριτικής σε εφημερίδες. Έμεινε σαν διευθυντής σύνταξης για λίγο καιρό στο περιοδικό ΑΧΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΧΑΪΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ και υπεύθυνος του περιοδικού ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, που είναι όργανο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Τακτικό μέλος της Ένωσης Επαρχιακού Τύπου. Έχει πλούσιο ανέκδοτο έργο που ανέρχεται σε 25 περίπου τόμους, με ιδιαίτερο ανάμεσά τους το 12τομο έργο με τίτλο «Αεροπορική Λογοτεχνία»[…]. Έχει τιμηθεί το έργο του με επαίνους και βραβεία… Διετέλεσε αντιπρόσωπος της Διεθνούς Ακαδημίας Ποίησης (Τέχνες – Γράμματα – Επιστήμες) ΛΥΤΕΣ των Παρισσίων. Το 1939 άφησε τις παιδαγωγικές του απασχολήσεις και επαγγελματικά εντάχθηκε στα ιπτάμενα στελέχη της Αεροπορίας και τιμήθηκε με παράσημα και μετάλλια για την δραστηριότητά του στον πόλεμο και στην ειρήνη. Έμεινε για 7 χρόνια διευθυντής του ψυχολογικού τμήματος (Κ.Α.Ι.) Κέντρου Αεροπορικής Ιατρικής και το 1967 αποστρατεύθηκε με βαθμό ανωτέρου Αξιωματικού, αποκατασταθείς συνταξιοδοτικά και βαθμολογικά με την επάνοδο της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Διακρίνεται για την δραστηριότητα, την μαχητικότητα και τις συνδικαλιστικές του ικανότητες στα πνευματικά θέματα». (Από το Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων).

[3] Στο τροποποιημένο κείμενο αναφέρεται  Ηλίας Παναγόπουλος.

[4] Τεμπέλης Σπήλιος: δάσκαλος από τα Καστριά, στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, εντάχθηκε στον Δ. Σ. στον τομέα της διαφώτισης και στη συνέχεια «νομάρχης» Αργολιδοκορινθίας στην «Κυβέρνηση του Βουνού». Σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε μαζί με τον Γιάννη Κατσικόπουλο στις αρχές του Απρίλη του 1949 (Παλαιολογόπουλος Δημ.). (Από το Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων).

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s