Η δολοφονία στη μονή Αγίων Θεοδώρων Αροανείας, το έτος 1973.

Τη νύχτα στις 17.12.1973 στη μονή Αγίων Θεοδώρων εφονεύθη ο ηγούμενος αυτής Παρθένιος (Γεώργιος Μαντάς, ο οποίος απεικονίζεται στην φωτογραφία) ετών 71 και ο κωφάλαλος υποτακτικός του Ιω. Φιλιππακόπουλος ετών 59.

Το έγκλημα αποκαλύφθηκε την επόμενη ημέρα της δολοφονίας από τον ταχυδρόμο της Αροανίας Λάμπη Λουρίδα.

Συνελήφθησαν από την Χωροφυλακή κατηγορούμενοι για το έγκλημα αυτό και οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη οι: 1. Θεόδωρος Θ. Χριστέας ετών 38 από Σελινίτσα Μεσσηνίας, οικοδόμος, έγγαμος και πατέρας τριών παιδιών, κάτοικος Άνω Καλαμακίου Αττικής και φίλος και κουμπάρος του Σαραντόπουλου. 2. Βασίλειος Σ. Σαραντόπουλος ετών 33, εργολάβος οικοδομών από Σάμο Μεσσηνίας, έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών, κάτοικος Ρόδου.  Ως συνεργοί οι: 3. Πέτρος Χρ. Πέτρου επιχειρηματίας νυχτερινών κέντρων,ετών 42, κάτοικος Γλυφάδας Αττικής,. 4. Βασίλ. Π. Μάνεσης γεννηθείς στην Πάτρα και κατοικών στη Γλυφάδα Αττικής, οδηγός ταξί, ετών 41, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της σπείρας και έλαβε μέρος στην απόπειρα διαρρήξεως της Μονής. 5. Λεωνίδας Δημ. Σπίρης κάτοικος Ν. Σμύρνης Αθηνών, οδηγός και ιδιοκτήτης Ι. Χ. αυτοκινήτου τον οποίο οι δράστες χρησιμοποίησαν για την πρώτη μεταφορά τους στη Μονή και τον οποίο στη συνέχεια άλλαξαν χαρακτηρίζοντάς τον ως «κουτόν». 6. Σωτήριος Δ. Αναγνωστόπουλος, οικοδόμος ετών 29 από Αγία Παρασκευή Λαρίσσης, κάτοικος Αγίου Δημητρίου Αττικής, όστις συνελήφθη για άλλες πράξεις αρχαιοκαπηλείας με την ίδια συμμορία. 7. Ν. Π. Κοεμτζής[1], κάτοικος Αθηνών υπόδικος στο Κεντρικόν Σωφρονιστικό κατάστημα Αθηνών, ο οποίος είχε σχέση με παλαιότερα με δίκτυο αρχαιοκαπηλείας και ήταν φίλος των δραστών.

Αυτοί εκατηγορούντο ότι σύστησαν συμμορία με σκοπό τη ληστεία και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο του ηγουμένου και του υπηρέτη της μονής, για απόπειρα κλοπής, για ηθική αυτουργία σε ληστεία, για οπλοχρησία κ.λ.

Το διπλό έγκλημα διέπαραξε ο Χριστέας δια κυνηγετικού όπλου, μετά του Σαραντόπουλου ο οποίος φερόταν και ως εγκέφαλος της συμμορίας.

Ο Πέτρου φερόταν ως χρηματοδότης της «επιχείρησης», η οποία σκοπούσε στην αφαίρεση παλαιών κειμηλίων μεγάλης αρχαιολογικής αξίας (παλαιών χειρογράφων εκκλησιαστικών βιβλίων, ένα εκ των οποίων ήτο χειρόγραφον επί παπύρου, του 11ου αιώνος και το οποίο εφέρετο να έχει μεγάλη αξία). Οι Μάνεσης και Σπίρης ήσαν οδηγοί.

Η παραπάνω συμμορία είχε διαπράξει και άλλα αξιόποινα αδικήματα, αφαίρεση εικόνων, παλαιών βιβλίων κ.λ. και από άλλα μέρη της Ελλάδος (Αττική, Πελοπόννησο, Καρδίτσα, Ανδρίτσαινα όπου διέρρηξαν την εκεί βιβλιοθήκη αναζητούντες χειρόγραφο του Ζαν – Ζάκ Ρουσσώ κ.λ.).

Ο Σαραντόπουλος επιστρέψας από τη Γερμανία, αναζητούσε σημεία όπου θα μπορούσε να κλέψει αρχαία μετά των Χριστέα και Πέτρου. Έτσι επεσήμαναν τη μονή των Αγίων Θεοδώρων, αφού πήραν πληροφορίες από το γιό καταστηματάρχη στην Αθήνα, καταγομένου από την Ανάσταση, εν αγνοία του βέβαια, των εγκληματικών προθέσεών τους.

Όταν πήγαν στην Ανάσταση για να ζητήσουν πληροφορίες για τη μονή και τα κειμήλιά της, «κόλησε» το αυτοκίνητό τους στη λάσπη και ζήτησαν βοήθεια από τους κατοίκους, την οποία τους παρέσχε ο παπάς. Αυτό το γεγονός τους στοίχισε και την αποκάλυψη του εγκλήματος.

Επισκέφθηκαν 4 φορές το μοναστήρι. Σε μία απ’ αυτές τις επισκέψεις  συστήθηκαν ως αξιωματικός ο ένας και μηχανικός της ΜΟΜΑ ο άλλος, εργαζόμενοι δήθεν στην επαρχία και προθυμοποιήθηκαν μάλιστα να φτιάξουν και το δρόμο του μοναστηριού. Ο Παρθένιος τους ξενάγησε στα κειμήλια, τους έδειξε τους χειρόγραφους κώδικες και το Ευαγγέλιο και έτσι ήταν εύκολο γι’ αυτούς να τα εντοπίσουν. Κατά την Τρίτη επίσκεψη επεχείρησαν να μπούν στη μονή με σκάλα αλλά τους αντιλήφθηκαν τα σκυλιά και ξύπνησαν τον ηγούμενο. Αυτός δεν ανέφερε το γεγονός στην αστυνομία, παρ’ ότι οι δράστες έκοψαν τα καλώδια της τηλεφωνικής γραμμής, ούτε και έπαιρνε προφυλάξεις δεδομένου ότι οι πόρτες του μοναστηριού έμεναν πάντα σχεδόν ανοιχτές. Ανέφερε το γεγονός μόνο στον ανεψιό του παπά Αριστείδη Κουτσόπουλο ιερέα του αγίου Ανδρέου Αιγίου.

Την τελευταία φορά που επισκέφτηκαν το μοναστήρι σταμάτησαν το ταξί του Μάνεση στη Βρωμόβρυση και απ’ εκεί οι Χριστέας και Σαραντόπουλος πήγαν στο μοναστήρι στις 6 το απόγευμα. Ο πρώτος ήταν ντυμένος κυνηγός φέρων και καραμπίνα και ο δεύτερος είχε μαζί του σακούλα με φυσίγγια για την καραμπίνα και ένα περίστροφο το οποίο κατά μία εκδοχή ανήκε στον Κοεμτζή. Ο Παρθένιος τους καλοδέχθηκε σαν φίλους, τους φιλοξένησε, τους κέρασε ούζο και έδωσε εντολή στον Φιλιππακόπουλο να ετοιμάσει και φαγητό, επιμένοντας να τους κρατήσει εκεί το βράδυ λόγω της προχωρημένης ώρας. Γύρω στις 7 τον σκότωσαν πυροβολώντας τον ο μεν Χρηστέας με την καραμπίνα ο δε Σαραντόπουλος με το πιστόλι. Το ίδιο συνέβη και με τον υπηρέτη Φιλιππακόπουλο, τον οποίο αρχικά τραυμάτισαν αλλά αργότερα στην προσπάθειά του να σηκωθεί κραυγάζοντας άναρθρα, τον αποτελείωσαν και αυτόν.

Πήγαν στη «σάλα» όπου από τη βιβλιοθήκη ο Χριστέας πήρε 6 παλαιά βιβλία εν γνώσει του Σαραντόπουλου, και 2 εν αγνοία του τα οποία απέκρυψε και από το σεντούκι του ηγουμένου Παρθενίου πήραν 1800 δρχ. Δεν βρήκαν όμως 100.000 δρχ. που ήσαν στο μοναστήρι σε άλλο σημείο, εκ των οποίων 3.500 στις τσέπες του Φιλιππακόπουλου.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα χωρίς να πουν στο Μάνεση για τα εγκλήματα, αλλά μόνο ότι «πήραν τα χαρτιά», πέταξαν το πορτοφόλι του Παρθενίου στην Κακιά Σκάλα και μοιράστηκαν τα χρήματα από 600 δρχ. έκαστος. Ούτε στον Πέτρου είπαν για τις δολοφονίες, τις οποίες έμαθε μετά δύο ημέρες από εφημερίδα που του έδειξε ο Μάνεσης. Την επομένη οι Σαραντόπουλος και Μάνεσης αναζήτησαν αγοραστή  των κλοπιμαίων στα Φάρσαλα.

Οι δράστες συνελήφθησαν με την αρωγή στην αστυνομία τόσο των κατοίκων της Αναστάσοβας οι οποίοι παρατήρησαν, από λόγια που ξέφυγαν από τους κακοποιούς για κειμήλια του μοναστηριού και για γνωστό τους στην Αθήνα από το χωριό αυτό, όταν το αυτοκίνητό τους κόλησε στη λάσπη, όσο και από μαρτυρίες ποιμένων από το Μοστίτσι οι οποίοι κατέθεσαν για ένα ταξί με έδρα τη Γλυφάδα και κτυπημένο το ένα του φτερό, που είχαν δει συχνά το δρόμο Πριολίθου – Μαυροχόρτη.

—————————————————————–

[1] Ο Κοεμτζής καταγόταν από το Αιγίνιο Πιερίας και είχε αποφυλακιστεί τον Φεβρουάριο του 1973 μετά από καταδίκη για κλοπή. Στις 24.2.1973 διέπραξε τη δολοφονία τριών ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 8, στο κέντρο Νεράϊδα, για μια «παραγγελιά». Καταδικάστηκε τρις εις θάνατο και 8 φορές ισόβια και το 1977 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια και αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Πατρών στις 29.3.1996. Πέθανε στις 23.9.2011 από έμφραγμα, σε ηλικία 73 ετών, πουλώντας το βιβλίο του στο Μοναστηράκι.

(Κύρια πηγή του θέματος: εφημ. «Φωνή των Καλαβρύτων», 23.1.1974, απ’ όπου και η φωτογραφία του ηγουμένου Παρθενίου).

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s