Κίναιδος, αρσενοκοίτης, καταπύγων…

Πριν μερικές ημέρες άκουσα στην τηλεόραση κάποιον παρουσιαστή ειδήσεων να κάνει παρατήρηση σε έντονο ύφος σε άλλον δημοσιογράφο, γιατί δεν γνώριζε επακριβώς τη σημασία διαφόρων λέξεων σχετιζομένων με τους ομοφυλόφιλους, τρανσέξουαλ κ.λ. Όταν ο  δύσμοιρος δημοσιογράφος προσπάθησε να αντιδράσει δέχθηκε την παρατήρηση: «Όταν είσαι δημοσιογράφος και εκτίθεσαι στο κοινό οφείλεις να γνωρίζεις τις βασικές αυτές έννοιες».

Ταράχτηκα γιατί αναρωτήθηκα αν και εγώ γνώριζα αυτές τις έννοιες και διαπίστωσα ότι είχα άγνοια.

Όπως καταλάβατε η συζήτηση ήταν γύρω από το σχετικό νόμο που η παρούσα Κυβέρνηση εισήγαγε προς ψήφιση στη Βουλή.

Με βάση την ελληνική γλώσσα και όσα έτυχε να μάθω διαβάζοντας τα ελληνικά κείμενα, οι λέξεις που γνώριζα ή είχα διαβάσει κάπου, ήσαν: Ομοφυλοφιλία, ομοφυλόφιλος, πούστης, λεσβία, παθητικός – ενεργητικός ομοφυλόφιλος και σε παλαιότερα συγγράμματα αναφέρονται οι λέξεις αρσενοκοίτης, καταπύγων, κίναιδος, ερμαφρόδιτος και ίσως άλλες που εγώ δεν έχω συναντήσει.

Όπως ο Δημητράκος στο Λεξικό εξηγεί:

Ομοφυλοφιλία: «γενετήσιος διαστροφή, καθ’ ήν επιδιώκει τις την ικανοποίησιν του ερωτικού αυτού ενδτίκτου επί προσώπου του αυτού φύλλου, ερωτική σχέσις προς άτομον του αυτού φύλλου, πρβλ. αρσενοκοιτία, λεσβιασμός».

Ομοφυλόφιλος: «ο επιδιώκων την ικανοποίησιν του γενετησίου αυτού ενστίκτου επί προσώπων του αυτού φύλλου, ο πάσχων εξ ομοφυλοφιλίας, πρβλ. αρσενοκοίτης, λεσβιάς». Ενεργητικός ομοφυλόφιλος: εκείνος που πράττει και παθητικός ομοφυλόφιλος: εκείνος που πάσχει.

Πούστης: ο κίναιδος και: ο αισχρός, αναίσχυντος. Χρησιμοποιείται και ως ύβρις. Υποκορ. του πούστης: το πουσταρέλλι, το πουσταριό, το πουστράκι και άλλες ομόριζες λέξεις είναι: ο πούστικος = ο ανήκων ή αναφερόμενος στον πούστη, ο του πούστη. Πουστοφέρνω = πουστίζω, φέρομαι ως πούστης, ως κίναιδος, πουστοφέρνω. Πούστρα: επί αρρένων, αντί της λέξης πούστης, και επί γυναικών η εκδιδομένη εις παρά φύσιν ασέλγεια.

Λεσβία: (ή και λεσβιάς –άδος) «η έχουσα το πάθος του λεσβιάζειν γυνή. Λεβιάζω: πράττω ομοίως προς τας Λεσβίας γυναίκας, αισχροποιώ δια του στόματος, γλωττοδεψώ (γλωττοδεψέω = εν αισχρά σημασία θηλάζω ή λείχω  δια της γλώσσης), κάνω μινέττα. (μινέτο (Ιταλ.) και δημοτ. μινέττα = η πράξις του αιδοιολείκτου, λεσβιασμός). Νεωτ. γεν επί γυναικών, αιχρουργώ μεθ’ ομοφύλλου». Λεσβιασμός: ομοφυλόφιλος μεταξύ γυναικών ερωτική ενέργεια. Στις μέρες μας ως λεσβίες θεωρούμε εκείνες που έλκονται αποκλειστικά από γυναίκες.

Κίναιδος: «ο παρά φύσιν συνουσιαζόμενος, είτε ενεργών είτε πάσχων. Νεώτ. πάσχων παρά φύσιν, παθητικός. Συνεκδ.ο αισχρός, κακοήθης, ακόλαστος άνθρωπος». Κιναιδία: η παρά φύσιν ασέλγεια.

Ερμαφρόδιτος: άτομο στο οποίο συνυπάρχουν τα διακριτικά γνωρίσματα αμφοτέρων των φύλων «εν πλήρει μορφολογική ή εν ατροφική καταστάσει ή εν υποτυπώδει μορφή , ανδρόγυνος, αρσενικοθήλυκος». Ερμαφρόδιτος (απ’ όπου και ο όρος) ήταν ο υιός του Ερμή και της Αφροδίτης όστις μετείχε του άρρενος και του θήλεως γένους. Βλ. και παρακάτω στον όρο Intersex.

Αρσενοκοίτης: (ή αρρενοκοίτης) «ο άρρενι συνουσιαζόμενος».

Καταπύγων, -ονος: ο παραδιδόμενος εις παρά φύσιν μείξεις, αισχρός, ασελγής.

Όμως… δεν είναι αυτές μόνο οι λέξεις. Στην προσπάθειά μου να καλύψω την άγνοιά μου που παραπάνω σας έλεγα, ανακάλυψα πλήθος άλλων λέξεων και εννοιών, οι οποίες προέρχονται από το εξωτερικό (μερικές με ρίζα ελληνική) και εδώ και αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω του internet και των διαφόρων κινήσεων των ατόμων αυτών (gay, trans κ.λ.) για διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, έχουν εισβάλει και στην ελληνική κοινωνία. Παραθέτω μερικές απ’ αυτές, όπως τις «αλίευσα» στο διαδίκτυο:

Agendered: (Άφυλος), αυτός που δεν ταυτίζεται με άλλο φύλλο.

Asexual: (Ασέξουαλ), (ασεξουαλικό), είναι το άτομο που απέχει από τη σεξουαλικότητα. Είναι το άτομο που δεν έλκεται σεξουαλικά από άλλα άτομα (άνδρες ή γυναίκες), δεν έχει διάθεση για σεξ.

Biphobia: (Αμφιφυλοφοβία ή αμφιφοβία). Είναι το μίσος προς τα άτομα που έλκονται από άτομα του ιδίου φίλου. Διάκριση σε βάρος ομοφυλόφιλων ατόμων.

Bιsexual: (αμφιφυλικός ή αμφιφυλόφιλος ή αμφισεξουαλικός ή αμφί) είναι εκείνο το άτομο που ελκύεται ερωτικά από άτομα του ιδίου αλλά και του αντιθέτου φύλου. Tου (της) αρέσουν και οι άνδρες και οι γυναίκες.

Cisgender: άτομα που αυτοπροσδιορίζονται με το φύλο της γέννησής τους. Τον όρο «χρησιμοποιούν κυρίως οι trans κοινότητες, αλλά και οι gay και lesbian, για να ορίσουν το άτομο του οποίου η έμφυλη ταυτότητα ταυτίζεται με το βιολογικό του φύλλο, το άτομο δηλαδή που συμβιβάζεται με τους κανόνες αυτού που η κοινωνία θεωρεί «ορθή σεξουαλικότητα». (υπάρχουν cis gay, cis λεσβίες κ.λ.) Ο όρος “cis” είναι λατινικός και σημαίνει «από την ίδια πλευρά»…», σε αντίθεση με τον «trans» που σημαίνει «από την άλλη πλευρά».

Coming out: η αποκάλυψη του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου από το ίδιο το άτομο.

Cross – dresser: (παρενδυτικός) αυτός που δεν θέλει ν’ αλλάξει φύλο αλλά ντύνεται με ρούχα που ταιριάζουν (στην καθημερινότητα) στο αντίθετο φύλο.

Drag: Είναι ένα είδος cross – dressing σχετικό με το θέαμα. Άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται γυναίκες, αλλά ντύνονται με ρούχα που ταιριάζουν στο ανδρικό φύλο (Drag Kings) και άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται άνδρες, αλλά ντύνονται με ρούχα που ταιριάζουν στο γυναικείο φύλο (Drag Queens).

FΤM: Αρτικόλεξο που σημαίνει από Θηλυκό σε Αρσενικό.

Gay: (γκέϊ) αυτοί που γεννήθηκαν άντρες και τους αρέσουν οι άνδρες, έλκονται αποκλειστικά από άνδρες.

Heterosexual ή Strait: ετεροφυλόφιλος. Σχετικός είναι ο όρος Ετεροκανονικότητα (heteronormatinity) ο οποίος υποδηλώνει ότι υπάρχουν δύο φύλα βιολογικά και κοινωνικά και ο σεξουαλικός προσανατολισμός πρέπει να εναρμονίζεται με αυτά (αρσενικό ή θηλυκό).

Ηοmphobia: (Oμοφοβία). Είναι το μίσος προς τα αμφιφυλόφιλα άτομα και την αμιφυλοφοβία. Διάκριση σε βάρος αμφι ατόμων.

Homosexual: (Ομοφυλόφιλος), είναι αυτός που έλκεται σεξουαλικά και συναισθηματικά από άτομα του ιδίου φύλου.

Intersex: (Μεσοφυλικός). Αυτός που γεννήθηκε με γεννητικά όργανα και των δύο φύλων. Ο ελληνικά αποδιδόμενος με τη λέξη «ερμαφρόδιτος», όρος. Ο όρος «ερμαφρόδιτος» έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί γιατί θεωρείται προσβλητικός.

Lesbian (λεσβία): γυναίκα που έλκεται σεξουαλικά και συναισθηματικά από άλλη γυναίκα.

LGBT ή GLBT: (Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender). Αρτικόλεξο, στα ελληνικά ΛΟΑΤ (Λεσβία, Ομοφυλόφιλος, Αμφιφυλόφιλος, Τρανς), ή και ΛΟΑΔ όπου το Δ υποδηλώνει Διαφυλικούς.

ΛΟΑΤΙ: Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά, Τράνς, Intersex ή LGBTQQI: Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Trans, Queer, Questioning Intersex: ο όρος που υποδηλώνει ένα πολιτικό κίνημα αυτών των ομάδων για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (ισονομία, ισότητα, ίση μεταχείρηση κ.λ.).

Mετροσέξουαλ: είναι ο άνδρας που δανείζεται γυναικείες συμπεριφορές, δεν έχει σεξουαλικές προτιμήσεις αλλά ακολουθεί τη μόδα στον τρόπο που ντύνεται και στη σεξουαλική του ζωή.

ΜΤF: Αρτικόλεξο που σημαίνει από Αρσενικό σε θηλυκό.

Outing: η αποκάλυψη του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου από άλλους.

Queer: (στα ελληνικά μεταφράζεται αλλόκοτος) και ξεκίνησε σαν βρισιά: περίεργος, ανώμαλος. «Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους σε όλο το φάσμα της σεξουαλικότητας».

Questioning: (ή δεύτερο Q;) αναφέρεται στα άτομα τα οποία ψάχνονται, δεν είναι σίγουρα και δεν μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν ως κάτι.

Sex: βιολογικό φύλο.

Trans: ο λατινικός αυτός όρος σημαίνει «από την απέναντι πλευρά». Υποδηλώνει άτομα των οποίων το φύλο δεν ταυτίζεται με το βιολογικό φύλο.

Transgender: όρος που υποδηλώνει άτομα τα οποία αυτοπροσδιορίζονται με διαφορετικό φύλο από αυτό της γέννησής τους.

Transphobia: (τρανσφοβία). Το μίσος προς όσα άτομα δεν ανήκουν στο ετεροκανονικό σύνολο ανθρώπων, σε ότι αφορά το φύλο τους.

Τρανσέξουαλ: αυτός (αυτή) που γεννήθηκε με αντρικό μόριο αλλά αισθάνεται γυναίκα (άνδρας). Δηλ. το βιολογικό φύλο δεν ταιριάζει με το κοινωνικό. Αυτοπροσδιορίζεται με διαφορετική ταυτότητα φύλου από αυτό που γεννήθηκε. Πολλές φορές επιθυμεί και πασχίζει ν’ αλλάξει φύλο.

Φύλο Κοινωνικό (Gender): ο όρος υποδηλώνει πως το ίδιο το άτομο αυτοπροσδιορίζεται.

Ομολογώ ότι και μετά την προσπάθεια αυτή, αμαθής παρέμεινα και τα ερωτηματικά μου μεγάλωσαν αλλά και η διάθεσή μου από σκωπτική μεταβλήθηκε σε στρυφνή. Ελπίζω να μην συνέβη το ίδιο και σε σας…

Η κατήφεια αυτή ίσως να οφείλεται στο φόβο μου ότι η ελληνική γλώσσα δέχεται τόσες πιέσεις όσες και η ελληνική κοινωνία αλλά και όλα τα θέσφατα της φυλής μας.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s