Σαν πας πουλί μου στο Μωρηά, σαν πάς στην Άγια Λαύρα….

Το τραγούδι «Σαν πας πουλί μου στο Μωρηά», το τραγούδησαν πολλοί, αλλά τις δύο βασικές παραλλαγές του τραγούδησε:

  1. Ο Γιώργος Μεϊντανάς[1]: «Σαν πας πουλί μου στη Φραγκιά/ σαν πας στην Άγιο Μαύρα[2]/ χαιρέτα μας την Κλεφτουριά/ ορε χαιρέτα μας αχ πουλί μ’ την κλεφτουριά/ άϊντ’ ορέ χαιρέτα μας την κλεφτουριά/ και τους καπεταναίους/ Όρε πες τους να κά ορέ να κάτσουν φρόνιμα».
  2. Ο Παπασιδέρης Γιώργος[3]: «Σαν πας πουλί μου στο Μωρηά/ σαν πας στην Άγια Λαύρα/ χαιρέτα μας την Κλεφτουριά/ ορε χαιρέτα μας την κλεφτουριά/ κι αυτόν τον Κατσαντώνη/ Πες του να κάτσει φρόνιμα/ Όρε πες του να κάτσει φρόνιμα/ καλά ταπεινωμένα/ δεν ειν’ ο περσυνός καιρός» (ηχογράφηση 1936).

Με αυτούς τους στίχους (ή παραπλήσιους) το τραγούδησαν οι:

Μητάκη Γεωργία[4].

 Καρναβάς Τάκης[5]:  «Κι αν πάς πουλίμ κατ’ το Μωρηά/ κι αν πας στην Άγια Λαύρα/ χαιρέτα μας πουλί μ’ την κλεφτουριά/ Όρε χαιρέτα μας την κλεφτουριά/ όρε και αυτόν τον Κατσαντώνη/ Πες του να κάτσει πουλί μου φρόνιμα/ όρε πες του να κάτσει φρόνιμα/ ορέ καλά ταπεινωμένα/  δεν ειν’ ο περσυνός καιρός».

Τζίμας Κώστας[6]: «Σαν πας πουλί μου στο Μωρηά/ σαν πας στην Άγια Λαύρα/ χαιρέτα μας την Κλεφτουριά/ ορε χαιρέτα μας την κλεφτουριά/ κι αυτόν τον Λεπενιώτη[7]/ Πες του να κάτσει όρε πουλί μου φρόνιμα/ Όρε πες του να κάτσει φρόνιμα/ λίγο ταπεινωμένα/ δεν ειν’ ο περσυνός καιρός».

Και πολλοί άλλοι ακόμα.

Και μια άλλη παραλλαγή αναφέρει:

«Αυτού που πας, μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,/ να χαιρετάς την κλεφτουριά, κι’ αυτόν τον Κατσαντώνη./ Πε του να κάνει φρόνιμα κι’ όλο ταπεινωμένα,/ δεν είν’ ο περσινός καιρός να κάνει όπως θέλει·/ φέτος το πήρε γκέντσιαγας, το πήρε ο Βεληγκέκας./ ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα…».

Ο στίχος στο τραγούδι που βασικά τραγούδησε ο Παπασιδέρης, συνδέει την Αγία Λαύρα με τον Κατσαντώνη. Ας δούμε όμως τι στοιχεία υπάρχουν για τον Κατσαντώνη.

Ο Κατσαντώνης[8] σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκε στο Βασταβέτσι (Πετροβούνι) της Ηπείρου το 1775 από σαρακατσάνικη ευκατάστατη οικογένεια και κατά τον Επαμεινώνδα Φραγγίστα (Βίος Κατσαντώνη, Αθήναι 1862), λεγόταν Αντώνης Μακρυγιάννης και είχε τρεις αδερφούς: τον Κουτζούκη (ή Χρήστο Κούτσικο κατ’ άλους), Γιώργο Χασιώτη και τον Κώστα Λεπενιώτη. Εικοσιπενταετής συνελήφθη από κάποιον Μπουλούμπαση ως αυτουργός δήθεν ζωοκλοπής, εδάρη ανηλεώς επί δύο ημέρες, κρατήθηκε και ζητήθηκαν και καταβλήθηκαν λύτρα από τον πατέρα του και έτσι αφέθηκε ελεύθερος. Τότε εφόνευσε τον Μπουλούμπαση και βγήκε αρματωλός στο βουνό το 1802 ενωθείς με τον Δίπλα.

Οι κυριότερες μάχες του Κατσαντώνη:

Στα μέρη της Τριφύλλας Ευρυτανίας το 1805 συνεπλάκη μετά του Δερβέναγα Ιλιάσμπεγα και 300 Αλβανούς και σε διάστημα μιας ώρας εφόνευσε 10 στρατιώτες και τον ίδιο τον Δερβέναγα, των λοιπών τραπέντων σε φυγή.

Σε μάχη μιας ώρας πλησίον της Κετρινιάς εφόνευσε τον Κουτζουμουσταφάμπεη και άλλους 145 Τούρκους οι οποίοι είχαν σταλθεί από τον αιμοβόρο Γιουσούφ Αράπη κατ’ εντολή του Αλή Πασά, να σκοτώσουν τον Κατσαντώνη.

Τον Ιούλιο του 1806 από την τοποθεσία Πουλιού Βρύση στο Κεράσοβο Ευρυτανίας, προκάλεσε σε μάχη τον Χασάν Μπελούση ο οποίος βρισκόταν στη μονή Ταρτάνας και εκείνος για να μην πέσει στη δυσμένεια του Αλή Πασά πήγε εκεί όπου έγινε λυσσώδης δίωρη μάχη κατά την οποία ο Χασάν Μπελούσης ετράπη σε φυγή αφήσας 30 νεκρούς Τούρκους, έναντι 3 του Κατσαντώνη.

Τον Αύγουστο του 1806 ο μεγάθυμος οθωμανός Δερβέναγας Αλούς Μπεράτης επικεφαλής 300 Αλβανών και διαταχθείς από τον Αλή Πασά, επιτέθηκε στον Κατσαντώνη στο Μαλατέϊκο λημέρι, όπου μετά δίωρη μάχη, αναγκάστηκε να αποσυρθεί αφήνοντας 40 νεκρούς έναντι δύο του Κατσαντώνη.

Ο διακεκριμένος για τα στρατιωτικά του προτερήματα Μπεκύρ Τζογαδούρος, τον Οκτώβριο του 1806, συνεπλάκη τυχαία στη θέση Ληστή της επαρχίας Βάλτου με τον Κατσαντώνη, όπου μετά από μάχη μιας ώρας πληγώθηκε ο Κατσαντώνης στο μηρό και διέταξε υποχώρηση. Φονεύθηκαν δύο σύντροφοί του και περί τους 20 Τούρκοι. Μετά ένα μήνα και κατ’ εντολή του Αθανασίου Ντουφεκιά εμπειρικού γιατρού, στάλθηκε ο Κατσαντώνης στην Κέρκυρα για καλύτερη περίθαλψη του τραύματός του. Εκεί παρέμεινε τρεις μήνες, θεραπεύθηκε και επανήλθε στους συντρόφους του. Εκεί στην Κέρκυρα έκανε σχέσεις με τον Ρώσσο στρατηγό Παπαδόπουλο, ο οποίος βλέποντας τις ικανότητές του, του έδωσε υποσχέσεις για βοήθεια και του ζήτησε να συνεννοηθεί και με τους λοιπούς αρματωλούς της Ελλάδος και να μεταβούν στη συνέχεια στον Παπαδόπουλο να τους καθοδηγήσει βάσει σχεδίου για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Τον Μάϊο του 1807 ο Αλή Πασάς έστειλε εναντίον του Κατσαντώνη τον άξιο πολέμαρχό του αλβανό, βασανιστή, κακούργο, αυθάδη προς τους ασθενείς και δειλό απέναντι στους ισχυρούς, Μουσταφά Βεληγκέκα επικεφαλής 800 επιλέκτων Αλβανών και με αρωγό τον Γιουσούφ Αράπη. Στη θέση Αλαμάνου των Αγράφων ο Κατσαντώνης με τους συντρόφους του εφόνευσε τον Βεληγκέκα και άλλους δέκα, ενώ οι υπόλοιποι ετράπησαν σε φυγή.

Τον Ιανουάριο του 1808 στο Χωριό Σπινάσα της Ευρυτανίας ο Χασάν Μπελούσης με 300 μαχητές επιτέθηκε εναντίον του Κατσαντώνη, κάτω από δριμύ ψύχος, και μετά από πεισματώδη και πολυαίμακτο μάχη μιάς ώρας, ετράπη σε φυγή από τους Κατσαντωναίους με 40 νεκρούς έναντι ενός νεκρού και τεσσάρων πληγωθέντων εκ μέρους του Κατσαντώνη.

Στη μάχη με τον πολέμαρχο Άγο Μουχτάρη ο οποίος ήταν επιικεφαλής 1.000 Αλβανών στη θέση Γρεβανού, ο Κατσαντώνης περικυκλώθηκε και παρά τις διαδοχικές προσπάθειες με εφόδους αυτού και των συντρόφων του να διασχίσουν τα εχθρικά  στίφη, εφονεύθη ο Δίπλας και άλλοι δώδεκα ενώ από τους Αλβανούς πλέον των 150. Εκεί ο Κατσαντώνης υπέστη ήττα.

Μετά ένα μήνα ο Κατσαντώνης έλαβε επιστολή από την Αγία Μαύρα του Ρώσου στρατηγού Παπαδοπούλου, όστις ήτο Έλληνας ως προς την καταγωγή και φιλόπατρις και του επισκόπου Άρτης Ιγνατίου να μεταβεί εκεί με διπλάσιους συντρόφους με πλοιάρια που είχαν σταλεί απέναντι από την Αγία Μαύρα.

Πριν ή μεταβεί στην Αγία Μαύρα ο Κατσαντώνης στη θέση Γούστραις Ξηρομέρου έκανε μάχη με τους Δερβεναγάδες του Αλή Πασά επικεφαλής 2.000 στρατού. Η μάχη διήρκεσε όλη την ημέρα και εφονεύθησαν 3 σύντροφοι του Κατσαντώνη και πλέον των 30 Οθωμανών. Ο Κατσαντώνης έφυγε νύχτα και με τους συντρόφους του έφτασε στην Αγία Μαύρα, όπου έτυχε αναλόγου υποδοχής. Ακολούθησε γεύμα στο οποίο ο Παπαδόπουλος είχε καλέσει και άλλους οπλαρχηγούς.

Ο Παπαδόπουλος ήλπιζε ότι θα είχε στο πλευρό του τον Κατσαντώνη και τους άλλους οπλαρχηγούς για να κηρυχθεί η επανάσταση σ’ όλη την Ελλάδα. Ο Τσάρος όμως ήθελε την κυριαρχία επί της Τουρκίας για δικά του συμφέροντα και όχι την πραγματική ελευθερία της Ελλάδος. Μετά απ’ αυτά ο Κατσαντώνης ξαναγύρισε προσωρινά στην επαρχία Αγράφων αλλά αρρώστησε από λοιμική νόσο και έμεινε ασθενής στο Μοναστηράκι Ευρυτανίας με τον αδελφό του Χασιώτη αναθέσας την αρχηγία στον άλλο αδελφό του τον Λεπενιώτη.

Εκεί τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1809) ο Άγου Μουχουρτάρης ειδοποιηθείς από κάποιον Γκούρλια Ιωάννη, έσπευσε με στρατό και συνέλαβε τον Κατσαντώνη, αφού σκοτώθηκαν οι σύντροφοί του, στην προσπάθεια του αδερφού του να τον φυγαδεύσει στην πλάτη του. Τους μετέφερε στα Γιάννενα όπου κατ’ εντολή του Αλή Πασά και ύστερα από πιέσεις των συγγενών όσων ο Κατσαντώνης είχε φονεύσει, τον μεν Κατσαντώνη οδήγησαν στον συγκεκριμένο πλάτανο όπου και τα ανάλογα εργαλεία και του συνέτριψαν με σφυριά τα άκρα και πέθανε. Τον δε Χασιώτη τον αποκεφάλισαν.

Από τα παραπάνω, αλλά και όσα άλλα περιήλθαν σε γνώση μου, δεν προέκυψε κάποια σχέση του Κατσαντώνη με την Πελοπόννησο και την Αγία Λαύρα.

Αντίθετα τη σχέση του με την Αγία Μαύρα ενισχύει και το με αριθμό XCIX τραγούδι που παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, ο Passow (Τραγούδια Ρωμαίϊκα) με τίτλο «ο Κατσαντώνης»: «Επρασινίσαν τα βουνά, λουλούδιασαν οι κάμποι./ Το λεν τ’ αηδόνια στα βουνά κ’ οι πέρδικες στα πλάγια/ «Δε σου τούπεν ο Μπότσαρης κι ο Φώτος ο Τσαβέλας;/ Κάτσε Αντώνη στη Φραγκιά, να γένεις καπετάνιος»/ – «Ακόμ’ αυτή την άνοιξη θα βγώ στο Καρπενήσι,/ Τι το μαθαίν’ Αλή πασάς κι αυτός ο Μουχουρντάρης,/ Και λεν Αντώνης φράγκεψε και γίνηκε σουλτάνος».».

Το προεπαναστατικό τραγούδι αυτό λοιπόν, το οποίο άλλαξε μετά την Επανάσταση του 21 και πήρε τη μορφή που είναι ευρύτερα γνωστή ταιριασμένο στο Μωρηά και στην Άγια Λαύρα, αλλά με «ξένο σώμα» τον Κατσαντώνη, αναφέρεται, όπως όλα τα δημοτικά τραγούδια, σε ένα πραγματικό γεγονός, που όμως έχει σχέση με τον Κατσαντώνη, τη Φραγκιά (Λευκάδα) και την Αγία Μαύρα  στη Λευκάδα.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη η αναφορά ότι «δεν είναι ο περσυνός καιρός» καταδεικνύει αφ’ ενός τις προηγούμενες επιτυχίες του Κατσαντώνη, που δεν μπορούσε εύκολα να επαναλάβει αλλά και το άκαιρο της έναρξης της επανάστασης με προτροπή του Παπαδόπουλου, για τους λόγους που παραπάνω αναφέρθηκαν.

———————————————————————————–

[1] Γεννήθηκε στο Θούριο Βοιωτίας στις 29 Ιουνίου του 1909 και πέθανε στις 22 Μαΐου 1999.

[2] «Η περί το φρούριον Αγία Μαύρα απετελείτο εκ δύο συνοικισμών. Οι προς Δυσμάς του Φρουριου ωνομάζοντο Αγιμαυρίται, οι δε προς Ανατολάς Αλλημεριώται.[…] τα δύο πολίσματα της Αγίας Μαύρας διετηρήθησαν μόνον μέχρι του έτους 1684 […] την δ’ έκτην Αυγούστου [1684] οι Τούρκοι παρέδωκαν το φρούριον […] εις ανάμνησιν δε της νίκης εκείνης ωκοδομήθη μετά εν έτος και ο εν τη πόλει ομώνυμος ορθόδοξος ναός [του Παντοκράτορος]. […] Ούτως εξέλιπεν η Αγία Μαύρα και η νέα πόλις έλαβε τότε και διετήρησεν επί ένα και πλέον αιώνα την ονομασίαν Αμαξιτή […] η ονομασία όμως αύτη, [….] δεν διεετηρήθη πέραν των αρχών του τελευταίου αιώνος, της νέας πόλεως ονομασθείσης επίσης Αγίας Μαύρας, χωρίς ν’ απομείνει ήδη παρά τοις κατοίκοις ουδέ μνεία περί της Αμαξικής…» (Σπυρ. Α. Βλαντή: Η νήσος Λευκάς…, Εν Αθήναις 1915.).

[3] Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902. Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή.

[4] λεγόταν Κουρουμπέτση και γεννήθηκε στον Αυλώνα Αττικής 1911, πέθανε στις 24 Φεβρ. 1977 στον Αυλώνα. Ηχογράφηση 1953-62.

[5] Τάκης (Δημητράκης), γεννήθηκε 3.4.1936 στην Κανδήλα Ξηρομέρου και πέθανε στις 20.7.1999.

[6] Κατάγεται από το Ρωμανό Λάκκας Σουλίου.

[7] Λεπενιώτης Κώστας. Αδελφός μικρότερος του Κατσαντώνη.

[8] Κτά τον ίδιο συγγραφέα ονομάστηκε έτσι διότι «ότε προπαρασκευάζετο να τραπή εις τον των αρματωλών βίον, τον παρεκάλει η μήτηρ του να ησυχάση λέγουσα αυτώ, κάτζε Αντώνη μου, κάτζε, και εντεύθεν επωνομάσθη Κατζαντώνης». Βέβαια υπάρχει και η εκδοχή το Κάτσ – Αντώνης να σημαίνει ο μικρός Αντώνης, από το αρβανίτικο κατ = κόβω. Κατ’ επέκταση η λέξη κατς σημαίνει τον μικρόσωμο, τον μικροκαμωμένο. Π. χ. Κατσιφάρας: από μικρή φάρα, Κατσιμίχας: μικρός Μίχας, Κατσιδήμας: μικρός Δήμας κ. ο. κ.. Στη Θεσσαλία το μικρό παιδί το λένε κούτσικο.

Θ. Τζώρτζης.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s