Η μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου με περισσότερα στοιχεία, σαν σήμερα 24 Ιουνίου 1827.

Σε συνέχεια όσων στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» έχουν καταχωρηθεί (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), προστίθενται εδώ και τα εξής:

Ο Ιμπραήμ στην Επαρχία Καλαβρύτων.

Για τους σκοπούς του Ιμπραήμ μας πληροφορεί έγγραφο προς την Αντικυβερνητική Επιτροπή το οποίο φέρει ημερομηνία 11 Ιουνίου 1827 και υπογράφεται από τους Ανδρέα Λόντο, Μπενιζέλο Ρούφο και Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, οι οποίοι βεβαίως ζητούσαν «αφεύκτως την παρουσίαν του Α. Ζαΐμη» ως σωτήρα κατά κάποιο τρόπο: «… Ο Ιμπραΐμπασσάς με ολίγους τινάς μένει εις Πάτρας. Όλας του τας δυνάμεις τας έκαμεν εις δύο σώματα. Εμέρισεν εις αυτά και τα φορτηγά ζώα. Έστειλεν το πρώτο σώμα με περίπου 2.500 φορτώματα, και όταν αυτό επέστρεφεν από Τριπολιτζάς εις Πάτρας, περί την Κατζάναν έφθασε και το δεύτερον ερχόμενον εκεί από Πάτρας με άλλα φορτώματα. Το πρώτον από χθές ακολουθεί τον δρόμον του δια Πάτρας, το δε δεύτερον από Πάτρας δια Τριπολιτζάν. Λέγουν ότι θέλει κάμουν ακόμη και τα δύο αυτά σώματα άλλον ένα δρόμον δια Τριπολιτζάν, μεταφέροντα τροφάς. Έρχονται έως εις τας Λαπάτας συνοδευμένοι και με τους προσκυνημένους, από τους οποίους μανθάνομεν, ότι ακολούθως ο Ιμπραχίμ πασσάς θέλει απεράσει πανστρατιά προς Τριπολιτζάν, εκείθεν να κατέλθη εις Άργος, να περάση εις Δερβένια και να ενωθή με τον Κιουταχήν. Να αφήσουν εις τον Ισθμόν την αναγκαιούσαν προφυλακήν, και ύστερον ο μεν Ιμπραΐμης να κάμη τον γύρον της Πελοποννήσου από το Δυτικόν μέρος, ο δε Κιοταχής από το Ανατολικόν, και να ενωθούν αύθις εις τα φρούρια της Μεσσηνίας. Ταύτα θεωρούμεν και ακούμεν και τα αναφέρομενπρος την Σ. Κυβέρνησιν…».

Στις 17 Ιουνίου 1827 εξεστράτευσε ο Ιμβραήμ για μία ακόμα φορά στην επαρχία Καλαβρύτων[1] μετά του Νενέκου και άλλων προσκυνημένων και εσκήνωσε στο μετόχι του Μ. Σπηλαίου Σάλμενα, «έχων εκ προμελέτης να καταστρέψη και την Μονήν του Μ. Σπηλαίου»[2]. Η μονή διέθετε δύο κανόνια και είχαν καταφύγει εκεί τότε πλήθος γυναικόπαιδα και 600 Καλαβρυτινοί πολεμιστές, για την προστασία της μονής και των γυναικοπαίδων. Ο Οικονόμου (746) αναφέρει ότι «ο Ιμπραήμ εκστρατεύσας εκ Πατρών έφθασε εις τα πεδινά της Γουμένιτσας και των Λαπατών, με 13.000 φέρων μεθ’ εαυτού και τον μπέην Νενέκον, παρακολουθούμενον ή περιστοιχούμενον και από 2.000 προσκυνημένους ενόπλπους και απειλεί το Μ. Σπήλαιον. Ο Ιμπραΐμ έμεινεν εις τα ειρημένα πεδινά μέχρι της 24 Ιουνίου».

Επιστολή του Θ. Κολοκοτρώνη προς την Εθνική Βουλή, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1827 ανέφερε μεταξύ άλλων: «…πληροφορείσθε το εις Λιβάρτζι και Σοπωτόν πέρασμά των, την κατ’ εκείνα τα μέρη πριν το φθάσιμόν των απελπισίαν, και την μετά το φθάσιμόν των εμψύχωσιν…». Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών έτρεχαν όπως-όπως και όπου εύρισκαν καταφύγιο για να κρυφτούν και να σωθούν[3]. «… Τα δεινά όσα ο Πελοποννήσιος λαός έπασχεν από της αποβάσεως του Ιμβραήμη εις την Πελοπόννησον ηύξανον ημέραν παρ’ ημέραν, και κατήντησαν σχεδόν αφόρητα. Καθ’ εκάστην εφονεύοντο, ηχμαλωτεύοντο και ελαφυραγωγούντο. Τα σκοτεινά σπήλαια, τα δυσπρόσιτα έλη, οι απότομοι βράχοι, αι άκραι των ορέων ήσαν τα καταφύγιά των, τα δε άγρια χόρτα η τροφή των. Εκ τ6ων δεινών τούτων αποκαμόντα τινά των χωρίων των επαρχιών Ηλείας, Πατρών, Αιγιαλείας και Καλαβρύτων ήρχισαν να υποτάσσωνται εις τον Ιμβραΐμην…»[4].

Ο Ιμπραήμ έστειλε επί πλέον ως κατάσκοπο κάποιο Γιάννη από το Μπούμπουκα, τον οποίο συνέλαβε ο Β. Πετιμεζάς και τον έστειλε στο στρατόπεδο στο Φενεό και εκεί ο Κολοκοτρώνης διέταξε, ύστερα από απόφαση συσταθέντος πολεμικού δικαστηρίου καταδίκης του σε δι’ αγχόνης θάνατο, να τον κρεμάσουν για παραδειγματισμό, όπερ και έγινε σε δέντρο στις Κατσάνες και στο στήθος του ετέθη σημείωμα το οποίο ανέφερε τους λόγους της καταδίκης και ημερομηνία 21 Ιουνίου 1827[5].

Οι προετοιμασίες δύο χρόνια πριν.

Οι μοναχοί της μονής Μ. Σπηλαίου, δια του ηγουμένου Συμεών, δύο χρόνια πριν (5 Ιουλίου 1825) έγραφαν προς το Εκτελεστικό Σώμα: «…Δια της παρούσης μας γνωστοποιούμεν εις την Σεβαστήν διοίκησιν, ότι από την αρχήν του ιερού τούτου υπέρ της πατρίδος αγώνος είναι γνωστόν τοις πάσιν ότι το ιερόν τούτο μοναστήριον δεν έλειψεν να προσφέρη εις το έθνος κάθε αναγκαίαν βοήθειαν και δια λόγον και πραγματικώς. Νυν δε έφθασεν εις την εσχάτην αμηχανίαν, καθότι βλέποντες οι χριστιανοί τον εχθρόν όστις με την μπροπαίταν του[;] περιφέρεται ως και εις αυτά τα δύσβατα όρη λεηλατώντας σκλαβώνει, οι περισσότεροι από την επαρχία των Καλαβρύτων καθώς και από εκείνην της Βοστίτζης μετεκόμισαν ταις φαμίλιαις των εις την ιεράν μονήν ταύτην, ημείς μη δυνάμενοι εις μίαν τοιαύτην κινδυνώδη περίστασιν να κάμωμεν άλλο παρά να ταις δεχθώμεν. Εφροντίσαμεν μερικούς στρατιώτας και απεφασίσαμε να υπομείνωμεν την πλέον στενήν πολιορκίαν, του εχθρού αν τολμήσει να το πιλιορκήσει. Το αναγκαιότερον δε εις το να βαστάσωμεν τούτο το ιερόν καταγώγιον να απαντήσωμεν και την σκλαβίαν των τόσων ψυχών χριστιανικώς μας είναι τα πολεμοφόδια δηλ. φυσέκια και πέτραις τουφεκίων, δια τούτο προστρέχωμεν εις τα σπλάχνα της Σ. διοικήσεως πέμπωμεν δεκα ζώα, τα οποία παρακαλούμεν και ημείς οι πατέρες της ιεράς μονης ταύτης, και όλοι οι συναθροισθέντες αδύνατοι χριστιανοί ενταύθα να διατάξη όθεν ανήκει να φορτωθούν δέκα φορτώματα φυσέκια ομού και τέσσερις χιλιάδες πέτρες τουφεκίων, δια των οποίων χρείας τυχούσης να γλυτώσωμεν το ιερόν τούτο καταγώγιον και τας τόσας ψυχάς των χριστιανών, και ταύτα όσον ταχύτερον διότι ουκ οίδομεν τι τέξεται η επιούσα. Άμποτε δε να μη λάβη την χρείαν ταύτην το μοναστήριον να τα εξοδεύση, και τότε πάλιν στέκονται ενέχυρον δια να μεταχειρισθούν εις οποίαν άλλην ανάγκην ήθελε διατάξη η σεβαστή διοίκησις. ..» (Γ.Α.Κ.).

 Σε σχέδιο εγγράφου αναγράφεται η εξής απάντηση προς τον Συμεών και τους λοιπούς πατέρες του Μ. Σπηλαίου: «… Προς τον πανοσιώτατον Ηγούμενον Μεγάλου Σπηλαίου και τους συν αυτώ πατέρας./ Ελήφθη η προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα αναφορά σας, και εγνώσθησαν τα ενδιαλαμβανόμενα. Η Σεβ. Διοίκησις είδεν ευχαρίστως την οποίαν εκάματε απόφασιν, εις την υποδοχήν προς τας καταδιωκομένας οικογενείας, και λοιπούς αδελφούς Χριστιανούς. Διό κατά την αίτησίν σας αποστέλλονται δέκα φορτώματα φυσέκια και 4.000 τουφεκόπετρες με τα ίδια ζώα σας και ανθρώπους σας, δια να τα μεταχειρισθείτε αν η χρεία το καλέση. Αφέθησαν προσέτι και άλλες δέκα κασέλες φυσέκια εις το μοναστήριον Αγίου Γεωργίου του κάμου Φενεού, δια τα οποία ειδοποιήθησαν ο Γεν. Αρχηγός του στρατοπέδου κύριος Θ. Κολοκοτρώνης να τα περιλάβη, αν όμως ευρίσκωνται εισέτι εκεί φροντίσατε να τα περιλάβετε και αυτά./ Τη 9 Ιουλίου 1825 Ναύπλιο» (Γ.Α.Κ.).

Αναλόγου περιεχομένου επιστολή έστειλα προς την Διοίκηση και οι Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήρης Χαραλάμπης στις 17 Ιουλίου 1825.

Και στις 18 Ιουλίου 1825 ο καθηγούμενος Συμεών και οι λοιποί πατέρες του Μ. Σπηλαίου, έγραψαν προς το υπουργείο του πολέμου: «… Με άμετρον χαράν και ευφροσύνην της καρδίας μας ελάβαμεν τα παρά της Σεβαστής Διοικήσεως σταλέντα πολεμοφόδια, τα οποία αν ο προπέτης και υπερήφανος εχθρός πλησιάση εις το ιερόν τούτο καταγώγιον, θέλωμεν τα μεταχειρισθή εναντίον του προς υπεράσπισιν τούτου και των εν αυτώ καταφυγόντων αδυνάτων γυναικών και παιδίων. Το έξοχον υπουργείον των πολεμικών μας διέταξεν εγκλείοντάς μας και διαταγήν προς τους Φοναΐτας πατέρας δια να περιλάβωμεν τας εκεί ευρισκομένας είκοσι κασέλας φουσέκια. Ημείς άμα λαβόντες την διαταγήν εστείλαμεν ζώα δια να τα σηκώσωμεν πλήν αν ταυτών ελάβαμε την εσώκλειστον απόκρισιν. Ειδοποιούμε λοιπόν το υπουργείον τούτο δια να τα ζητήση από τους άνω πατέρας, ωσάν οπού εις ημάς δεν εδώθησαν. Μένομεν ευσεβάστως./ 1825 Ιουλίου 18/ Μέγα Σπήλαιον/ ο καθηγούμενος Συμεών και οι συν εμοί».(Γ.Α.Κ.).

Στις 23 Ιουλίου 1825 στάλθηκε στον Θ. Κολοκοτρώνη το εξής έγγραφο (σχέδιο): «Περ. Γ΄/ αριθ. 9625./  Προς τον εκλαμπρότατον και Γενικόν αρχηγόν του κατά του Αιγυπτίου εχθρού Στρατοπέδου, κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνη./ Επειδή από την ακράτητον ορμήν του Αιγυπτίου Σατράπου, φοβηθέντες οι κάτοικοι της επαρχίας Καλαβρύτων, κατέφυγον ως εις οχυρόν μέρος εις το Μέγα Σπήλαιον. Επειδή έχουν τον ίδιον φόβον και εκεί μήπως προσβάλει ο εχθρός, ως εάν δεν οχυρωθεί εκείνο το μέρος με ικανήν προς αντίκρουσιν αυτού δύναμιν, δύναται να κατορθώσει εκείνο οπού επιθυμεί. Οι εκλαμπρότατοι κύριοι Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Χαραλάμπους, και οι Σεβασμιώτατοι πατέρες της μονής εκείνης, γράφουσι προς την Σεβαστήν Διοίκησιν παρακαλούντες να τοις σταλώσι τέσσαρα κανόνια του κάμπου να τα βάλλουσι εις τας αναγκαίας θέσεις. Όθεν προσκαλείσε εκλαμπρότατε, να παραδώσης εις την επιτροπήν τα δύο προσταλέντα κανόνια εις τα αυτόσε, ήτις θέλει φροντίσει να τα εξαποστείλη ενταύθα, και εντεύθεν να αποσταλώσιν εις το Μέγα Σπήλαιον, όταν δε η εκλαμπρότης λάβητε χρείαν τοιούτων κανονίων η Διοίκησις θέλει σας εξαποστείλη άλλα από τα οποία ευρίσκονται εδώ εφοδιασμένα με όλα τα αναγκαία./ Ούτω παρακαλείσθε να τα εξαποστειλετε όσον τάχιστα, επειδή η κατεπείγουσα ανάγκη δεν επιδέχεται αργοπορίαν./ Εν Ναυπλίω τη 23 Ιουλίου 1825»(Γ.Α.Κ.).

Ο Ιμπραήμ προσπαθεί να δελεάσει του Πατέρες του Μ. Σπηλαίου.

Τρείς φορές ο Τούρκος προσπάθησε με υποσχέσεις να δελεάσει τους μοναχούς και να τους υποτάξει.

Η πρώτη έγινε με κολακευτική επιστολή του αρχιγραμματέα του Σαμήν υιό του Σιέχ Νεντσίπ εφέντη του εκ Τριπολιτσάς, η οποία εστάλη[6] με έναν Έλληνα από την Γουμένιτσα Καλαβρύτων, στις 19 Ιουνίου 1827 με την οποία του καλούσε «… να έλθετε εδώ εις τα Καλάβρυτα δύο εκ των προκρίτων ρουχπάνιδων (καλογήρων), να δώσετε την υποταγήν και το ραγιαλίκι σας εις την υψηλότητά του, και σας υποσχεται μεγάλα χαρίσματα  εις το βακούφι σας και πολλάς τιμάς. Θέλει δε διπλασιάσει και τα χαρίσματά του από όσα σας είχε ο κραταιός Σουλτάνος. […] ειδέ και σταθήτε εις την ανοησίαν και απάτην των Κοτζαμπασίδων και των κλεπτών, και σεις θέλει αφανισθήτε και το βακούφι, και η Υψηλότης του να είναι αμέτοχος από αμαρτίας….»[7].

Για την απάντηση των πατέρων, ο Α. Φραντζής (Β΄, 494) αναφέρει τα εξής: «Την δε περί ής ο λόγος επιστολήν λαβών προηγουμένως ο Ιερόθεος, ανέγνω μυστικά μετά των δύο προηγουμένων της Μονής Παρθενίου Μπαλάνου, και Γερμανού Λάψα δια μελλούσας παρατηρήσεις. Οι τρεις δε ούτοι συμφώνως παραλαβόντες τον παρά του Σαμί Εφέντη αποσταλέντα, εξήλθον από την Μονήν. Και υπήγον εις τον Ναόν των Αγίων Πάντων, όπου τω είπον προφορικώς να είπη τον Σαμί Εφέντην. «Ειπέ του Σαμί Εφέντη, καθώς και του ιδίου Ιμπραχήμη, ότι ημείς ερχώμεθα εις το Μοναστήρι, και γινώμεθα καλόγηροι, τον έχομεν τον εαυτόν μας αποθαμμένον, και δεν συλλογιζόμεθα θάνατον. Δια τούτο είμεθα έτοιμοι να εκπληρώσωμεν το χρέος μας κατά τον όρκον μας, ή ελευθερίαν ή θάνατον περιμένομεν, και όταν θέλη ας έλθη και αν μας νικήση κατά ατς ελπόδας του, ημείς καμμίαν κατηγορίαν δεν θέλει έχομεν, εάν όμως και νικηθή, ας φαντασθή πόσην ατιμίαν και αισχύνην θέλει λάβει, και αν αγαπά, ας φροντίση να κυριεύση πρώτον όλην την Πελοπόννησον, και ημείς τότε δεν δυνάμεθα να κάμωμεν διαφορετικά. Αλλ’ ας μάθη ότι ματαίως κοπιάζει, και με την θείαν βοήθειαν δεν θέλει αξιωθή ποτέ όσα ελπίζει». Αφού επέστρεψεν ο αποσταλείς, και διηγήθη τω Σαμί όσα τω είπον οι Πατέρες, (την 21 Ιουνίου) ο Ιμπραχήμης ανέβη με 500 ιππείς εις το όρος Σταυρί απέναντι του Σπηλαίου κείμενον από το μέρος της κώμης Ρογούς, όθεν θεωρήσας δια του τηλεσκοπίου την ιεράν Μονήν, και όλας τας πέριξ αυτής θέσεις, μετά δύο ώρας επέστρεψεν εις Καλάβρυτα, και ήρξατο της ετοιμασίας δια την κατά του Σπηλαίου εκστρατείαν…».

 Ο Κολοκοτρώνης για την ασφάλεια του Μ. Σπηλαίου έστειλε αμέσως εκεί τον υπασπιστή του Φ. Χρυσανθόπουλο με 100 στρατιώτες και έδωσε εντολή στον Ν. Πετιμεζά[8] με 600 να μπεί και αυτός μαζί με τον Χρυσανθόπουλο στο μοναστήρι[9], όπως και έγινε.

Σε δεύτερη επιστολή του ο Ιμπραήμ στις 21 Ιουνίου 1827 τους έλεγε:

«Ευγενέστατε Ηγούμενε και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου. Σας σημειώνω ότι είμασθε φερμένοι με τον υψηλότατον Ιμβραήμ πασάν εφέντη μας εις Κάμπον Καλαβρύτων εδώ και τέσσαρες ημέρας προτηνότερα και έχομεν μεγάλας ορδινίαις και ετοιμασίαις δια την πολιορκίαν μοναστηριού Μεγάλου Σπηλαίου και ως το ταχύ προσμένομεν να μας έρθουν τα τόπια και οι μπόμπες και αρκετά σύνεργα δια μήνες, και έπειτα από μίαν ή δύο ημέρας να ρίξωμεν τα ορδιά μας περί πολιορκίας του μοναστηριού εις αυτά τα μέρη: δια τούτο και σας φανερώνω ότι να λυπηθήτε το μοναστήρι σας να μην τύχη και χαλάση, και ότι εις τον άλλον καιρόν δεν εχάλασε μην τύχη και χαλάση: και τόρα μάλιστα οι πλέον άγνωθοι (οι αμαθέστεροι) από λόγου σας ήρθαν και επροσκύνησαν εις τον αφέντη μας και εγλύτωσαν τα χωριά τους και τόσο λαό και την ζωήν τους και τα πράγματά τους. Λοιπόν του λόγου σας είσθε γνωστικώτεροι από εκείνους και θέλει στοχασθήτε το κάθε πράγμα καλλίτερα. Παραπάνω δεν σας γράφω: θέλει πληροφορηθήτε και από το γράμμα από του φίλου μου του Φωτήλα (sic), θέλει σας συμβουλεύσει ο ίδιος. Ηγούμενε, θέλει στοχασθής, ετούτο το κίνημα του Ρωμαίωνε δεν θέλει εύγει σε κεφάλι. Λοιπόν σαν φρόνιμος όπου είσαι στοχάσου βαθειά πως δεν ευρίσκει καλό τέλος και είσαι νοικοκύρης: θέλεις ειξεύρεις ότι αυτό οπού σας γράφω, το γράφω με του υψηλοτάτου αφέντη μας τον ορισμόν και να με αποκριθείτε εις τα όσα σας γράφω. Τη 21 Ιουνίου 1827. Σαμή Εφέντης. Σεγνετζίπη Εφέντη Ζαντέ (Τ. Σ.). Δοθήτω το παρόν του ηγουμένου μοναστηρίου και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου».

Η απάντηση των Μελαλοσπηλαιωτών είναι η παρακάτω:

«Υψηλότατε αρχηγέ των οθωμανικών αρμάτων χαίρε. Ελάβομεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ειξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου. Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είνε αδύνατον, διότι είμεθα ορκωμένοι εις την Πίστην μας ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες, και κατά το αϊνί μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της Πατρίδος μας. Σε συμβουλεύομεν όμως να υπάγης να πολεμήσης άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και να μας νικήσης, δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το οποίον ελπίζομεν άφευκτα με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν, και θα είναι εντροπή σου και τότες οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. – Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς και κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου. Έχομεν και γράμματα από την βουλήν και αρχιστράτηγον Θ. Κολοκοτρώνην ότι εις πάσαν περίστασιν πολλήν βοήθειαν θα μας στείλουν, παλληκάρια και τροφάς, και ότι ή θα ελευθερωθώμεν τάχιστα ή θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν της Πατρίδος μας. Δαμασκηνός ο ηγούμενος και οι συν εμοί παπάδες και καλόγηροι. Τη 21 Ιουνίου 1827. Μέγα Σπήλαιον».

Τρίτη[10] απόπειρα έγινε, όταν παράλληλα με την από 19 Ιουνίου 1827 επιστολή προς τους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου, έγινε επιστολή του Σαμή Εφέντη προς τον Ασημάκη Φωτήλα, με την οποία τον προέτρεπε να οδηγήσει τους Πατέρες του Μοναστηριού να συγκατανεύσουν σε όσα τους έγραφε. «Ο δε Φωτήλας τοις ωμίλησε το μηδέν. Η συνεννόησις όμως του Σαμί μετά του Φωτήλα αγνοείται εις τι απέβλεπε…»[11].

Η μάχη της 24 Ιουνίου 1827.

Τα της μάχης περιγράφει, μεταξύ άλλων και ο Α. Φραντζής (Β΄. 495):

 «…Την 23 Ιουνίου περί την δύσιν του ηλίου εκίνησεν εν σώμα συγκείμενον από 3.000, και κατά διαταγήν του Ιπραχήμη ετοποθετήθη εις το όρος Πετρούχι, άνωθεν του χωρίου Ποταμιάς, όπισθεν της Ιεράς Μονής κείμενον, δια να προσέχη (φαίνεται) την επί κεφαλής της Μονής πολιορκίαν, ο δε υπόλοιπος στρατός συμποσούμενος περί τις 12.000 [;], σχεδόν απήλθε κατ’ ευθείαν εις την θέσιν την καλουμένην Υψηλόν Σταυρόν, εις το κατ’ ανατολάς μέρος του Σπηλαίου κειμένην, φθάσας εκείσε περί την 8 ώραν μ.μ. την δε επιούσαν απέστειλεν ο Ιμπραχήμης (προ της ανατολής του ηλίου) 3.000 εις το χωρίον Διακοπτόν, οίτινες ηχμαλώτευσαν όσους εύρον εις την εκκλησίαν του Μαχαλέ Βρώστενας εν τη εορτή του Τιμίου προδρόμου, αριθμουμένους περίπου των 300, ψυχών. Εν τοσούτω οι Πατέρες της Μονής του Μ. Σπηλαίου είχον εφοδιασμένους καθ’ όλα τους άνωθεν της Μονής Πύργους, ή προμαχώνας από 100 επιλέκτους πατέρας εκ της Μονής[12] μεθ’ ων ήσαν και ο Φωτάκος Χρυσανθόπουλος (υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη) με 160, ο Κωνσταντίνος Μέλιος εκ Τριφυλλίας με άλλους 90 Έλληνας Ντρέδες και Καρυτινούς, ο Φραγκούλης Νικόλαος με 62, οι Σαρδελιάνοι εκ Κερπινής, και ο Νικολάκης και Γκολφίνος Πετιμεζαίοι[13] με 35[;]. Προ δε της ανατολής του ηλίου ο Φωτάκος άμα ότε είδε το πλήθος των εχθρών τοποθετημένον εις την θέσιν Υψηλόν Σταυρόν, ειδοποίησε και τους λοιπούς οίτινες ομοθυμαδόν ετοιμασθέντες πάραυτα, εξήλθον των προμαχώνων, εγκαταλείποντες εν αυτοίς τους αναγκαιούντας στρατιώτας μόνον. Οδεύσαντες από έλατον εις έλατον (ούσης της θέσεως δασώδους) επλησίαζον προς τους εχθρούς, και με τον πρώτον κανομοβολισμόν των κανονίων εις το όρος της Αναλήψεως από σφαιρίδια (σμιδράλια) εθανάτωσαν περίπου των 30 εχθρών και ούτως οι μεν εχθροί προοδεύσαντες έμειναν εις την θέσιν του Υψηλού Σταυρού αντιμαχόμενοι μετά των ολίγων Ελλήνων, η δε μάχη εξηκολούθει με πείσμα, απαριθμουμένου όλου του αριθμού των Ελλήνων μετά και των πατέρων της Μονής εις 600 περίπου. Και οι μεν Έλληνες ολιγάριθμοι όντες, εκρύπτοντο όπισθεν των ελάτων (ακάρπων δέντρων), και επυροβόλουν τους εχθρούς, οι δε εχθροί δια το πολυάριθμόν των δεν εδύναντο να διατηρηθώσιν όπισθεν των ελάτων, ώστε πυροβολούντων των Ελλήνων κατά του πλήθους, έπιπτον οι εχθροί σωρηδόν φονευόμενοι. Κατά δε την στιγμήν εκείνην ανεφάνησαν και 500 ιππείς εκ των του Ιμπραχήμη εις την Κρήνην την καλουμένην του Αρσενίου, ερχόμενοι προς κατάσχεσιν του Μετοχίου της Πανηγυρίστρας, οίτινες μόλις είχον πλησιάσει εις το χείλος του ποταμού, ότε μία βολή κανονίου (το οποίον είχον στήσει οι πατέρες εις την σπηλιάν την καλουμένην Διαβατέϊκα, απέχουσα ¼ της ώρας σχεδόν) εφόνευσεν εξ αυτών τρεις, άλλη δε δευτέρα πέντε, και άλλη τρίτη συνέχεια, δύο. Ιδόντες δε οι ιππείς ενώπιόν των 10 φονευθέντας ευθύς από εν διάστημα τόσον μακρυνόν, εφαντάσθησαν ότι, εάν από τόσην απόστασιν εφονεύθησαν 10, πόσοι άραγε εξ’ αυτών έμελλον ν’ αφανισθώσιν, εάν ήθελον πλησιάσει; Και ούτως επέστρεψαν εις τα Καλάβρυτα με πολλήν αυτών εντροπήν και καταισχύνην. Εν τούτοις η εις την θέσιν Υψηλόν Σταυρόν μάχη όλον εν εξηκολούθη πεισματώδης. Περί δε την μεσημβρίαν της ημέρας επέστρεφον και οι από το Διακοπτόν (δήμος Βουρών) εχθροί φέροντες μεθ’ εαυτών όσους είχον αιχμαλωτίσει Έλληνας, Ελληνίδας, νέους και γέροντας περίπου των 250, ως είρηται, εν ταυτώ δε και όσα ζώα και άλλα λάφυρα είχον διαρπάσει. Αλλά το κανόνι και τα Κολογηροελληνικά πυροβόλα δεν τοις παρεχώρουν το να συνενωθώσι μετά των λοιπών εχθρών των όντων επί κεφαλής των ορεινών εκείνων λόφων. Επί τούτω ευθύς γενομένου σημείου προσεκλήθησαν και αι εις το Πετρούχι όρος διαμένουσαι 3.000 εχθρών, ώστε ένεκα της πληθύος αυτών οπισθοδρόμησαν ολίγον οι Έλληνες, συνηνώθησαν δε άπαντες οι εχθροί, και αντεπολέμουν τους Έλληνας, αλλ’ εστάθη αδύνατον το να δώσωσι οι Έλληνες τα νώτα εις τους εχθρούς. Δύο δε ώρας προ της δύσεως του ηλίου οι εχθροί ιδόντες τους Έλληνας εις τα όπισθεν ετράπησαν εις φυγήν, των οποίων τα όπισθεν αφού κατέλαβον οι Έλληνες, τότε έγινεν εις αυτούς ο παρά των Ελλήνων εκείνος αφανισμός, ώστε εφονεύθησαν περίπου των 650[14], από δε το μέρος των Πατέρων και των λοιπών Ελλήνων εφονεύθη μόνος ο Ανδρέας Σαρδελιάνος […] Μετά την εις Καλάβρυτα επιστροφήν του [ο Ιμπραήμ] την επιούσαν ανεχώρησεν εις Τριπολιτζάν με τας συνήθεις του λεηλασίας, αιχμαλωσίας και πυρπολήσεις[15]. Μετά δε την φυγήν των εχθρών ευρίσκοντο σποράδην δια πολλάς ημέρας πτώματα εχθρικά και τα κρημνώδη και δύσβατα μέρη της θέσεως του Υψηλού Σταυρού, αριθμηθέντα υπέρ τα 260[16]. Ούτω δε απεπερατώθη με καταισχύνην των εχθρών και η κατά του Μεγάλου Σπηλαίου δευτέρα εκστρατεία του Ιμπραχήμ Πασσά. Πριν ή όμως συγκροτηθή η μάχη, πολλοί εκ των της επαρχίας Καλαβρύτων εφαντάζοντο ότι οι Πατέρες της, περί ης ο λόγος Ιεράς Μονής, ήσαν συνεννοημένοι μετά του Ιμπραχήμη. Αλλ’ ότε έμαθον την γενομένην εκείνην ένδοξον μάχην, τότε επείσθησαν γνωρίσαντες ότι ήσαν ηπατημένοι…».

Μετά τη μάχη αυτή ο Ιμπραήμ φοβούμενος να μείνη στις χαράδρες και τα απόκρημνα εκείνα μέρη διέταξε γενική υποχώρηση και επιστροφή για τα Καλάβρυτα, όπως προαναφέρθηκε από τον Α. Φραντζή. Οι καμπάνες της μονής εκτύπησαν χαρμόσυνα δοξάζουσες την Παναγία.

——————————————————————————-

[1] Τρικούπης, Δ΄, 178.

[2] Φραντζής, Β΄, 491.

[3] Φραντζής, Β΄,  491.

[4] Α. Σ. «Ο Ελληνικός Αγών), 58.

[5] Σπηλιάδης,  Γ΄, 354.

[6] Φραντζής, Β΄, 493.

[7] Σπηλιάδης,  Γ΄, 355, όπου ολόκληρη η επιστολή. Και, Φραντζής, Β΄, 492 όπου και εκεί παρατίθεται η επιστολή.

[8] Σε επιστολή που φέρει ημερομηνία 24 Ιουνίου 1827 (την ίδια ημέρα της μάχης, με τι σκοπό;) ο Θ. Κολοκοτρώνης δίδει οδηγίες στον Ν. Πετιμεζά: «Επειδή ο εχθρός συγκεντρωθείς ήδη εις την μητρόπολιν των Καλαβρύτων επαπειλεί εξαιρέτως το Μ. Σπήλαιον, και επειδή δια να οχυρωθή αυτή η θέσις, ήτις αποτελεί όχι κατωτέραν δύναμιν ενός φρουρίου, διά τε το οχυρόν αυτής και δια το πλήθος των εν αυτή καταφυγουσών φαμηλιών, έχει ανάγκη ικανής στρατιωτικής δυνάμεως, ήτις αντιπαράττεται εις κάθε εχθρικήν προσβολήν, και να φυλάττη πάντοτε την απαιτουμένην εις τε το Μοναστήριον και τους εν αυτώ καταφυγόντας πολίτας ευταξίαν, δια τούτο θέλων να προκαταληφθώσιν αυτά σε διατάττω τα εφεξής./ Α΄. Να λάβης υπό την οδηγίαν σου εξακοσίους στρατιώτας καλούς πραγματικούς, των οποίων θέλεις είσαι επικεφαλής, και θέλεις καταλάβεις και οχυρώσεις με αυτούς όλας τας περί το Σπήλαιον αναγκαίας θέσεις, δια να αντιπαραταχθής, χρείας τυχούσης, εις κάθε εχθρικόν κίνημα. Β΄. Θέλεις έχει κατά τούτο, την δυνατήν σύμπραξιν των Πατέρων του ιερού τούτου Μοναστηρίου καθώς ειδοποιούνται τούτο. Γ΄. Την τροφήν των στρατιωτών θέλεις εξοικονομεί τακτικώς προς το παρόν από τας εθνικάς προσόδους της επαρχίας Καλαβρύτων, ή περιστάσεως δοθείσης και από τας τροφάς του μοναστηρίου…[…]. Δ΄. Δεν θέλεις συγχωρεί εξίσου εις κανέν στρατιωτικόν την είσοδον. Αν δε τις αξιωματικός στρατιωτικός έχη εις αυτό την φαμήλιαν του ή έλθη χάριν προσκυνήσεως, θέλει δέχεσαι αυτόν άοπλον, με δύο μόνο αόπλους στρατιώτας. Ε΄. Θέλεις προσέχει μ’ όλην την απαιτουμένην φρόνησιν να μην ακολουθή η παραμικρά κατάχρησις εις τους εν αυτώ καταφυγόντας πολίτας…[…]. ΣΤ΄. Θέλει με ειδοποιήσεις την κατάστασιν και τας χρείας αυτού του ιερού Μοναστηρίου, δια να τας αναφέρω όπου ανήκει, και δια να ληφθώσιν εγκαίρως μέτρα …[…].». Επιστολή ενημερωτική των παραπάνω προς τον Ν. Πετιμεζά αναφερομένων, έγινε την ίδια ημέρα (24 Ιουνίου) και προς τους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου από τον Θ. Κολοκοτρώνη.

Ο Ηγούμενος Παρθένιος και οι Σύμβουλοι του Μ. Σπηλαίου, έδωσαν βεβαίωση στον Ν. Πετιμεζά η οποία δεν φέρει ημερομηνία και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Πιστοποιούμεν … ότι αφ’ ής ώρας εδιωρίσθη παρά του Γεν. αρχηγού της Πελοποννήσου κ. Θ. Κολοκοτρώνου φρούραρχος του Μ. Σπηλαίου, ο Γενναιότατος Στρατηγός κ. Νικόλαος Πετιμεζάς, δεν έλειψε να εκτελέση όλα τα χρέη, προς διάσωσιν του ιερού τούτου καταγωγίου και των υπ’ αυτό καταφυγουσών φαμηλιών μ’ όλην την απαιτουμένην ευταξίαν , με τους υπαλλήλους του και μάλιστα καθ’ όν καιρόν εισέβαλεν ο εχθρός εν ταύτη τη επαρχία και εφώρμησεν κατά του Μοναστηρίου. Αλλά και εν όλω τω διαστήματι της αυτού φρουραρχίας, εφάνη προστάτης παντοιοτρόπως μεθ’ όλης της αυτού οικογενείας…».

[9] Στις 15 Ιουνίου 1827 ο Θ. Κολοκοτρώνης από τον Κάμπο του Φονιά απαντώντας σε έγγραφο των μοναχών του Μ. Σπηλαίου, της προηγούμενης ημέρας, ανέφερε μεταξύ άλλων: «… Σεβαστοί πατέρες δεν εφρόντισα ουδέ φροντίζω δι άλλο τι, αλλά η καθημερινή φροντίς μου είναι το ν απαρακινώ τα στρατεύματα να τρέξωσι προς τούτο το μέρος, και καθ’ άς καθ’ ημέραν λαμβάνω πληροφορίας συνέρχονται γλήγορα πανταχόθεν… […] αν ο εχθρός επιμείνη εις αυτά τα μέρη, θέλει κάμει εις αυτά τον τάφον του άφευκτα δια της βοηθείας της προστάτιδος αυτού του ιερού Μοναστηρίου… […] Αν έχει σκοπόν [ο εχθρός]  να πολεμήση το Σπήλαιον θέλει τον μεταβάλλει άφευκτα. Διό είναι περιττή προς το παρόν η αποστλή των ζητουμένων στρατιωτών, αλλά και αν επιμέινη (το οποίον είναι αδύνατον) και το Μοναστήρι  είναι εις κατάστασιν να του αντιπαραταχθή με όσην δύναμιν έχει, και με όση διώρισα τον στρατ. Ν. Πετιμεζάν να κάμηυ, και ημείς έξωθεν είμεθα προσεκτικοί να του δώσωμεν όλην την απαιτουμένην βοήθειαν, και μείνατε αμέριμνος. Όσον δε περί τροφών και πολεμοφοδίων, αυτό έχω το ουσιωδέστερον αντικείμενον των φριντίδων μου, αλλά και δεν ελπίζω να έφθασεν εις τοσαύτην ανα΄γκην το Μοναστήρι, ώστε να χρειάζεται από τώρα…[…] Γενναιότης Πατέρες και μην ολιγοκαρδίζετε, τα πράγματά μας θα λάβουν την επί τα κρείττω μορφήν γλήγορα…».

Την επόμενη της μάχης του Μ. Σπηλαίου (25 Ιουνίου 1827), έγραφε ο Θ. Κολοκοτρώνης από τον Αγιώργη του Φονιά προς τους στρατηγό Ν. Πετιμεζά και Φώτιον Χρυσανθόπουλον: «… έλαβον τα χθεσινά γράμματά σας και είδον την οποία εκάματε νίκην κατά των εχθρών, η οποία είθε να είναι αρραβών των μελλουσών… αλλά και πάλιν έχω την ανήκουσαν προσοχήν, ώστε αν αποφασίση ο εχθρός να πολεμήση το Σπήλαιον, θέλει σας δώσωμεν αμέσως βοήθειαν όση χρειασθή…».

[10] [Ο Τρικούπης (Δ΄, 179) αναφέρει ότι στους Πατέρες του Μ. Σπηλαίου «…έγραψεν ο Ιμβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση…»].

[11] Φραντζής, Β΄, 493.

[12] «Ας φαντασθή καθείς με πόσους εδύναντο ν’ αντιπαταχθώσινοι, περί ων ο λόγος 100 πατέρες.».

[13] [ο Χέρτσβεργ, Γ΄, 137 αναφέρει ότι ο Κολοκοτρώνης «έπεμψε προς βοήθειαν 500 μαχητάς υπό τινα Πετιμεζάν…»].

[14] «Εις Άγγλος βεβαιωθείς παρά του Ιμπραχήμη τον αριθμόν των φονευθεντων και πληγωθέντων εις την μάχην αυτήν εχθρών, έδωκε μετά ταύτα τας περί του αριθμού αυτού πληροφορίας».

[15] «Η μάχη αύτη διήρκεσε 13 ολολήρους ώρας, συγκροτηθείσα την [2]4 Ιουνίου 1827».

[16] [Ο Οικονόμου (748) αναφέρει ότι οι Έλληνες εφόνευσαν υπέρ τους 120 και επλήγωσαν πολλούς. Από δε του Έλληνες εφονεύθηκαν καιε πληγώθηκαν υπέρ τους 10, μεταξύ των οποίων εφονεύθη και ο καπ. Ανδρέας Σαρδελιάνος…»].

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s