Αφιέρωμα στην Καλαβρυτινή μάνα (Μέρος 3ο).

(Η φωτογραφία είναι από το   ).

Παρουσιάζω στη συνέχεια το Τρίτο μέρος του αφιερώματος στην Καλαβρυτινή Μάνα, το οποίο δεν γνωρίζω αν δημοσιεύθηκε ή όχι στην εφημερίδα «Πελοπόννησος», όπου είχε δοθεί και είχαν δημοσιευθεί και τα δύο προηγούμενα μέρη.

Γ. Η Καλαβρυτινή μάνα στο ολοκαύτωμα της 13ης  Δεκεμβρίου 1943, αλλά και μετέπειτα.

Στις 13 Δεκέμβρη του 1943, δεν καταστράφηκαν τα Καλάβρυτα, ούτε εκτελέστηκαν οι Καλαβρυτινοί μόνο, διαλύθηκαν και οι ψυχές που έμειναν πίσω. Είναι οι συγκλονιστικές φιγούρες των συζύγων και μανάδων των εκτελεσθέντων και οι ελάχιστοι που επέζησαν. Είναι οι γυναίκες που μεμιάς έγιναν δυο φορές άντρες και χίλιες φορές Ελληνίδες.

Μερικά παραδείγματα του δράματος αυτού των ηρωικών αυτών μορφών παρατίθενται στη συνέχεια:

♦ Η Ελένη μάνα του τσαγκάρη Δημήτρη Σημαντήρα και η αδελφή του Αγγελική τον έκρυψαν σε έναν λάκκο στο παχνί, όπου τον κάλυψαν με κοτρόνες. Όταν χτύπησαν οι καμπάνες και καλούσαν τους κατοίκους στο σχολείο των Καλαβρύτων, δεν άντεξε να είναι κρυμμένος στο λάκκο και το πρωί βγήκε από την  κρυψώνα και συνόδευσε τη μάνα του και την αδερφή του στο σχολείο. Εκτελέστηκε στις 13 Δεκέμβρη του 1943. Είχε πεθάνει και ο αδερφός του Παναγιώτης στο Αλβανικό μέτωπο. (Μάγερ, σ. 410, 412, Δ. Καλδίρης σ. 66).

♦ Η Κωνσταντίνα, μάνα των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 παιδιών της Παναγιώτη και Βίκτωρα και σύζυγος του επίσης εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς την ίδια ημέρα, τσαγκάρη εκ Καλαβρύτων Επαμεινώνδα Αναστασόπουλου. Ο Παναγιώτης (κουρέας) ήταν 19 ετών και ο Βίκτωρας μαθητής 17 ετών.

♦ Η Εξακουστή, μάνα του μοναχογιού δικηγόρου Βίκτωρα Μπαλαλά, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, καθώς διηγείται η Φρ. Νίκα, σκάβει τον τάφο του παιδιού της «… Εγώ σκάβω, σκάβω συνέχεια. Κάθε τόσο σταματάω να βγάλω τα χώματα με τα χέρια μου. Τα νύχια μου έχουν ματώσει. Μου παίρνουν το σκεπάρνι. Είναι η μάνα του Βίκτωρα του Μπαλαλά. Πηγαίνει να σκάψει τον τάφο του παιδιού της…».

 ♦ Η Μαριγώ Φερλελή μάνα του 17χρονου Αργύρη, τρέχει αλαφιασμένη στο σωρό των σκοτωμένων. Είναι φρακαρισμένος ανάμεσα στους σκοτωμένους, με το κεφάλι ανοιγμένο ανάμεσα στα δύο αδέρφια του του δίδυμου μ’ αυτόν Βασίλη και του 14χρονου Κίμωνα. Η μάνα του πιάνει το καύκαλο, που κρέμεται το μισό βουτηγμένο στο αίμα… (Φρ. Νίκα). Η ίδια διηγείται: «…Τότε άκουσα τη φωνή του Αργύρη μου: «Μανούλα μου, έλα γρήγορα», φώναξε, και κούνησε το χέρι του./ Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα κι απάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν, κι έφθασα κοντά του. Πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα, πώς δεν ήταν σοβαρά, το ρώτησα./ -Που είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας;/ -Νάτος, μάνα, μου λέει, και έδειξε δίπλα το αναίσθητο πτώμα του Βασίλη./ -Ο Κίμωνας που είναι;/ -Να και ο Κίμωνας. Κοντά του και το παιδάκι μου κουβαριασμένο./ -Τον άκουσα τον Κίμωνα, μάνα, να φωνάζει στους Γερμανούς, γιατί με σκοτώνετε εμένα, Είμαι μικρός, δεν έκανα τίποτα. Όταν σταμάτησε όμως η φωνή του, σταμάτησε και η ζωή του./ -Πως να σε πάρω, Αργύρη, τώρα πέρα; Έλα ν’ ανέβεις στον ώμο μου, του λέω./ -Όχι, μάνα μου, θα πάω μόνος μου. Στηρίχθηκε σ’ έμένα και σιγά – σιγά φθάσαμε στο σπίτι του Ντήλιου, που  γλύτωσε από τη φωτιά. Εκεί του ‘δεσα τα τραύµατά του…» (Δ. Καλδίρης, Το δράμα των Καλαβρύτων).

♦ Η Παρασκευή σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς την 8.12.1943 στην Κερπινή οικοδόμου Νικολάου Χρυσάνθου, έμεινε χήρα με πέντε ανήλικα παιδιά. Βεβαίωση του «υπεύθυνου του ΕΑΜ Κερπινής» αναφέρει ότι «…η Παρασκευή χήρα Νικολάου Χρυσάνθου… έχει οικογένειαν, αποτελουμένην εκ τεσσάρων (4) ανηλίκων τέκνων ηλικίας κάτω των δέκα (10) ετών όλα. Τυγχάνει πυροπαθής Αης κατηγορίας, ομοίως κατά την ιδίαν ημέραν της καταστροφής της αφηρέθη υπό των Γερμανών και το ένα και μόνον άλογο που είχεν δια την εξυπηρέτησιν της οικογενείας της…».

♦ Η Μαρία σύζυγος του εκτελεσθέντος από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 κτηματία Τσαπάρα Χρήστου «…νοικοκυροπούλα, παντρεύτηκε τον Τσαπάρα που ήρθε από την Αμερική. Καλοστεκούμενος ο Χρήστος. Τη μακάριζαν στο χωριό οι κοπέλες για την τύχη της. Είχε μεγαλώσει κι αυτή στην ορφάνια. Απάνω που είπε δόξα σοι ο Θεός, έμεινε χήρα μ’ ένα κοριτσάκι μικρό, τη Βασούλα…» (Φρ. Νίκα).

♦ Η Θεώνη Σιορώκου για την οποία ο πρόεδρος της αυτοδιοίκησης Βραχναιΐκων βεβαιώνει στις 10.10.1944 ότι: «…η Θεώνη χα Νικολάου Σιορώκου είναι πυροπαθής Βραχνιού Καλαβρύτων και με θύματα τον άνδρα της Νικόλαον και το παιδί της Αντώνιον κατά την επιδρομή των Γερμανών στας 10.12.43 κατά την οποίαν αφού της πήραν ότι κινητό είχε μέσα στα δυό της σπίτια τα οποία και της έκαψαν, της επήραν και το μουλάρι της που είχε και συντηρούσε την πενταμελή της οικογένεια…». (Αρχ. 12 Σ/ ΕΛΑΣ, Ε.Λ.Ι.Α./2).

Η πεθερά του Κων. Δημόπουλου (του Γ.), από Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων, για την οποία αναφέρει: «… Όταν είδον που φύγαν από το στενό κατέβηκα στην κορυφή Κουνόκαστρο αγνάντιο στο χωριό μας Άγιος Νικόλαος, ήλθεν και η γυναίκα μου με τα παιδιά μου αγναντέψαμεν το χωριό μας, ηβλέπαμεν τους Γερμανούς να φεύγουν δια τα Μαζαίϊκα, εκατεβήκαμε στο σπίτι μας, είχαμε τη γριά τη μάνα της γυναικός μου αφήσει στο σπίτι διότι δεν μπορούσε να έλθει στο βουνό. Η γριά πήρε κατσουλώντας  και ανέβηκεν στο δάσος άνωθεν του χωριού και επήγεν στις Πουρναρίστες ως ένα γράβαλον και εχώθηκεν μέσα αλλά δεν την χωρούσεν το γράβαλο, η τρύπα και τα πόδια της ήσαν έξω. Εγώ με την γυναίκα μου πήραμεν ψάχνοντας με τα παιδιά μου το δάσος να βρούμε τη γριά, πέρασεν η κόρη μου από το γράβαλο, σύμπτωσις[;] είδε τα πόδια της γριάς, την τράβηξεν και την έβγαλεν έξω από τα πόδια της γριάς. Εφώναξε εμένα και της μάνας της: τρεχάτε, ελάτε εδώ την ηύρα τη νόνα μου. Ετρέξαμεν πήγαμεν στη γριά την βρήκαμεν λιγοθυμισμένη, φωνάξαμεν κάτου στους γειτόνους: τρέξατε, φέρτε κρασί και νερό. Οι γειτόνοι μας τρέξαν, φέραν κρασί και νερό, την μυρίσαμεν, την νίψαμεν με κρασί και με νερό, την επαναφέραμεν, της δώσαμεν λιγο κρασί και λιγάκι νερό και εσυνήλθεν και την πήρα καλικούτσα στο κορμί μου και την κατέβασα στο σπίτι μου…».

Η Γλογοβίτη Σταυρούλα «(Σύζ. Ιω. Γλογοβίτου), το γένος Ιω. Αργυρόπουλου και μητέρα της Τσεβούλας [«(Τσεβούλα, θυγ. Ιω. Γλογοβίτου) ετών 20. Καταδικάσθηκε σε θάνατο με απόφαση του Στρατοδικείου της Πάτρας την 18η Μαΐου του 1949 μαζί με τη μητέρα της Σταυρούλα. Οι δύο γυναίκες, μητέρα και κόρη εκτελέσθηκαν»]. Ήταν εύπορη και η ωραιότερη γυναίκα του χωριού. Στη διάρκεια της ξένης κατοχής εβοήθησε τον πατριωτικό Αγώνα μέσα από τις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης. Με τη δημιουργία του Δ.Σ.Ε. ενίσχυσε με ποικίλους τρόπους το κίνημα. Συνελήφθη το 1947 από τις κυβερνητικές δυνάμεις και παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο της Κορίνθου. Ο βασιλικός επίτροπος Βασιλάκης εζήτησε την εσχάτη των ποινών. Με την παρέμβαση όμως του πολιτικού Αποσκίτη, η Σταυρούλα απέφυγε το θάνατο. Μετά την αποφυλάκιση και την επιστροφή της στο χωριό ετέθη και πάλι στην υπηρεσία του Αγώνα. Συμπαραστάτη και βοηθό είχε την θυγατέρα της Τσεβούλα. Συνελήφθη την 25η Φεβρουαρίου 1949 μαζί με την Τσεβούλα. Στις 18 Μαΐου της ίδιας χρονιάς μάνα και κόρη επέρασαν από το Στρατοδικείο της Πάτρας, του οποίου βασιλικός επίτροπος και αυτή τη φορά ήταν ο Βασιλάκης. Και οι δύο καταδικάσθηκαν σε θάνατο και υπερήφανες … παρέδωκαν το πνεύμα τους προ των 6 βημάτων στο Γηροκομείον της Πάτρας, τον «Κρανίου τόπον» της Αχαΐας και της Ηλείας…» (Λέφας, Χιλιάδες…, 171).

Η «μαμά» Οικονόμου Ασπασία, η οποία όπως ο Γερμανός στρατιώτης Βάλτερ Ροζέ αναφέρει: «…όταν ταρυματία με μετέφεραν στην Κλειτορία, είδα καθώς ήμουν ξαπλωμένος σε πάγκο, στο αναρρωτήριο, την «Μαμά» μου, όπως τη φώναζα (Σ.Σ. Ασπασία Οικονόμου) που με είχε περιθάλψει όταν αρρώστησα αιχμάλωτο και της φώναξα ακριβώς έτσι: «Μάνα ζω!!». Κλαίγοντας με αγκάλισε και κλαίγαμε και οι δυό, προς κατάπληξη των Γερμανών που μας έβλεπαν. (Σ.Σ. Τον αδελφό της «Μαμάς» του Ροζέ Βαλτέρ, τον Παναγιώτη Β. Οικονόμου, τον πήραν με τη βία οι Γερμανοί στου Μαγέρου με άλλους Μαζιώτες για να τους βοηθήσουν στην ανάσυρση των πτωμάτων από το γκρεμό που τα είχαν ρίξει οι αντάρτες και στην ταφή τους και, αφού αυτό έγινε, αμέσως μετά τους σκότωσαν»….».

Η εκ Πριολίθου χήρα Ευθυμία, σύζυγος του εκτελεσθέντος στις 13.12.1943 λιγνιτωρύχου εκ Καλαβρύτων Γεωργίου Βάγια ετών 27, απέκτησε μαζί του 4 παιδιά. Η χήρα Ευθυμία Βάγια υπήρξε μια από τις ηρωικές μορφές του δράματος που στάθηκε όρθια, άξια μάνα και πατέρας μαζί… Απεβίωσε το 2008 (Μους. Καλαβρ. Ολοκαυτ.).

♦ Η Αντιόπη, μάνα του Χονδρονικόλα Ιωάννη του Νικολάου, ενός εκ των 33, εκ του Ολοκαυτώματος της 13 Δεκεμβρίου 1943, ορφανών νέων από τα Καλάβρυτα, οι οποίοι τον Οκτώβρη του 1955 πήγαν στη Γερμανία, όπου παρέμειναν για 2 χρόνια, για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας Πολιτικού και συγγραφέως Σραμμ. Το παιδί αυτό το πιο μικρό σε ηλικία μετά από λίγους μήνες στις 5 Ιουνίου πέθανε (πνίγηκε) στο Βερολίνο στην παγωμένη λίμνη όπου είχε πάει καταϊδρωμένος για μπάνιο με δύο Γερμανούς φίλους του. Εκεί υπέστη καρδιακή ανακοπή και κατέληξε στο βυθό. «Η άτυχη μητέρα του πληροφορήθηκε το θάνατό του στις 9.6.1956 από δύο υπαλλήλους, έναν της Γερμανικής πρεσβείας και έναν του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Τη ρώτησαν αν ήθελε να ταφεί ο γιός της στη Γερμανία, όπου θα μπορούσε να πάει αεροπορικώς η ίδια, ή αν επιθυμούσε να μεταφερθεί η σωρός του στα Καλάβρυτα. Η Αντιόπη Χονδρονικόλα ζήτησε να γίνει η μεταφορά στα Καλάβρυτα και για ένα λόγο παραπάνω: Εκείνη την εποχή είχε σπάσει το πόδι της και ήταν αδύνατο να μεταβεί στο Βερολίνο». Η σωρός του έφτασε στα Καλάβυτα στις 19.6.1956. «Η Αντιόπη Χονδρονικόλα υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα. ‘Ηταν μια ψηλή γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, δυναμική με επιβλητικό παρουσιαστικό. Είχε χάσει εκτός από τον άνδρα της τρία ακόμη παιδιά, δηλαδή τέσσερα νεκρά παιδιά που όλα έχουν σχέση με τη Γερμανία. Το ότι η γυναίκα αυτή δεν έχασε τα λογικά της είναι ένα πραγματικπο θαύμα. Είχε ακόμη τέσσερα παιδιά εν ζωή, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Όλοι τη γνωρίζαμε σαν μία αξιοπρεπή δυναμική γυναίκα που πάλευε για τα πέντε ορφανά της. Δεν μπορούσαμε όμως να φαντασθούμε ότι πίσω απ’ αυτή τη γυναίκα, τη λιγομίλητη, τη σοβαρή και πάντα ευγενική κρυβόταν μια ηρωΐδα της ζωής […]» (Χαμακιώτης-Αντωνόπουλος, «Αναδρομώντας…224»).

♦ Η μάνα που καλείται να προδώσει το παιδί της: «Όταν το Νοέμβρη του 1948 ο στρατός έκανε επιδρομή – εξόρμηση στο Σκούπι ο λοχαγός διέταξε να συλλάβουν και να του παρουσιάσουν την ηλικιωμένη και άρρωστη μάνα του αντάρτη Γιώργου Καλαβέσιου, Χριστίνα Καλαβέσιου. Της ζήτησε να αποκαλύψει που είναι το παιδί της και όταν εκείνη αρνήθηκε και με δεδομένο ότι δεν μπορούσαν να την πάρουν μαζί τους, της είπε: «Ελληνίδα γεννήθηκες, Βουλγάρισσα θα πεθάνεις» (Παλαιολογόπουλος Δημ.).».

♦ Ο δήμος Αργυρόπουλος από τα Άνω Σουδενά, καταδικασθείς για κατοχικά αδικήματα εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 20.9.1949.  Σε γράμμα του από τις φυλακές Ακροναυπλίας με ημερομηνία 19.9.1949 έγραφε: «…Ξέρω ότι ο θάνατός μου θα σου πληγώσει την καρδιά και σένα [πατέρα] και της μάνας μου… Αγαπητέ μου πατέρα στάσου παρήγορος της μάνας μου…» (Λέφας, Χιλιάδες…,).

♦ Η Παναγιώτα σύζυγος (πρεσβυτέρα) του ιερέα Παναγιώτη Δημόπουλου (Παπακαλού) από το Αγρίδι Καλαβρύτων, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943, έμεινε χήρα με τρεις κόρες την Μαρία, την Άννα και την Πούλια.

♦ Η σύζυγος του δικαστικού Σταύρου Σταυρόπουλου από τα Καλάβρυτα, όστις εκτελέστηκε στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…,) αμέσως μετά την εκτέλεση των Καλαβρυτινών, αναφέρει: «… Είναι και η Αθηνούλα εδώ η Σταυροπούλου. Όλη νύχτα δεν την πήρα είδηση να λέγαμε καμιά κουβέντα. Τώρα την κατάλαβα από τη φωνή της και της μίλησα. «Είδα τον μπαμπά σου απάνω με τον αδερφό σου». «Ναι ανεβήκαμε κι εμείς και τους είδαμε». «Τους κατεβάσατε κάτω;». «Όχι. Εμείς δεν έχουμε και τάφο. Η μάνα μου δεν ξέρει τι να κάνουμε.». Κοιτάζω τη μάνα της. Κουβαριασμένη σε μια κουβέρτα με τη μικρότερη αδελφή της. Ο πατέρας τους ήταν πταισματοδίκης στα Καλάβρυτα. Ένας κοντόχοντρος καλοσυνάτος άνθρωπος. Όλο αστεία μας έλεγε, όταν πηγαίναμε στο απίτι της Αθηνούλας για να διαβάσουμε…».

♦ Η μάνα του συνταξιούχου πλέον δασκάλου Γεωργίου Τσάμη, τον οποίο οι Γερμανοί τον Δεκέμβρη του 1943 υποχρέωσαν μαζί με άλλους να τους ακολουθήσει για να περισυλλέξουν τους νεκρούς στη θέση Μαγέρου και μάταια η μάνα του τους εκλιπαρούσε να τον αφήσουν. Όταν συνέλεξαν τους νεκρούς, τους φόρτωσαν στα ζώα και επέστρεφαν, εκμεταλλεύτηκε το παραπάτημα ενός ζώου, που είχε σαν συνέπεια να πέσει το πτώμα που μετέφερε στο ρυάκι και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος και όταν έφυγαν οι Γερμα- νοί έτρεξε σαν τρελός προς το σπίτι του.

♦ Η Βασιλική σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αντώνη Χαμακιώτη, έμεινε χήρα με δύο παιδιά τον Σωτήρη και τον Κωνσταντίνο. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας», Εκδ. Δημοτ. Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, Καλάβρυτα 2010, σ. 186 εξ… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «Φτάνω στο χωράφι. Τι να δω; Όλη η πλαγιά σπαρμένη με διάφορα χρώματα… σαν εμποροπανήγυρις… Ανεβαίνω τρέχοντας μ’ όση δύναμη μου ’χε απομείνει. Συναντώ τον Τάκη τον Κόκκινο, που ήταν τραυματισμένος δεν τον ρώτησα τίποτα… Φτάνω εκεί που είναι σήμερα η είσοδος. Βρίσκω τα παιδιά με τη θεία τους και τη γιαγιά τους. Είχαν βρει τον Αντώνη. Μόνο η χαριστική τον είχε πάρει… δεν είχε άλλο τραύμα… Αμέσως – δεν είχαμε, βλέπεις καιρό, γιατί το Δεκέμβρη η μέρα είναι μικρή – τον βάζουμε πάνω σε μια κουβέρτα και τον κατεβάζουμε στο νεκροταφείο. Τον αφήσαμεν εκεί σκεπασμένο. Το γαμπρό μου τον βρήκαμε ανάμεσα σε πολλούς άλλους σκοτωμένους είχε πάνω του πολλά τραύματα… Όταν τον κατεβάσαμε κι αυτόν στο νεκροταφείο, είχε πιά νυχτώσει. Εξαντλημένες και νηστικές, πήγαμε στου Τσαρουχά το σπίτι, που είχε γλυτώσει απ’ τη φωτιά, και μας έδωσαν λίγο ψωμί, ένα κομματάκι τυρί και λίγο κρασί. Θυμάμαι τη θεία Μιχαλιά όπως ήταν τα χέρια της γιομάτα αίματα, βούταγε το ψωμί στο ποτήρι με το κρασί… Τα παιδιά που ν’ αποκοιμηθούν… Η ψείρα ήταν τόση, που περπάταγε… Ξημέρωσε κάποτε και συνεχίσαμε το έργο του ενταφιασμού. Μήπως είχαμε ξινάρια; Δανειστήκαμε και σκάψαμε – όχι πολύ βαθειά… «Τώρα, μου λέει η πεθερά μου, βόηθα να τους βάλουμε μέσα στο λάκκο, γιατί θα τους φάνε τα σκυλιά»… «Δεν μπορώ, της λέω, δεν έχω δύναμη». Πέρασε τότε ο Τσαρουχάς, ο θείος μου, και μας βοήθησε. Αφού τους σκεπάσαμε με μια κουβέρτα, ρίξαμε πάνω τους χώμα, πέτρες και ό,τι άλλο βρέθηκε εκεί. Συνεχίσαμε βοθώντας συγγενείς και γνωστούς […] Θυμάμαι, πήγα να βοηθήσω τη θεια Μιχαλιά του Χαμακιώτη. Φέραμε το γιό της, το Χαράλαμπο, ένα παλικάρι δυο μέτρα… Στο δρόμο πέσανε κάτω λίγα μυαλά, γιατί τον είχε πάρει η χαριστική στο κεφάλι και του το ’χε διαλύσει. Έσκυψε η μάνα του ευλαβικά, τα μάζεψε και τάβαλε στην τσέπη της ποδιάς της…[…]. Στις τρεις μέρες ήρθε κόσμος απ’ τα χωριά. Μας έφεραν ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσαν. Και το κυριότερο: Πήγαν στο νεκροταφείο κι έριξαν χώμα πολύ πάνω στα μνήματα, για να μην μπορούν πιά τα σκυλιά να τους ξεθάβουν τη νύχτα».

♦ Η Βικτωρία Τσοκανά η οποία είχε τέσσερα αδέλφια. Ένα κορίτσι, την Αγγελική, και τρία αγόρια, τον Νίκο, τον Πάνο και τον Γιάννη, οι οποίοι μαζί με τον πατέρα τους Θανάση εκτελέστηκαν στις 13.12.43 στη Λάκα του Καπή. Οι συγγραφείς Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας…) παρουσιάζουν τη μαρτυρία της που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας». Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει: «[…] Και έτσι φτάσαμε μες στου Καπή τη Λάκα και τι να δούμε. Όλοι οι άντρες σωρό κάτω, ούτε γνώριζες κανέναν, ήταν τελείως μεταμορφωμένοι, με τα μυαλά έξω πήρε η μανούλα μου τα μυαλά του πατέρα μου και των αδερφών μου με τη χούφτα της και τα έβαζε μέσα στα κρανία τους. […] Εγώ, όπως γονάτιζα κάτω, η φούστα μου έσταζε αίμα. Γονάτιζα για να γνωρίσω τα αδέρφια μου και τον πατεράκο μου. Η μάνα μου ως φαίνεται, με λυπήθηκε, ήμουν δεκαεπτά χρονών κοπέλα. Και αφού είχε πάρει η νύχτα καλά – καλά μου λέει: «Πάμε παιδάκι μου», να πάμε εκεί που καιγόταν μια φωτίτσα. Εκεί είχαν τους τραυματίες […]. Αλλά η μάνα μου έκανε τις δικές της σκέψεις και πριν φωτίσει καλά – καλά μου λέει: «Να κάτσεις δωπαλιά, θα πάω στο σπίτι μας, στο περιβόλι που πότιζα, έχω αφήσει ένα ξινάρι. Να το φέρω, να πάμε στο νεκροταφείο, να σκάψουμε, να βάλουμε το Γιάννη, το Νίκο, τον Πάνο μας και τον πατέρα σου. Κάμε το σταυρό σου παιδάκι μου, και σήκω να πάμε». […] Κι αφού ξαναπήγαμε στου Καπή τη Λάκκα, έναν – έναν σε μια κουβέρτα μαζί με τις ξαδερφάδες Κική και Διαμαντούλα τους κατεβάσαμε στο νεκροταφείο. Τα μάτια μας είχαν στερέψει από δάκρυα. […] Η πολυπικραμένη μάνα μου πήρε το ξινάρι που είχε φέρει από το περιβόλι μας και άρχισε να μετράει τα μέτρα που ήθελε να σκάψει. Εγώ είχα εξαντληθεί πια και αφού έσκαψε μόνη της, παίρνει το μεγαλύτερο γιό της, το Γιάννη μας, και, αφού του φόρεσε τη βέρα της, τον έβαλε πρώτο στην αιματοβαμμένη αυτή γης. Μετά πήγε και έκοψε περικοκλάδες και τις έβαλε για στεφάνια. Τελείωσε. Έβαλε όλους στην αράδα και τον πολυκουρασμένο πατερούλη μου. Πήρε πάλι γτο ξινάρι και τους εσκέπασε με το χώμα. Μετά έκατσε πάνω στο χώμα και τους εμοιρολόγαγε…[…]. «Μανούλα μου», της έλεγα της μάνας μου, «Νύχτωσε για τα καλά, πάμε να φύγουμε», αλλά που να πηγαίναμε; Το αρχοντικό και νοικοκυρεμένο μας σπιτάκι είχε γίνει στάχτη. Ενώ τα φουστάνια μας και μένα και της μάνας μου έσταζαν αίμα, με λυπήθηε και μου λέει: «Κίνα μπροστά», και αφού περάσαμε από το σπιτάκι μας, μας πήρε ο Μίμης και ο Στέφανος Χαμακιώτης και μας πήγε σ’ ένα καλυβάκι που τους είχε μείνει, και στη γωνιά του είχαν ανάψει λίγη φωτιά […] «Θεία Μαρία, έλα κοντά, και συ Βικτωρία, να ζεσταθείτε». Έπειτα είχαν βράσει φιδέ, και μας έδωσαν και ήπιαμε. Περάσαμε εκεί τη νύχτα και, αφού ξημέρωσε, πήγαμε στο σπίτι μας και σκάβαμε, ξυπόλυτη εγώ, μήπως σκεπάζαμε μια γωνίτσα με τσίγκους». Μαρτυρία της οκτασέλιδη, αναδημοσιευμένη από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 5.7.1992, για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

♦ Η μάνα με το κακό προαίσθημα. Η ίδια ως άνω Βικτωρία Τσοκανά  διηγείται: «… Η μανούλα μου Μαρία Τοκανά, έλεγε στον πατέρα μου: Σήκω Θανάση και πάρε τα παιδιά και φύγετε. Θα μας τα σκοτώσουν οι Γερμανοί». Αλλά ο πατέρας μου της έλεγε: «Ησύχασε Μαρία, κάμε τις δουλειές σου». Αφού δεν την άκουγε ο πατέρας μου… σηκώνεται τα μεσάνυχτα και πάει στον αδερφό της τον Αποστόλη…, του λέει, «δε με ακούει ο Θανάσης, σήκω αδελφούλη μου και πάρε τα παιδιά μας να φύγετε», «Πήγαινε, Μαρία, να κοιτάξεις τις δουλειές σου, δεν έχω να πάω πουθενά»…».

♦ Η Ευσταθία Τζούδα – Μητσονιά, μαθήτρια τότε, περιγράφει τις τραγικές στιγμές των γυναικών μέσα στο σχολείο. Η μαρτυρία της δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»… Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει πως στον πλατύ διάδρομο του σχολείου πήραν απ’ τα χέρια τους (ήταν μαζί με τη μάνα της και τη Μαρία) τον αδελφό τους και τον πήγαν με τους άντρες. Επίσης αναφέρει ότι αναζητούσαν στις αίθουσες όπου στοιβάζονταν γυναίκες, την αδερφή της την Ελένη με το αβάπτιστο, δύομισι μηνών μωρό της και την πεθερά της Ελένης. Και συνεχίζει: «Οι ώρες ήταν ατέλειωτες… Τα μικρότερα παιδιά, νηστικά, έκλαιγαν. Εμείς, τα μεγαλύτερα, είχαμε αγκαλιάσει τις μανάδες μας και τις ρωτάγαμε συνέχεια – λες κι αυτές ήξεραν: «Τι θ’ απογίνουμε;», «Που βρίσκονται οι άντρες;». Έτσι έφτασε το μεσημέρι. Κάποια στιγμή ακούω την Αγλαΐα, τη δασκάλα μου να φωνάζει: «Φωτιά! Μας καίνε!» Τη βλέπω απ’ τα παραθυράκια, απ’ το υπόγειο, να βγαίνουν οι φλόγες. Και τραβάει με τα χέρια της, με όση δύναμη είχε τα συρματοπλέγματα και σέρνεται σαν φίδι, πέφτει κάτω και ξεκολλάει μία πλάκα από το πρεβάζι και πέφτει πάνω στο πόδι της». Είναι ανείπωτες οι στιγμές εκείνες του τρόμου και του αλαλαγμού! Ένα κύμα, μια μάζα γίναμε που σπρωχνόμαστε να περάσουμε στην επόμενη αίθουσα, για να βγούμε στην πόρτα. Αλλά δε φτάναμε ποτέ! Ένιωθα να μας πνίγουν οι καπνοί… Νόμιζα πως έφθανε το τέλος μας… Φτάσαμε κάποτε στη συνεχόμενη αίθουσα νι εκεί, πάνω στην πόρτα, βλέπουμε έναν Γερμανό που έτεινε το όπλο του καταπάνω μας. Πέσαμε ανάσκελα απ’ τον τρόμο μας, για να μην μας πάρουν οι σφαίρες… Εκείνος όμως – φαίνεται, δεν ήθελε να μας σκοτώσει… Βγήκαμε στο διάδρομο, προχωρήσαμε στη μεγάλη πόρτα του διαδρόμου και κατηφορήσαμε τα σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας στη μεγάλη πόρτα του προαυλίου, μας κοίταζαν οι Γερμανοί στρατιώτες και μας έκαναν με νοήματα να πάμε κάτω προς τα χωράφια. Καθώς έκανα να προχωρήσω για το σπίτι, τι αντίκρυσαν τα μάτια μου… Η φωτιά είχε περιζώσει τα Καλάβρυτα …» (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ., (Αναδρομώντας),).

♦ Η Ελένη Τσάφου (Τσαφαλένη), 98 ετών. «Παντρεύτηκε 19 ετών ένα συγχωριανό της, που είχε πρόβατα και χωράφια. Έκανε 5 παιδιά και στα 27 της χρόνια έμεινε χήρα. Ο άντρας της πέθανε από πνευμονία. Μόλις σαράντησε ο άντρας της, γέννησε και το πέμπτο παιδί της, το Νάσο/ Δεν ξαναπαντρεύτηκε και μόνη της μεγάλωσε τα παιδιά της. Την βοήθησαν φυσικά και οι δικοί της. Τα πεθερικά της δεν τα γνώρισε».

♦ Η Αγγελική Ζηρογιάννη. (Στρέζοβα). «… Έχω 5 παιδιά, το Γεράσιμο, το Παναγιώτη, την Αντρούλα, το Βαγγέλη και τον Αντρέα. Έμεινα χήρα πολύ νιά, κουράστηκα να τα μεγαλώσω. Τον άντρα μου τόνε σκότωσαν οι Γερμανοί, ήτανε τσοπάνης και όργωνε τα χωράφια. Από τότε που πέθανε έμεινα ολομόναχη στο κόσμο με τα παιδιά μου….».

♦ Η Αγιανιτοπούλου: Μια μάνα, που ‘χε χάσει το παιδί της, γιατί είχε φύγει μόνο του, όταν έφθασαν οι Γερμανοί, πήρε το δρόμο, που πήγαινε στα Σουδενά, να ρωτήσει, μήπως το σκότωσαν. Ήταν αυτή, που την παραμονή της καταστροφής πέρασε όλη η οικογένειά της μια νύχτα αγωνίας, Όταν έφθασε στον Αι – Νικόλα των Σουδενών αντίκρισε Γερμανούς να κατεβαίνουν, Έτρεμε από το φόβο της. Τη σταμάτησαν και τη ρώτησαν που πηγαίνει. Εκείνη, μόλις σήκωσε το κεφάλι της, αντίκρισε τον Γερμανό αξιωματικό, που έδιωχνε την παραμονή της καταστροφής τον άνδρα της! Τότε αναλύθηκε σε κλάματα και αναφιλητά. Εκείνος κάτι της έλεγε αλλά η ίδια δεν  ήθελε να τον ξαναδεί. Προχώρησε ακολουθώντας τον άγνωστο δρόμο της».

♦ Η Νικολίτσα σύζυγος του Καλαβρυτινού Κυριάκου Μπαλαλά, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς όπως και τα δύο από τα 7 παιδιά της ο Νίκος 22 ετών και ο Ανδρέας μαθητής 13 ετών. Συγκλονίζει η περιγραφή της κόρης της Δώρας 16 ετών τότε, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Κραυγή – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής τραγωδίας»: «Στο σχολείο επικρατούσε μεγάλη οχλαγωγία, ανησυχία μεγάλη. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, πλακωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Δεν κοιτούσαμε και πολύ έξω απ’ τα παράθυρα. Θυμάμαι πως, αφού αρχίσανε να βάζουν φωτιά στα σπίτια, διέκρινα ότι έβγαινε καπνός μέσα απ’ το πάτωμα. Είπαν τότε πως θα μας κάψουνε κι εμάς. Συγκεκριμένα, ήταν η Χοντρονικόλα, η Νίτσα του Καλδίρη, του Αργύρη του Φερλελή η μάνα – ποια άλλη ήταν, δε θυμάμαι καλά – που είπανε: «Παιδιά, θα μας κάψουνε»… Και με το «θα μας κάψουνε», παραμερίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά και πάνε στην πόρτα. Πιάνοντας και οι τρεις με τα χέρια τους, τραβήξανε με μεγάλη δύναμη κι ανοίξανε την πόρτα της αίθουσας που βρισκόμασταν. Με το που ορμήσαμε να φύγουμε, βλέπουμε μπροστά μας ένα στρατιώτη και τον κολλάμε στον προθάλαμο… Αυτός κοκάλωσε ούτε να ενεργήσει, ούτε να πυροβολήσει… Τίποτα. Μας κοίταζε κατάπληκτος… Τότε άρχισαν να σπάνε τα τζάμια. Άλλοι πηδάγανε απ’ τα παράθυρα κι άλλοι βγαίνουν απ’ την πόρτα. Όταν βγήκα έξω και κατέβηκα τις σκάλες, είδα μέσα στο μεγάλο καπνό να καίγονται τα σπίτια. Συγχρόνως, προς την Τράπεζα Αθηνών ήταν οι Γερμανοί παραταγμένοι στην αράδα. Φαινόντουσαν σαν να τάχανε χαμένα. Καθώς όμως έβγαινε ο κόσμος απ’ το σχολείο, τον σπρώχνανε προς το σταθμό και του λέγανε: «Προς τα κάτω, προς τα κάτω…». […] Σε λίγο έφτασε η είδηση της συμφοράς και πιάσανε τα ουρλιαχτά! Εκείνη την ώρα, εγώ δεν ανέβηκα αμέσως στον τόπο της εκτέλεσης. […]. Το βράδυ μείναμε με τη θεία μου κάτω από το σπίτι. Όλα ανοιχτά, τέντα… Ήμασταν και πενήντα γυναίκες και τα παιδιά μέσα στο σπίτι κι ακούγαμε τους Γερμανούς να περνάνε «κρακ, κρακ, κρακ» κι εμείς φοβόμαστε μη μας σκοτώσουνε… Τη νύχτα φύγανε. Λαγκάδι – λαγκάδι, ενώ καίγονταν δεξιά κι αριστερά τα σπίτια, πήγαμε στο Φουρναριό, στο σπίτι της μάνας μου και μείναμε εκεί μέχρι το πρωΐ. Ξημερώνοντας, η μάνα μου μας έδωσε μια μπουκιά ψωμί από εκείνο που είχε πάρει κοντά της και μου είπε: «Παιδάκι μου, να πάρουμε τα ξινάρια και να πάμε να τους τακτοποιήσουμε, για’ θα τους φάνε τα σκυλιά». Εκείνο που θυμάμαι απ’ τον τόπο της εκτέλεσης είναι κάτι φρικτό… Δεν ήταν μάτι ανθρώπου να το αντικρύσει. Ο πατέρας μου είχε κοντά του τα παιδιά και τους είδα όλους μαζί… Θυμάμαι τον μικρό που είχε μια τρύπα στο κεφαλάκι του απ’ τη χαριστική. Απ’ αυτήν σκοτώθηκε… Τη μεταφορά των σωρών την κάναμε με μια κουβέρτα – δεν υπάρχει δυστυχώς, αυτή η κουβέρτα σήμερα. Φέρναμε έναν – έναν πάνω σ’ αυτήν, γιατί δεν μπορούσαμε  να κουβαλήσουμε παραπάνω. Ήμουνα εγώ, η Θεώνη, η μάνα μου και η θεία μου ση Σωτηρούλα. Ο τάφος ήταν πολύ ρηχός ούτε πενήντα πόνους δεν τον ανοίξαμε. Τους σκεπάσαμε και ρίξαμε λίγο χώμα επάνω… Ούτε πενήντα πόντους ίσα που τους κάλυπτε το χώμα…».

♦ Η Αθηνά σύζυγος του Χρήστου Κουτσουρή, της οποίας τα παιδιά Δημήτριος 20 ετών, Γιάννης 26 ετών εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13.12.1943. Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα) αναφέρει τις στιγμές της μάνας μπρος στα σκοτωμένα παιδιά της: «… «Τρεχάτε», φωνάζει μια γυναίκα. «Κάποιος ζωντανός βογκάει κάτω απ’ τα πτώματα. Να τον σώσουμε». Τρέχουμε. Τραβάμε. Ένα – δύο – τρία – τέσσερα πτώματα. Είναι ο Γιάννος ο Κουτσουρής. Τι κίτρινος! Τον βαστά μια γυναίκα μ’ ανασηκωμένο το κεφάλι, κι όλες οι άλλες από πάνω του, προσπαθούμε να του δώσουμε πνοή από την πνοή μας. Εκείνος ανοίγει δυό τρεις φορές το στόμα του, προσπαθώντας να μας μιλήσει, κοιτά ένα γύρω με τα έκπληκτα και τρομαγμένα μάτια του και πέφτει βαρύς στην αγκαλιά της γυναίκας. Ξεψύχησε. Κάπου εδώ θα είναι κι ο Μήτσος, ο μικρότερος αδελφός του. Ο Κωστάκης γλύτωσε. Ο μεγαλύτερος γιός της Κουτσουρίνας είναι αντάρτης…».

♦ Η Ξακουστή σύζυγος του εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Καλαβρυτινού Αναστασίου Κατσίνη και μητέρα του επίσης εκτελεσθέντα στις 13.12.1943 παιδιού της Σωτήρη. Να πως περιγράφει τη μεταφορά του νεκρού παιδιού της η Φραντζ. Νίκα (Καλάβρυτα…): «Η θεία Ξάκω έχει τακτοποιήσει το Σωτηράκη στην κουβέρτα και ξεκινάμε…. Είναι παιδί 17 χρονών. Θεέ μου γιατί τόσα παιδιά, γιατί; Προχωρούμε σιγά σιγά και προσεχτικά μη σκοντάψουμε και χτυπήσει ο Σωτηράκης. Η θεια – Ξάκω θα πονέσει αν συμβεί κάτι τέτοι. Νομίζω πως ο δρόμος είναι γρηγορότερος από την πρώτη φορά. Της θειας – Ξάκως όμως της φάνηκε ατελείωτος. Κάθε τόσο παρακαλεί να σταματήσουμε να πάρει ανάσα…».

♦ Η Χρυσούλα Χαρακτηνιώτου, σύζυγος του φαρμακοποιού Ιωάννη Κελαϊδίτη από τη Χίο, της οποίας οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο λόφο Καπή τον άνδρα και τα τρία παιδιά: Λεωνίδα 22 χρόνων, Δημήτρη 20 χρόνων και Νίκο 18 χρόνων. Ήταν εγκατεστημένος στην Ηγουμενίτσα αλλά έφυγε για ν’ αποφύγει τον κίνδυνο των Ιταλών και πήγε στα Καλάβρυτα… Η Φραντζ. Νίκα στο Χρονικό της, (Καλάβρυτα…), αναφέρει: ««… Φτάνω και πάλι απάνω. Μα πώς θ’ αντέξουμε; Τι εφιαλτικές σκηνές!… Πλησιάζω τη μάνα του Λεωνίδα του Κελαηδίτη. Είναι ανάμεσα σε τέσσερα αγαπημένα κορμιά. Τον άντρα της. Τον Λεώνίδα που ήταν συμμαθητής μου. Τον Νικολάκη και το Δημητράκη… Στέκεται η μάνα τους σαν χαμένη, μαζί με μια αδελφή της, νομίζω μην ξέροντας τι να κάνει… Συνέρχεται κι η αδελφή της και προσπαθεί να τακτοποιήσει το Νικολάκη. Εμείς με τη μάνα τους κατεβάζουμε το Λεωνίδα… Φτάσαμε στο νεκροταφείο. Η μάνα κάθεται δίπλα στο παιδί της αμίλητη, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τι θα γίνουν οι άλλοι τρεις οι δικοί της που είναι απάνω. Σε λίγο έρχεται η αδερφή της κουβαλώντας, με κάποια άλλη γυναίκα, τον Δημητράκη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει…».

♦ Η Όλγα Κοτσίρη δεύτερη σύζυγος του Βασιλείου Αναστόπουλου από τον Πριόλιθο, εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς στις 13.12.1943, μητέρα δύο παιδιών του Δημήτρη και της Βασιλικής η οποία γεννήθηκε το βράδυ της σφαγής των Καλαβρυτινών. «Οι Γερμανοί  σεβάστηκαν την ετοιμόγεννη και δεν έκαψαν το σπίτι της… Ήρθε στον κόσμο ένας καινούργιος άνθρωπος σε μια τόσο ζοφερή νύχτα…» (Φρ. Νίκα, Καλάβρυτα…).

♦ Η Ελένη σύζυγος του Γεωργίου Τσεκούρα, της οποίας ο 30χρονος γιός Βασίλης και ο 20χρονος Σπύρος εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 13-12-1943. Είχε 7 παιδιά. Η φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) αναφέρει: «Από πάνω μου είναι η Τσεκούραινα με τα δυο παιδιά της Το Βασίλη και τον Πίπη, αριστερά είναι η γριά Φιλιππίνα η Τσαπάραινα με το μονάκριβο παιδί της τον Αντρέα. Δεν έχουν ξινάρι ν’ αρχίσουν τουλάχιστον. Κάθονται και οι δυό με σταυρωμένα χέρια και περιμένουν αμίλητες, σκληρές, με τα χείλη σφιγμένα… Τώρα η μάνα του, μια ανήμπορη γριά, περιμένει μέσα στο κρύο ποιος θα τη βοηθήσει να θάψει το παιδί της…».

♦ Η Αγγελική σύζυγος του Φίλιππα Τσαπάρα και μητέρα δύο παιδιών του Ηλία και του Ανδρέα ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13.12.1943 (βλ. και σχετ. Ελένη σύζυγος Γεωργίου Τσεκούρα). «… εγώ με το σκαλιστήρι [πάω να βοηθήσω] τη γριά Φιλιππίνα για τον τάφο του Αντρέα. Η γριούλα προσπαθεί να με βοηθήσει, δίνοντάς μου συγχρόνως χίλιες ευχές. Ποιος να μου τόλεγε πως θα ’παιρνα ευχές για μια τέτοια δουλειά…».

♦ Η Αναστασία σύζυγος του εκ Καλαβρύτων Γραμματέα της Εισαγγελίας και εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς Αλέκου Μπρε. Ήταν εννιά μηνών έγκυος. Η Βικτωρία Τσοκανά (Χαμακιώτης Σ. – Αντωνόπουλος Χ. (Αναδρομώντας…), διηγείται: «[…] Εκεί που κάθε φορά ανεβαίναμε, στο μαρτυρικό αυτό τόπο [Λάκκα Καπή], βλέπω την κ. Τασία Μπρε, η οποία έκλαιγε απαρηγόρητα και έλεγε: «Αλέκο μου, Αλέκο μου, τι θα μπορούσα να κάνω εγώ για σένα, αγαπημένε μου Αλέκο;». Δεν μπορούσε να τον σώσει γιατί ήταν εννιά μηνών. Πλησιάζω κοντά της και της λέω: «Τασία, μην κλαις άλλο. Εγώ θα ρθω να πάρω τον Αλέκο σου και θα τον πάω στο νεκροταφείο» και αφού τελειώσαμε όλους τους δικούς μας, πάμε και παίρνουμε τον Αλέκο Μπρε, και η κ. Τασία με την αγαπημένη μου μανούλα ’ρχόσαντε από κοντά. Τα παιδάκια της κ. Μπρε δεν τα θυμάμαι καθόλου αν ήσαντε εκεί στον πατέρα τους. Ηταν ο Σωτήρης, ο Γιώργος και άλλο ένα κοριτσάκι. Στο νεκροταφείο δε θυμάμαι που τον άφησα τον Αλέκο Μπρε. Ούτε θυμάμαι ποιος έσκαψε και τον ενταφίασε. Ίσως εγώ…[…]».

♦ Η Καστανιώτισσα, η οποία όπως η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) διηγείται: «… Μας πήρε μαζί της η Καστανιώτισσα και μας πήγε σε μια σπηλιά που είχε κρύψει τα παιδιά της. Πόσα μερόνυχτα μείναμε εκεί ούτε ξέρω. Ίσως έναν αιώνα. Η Καστανιώτισσα μας έφερνε κάθε μέρα λίγο ψωμάκι που το μοιραζόμασταν με τα παιδιά της. Κάποτε καταλάγιασε ο τόπος, είχαν φύγει οι Γερμανοί…».

♦ Η βασανισμένη μάνα που δεν έχασε την ανθρωπιά της. Η Φρ. Νίκα (Καλάβρυτα…) παραθέτει την περιγραφή της Γωγώς Σακκαλή: «… Με μαζεύει μια γειτόνισσα. Μια ταλαίπωρη μάνα που έχει χάσει τρία παιδιά και τον άντρα της, και προσπαθεί τ’ άλλα τρία παιδιά που της απόμειναν και μένα να μας ζεστάνει με φωτιά και να μας ταΐσει με ό,τι βρίσκει. Ώσπου την Τρίτη ημέρα μετά την καταστροφή, βλέπω στα ερείπια του σπιτιού μας τη μάνα μου κουλουριασμένη να κλαίει και να φωνάζει αναζητώντας τους ανθρώπους της και το βιός της…».

Τέλος,

θα πρέπει να αναφέρουμε ότι 33 βασανισμένες μανάδες παραμέρισαν το αβυσσαλέο μίσος κατά των Γερμανών και μπροστά στην πιθανότητα τα παιδιά τους να δουν μια καλύτερη τύχη, δέχτηκαν και πήραν τη σκληρή απόφαση τον Οκτώβρη του 1955 και 33 ορφανά Καλαβρυτινόπουλα, τα ονόματα των οποίων ακολουθούν, μετέβησαν στη Γερμανία για εκπαίδευση και δουλειά, ύστερα από προσπάθεια της Γερμανίδας πολιτικού και συγγραφέως Σραμ φον Τάντεν Έρενγκαρντ: Αγγελόπουλος Αλέκος, Αναστόπουλος Μίμης, Αντωνόπουλος Χρήστος, Γεωργακόπουλος Παναγιώτης, Δημόπουλος Σπύρος, Ιωαννίδης Ανδρέας, Ιωαννίδης Ιωάννης,  Καλδίρης Εμμανουήλ, Καλδίρης παναγιώτης, Καποτάς Ηλίας, Καποτάς Σπύρος, Καράγιωργας Περικλής, Καψοκαλύβας Χρήστος, Κυριακόπουλος Δημήτριος, Κυριακόπουλος Παναγιώτης, Κυριακόπουλος Χρήστος, Λούτσης Ιωάννης, Μαυρίδης Θεολόγος, Μπράτσικας Νίκος, Μπράτσικας Παναγιώτης, Παπαδιαμαντόπουλος Σόλων, Ρεκουνιώτης Δήμος, Ρεκουνιώτης Σταμάτης, Ρεκουνιώτης Φιλοποίμην, Ρεκουνιώτης Φώτιος, Σαμοθρακίτης Αλέκος, Σουρούκης Ιωάννης, Σταθούλιας Τάκης, Τάσσης Νικόλαος, Χαμακιώτης Ντίνος, Χαμακιώτης Σωτήριος, Χειλόπουλος Κώστας, Χονδρονικόλας Ιωάννης (Τα ονόματα από το βιβλίο των Χαμακιώτη Σ. – Αντωνόπουλου Χ., «Αναδρομώντας…»).

Πηγές: Όλα όσα παραπάνω έχουν αναγραφεί, έχουν αντληθεί από το «Ιστορικό Λεξικό της Επαρχίας Καλαβρύτων». Αν οι αναφερόμενες εδώ πηγές τους είναι ελλιπείς,  σ’ αυτό (το Λεξικό) υπάρχει η πλήρης αναγραφή των πηγών αυτών.

 

This entry was posted in Ιστορία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s