Δύο σπάνια έγγραφα για την Αθήνα, την Ακρόπολη και τα γεγονότα στο φρούριο αυτής το 1827.

Δύο ελευθερωθείσες εκ την αιχμαλωσίας των Τούρκων, Ελληνίδες, περιγράφουν γεγονότα του καλοκαιριού του 1827 στην Αθήνα, μιλούν για την παράδοση της Ακρόπολης, για προσκυνημένα χωριά της Αττικής και για τις τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή. Από το κείμενο που ακολουθεί προκύπτουν πολλές πληροφορίες.

«Εξέτασις δύο γυναικών αι οποίαι έφυγον από τας  Αθήνας και ευρέθησαν εις Ελευσίνα τη  6 Ιουλίου 1827, καθ’ ην ημέραν ο Αρχιστράτηγος έφθασεν εκεί.

Ερώτηση: πώς ονομάζεσθε και πόθεν είσθε;

Απάντηση: Σάβενα Δερμετζή Αθηναία και Παγώνα Κατζίνα Λιβαδίτισσα.

Ερ.: Πότε ηχμαλωτίσθητες;

Απ.: Είμεθα από τας εικοσιπέντε δυστυχείς οικογενείας τας οποίας η φρουρά της Ακροπόλεως των Αθηνών άφησεν εναντίον της θελήσεώς μας εν αυτή όταν την παρέδωσαν εις τον εχθρόν. Η μεν έχει δυο υιούς εξελθόντας της Ακροπόλεως με την φρουράν,  η δε δεν έχει συγγενείς.

Ερ.: Πότε και πως εφύγατε από τας Αθήνας;

Απ.: Όταν οι Τούρκοι εμβήκαν εις την Ακρόπολιν μας έστειλαν εις το Μενίδι όπου ευρίσκονται οι άλλοι προσκυνημένοι χριστιανοί. Εχθές το εσπέρας ήλθεν από τα Πατήσια ένας πνευματικός Μεγαρίτης, ο οποίος υπήγεν εκεί δια να ελευθερώση τους δύο υιούς του. Αυτός κατά την ζήτησίν μας μας επήρεν μαζί του, και εφύγαμε κατά τα μεσάνυχτα από Μενίδι. Ο πνευματικός διηυθύνθη εις τα Μέγαρα, αφήνων ημάς  μη δυναμένας να περπατήσωμεν. Επειδή λοιπόν είδαμε ανθρώπους εδώ ήλθαμεν δια να απεράσωμεν εις Κούλουρην.

Ερ.: Εις Μενίδι ήτον Τούρκοι, και πόσοι;

Απ.: Δεν έμενε παρά ο Αχμέτ Αγάς με τρεις στρατιώτας δια να λάβη τα δέκατα, οι άλλοι επέστρεψαν εις Πατήσιαν.

Ερ.: Πόσοι Τούρκοι είναι εις Πατήσια;

Απ.: όλοι οι εις Αθήνας και εις τα πλησιόχωρα μέρη ευρισκόμενοι Τούρκοι δεν είναι ποτέ δέκα χιλιάδες ένοπλοι. Τέσσερις χιλιάδες ευρίσκονται εις την Ακρόπολιν και εις την πόλιν, τριακόσιοι ιππείς εστάλθησαν εις Μαραθώνα, κατά την αίτησιν των κατοίκων δια φύλαξίν των. Όλοι οι άλλοι ευρίσκονται εις Πατήσια, όπου και ο ίδιος ο Κοιουταχής.

 Ερ.: Ευρίσκονται εις άλλας επαρχίας Τούρκοι, και πόσοι;

Απ.: Ηκούσαμεν ότι δεκαπέντε χιλιάδες ευρίσκονται εις Θήβας.

Ερ.: Ο Κιουταχής θα μείνη εις Αθήνας, ή θέλει να φύγη;

Απ.: Όλοι λέγουν ότι θα πηγαίνη εις Ιωάννινα, και ότι γίνονται ήδη αι ετοιμασίαι του μισεμού του. Εχάλασαν όλους τους πλησίον των Αθηνών μύλους, και άφησαν μόνον τους δύο τους όντας πλησιέστερον εις την πόλιν.

Ερ.: Έχει τροφάς και πόθεν τας έλαβε;

Απ.: Επήρε διπλοδέκατα των θερισμάτων όλων των προσκυνημένων χωρίων. Του ήλθον ακόμη και τρία καράβια φορτωμένα εις τον Ωρωπόν. Όλο το φορτίον μετεκομίσθη εις την Ακρόπολιν. Απ’ αυτάς τας τροφάς τρώγουν οι στρατιώται. Η οκά το αλεύρι πωλείται εις Πατήσιαν δό γρόσια, και εις Μενίδι εβδομήντα παράδες.

Ερ.: Εδιόρθωσε τα χαλασμένα μέρη του φρουρίου;

Απ.: Καθημέραν εργάζονται και τώρα σχεδόν ετελείωσαν. Εις το κατά τον καλά[;] κανονοστάσιον έκαμεν προφυλάγματα διά τας βόμβας.

Ερ.: Ποίος είναι φούραρχος;

Απ.: Ο Κιόρπασιάς, δεν ηξεύρομεν όμως με πόσους ανθρώπους.

Ερ.: Διορθώνουν την πόλιν;

Απ.: Την χαλούν σχεδόν όλην, και δεν ευρίσκεται άλλο τι παρά ολίγα εργαστήρια πράγματα εδικά.

Ερ.: Ήλθον από άλλο μέρος οικογένειαι Τουρκικαί;

Απ.: Μετά την πτώσιν της Ακροπόλεως κανένας. Ήλθον όμως πολλοί πραγματαυταί και Τούρκοι και Ρωμαίοι από Ιωάννινα, οι οποίοι ως ηκούσαμεν  θέλει αναχωρήσουν με τον Κιουταχήν.

 Ερ.: Ηκούσατε πόσοι Τούρκοι θέλει μείνουν μετά την αναχώρησιν του Κιουταχή;

Απ.: Εκτός της φρουράς, ηκούσαμεν ότι θέλει μείνη εν ικανόν Σώμα  προς συντήρησιν της ευταξίας, και ασφάλειαν των προσκυνημένων μερών.

Ερ.: Πόσα γένη Τουρκών στρατιωτών είναι; Είναι μεταξύ των σύμφωνοι;

Απ.: Αρβανίται, Οσμαλήδες και Τελίδες. Όλοι είναι πολλά δυσαρεστημένοι και λιποτακτούν εις μικρά σώματα.

 Ερ.: Ηκούσατε τι περι του Σελιχτάρ μπόδα; Και αν δι’ αυτόν φεύγει ο Κιουταχής ;

Απ.: Δεν ηκούσαμεν τίποτε περί Σελιχτάρμποδα.

Ερ.: Ηκούσατε αν ο Κιουταχής ακοπεύει δια τον Ισθμόν; ή δια την Εύβοιαν;

Απ.: Όλοι λέγουν ότι πηγαίνει εις Ιωάννινα, και ο αράπης του Μακρυγιάννη ο αιχμαλωτισθείς, μας είπεν ότι ο Κιουταχής πηγαίνει να ησυχάση εις Ιωάννινα, και δεν επιθυμεί πλέον να πολεμή. Εμελέτα να φύγη προ πολλού, αλλ’ έμεινεν εκ παρακλήσεως των προσκυνημένων Χριστιανών οι οποίοι του παρέστησαν ότι καθώς αναχωρήση θέλει έλθουν οι μη προσκυνημένοι να τους φονεύσουν.

 Ερ.: Ποίαν εντύπωσιν έκαμεν εις τους Τούρκους τα φθάσιμο των πλοίων εις Αμπελάκι;

 Απ.: Όταν εφάνησαν τα καράβια τους εκυρίευσεν μέγας φόβος, και εταράχθησαν πολύ οι στρατιώται, οι οποίοι έλεγον ότι εις τα καράβια ήτον τριάντα χιλιάδες τακτικοί Έλληνες. Όταν όμως ανεχώρησαν τα καράβια ησύχασαν.

 Ερ.: Κατ’ αυτόν τον καιρόν εκστράτευσεν ο Κιουταχής δια Εύβοιαν ή αλλού;

Απ.: Όχι. Γίνονται μόνον κινήματα λιποταξίας.

Ερ.: Διατί εκανονοβόλησαν όταν είμεθα εις Αμπελάκι;

Απ.: Δια το Κιουτζούκ μπαϊράμι.

 Ερ.: Έχει άλλο τι να ειπήτε;

Απ.: Όχι. Ειμή ότι η φρουρά εφέρθη πολλά ατίμως αφήσασα ημάς εις την εξουσίαν ενός τοιούτου εχθρού, αρπάσα πρώτα τα ενδύματά μας. Η φρουρά άφησε την Ακρόπολιν χωρίς ανάγκην επειδή με τας εν αυτή τροφάς, δεκαπέντε χιλιάδες κιλά κριθάρι, οι Τούρκοι θέλει απεράσουν ικανόν καιρόν.

Μετά τούτο ηρευνήθησαν αι γυναίκες μήπως είχον γράμματα, και δεν ευρέθη άλλο ειμή ολίγα χρήματα./ Εγράφη παρά του Κ. Μεταξά».

=============================================================

♦Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη μάχη στο Φάληρο στις 24 Απριλίου 1827, ακολούθησαν ολέθρια για τη  Ελλάδα αποτελέσματα όπως λιποταξίες, πτώση υπό τον τουρκικό ζυγό περιοχών της Στερεάς Ελλάδος που είχαν ελευθερωθεί από τον Καραϊσκάκη και η με όρους παράδοση του φρουρίου της Ακρόπολης στις 25 Μαΐου 1827.

Η θρυλική αυτή μορφή της Ελλάδος ο Γ. Καραϊσκάκης πέθανε στις 23 Απριλίου 1827. Ιδού τι έγραφε λίγες ημέρες πριν, προς την Εθνοσυνέλευση, για το φρούριο της Ακρόπολης:

«Προς την Σ. Εθνοσυνέλευσιν./  Τρομερόν άκουσμα! Είναι πλέον αληθέστατον και μηδαμιάς αμφιβολίας ανεπίδεκτον ότι το τρισάθλιον τούτο φρούριο άφευκτα  εντός της εβδομάδος ταύτης αναξίως απώλυται. Οι πρώτοι πεζοί μας απήντησαν περί της καταστάσεως του φρουρίου, οι δε χθεσινοί πεζοί, Θεέ[;], πως να το ειπω! οι χθεσινοί πεζοί οπού εστείλαμεν και ήδη επέστρεψαν διηγούνται φρικτά πράγματα. Αυτοί εύρον την περισσοτέραν φρουράν έξωθεν από το φρούριον και ερχομένων εις αυτό το πλήθος των Αθηνών και πληγωμένων έμελον να το αφήση ομού και το φρούριον εις χείρας των εχθρών. Ημείς επάνω εις μίαν τοιαύτην υπόθεσιν, η οποία μας έχει κινουμένους εις εγκάρδιον λύπην, αμηχανούμεν και δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. Είμεθα πληροφορημένοι ότι το έθνος ή τουλάχιστον πολλοί θα μας είπουν αναξίους ή πταίστας. Οι τοιούτοι λοιπόν ας φθάσουν να ίδωσι την κατάστασίν μας εις την θέσιν μας δια να ην μας αδικούν. Ημείς γράφομεν και απ’ αυτό τούτο συχνάκις εστείλαμε απεσταλμένους δια να εξιστορήσουν την κατάστασίν μας και να λάβη το έθνος την ανήκουσαν πρόνοιαν, ποτέ όμως δεν ευρέθημεν  εφοδιασμένοι με τα αναγκαία όπου εζητήσαμεν. Τα όπλα και οι στρατηγοί του έθνους τρέχουν δια συνελεύσεις. Ημείς επολεμήσαμε  καθ’ όσον ενδέχετο να νικήσωμεν, το περιπλέον εχανόμεθα αφού και δεν επρομηθευόμεθα από τα αναγκαία και αναλόγους ως προς τον εχθρόν δυνάμεις. Το εσώκλειστον[1] των πολιορκημένων γράμμα σας πληροφορεί την αλήθειαν, και το έθνος ας λάβη  οποιαδήποτε μέτρα εγκρίνει. Δράμητε, τρέξατε ομογενείς και φιλέλληνες και αν δεν προφθάσητε τουλάχιστον να ίδητε την τραγικήν ταύτην στιγμήν./ τη 8 ώρα της νυκτός/ 1827 Απριλίου 5. Κερατζίνι./ ο συμπολίτης Καραϊσκάκης./ Από τον πεζόν πληροφορείσθε και δια ζώσης».

♦Αλλά και ο Καλαβρυτινός Βασίλειος Πετιμεζάς την  1η Ιουνίου 1827 από Μ. Σπήλαιο έγραφε προς τον γενικό Αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη: «Εκλαμπρότατε Γ. αρχηγέ:…. Χθες το εσπέρας ήλθεν ενταύθα ένας και μας βεβαιοί ότι ο εχθρός έλαβεν και το φρούριον της Αθήνας και μένομεν εκστατικοί πως και διατί παρέδωκαν αυτό με συνθήκη, δεν έχομεν κανένα σας γράμμα δια να μας πιστοποιήσετε περί πάντων. Μ’ όλα ταύτα δέδωκα πάσαν παρηγορίαν εις τον λαόν και όλο φροντίζω και καταγίνομαι δια να τους εμψυχώσω….».

  ———————————————————————————

[1] Το έγγραφο αυτό πράγματι υπάρχει συνημμένο, είναι από την Ακρόπολη των Αθηνών και το υπογράφουν οι Νικόλαος Κριεζιώτης, Στάθης Κατζικογιάννης και άλλοι των οποίων τα ονόματα είναι λίαν δυσανάγνωστα όπως και το υπόλοιπο έγγραφο το οποίο είναι και ανορθόγραφο. Απευθύνεται προς τους αρχηγούς και λοιπούς οπλαρχηγούς και στρατιώτες, περιγράφει την οικτρή κατάστασή τους και την εξάντληση της υπομονής τους και δι’ αυτού ζητούν βοήθεια, καταλήγοντας: «… αδελφοί βλέποντας πέντε φανούς απάνου εις του Γουλάν άποτας[;] από δύο ημέρες όποιος είναι χριστιανός και είναι βαπτισμένος να έλθετε να μας υποβοηθήσετε να γλητώσωμεν κανάν λαβωμένον και αρώστους… Απόταν κάμη απόφασιν να έλθη το στράτευμα εις το φρούριον την ιδίαν ημέραν να μας κάμετε τρεις φανούς στην …».

This entry was posted in Ιστορία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s