Το τραγικό τέλος του «Καλεσιάκου»

Αποτέλεσμα εικόνας για αρνακι φωτογραφιες[Το αφήγημα που ακολουθεί περιλαμβάνεται σε χειρόγραφο ανέκδοτο πόνημα του εκ Δεχουνίου Καλαβρύτων, γηραιού κυρίου Μεγακλή Γεωργακόπουλου, το οποίο ευγενώς μου έχει παραχωρήσει. Είναι αξιόλογο, λόγω της αυθεντικότητας και των διαυγών εικόνων που περιγράφει ο δημιουργός του οι οποίες φέρνουν στο νού πολλών από μας, ανάλογες στιγμές του παρελθοντος.]

«Το τραγικό τέλος του «Καλεσιάκου».

Από το πρώτο μου παιδικό επάγγελμα του τσοπανάκου έχω αμέτρητες αναμνήσεις, οι οποίες παραμένουν θαμμένες στη μνήμη μου, σαν ιερά κειμήλια.

Σ’ αυτή τη σελίδα θα ξεθάψω ένα περιστατικό, που αφορά τη ζωή ενός αθώου πεντάμορφου αρνιού.

Θα σας μεταφέρω 73 χρόνια πριν, που ήμουν 12 χρονών και φύλαγα τα πρόβατα του μπάρμπα μου Λ… Σπ…. στο Βερσίτσι Καλαβρύτων.

 Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1943, ήταν μια πολύ βαρυχειμωνιάτικη μέρα, κι έριχνε συνεχώς χιονόνερο, που έπεφτε αλύπητα στις πλάτες μου, όπως έπεφτε και στα συμπαθητικά ζωάκια, τα οποία είχα πάει για βοσκή στον κάμπο για βαρθακίλες. Τα προβατάκια είχαν απλώσει κι έψαχναν για πρασινάδες, για να φρενάρουν την πείνα τους.

Ο τσοπανάκος είχα πιάσει τα πουρνάρια του Άϊ Γιώργη, για να προστατευτώ στο απάγκιο από τη χιονοθύελλα, χωρίς να έχω κανένα βοηθητικό (ομπρέλα, αδιάβροχο, γαλότσες, γάντια, σκούφο, κάπα). Φανταστείτε με σε αυτή την ηλικία, με κοντό παντελόνι ντρίλινο πάνω από το γόνα, σακάκι της αυτής κατηγορίας και μουσκεμένο μέχρι το πετσί, με τα σαγόνια μου να τρέμουν από την παγωνιά. Τα αυτιά μου και η μύτη μου ήταν έτοιμα να ξεκολλήσουν. Στα μάγουλά μου είχαν φουντώσει κατσομαλίδες από το σιβηρικό ψύχος και τα χέρια μου είχαν ξεραθεί τελείως.

 Παρασύρθηκα όμως, μιλώντας για τον εαυτό μου, ενώ η αφήγηση είναι αφιερωμένη στον «Καλεσιάκο».

Για τους αναγνώστες που είναι άσχετοι με τα πρόβατα, διευκρινίζω ότι ανάλογα με το χρώμα που έχουν τα μάγουλά τους είναι και η ονοματολογία τους. Εκείνα που έχουν άσπρα μάγουλα με μαύρες αποχρώσεις λέγονται κάλεσια.

Ο «Καλεσιάκος» είχε γεννηθεί το Γενάρη του 1943 και ήταν ένα πεντάμορφο μπιρνάκι, που λέγεται σ’ αυτή την ηλικία, και όταν περάσει το χρόνο λέγεται ζυγούρι. Αυτή η ονομασία ανήκει στα αρσενικά. Τα θηλυκά αρχικά λέγονται αρνάδες, μετά μπιρνάκες, ύστερα μηλιώρες και τελικά προβατίνες.

 Στην περιοχή που έβοσκαν τα πρόβατα, πηγάζουν άφθονα νερά και κατηφορίζοντας σ’ έναν πελώριο αύλακα, πέφτουν στο ποτάμι, που σέρνεται αθόρυβα διασχίζοντας τον κάμπο.

Το κοντόβραδο μάζεψα τα πρόβατα και τα μέτρησα για να ξεκινήσω να τα πάω στο κονάκι, λεγόμενο καλύβι. Στο μέτρημα διαπίστωσα ότι ήταν ένα λιγότερο, κι αφού τα ξαναμέτρησα άρχισα να ψάχνω τον αύλακα με το βαθύ νερό, που τον σκέπαζαν οι θαμνώδεις ετιές, όπου σε κάποιο σημείο αντίκρυσα το κεφάλι του «Καλεσιάκου» να πλέει ενώ το σωματάκι του ήταν βουτηγμένο μέσα στο παγωμένο νερό.

 Το αθώο προβατάκι, κυνηγώντας τα σέλινα στον όχτο, παρασύρθηκε κι έπεσε μέσα σπάζοντας το κρύσταλλο του πάγου που είχε πάχος πάνω από δυό πόντους, και ένα μέτρο βάθος το νερό. Τα ζώα δεν πνίγονται στο νερό, γιατί τα κρατάει στην επιφάνεια και κολυμπούνε. Στη συνέχεια το έπιασα από τα τσέπια και το έβγαλα έξω, αλλά δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο από τα κρυοπαγήματα που είχε υποστεί, το θανατηφόρο μαρτύριο. Ο Θεός μόνο γνωρίζει πόσες ώρες ήταν βυθισμένο μέσα στον υγρό καταψύκτη. Με κοίταξε θλιμμένο ζητώντας βοήθεια, για να σταθεί στα πόδια του. Το μόνο που μπορούσα να του προσφέρω, ήταν το χάιδεμα στο προσωπάκι του, και η εντριβή σε όλο του το σώμα, μήπως καταφέρει να ορθοποδήσει. Μόλις σουρούπωσε, έπρεπε  να φύγω για να πάω τα πρόβατα στο καλύβι, κι’ επειδή ήταν ξάπλα στο έδαφος, το πήρα στην αγκαλιά μου και οδήγησα το κοπάδι στο κονάκι, με τις εξαντλημένες μου δυνάμεις, αλλά και το άγχος μου για την υγεία του «Καλεσιάκου».

Αυτή η τρυφερή εικόνα παραμένει ολοζώντανη στη μνήμη μου, ακολουθώντας όλα τα βήματα της ζωής μου.

 Στο καλύβι βρήκα την αγαπημένη μου ξαδέλφη Δημήτρω, η οποία είχε ανάψει φωτιά και με περίμενε για να στεγνώσω και να ζεσταθώ που βαρούσαν τα δόντια μου σαν κομπρεσέρ, από το δριμύτατο ψύχος.

Μαζί με τον «Καλεσιάκο» καθίσαμε πολλές ώρες κοντά στο τζάκι, μήπως γλυτώσει το θάνατο. Από τη θέρμανση έβγαινε αχνός κι’ από τους δυό μας. Του έβαλα στο στόμα αραποσίτι, βελάνι, μπομποτόψωμο να φάει αλλά δεν έτρωγε τίποτα. Μόνο ανοιγόκλεινε τα ματάκια του και μας κοίταζε για να μας ευχαριστήσει για την προσπάθεια που κάναμε, μέχρι την τελευταία του πνοή, που έκλεισαν για πάντα, ξεψυχώντας στα χέρια μου.

 Πόσο έκλαψα και πόσο λυπήθηκα για κείνο το γλυκούλι προβατάκι είναι αδύνατο να το περιγράψω. Σε κείνη τη δύσκολη ώρα, μου συμπαραστάθηκε και με παρηγόρησε η ευγενική ψυχούλα της εξαδέρφης μου Δημήτρως Λ… Σπ… η οποία αργότερα παντρεύτηκε με τον αρχοντονοικοκύρη επιχειρηματία Β… Τα… που τώρα αναπαύονται και οι δύο στον τόπο της αιωνιότητας. Έτσι πέρασα τα Χριστούγεννα του 1943. Παρέα με τη Δημήτρω και το άψυχο αρνί, ξενυχτήσαμε κλαίγοντας, και όταν ξημέρωσε το πετάξαμε έξω, για να πιάσουν δουλειά τα τσοπανόσκυλα ξεσκίζοντας τις σάρκες του…»

(Σημείωση δική μου: Τα ονοματεπώνυμα γράφονται ολόκληρα από τον συγγραφέα Μεγακλή Γεωργακόπουλο. Η σύντμηση έγινε από μένα).

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s