Σύσκεψη (ή συνέλευση) της Βοστίτσας, τον Ιανουάριο του 1821.

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» και υπόκειται στο νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Σύσκεψη Βοστίτσας: Έγινε στις 26[1] Ιανουαρίου 1821 και μετείχαν: ο Παπαφλέσας, Π. Πατρών Γερμανός, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός μετά του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή, ο Κερνίκης Προκόπιος, ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο Ανδρ. Ζαΐμης, ο Ασημ. Φωτήλας[2], ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Ανδρ. Λόντος, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, [ο Ν. Λόντος (ο Πατρινός) (Σταματόπ. Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 174)] και ο Ηγούμενος της Μονής Ταξιαρχών Βερσοβίτης Σάββας. «Για να καθησυχάσουν τους Τούρκους είπαν, ότι συγκεντρώθηκαν, γιατί τα μοναστήρια Μ. Σπήλαιο και Ταξιάρχες, είχαν χτηματικές διαφορές» (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 174).[3] «Διέδωσαν ότι συνείρχοντο κατά διαταγήν της μεγάλης εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινός σταυροπηγιακού διαφειλονικουμένου. [Ο Σπηλιάδης, (τ. Α΄ σ. 13) αναφέρει ότι: «…κατά τον Ιανουάριον συγκροτείται αυτόθι συνέλευσις επί λόγω να θεωρήσωσι διαφοράν τινα του Μεγάλου Σπηλαίου…». Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι παρέστησαν εκεί οι: Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμης (πατέρας και γιός), Σ. Χαραλάμπης, Ιωάννης Παπαδόπουλος-Μουρτογιάννης, Ανδρέας Λόντος, Σ. Θεοχαρόπουλος, Γερμανός Χριστιανουπόλεως, Π. Π. Γερμανός, Κερνίκης Προκόπιος, Σπυρίδων Χαραλάμπους και άλλοι]. Υπο το πρόσχημα τούτο συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου και ηκροάσθησαν τον Δικαίον διαδίδοντα ασκέπτως και ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιξεν η έναρξις του αγώνος, και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά βοηθήματα. Έδειξε δε εν Βοστίτση και τας οδηγίας του και τα πιστωτήριά του, δι ών εκαλείτο παρά του Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής απάτης του Υψηλάντου περί των της Ελλάδος, και της σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος οδηγιών τα ακόλουθα: – Άρθρο β΄. Οι αρχιερείς οι άρχοντες και οι δημογέροντες της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των προεστώτων δύο τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους, οι οποίοι καθήμενοι εις Τριπολιτσάν να θεωρώσι τας συμπιπτούσας κοινάς της πατρίδος υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και ταχέως. –Άρθρο γ΄. Το στατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως: η εθταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει φυλαχθή, όταν καθ’ όλας τας επαρχίας διορισθώσιν χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός. – Άρθρο στ΄. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει εύλογον, να αρματωθεί ο τυχών δια την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαναπό την απειρίαν του όχλου. Να εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην είκοσι πέντε μόνο χιλιάδες στρατός από άνδρας εκλεκτούς και εμπείρους εις τα όπλα, δια να οδηγηθώσι τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοήν ευθύς οπού φανεί εις την Πελοπόννησον. – Άρθρο η΄. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της αδελφότητος όλης δια να εξετασθή η κατάστασις του καθ’ ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη είναι η γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής. – Άρθρο θ΄. Οι χιλίαρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού Χριστού κ.τ.λ. Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν Πελοποννησιακήν πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις εγκατάστασιν επαναστατικής Αρχής και εις μυστικήν διεξαγωγήν των συμπίπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, ότι ήτο δυνατόν να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων, ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να οργανισθώσι μθστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών. Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε «άλλος εγώ» Δικαίος επρόσθετεν ότι η Ρωσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν Ελλάδι και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και στρατεύματα και πολεμοφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και όπλων και χρημάτων και πολεμοφοδίων εκ της Ρωσίας, και ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν. Ηγανάκτησεν η συνέλευσις δια τας αναιδείς ψευδολογίας του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν, ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην ιδέαν περί του προσωπικού και περί των πόρων της Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των συνελθόντων και η πρότινος καιρού γενομένη και απορριφθείσα απαίτησις της εν Κων/πόλει γενικής εφορίας του ν’ αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά και αν υπόπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων να αναστείλωσιν. Πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν…» (Σ. Τρικούπης, Α΄, 28 κ.ε.). Μίλησε λοιπόν ο Παπαφλέσας με πάθος και παράφορο ενθουσιασμό. Ο μεγαλοκοτζαμπάσης Ανδρ. Ζαΐμης χαρακτήρισε τα λόγια του Παπαφλέσα «άστατα, απελπισμένα, ιδιοτελή, στασιαστικά, σχεδόν μπερμπάντικα». Και ο Π. Πατρών Γερμανός του μίλησε σκληρά και του σύστησε να περιορισθεί και να περιμένει, και μετά από χρόνια, στα απομνημονεύματά του χαρακτήριζε άδικα τον Παπαφλέσα, ο οποίος με ηρωϊσμό αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ και έδωσε τη ζωή του για την Ελλάδα: «Γρηγόριός τις Δικαίος λεγόμενος, απατεών, αλητήριος, εξωλέστατος και ασυνείδητος, περί μηδενός άλλον φροντίζων, ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους δια να πλουτίση εκ των αρπαγών» (Π. Π. Γερμανού, «Απομνημ.». 22, 23, 25, 35 κλπ.). Αποφασίστηκαν τα εξής: «1) Ο Δικαίος ν’αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση, 2) Να γενή φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ ταμία Παπαδιαμαντοπούλω, 3) Η Πελοπόννησος να μη κινηθή μηδε αφ’ού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος (Υψηλάντης), αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος[4], 4) Να εξιχνιασθή δια νέας αποστολής εις Ρωσίαν και Πίσαν όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενο αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν, 5) Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ως προς τον αγώνα, 6) Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας, και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κων/πολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου» Αυτά απεφάσισαν και διέταξαν τον Μεγαλοσπηλαιώτη Ιερόθεον (βλ. λ. Πετρόπουλος Ιερόθεος) να «περιέλθη την Πελοπόννησον μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών» (Σ. Τρικούπης, Α΄, 30-31). Ο Παπαφλέσας φάνηκε να υποχωρεί και έφυγε λέγοντάς τους ότι πήγαινε στη πατρίδα του να ησυχάσει. Οι προεστοί και οι δεσποτάδες ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση και ανάθεσαν στον Ιερόθεο Μεγαλοσπηλαιώτη να μαζεύει αυτός τις συνεισφορές από τους Φιλικούς, για να στερήσουν από τον Παπαφλέσα τα οικονομικά μέσα. Και όταν έμαθαν ότι πήγε στο Μ. Σπήλαιο έστειλαν από κοντά ανθρώπους και ειδοποίησαν τους Μεγαλοσπηλαιώτες καλόγερους να τον φυλακίσουν, αλλά οι καλόγεροι ακούοντάς τον έγιναν οπαδοί του. Να τον φονεύσει είχε στείλει στις 21 του Μάρτη 20 Μανιάτες ανθρώπους του και ο Πετρόμπεης αλλά δεν το πέτυχαν γιατί ο Ηλ. Μαυρομιχάλης τον ειδοποίησε και έφυγε από τη μονή της Σιδερόπορτας (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 178). Η σύσκεψη έγινε στο Αίγιο στο σπίτι του Παναγ. Δεσποτόπουλου και όχι στο σπίτι του Αλεξανδρόπουλου ως αναφέρει ο Παπαρρηγόπουλος[5] (Ν. Ελληνομν. τ. 17. (1923), σ. 312). Τη Σύκεψη πρόδωσε στους Τούρκους στην Κόρινθο ο Παπά-Παντελής ο οποίος κατήγγειλε ότι στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας προετοιμαζόταν η επανάσταση (Σταματόπουλος, Εσωτ. Αγώνας, τ. Α΄, σ. 172). Η μυστικοσυνέλευση έστειλε τον Δημήτριο Τομαρά[6] στην Ευρώπη και τον Σπυρίδωνα Χαραλάμπη εξ’ Αιγιαλείας στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, για να προωθήσουν τους σκοπούς της συνέλευσης (Φραντζής, Α΄, 101, Β΄, 537). Ο Γεώργιος Δ. Μούρτζης (Η βασική εκπαίδευση… σελ. 61-63) αναφέρει σχετικά με τη σύσκεψη της Βοστίτσας: «Το Δεκέμβριο του 1820 έφθασε στην Πελοπόννησο ο Παπαφλέσσας, ως αντιπρόσωπος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, φέρνοντας στους αρχιερείς και προκρίτους, τους μυημένους στη Φιλική Εται­ρεία έγγραφες οδηγίες. Αποφασίστηκε τελικά να γίνει σύσκεψη στη Βοστίτσα, η οποία τότε είχε λίγους Τούρκους[7]. Τον Ιανουάριο του 1821[8] έφθασε στη Βοστίτσα, όπου φι­λοξενήθηκε στο σπίτι του φίλου του Αναγνώστη Αλεξανδρόπουλου και ήταν ένα από τα δύο κύρια πρόσωπα της Συνέλευσης, ερχόμενος μάλιστα σε σύγκρουση με τους υπόλοι­πους συνέδρους σε ό, τι είχε σχέση με την άμεση έναρξη της επανάστασης[9]. Η Συνέλευση άρχισε στις 26 Ιανουαρίου και έληξε στις 30[10]. ΟΙ συνεδριάσεις γίνονταν σε διαφορετικά οικήματα κάθε φορά με πιθανά το ναό του Αγ. Γεωργίου, το αρχοντικό του Δεσποτόπου­λου, το αρχοντικό του Λόντου, το αρχοντικό του Μελετόπουλου[11], ίσως δε και στο σπίτι του Λέοντος Μεσσηνέζη[12]. Η πρώτη σύσκεψη έγινε στο σπίτι του Δεσποτόπουλου, κατά το Σταυρόπουλο[13], σύμφωνα με δύο έγγραφα, που είναι κατατεθειμένα στα αρχεία της Εθνολογικής Εταιρείας. Το ένα, το υπογράφει ο πρωτοσύγκελος της μητρόπολης Πατρών Θεόφιλος και πιστοποιεί ότι στο σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου έγινε η Συνέλευση τον Ιανουάριο του 1821[14]. Το άλλο, με ημερομηνία επικύρωσης την 8η Ιουνίου 1888, το υπογράφει ο προύχοντας Ανδρέας Χαραλάμπης[15] και απευθύνεται στον Αλέξανδρο Δε­σποτόπουλο, γιο του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει ότι διάφοροι πρόκριτοι και αρχιερείς « …ήρχησαν τότε να συνέρχονται τάς νύκτας εις το αυτό κατάλυμα τού Αρχιεπισκόπου Γερμανού, ήτοι εις την οικίαν τού πατρός Σας, να συνο­μιλώσι κρυφίως κεκλεισμένων τών θυρών μέχρι πoλύ πέραν τού μεσονυκτίου καί να εξέρ­χονται χωριστά χωριστά … »[16]. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο[17], στη μυστική συνέλευση πήραν μέρος: Π. Π. Γερμανός[18], ο αρχιδιάκονος Θεόφιλος, Χ. Γερμανός, επίσκοπος Χρι­στιανουπόλεως, και ο πρωτοσύγκελος αυτού Αμβρόσιος, ο Κερνίτζης Προκόπιος, οι ηγούμενοι Μ. Σπηλαίου, Αγ. Λαύρας και Ταξιαρχών, ο Ασημ. Ζαΐμης, ο Ανδρ. Ζαΐμης, ο Σωτ. Χαραλάμπης, ο Ασημ. Φωτήλας, ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος, ο Ιωάνν. Παπαδιαμαντόπουλος, ο Ανδρ. Λόντος, ο Αγγ. Μελετόπουλος, ο Λέοντας Μεσσηνέζης, ο Κωνστ. Ιωάννου, ο Μιχ. Θε­οδώρου, ο Σπυρ. Χαραλάμπης, ο Αλεξ. Ιγγλέσης, ο Γ. Ευσταθίου και ο Παναγιώτης Δεσπο­τόπουλος[19]. Ο Δικαίος κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα. Οι απαντήσεις του δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές και η Συνέλευση της Boστίτσας[20] απεφάσισε για την αναβολή του κινήματος[21]. Ο Παναγόπουλος[22] αναφέρει ότι διατυπώθηκε από το Σκαρίμπα μια νέα άπoψη σχετικά με την ύπαρξη μειοψηφίας στη συνέλευση της Βοστίτσας έναντι της πλειοψη­φίας των συνέδρων, που ήταν αρνητικοί στην επανάσταση. Ήταν η Αιγιώτικη τριανδρία, σποτελούμενη από τους Ανδρέα Λόντο, Δημήτρη Μελετόπουλο και Λέοντα Μεσσηνέζη[23]. Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι η μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας, θα τολμούσαμε να πούμε ότι ήταν «το πρώτο» επαναστατικό γεγονός και όχι προεπαναστατικό, αφού δεν υπολείπεται σε αξία των γεγονότων, που ακολούθησαν. Δυο κόσμοι συναντήθηκαν στη Βοστίτσα. Η ορμητικότητα, το παράτολμο μένος και η ανάμνηση των δεινών. Την πλευρά αυτή εκπροσωπούσε ο Παπαφλέσσας˙ ήταν το «απαραίτητο», που χρειάζεται σε κάθε δύ­σκολη υπέρβαση. Ο δισταγμός, η συντήρηση των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών[24] ήταν ο άλλος κόσμος. Βρέθηκαν «ενώπιοι ενωπίοις[25], αντιτάχθηκαν μεταξύ τους, όπως ήταν φυσικό, και μέσα από αυτό δόθηκε η ευκαιρία να αντιμετωπιστούν λανθάνουσες κα­ταστάσεις αβεβαιότητας, πλάνης και μάταιης αναμονής, ώστε στη συνέχεια να ριχθούν με όλες τις δυνάμεις τους στον αγώνα, για την πραγμάτωση του ονείρου, της απελευθέρωσης.». Ο Γεώργ. Θ. Παπαγεωργίου (Παληά Βοστίτσα... σ. 22) αναφέρει: «…Πιο πάνω δεξιά, ήταν το σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου (το κατοπινό Λαθουρόπουλου), όπου μέσα σ’ αυτό έγινε η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας από τις 26 έως 30 Ιανουαρίου 1821. Σ’ αυτό εμίλησε ο Παπαφλέσσας στους προκρίτους για την κήρυξη της επαναστάσεως…». Διευκρινιστικό για το που ακριβώς αυτή έγινε, είναι το παρακάτω έγγραφο το οποίο στέλνει ο Ανδρέας Χαραλάμπης στον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο, γιο του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου, ύστερα από ερώτημα που του είχε γίνει: «Εν Διακοπτώ την 29 Απριλίου 1888./ Κύριε Αλέξανδρε Δεσποτόπουλε!/ Εις Αίγιον/ Απαντώ εις την ερώτησιν την οποίαν μου απευθύνατε περί της συγκροτήσεως εν Αιγίω μυστικής Συνελεύσεως των προκρίτων και αρχιερέων της Πελοποννήσου κατά το 1821./ Διήλθον τω όντι την ηλικίαν των ογδοήκοντα έξ, και εισήλθον την 23 του λήγοντος μηνός εις το ογδοηκοστόν έβδομον έτος, υιός του εκ της κωμοπόλεως Διακοπτού συνοικίας Βρώσταινας Χριστοδούλου Χαραλάμπη. Φοιτών κατά το 1820 και 1821 εις το Σ…νη (Βοστίτζη) Ελληνικόν Σχολείον διευθυνόμενον από του Μακαρίτου διαδασκάλου Ευσταθίου Παλαμά 25[;] εκ Μεσολογγίου, διέμενον εις την οικίαν Σας, και καλώς γιγνώσκετε. Κατά τον Ιανουάριον του 1821 ήλθεν εκ Πατρών ο αείμνηστος Π. Πατρών Γερμανός μετά της ακολουθίας του, και κατέλυσεν εις την οικίαν του πατρός Σας Παναγιώτη Δεσποτοπούλου, ο οποίος διετέλει Εκκλησιαστικός αυτού Επίτροπος κατά την επαρχίαν Βοστίτζης (Αιγιαλείας) υπαγομένην εις την δικαιοδοσίαν [;] του, εν τη οποία οικία συνήθως εξενίζετο μεταβαίνων εις Αίγιον. Συνήχθησαν δε εκ διαλειμμάτων και εξ’ άλλων επαρχιών διάφοροι πρόκριτοι και αρχιερείς, και οι καθηγούμενοι Μεγάλου Σπηλαίου, Αγίας Λαύρας, και Ταξιαρχών, οίτινες επισκεπτόμενοι και συνερχόμενοι εις το κατάλυμα του αειμνήστου Ιεράρχου Γερμανού, […] κατ’ αρχάς […] εφάνησαν απροκάλυπτα[;], ότι ασχολούνται εις συμβιβασμούς διενέξεως σπουδαιοτάτης μεταξύ Μεγάλου Σπηλαίου και Ταξιαρχών γεννηθείσης επί των ορίων ζευγολατίων [..] τινών, και αφού το τοιούτον διεδόθη εις την πόλιν, ήρχισαν τότε να συνέρχωνται τας νύντας εν τω αυτώ κατάλυμα του Αρχιεπισκόπου Γερμανού, ήτοι εις την οικίαν του πατρός Σας, να συνομιλώσι κρυφίως κεκλεισμένων των θυρών μέχρι πολύ πέραν του μεσονυκτίου, και να εξέρχωνται χωριστά χωριστά. Το τοιούτον εγένετο κατά πολλάς νύκτας έως τας αρχάς του μηνός Φεβρουαρίου ότε διελύθησαν. Μετά των ιεροδιακόνων και του άλλου προσωπικού της ακολουθίας του αοιδήμου Γερμανού συνέπραττον και εγώ ως κατοικών εν τη αυτή οικία εις την διακονίαν των συνερχομένων οίτινες ήσαν αρχιερείς, καθηγούμενοι και πρόκριτοι και των άλλων επαρχιών, και εκ των της Βοστίτζης προυχόντων, τους οποίους καλώς γνωρίζετε και κάλλιστα ενθυμούμενος κατονομάζω ως εξής: Π. Πατρών Γερμανός, Αρχιδιάκονος αυτού Θεόφιλος, του τότε Μητροπολίτου Αθηνών[;]. Γερμανόν Χριστιανουπόλεως. Πρωτοσύγγελον αυτού Αμβρόσιον. Κερνίτζης Προκόπιον, τους ηγουμένους Μεγάλου Σπηλαίου, Αγίας Λαύρας, Ταξιαρχών, Ασημάκην Ζαήμην, Ανδρέαν Ζαήμην, Σωτήριον Χαραλάμπην, Ασημάκην Φωτήλαν, Σωτήριον Θεοχαρόπουλον, Ιωάννην Παπαδιαμαντόπουλον, Ανδρέαν Λόντον, Αγγελήν Μελετόπουλον, Λέοντα Μεσσηνέζην, Κων/νον Ιωάννου, Μιχαήλ Θεοδώρου, Σπυρίδωνα Χαραλάμπην, Αλέξιον Ιγγλέσην, Γ. Ευσταθίου, και τον πατέρα Σας./ Μετά την αναχώρησιν των […], και του Ιεράρχου Γερμανού, άσματα τινά των νίκης εκυκλοφόρησαν, ων ενθυμούμαι μίαν στροφήν «Το αίμα των Τουρκών ας τρέξη προ ποδών» τα οποία περιελθόντα εις τας ακοάς των Τούρκων, εσκανδάλισαν αυτούς σφόδρα, και συμβουλίου γενομένου, συνέλαβον και απήγαγον εις το Βοεβοδηλίκι (διοικητήριον) τον πατέρα Σας κ. Δεσποτόπουλον ως […], εκζητούντες την απολογίαν του επί τη ενοχή ότι εδέχθη και υπέκρυπτεν εις την οικίαν του μυστικά συμβούλια των απίστων εναντίον του Πατισέχ[;], και τους μεταφέροντας υπό συνοδείας εις Τρίπολιν, δια να τους τιμωρήση ο Πασσάς. Εις μάτην ο κ. Δεσποτόπουλος ισχυρίζετο και απελογείτο κατά των αυτώ αποδιδομένων, εις μάτην έφερεν τας προειρημένας διενέξεις των Μοναστηρίων, η αποστολή των εις Τρίπολιν ετοιμάζετο. Αλλ’ ο Ανδρέας Λόντος έσπευσεν ενεφανίσθη εναντίον των συνηγμένων περί τους βοεβόδαν αγάδων, να ομιλήση μετά της χαρακτηριζούσης αυτόν τολμηρίας και δια της τουρκικής ευγλωτίας του να μεταβάλη αυτήν ώστε να πιστεύσωσι, ότι το πράγμα ήτο όλως ιδιωτικόν και αθώον, να παραστήση το […] του ραγιά και τοιούτων συκοφαντιών, και επιτέλους και εγγυήσεις προσωπικώς εις τους αφοσιωμένους και πιστούς του υπηκόους προς το Δοβλέτι, ούτω κατόρθωσεν να υφαρπάση τον κατηγορούμενον κ. Δεσποτόπουλον από την εξαγριωμένην κατ’αυτού αρχήν και των συν αυτή αγάδων[;]. Μετά ένα σχεδόν μήνα ανεχωρήσαμεν εις Διακοπτόν./ Ταύτα εκ του σύνεγγυς – ως υπηρετήσας και […] καθ’ όλας τα νύχτας την μυστικήν Συνάθροισιν εις την οικίαν του πατρός Σας, μεταδίδωμι υμίν προς τήρησιν αληθείας των ιστορικών τούτων γεγονότων, αποκρινόμενος εις την ερώτησίν Σας./ Υποσημειούμαι ασπαζόμενος υμάς, συν τω «Χριστός Ανέστη»/ […]/ Ανδρέας Χαραλάμπης./ Και πολλά της επαναστάσεώς μας γνωρίζω εις την οποίαν έλαβον και εγώ μέρος αιχμαλωτισθείς μάλιστα μετά του αδελφού μου Μακαρίτη Γεωργίου Χαραλάμπη από τον στρατόν του Δράμαλη.». Και στη συνέχεια με άλλη γραφή: «Καλώς γινόσκων βεβαιώ και επικυρώ την γνησιότητα της ως άνω υπογραφής του συνδημότου μου κου Ανδρέα Χαραλάμπους ως και των υπ’ αυτήν ιδιοχείρων αυτού προσθηκών/ Εν Διακοπτώ τη 8 Ιουνίου 1888./ ο Δήμαρχος Βουρών/ Κ. Πονάρης[;]» (ΙΕΕΕ).

———————————————————————————–

[1] Σχετικά με την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) κατά τις οποίες έγινε η σύσκεψη (ή οι συσκέψεις) μερικοί εκ των συγγραφέων αναφέρουν: Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία της Ελλ. Επαναστ. τ. Α΄, 28-30) αναφέρει ότι «… συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου [1821]… Πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν αποφασίσαντες τα εξής…». Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα…, τ. Α΄, 13) Αναφέρει ότι «… εδέησε δε να συνέλθωσιν εις Βοστίτσαν , να συσκεφθώσι, και κατά τον Ιανουάριον συγκροτείται αυτόθι συνέλευσις επί λόγω ναθεωρήσωσι διαφοράν τινά του Μ. Σπηλαίου, υπό Ασημάκη και Ανδρέου Ζαΐμη… την επιούσαν ανεχώρησεν [ο αρχιμανδρίτης] εις Καλάβρυτα, έφθασεν εις Π. Πάτρας ενθουσιάζων τους εταίρους δια την ελευθερίαν, και επανήλθεν εις Βοστίτζαν όπου προσεκλήθη την 22, και έλαβε μέρος εις την ειρημένην συνέλευσιν…». Ο Α. Φραντζής (Επιτομή της ιστορίας…, τ. Α΄, 95-101), αναφέρει ότι «… την δε 26 Ιανουαρίου έγινε έναρξις των συνεδριάσεων εις την οικίαν του Ανδρέου Λόντου… Εξακολουθούσης δε της Μυστικοσυνελεύσεως, πέντε συνεδριάσεις έγιναν κατά σειράν εις αυτήν…» [χωρίς να αναφέρονται ημερομηνίες για τις υπόλοιπες]. Ο Γούδας (Βίοι παράλληλοι…, τ. Α΄, 110) αναφέρει ότι «…Άπαντα ταύτα ενέβαλον εις ου σμικράν ανησυχίαν τον Γερμανόν, όστις δια να προλάβη παν απευκταίον, και ίν ασυμμερισθή τρόπον τινά, την ευθύνην, προσεκάλεσε εν Βοστίτζη κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου του 1821, μυστικήν εκ προκρίτων τε εξ αρχιερέων εκ καπεταναίων και εξ εμπόρων συγκειμένην συνέλευσιν, ην δικαίως δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν…». Ο Βαρθόλδης Μένδελσων (Ιστορία της Ελλάδος…, τ. Α΄, 255) αναφέρει ότι «… Κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου* συνήλθον εις συμβούλιον οι μάλλον σημαίνοντες πρόκριτοι και επίσκοποι της χώρας εν τη μονή του Αγίου Γεωργίου παρά το Αίγιον…». * «Ουχί τον Ιανουάριον, ως λέγει ο Πρόκες εν τη «Ιστορία της αποστάσεως των Ελλήνων» (Βιένη, 1867)…».

[2] Ο Α. Φραντζής (τ. Α΄, σ. 95) που ήταν παρών στη Συνέλευση βεβαιώνε ότι δεν ήσαν παρόντες οι: Ασημάκης Φωτήλας, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Χαραλάμπης Περρούκας, που λανθασμένα αναφέρεται στο Δοκίμιο (σελ. 355) ότι ήσαν στη Συνέλευση. Αλλά στο Παράρτημα του Β΄τόμου σελ. 538 διορθώνει τα παραπάνω αναφέροντας ότι όχι μόνο δεν ήσαν οι Ασημάκης Φωτήλας και Σ. Θεοχαρόπουλος παρόντες αλλά συνεισέφεραν και χρήματα.

[3] Ο Μ. Οικονόμου (Ιστορικά…, 77) αναφέρει αυτή την εκδοχή, αλλά ως τόπο σύσκεψης τη Μονή Ταξιαρχών, ως εξής: «Αυτά ταύτα [τα υπό του Παπαφλέσα αναφερόμενα, τις υπό διαφόρων θερμοκεφάλων διαδόσεις περί της επικείμενης έναρξης της επανάστασης κ.λ.], ο Π. Πατρών και άλλοι αρχιερείς και προύχοντες μανθάνοντες και ακούοντες αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου υπ’ όψιν έχοντες το ανέτοιμον, ανεφοδίαστον, αδιοργάνιστον και απροπαρασκεύαστον, την εαυτών αδυναμίαν εις περιστολήν των διαδόσεων, και τον κίνδυνον, εις όν και αυτοί ούτοι, και η πατρίς άπασα εξετίθετο, τεθορυβημένοι, τεταραγμένοι και κατεπτοημένοι, αλλά και μη απελπίζοντες, συννενοήθησαν να συνέλθουν μυστικώς εις τι μέρος, τινές τουλάχιστον εξ αυτών πρόκριτοι επί τινι προφάσει· και δη, χρησιμευσάσης ως προφάσεως διαφοράς τινός μεταξύ των Μονών Μ. Σπηλαίου, και Ταξιαρχών, συνήλθον εις την δευτέραν, ήτοι την κατά την Βοστίτζαν Μονήν των Ταξιαρχών, ο Χριστιανουπόλεως, ο Παλαιών Πατρών, ο Κερνίτζης, οι Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμαι, Σ. Χαραλάμπης, Α. Φωτήλας, Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος, Α. Λόντος, Σ. Θεοχαρόπουλος και τινες άλλοι εκ των πλησιεστέρων δια το εύκολον και ανύποπτον. Εκ των πρώτων δ’ έφθασεν εκεί και ο Γρ. Δικαίος…».

[4] [Κατά τον Τ. Αθ. Γριτσόπουλο: «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιανουαρίου 1821)», Μνημοσύνη, Δ΄, 46-47, στη συνέλευση αυτή πέραν των άλλων, απεφασίσθη ότι, αν οι πολιτικοί και κληρικοί εκαλούντο από Διβάνι, στην Τριπολιτσά, θα έπρεπε να βρεθεί εύσχημος τρόπος να μην πάνε.]

[5] Σε κατάλοιπο, του αποθανόντος καθηγ. Σπ. Λάμπρου, υπ. αρ. ΣΕ, 41, ευρέθησαν επιστολές του Γ. Χ. Κουγεβετοπούλου γραφείσες το 1886, μία εκ των οποίων αναφέρει: «Εν τούτοις άλλη οικογένεια της πόλεως του Αιγίου, απόγονοι της οποίας κατοικούντες εν Αθήναις διετέλουν εις σχέσεις μετά του κ. Παπαρρηγοπούλου, κατόρθωσαν να πείσουν αυτόν να αντικαταστήση εν τη ιστορία αυτού την οικίαν Δεσποτοπούλου με την ιδικήν της οικίαν». Τα δύο έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται ο Κουγεβετόπουλος είναι τα εξής: α) «Ο υποφαινόμενος πιστοποιώ, ότι ο Κύριος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είνε αναδεκτός του αειμνήστου Γέροντός μου Μητροπολίτου Πατρών κ. Κ. Γερμανού, βαπτισθείς υπ’ αυτού εις Βοστίτζαν (Αιγίου) και ότι εις τον πατέρα μου μνησθέντος κ. Αλεξάνδρου Δεσποτοπούλου μακαρίτην Π. Δεσποτόπουλον ως άνθρωπον της ιδίας του εμπιστοσύνης διετήρη ως εκκλησιαστικόν αυτού επίτροπον της επαρχίας Βοστίτζης, νυν δε Αιγιαλείας. Πιστοποιώ έτι ότι κατά τον μήνα Ιανουάριον του 1821, συνεκρότει εν τη οικία του μακαρίτου Π. Δεσποτοπούλου την μυστικήν συνέλευσιν των προκρίτων της Πελοποννήσου, μετά την οποίαν επορεύθημεν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας. Ταύτα γνωρίζων εκ του σύνεγγυς, καθό Ιεροδιάκονος τότε του αειμνήστου Π. Πατρών κ. Γερμανού, και πάντοτε παρακολουθών, ως και εις Βοστίτζαν (Αίγιον) κατά τας ανωτέρω μνησθείσας εποχάς. Επαφίημι το παρόν πιστοποιητικόν εις χείρας του κ. Αλεξάνδρου Π. Δεσποτοπούλου. Εν Πάτραις 1849 την 22 Απριλίου. Πρωτοσύγγελος Θεόφιλος». β) «Αξιότιμε φίλε κ. Δεσποτόπουλε, Τον έγκλειστον λόγον μου σοί τον στέλλω, ίν’ αναγνώσης αυτόν και μνησθής της ενδόξου συνελεύσεως υπό τον αείμνηστον Γέροντάμου και Νουνόν σου εν τη πατρική σου οικία, χύσης δε και δάκρυα επί τη αναμνήσει των μεγάλων γεγονότων. Σοί εύχομια παν το εφετόν. Εν Αθήναις: 7 Απριλίου 1891. Εν Κυρίω ευχέτης Αθηνών Θεόφιλος» (Ν. Ελληνομν. τ.17.(1923), σ. 312, 313).

[6] [Ο ίδιος ο Δημ. Τομαράς Γεν. Γραμματέας του υπουργείου του Πολέμου, σε έγγραφό του προς  το Εκτελεστικό Σώμα, με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1824, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Πριν της ενάρξεως του ιερού τούτου αγώνος άχρι της ώρας δουλεύω καταπαύστως την Πατρίδα από την εν Βοστίτζη δηλ. συγκροτηθείσαν μυστικήν συνέλευσιν των προυχόντων και αρχιερέων, παρά της οποίας εστάλην εις τον κύριον Ιγνάτιον με γράμματα. Δι’ όλας αυτάς τας αδιακόπους εκδουλεύσεις μου έχω έγγραφα επίσημα, τα ισχυρότερα όμως αποδεικτικά είναι τα έμπνοα έκλαμπρα υποκείμενα της Σεβαστής Διοικήσεως, εις όλας τας ρηθείσας εκδουλεύσεις μου. Εις όλον αυτό το διάστημα δεν έλαβον πληρωμήν ειμή περί τα τέλη της αης περιόδου εις ομολογίαν άμα ευπορήση το Ταμείον και ήδη εις την δευτέραν περίοδον δια μισθούς γραμματέων και γραφείου…[…]» (Γ.Α.Κ.).]

[7] Η πόλη του Αιγίου είχε 300 ελληνικές οικογένειες και 30 με 40 τουρκικές. Περιελάμβανε δε έντεκα κε­φαλοχώρια: το Ζευγολατειό με 200 οικογένειες, την Πτέρη με 70, την Κουνινά με 50, την Παρασκευή και την Μαμουσιά με 30, την Αράχοβα, το Μαυρίκι και το Κακοχωριό με 25, τη συνοικία του Αγ. Παντε­λεήμονα με 7, του Γρηγόρη και Τούμπα με 5 οικογένειες. Βλ. Π. Κ. Ξινόπουλος, ό.π., σ. 111, σημ. 1 (Χ).

[8] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 346.

[9] Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 80

[10] Όπως αναφέρει ο Παναγόπουλος, ο Φιλήμων υποστηρίζει ότι έληξε στις 29, σύμφωνα όμως με το Φραντζή, τα γράμματα που θα στέλνονταν στη Ρωσία γράφτηκαν στην 4η συνεδρίαση και υπο­γράφηκαν στην 5η, δηλαδή την επομένη. Βλ. Στο ίδιο, σ. 45′ «Την επιούσαν γενομένης πέμπτης Συ­νεδριάσεως ανεγνώσθησαν τα διά την αποστολήν γράμματα, τα οποία και υπέγραψαν οι περί την Συνέλευσιν … ». Βλ. Α. Φραντζής, «Να το κτυπήσωσιν εις το λεγόμενον λεβέντικον … », στο: Η μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας, Η Σχεδία της Αιγιάλειας, 2, 1998, 6-42. Στην Ιστορία του Ελληνικού ‘Εθνους αναφέρονται πέντε συσκέψεις σε τέσσερις ημέρες (26-29 Ιανουαρίου). Βλ. Ιστορία του Ελληνικού ‘Εθνους, τ. ΙΒ’, εκδοτική Αθηνών, σ. 77.

[11] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σσ. 347-348 και Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σσ. 48-62.

[12] Νύση Μεταξά-Μεσσηνέζη, Ο Γεώργιος Σταύρος και η Εθνική Τράπεζα, Αθήνα 1956, σ. 139.

[13] Α. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 350.

[14] Βλ. Το πιστοποιητικό στο Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 55.

[15] Γ.Α.Κ, (Τ.1.Α.Α.) Υπ. αρ. 6955 έγγρ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (αντίγραφο).

[16] Από τα δύο αυτά έγγραφα προκύπτει ότι στο σπίτι του Δεσποτόπουλου έγινε συνέλευση, όμως διατηρούμε επιφυλάξεις, αν εκεί έγινε η πρώτη συνεδρίαση, αφού σε αυτά αναφέρεται ο μήνας και το έτος και όχι η ημερομηνία, δηλαδή η 26η Ιανουαρίου. Σύμφωνα με το Φραντζή, αυτόπτη μάρτυρα, όπως αναφέρει ο Παπαθεοδωρόπουλος, η συνέλευση πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου την 26η Ιανουαρίου. Βλ. Ε. Κ Παπαθεοδωρό­πουλος. (1977, Απριλίου 15). Η μυστική συνέλευσις Πελοποννησίων ηγετών εις την Βοστίτσαν. Εφημερίδα Πελοπόννησος, σσ. 3 και 5.

[17] Η πηγή θεωρείται αξιόπιστη, αφού ο Ανδρέας Χαραλάμπης φοιτούσε το 1820-1821 στο ελληνικό σχολείο της Βοστίτσας και διέμενε στο σπίτι του Παναγιώτη Δεσποτόπουλου και αναφέρει χαρα­κτηριστικά: «Ταύτα εκ τού σύνεγγυς γνωρίζων, ώς ύπηρετήσας και διακονήσας καθ’ δλας τάς νύ­κτας την μυστικην συνάθροισιν … ». Βλ. Γ.Α.Κ, (Τ. Ι. Α. Α) Υπ. αρ. 6955 έγγραφο Ιστορικής … ό.π.

[18] Οι κατηγορίες του Γερμανού για τον Παπαφλέσσα στα απονημονεύματά του δε γράφτηκαν με νη­φαλιότητα, γιατί, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές του, δεν ήταν δυνατόν ο Γερμανός, γνωρίζοντας τις επιτυχίες της Επανάστασης, να μιλά με μίσος και εμπάθεια για τον Παπαφλέσσα. Βλ. Τ. Σταμα­τόπουλος, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα 1958, σσ. 66-67.

[19] Οι πηγές δε συμφωνούν απόλυτα με τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη συνέλευση. Σε άλλα πρό­σωπα αναφέρεται ο Γερμανός, βλ. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 21′ Σε διαφορετικά πρόσωπα αναφέρονται οι: ΑμβρόσιοςΦραντζής, ο Ιω. Φιλήμονας, ο Φωτάκος, ο Ν. Σπη­λιάδης, ο Μιχ. Οικονόμου. Την πιο πιθανή σύνθεση την δίνει ο Αλ. Δεσποτόπουλος, στηριζόμενος στη μαρτυρία του Α. Χαραλάμπη και του Θεόφιλου, αρχιδιακόνου εκείνη την εποχή του Π. Π. Γερ­μανού. Βλ. Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σσ. 67-69.

[20] Σύμφωνα με το Φωτάκο, σκοπός της μυστικής συνέλευσης της Βοστίτσας ήταν να περιστείλει την επα­mσταση. Βλ. Φωτάκου (Χρυσανθόπουλου Φώτιου), Απομνημονεύματα, τ. Α’, ό.π., σ. 69. Ο Ανδρέας Μαγκλάρας, πολύ σωστά κατά την άποψή μας, αναφέρει: «ότι η κρίση για τις αποφά­σεις της συνέλευσης πρέπει να αναζητηθούν στην σύνθεσή της». Βλ. Α. Μαγκλάρας, «Ο ξεσηκωμός του Εικοσιένα … ό.π., σ. 42.

[21] Λ .. Σταυρόπουλος, ό.π., σ. 353.

[22] Γ. Δ. Παναγόπουλος, Η μυστική συνέλευσις … ό.π., σ. 233.

[23] Ο Κάρολος Μπρούσαλης για τα τρία αυτά πρόσωπα γράφει: « … εκτός από τον Ανδρέα λόντο, τον .Δημήτριο Μελετόπουλο και τον Λ. Μεσσηνέζη … που δήλωσαν ότι θα πειθαρχήσουν στη Φιλική Εταιρία». Βλ. Κ. Μπρούσαλης, (1979, Μαρτίου 25). Τα συμφέροντα θα ματαίωναν την επανάσταση. Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, σ. 18.

[24] Ε Κ. Παπαθεοδωρόπουλος. (1977, Απριλίου 16). Η μυστική συνέλευσις Πελοποννησίων ηγετών εις τ/Υ Βοστίτσαν. Εφημερίδα Πελοπόννησος, σσ. 3 και 6.

[25] Τ. Αθ, Γριτσόπουλος. (2001). «Η μυστική συνέλευσις της Βοστίτσας και η ιστορική σημασία αυτής», Ρίζες, 3, 43-49.

Θ. Τζώρτζης.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s