Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Β΄.).

(Συνέχεια….)

Σε πίνακα εκποιηθέντων κτημάτων της μονής, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1838, αναγράφονται από την επιτροπή οι αγροί με τα εξής στοιχεία κατά σειρά: ποτιστικός (π) ή ξερικός (ξ), θέση στην οποία βρίσκεται, έκταση σε στρέμματα και μέτρα, ποσό της ολικής εκτίμησης σε δραχμές, ποσό που προσφέρθηκε στη δημοπρασία για την αγορά σε δρχ., ονοματεπώνυμο αγοραστή και ονοματεπώνυμο εγγυητή και πληρωτή. 1. αγρός (π), Βρύσθα, 6 στρ. και 345 μέτρα, 190, 350, Βασίλειος ιερέας Πανάγου, Γ. Οικονομόπουλος. 2. αγρός (π), Αλμπόβρυσο, 6 στρ., 120, 130, Βασίλειος ιερέας Παναγ…, Γ. Οικονομόπουλος. 3. αγρός (π), Βαρικά, 1 στρ. και 804 μέτρα, 30, 40, Π. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 4. αγρός (π), Καλτεζιά, 960 μέτρα, 60, 150, Κ. Παπαδογιαννόπουλος, Κων. Τουφεξής. 5. αγρός (π), Καλτεζιά, 2 στρ. και 247 μέτρα, 120, 240, Κων. Τουφεξής, Ιωά. Δακόπουλος. 6. αγρός (π), Βουτά Σταύρου, 3 στρ. και 344 μέτρα, 120, 150, Παν. Νικολόπουλος, Θ. Θεοδωρόπουλος. 7. αγρός (π), Βουτά Καλαντζή, 3 στρ. και 622 μέτρα, 200, 210, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 8. αγρός (π), Βουτά Τζουρούλα, 3 στρ. και 450 μέτρα, 210, 260, Π. Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 9. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 5 στρ. και 400 μέτρα, 230, 390, Χ. Μακροδημόπουλος, Λουκάς Κανελλόπουλος. 10. αγρός (π), Βοϊδομάτι, 1 στρ. και 957 μέτρα, 40, 50, Θ. Θεοδωρόπουλος, Π. Νικολόπουλος. 11. αγρός (π), Καλαντζή Βοϊδομάτι, 3 στρ., 55, 65, Θ. Θεοδωρόπουλος, Γ. Οικονομόπουλος. 12. αγρός (π), Βοϊδομάτι Γεωργίου, 6 στρ. και 537 μ., 230, 270, Γκολφινόπουλος Θεόδωρος, Βασίλειος Γ. Μαραγκού. 13. αγρός (ξ), Λάζους, 11 στρ. και 800 μ., 210, 220, Γεώργιος Οικονομόπουλος, Βασίλειος ιερεύς Πανάγου. 14. αγρός (ξ), Αλμπόβρυσιν, 4 στρ. και 790 μ., 60, 90, Γεώργιος Καραμεσίνης, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος. 15. αγρός (ξ), Βαρικά, 5 στρ. και 795 μ., 45, 60, Παναγιώτης Νικολόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 16. αγρός (ξ), Καλέτα, 1 στρ. και 350 μ., 25, 45, Ιω. Αντωνόπουλος, Κωνστ. Οικονομόπουλος. 17. αγρός (ξ), Χούρχουρη, 6 στρ. και 482 μ., 85, 165, Ιω. Αντωνόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. 18. αγρός (ξ), Βρομονέρι, 4 στρ. και 10 μ., 60, 110, Κωνστ. Παπαδογιακόπουλος, Γ. Καραμεσίνης. Το ολικό ποσό εκτίμησης ήταν 2090 δρχ. και το ολικό ποσό προσφοράς 2995 δρχ. Την επομένη 26.6.1838 ο διοικητής Κυλληνίας διαβιβάζει το πρακτικό εκποίησης των κτημάτων που εκτέθηκαν σε δεύτερη δημοπρασία καθώς και αίτηση του Αναστασίου Μιχαλοπούλου προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία. Η αίτηση αυτή έχει ημερομηνία 18 Ιουνίου 1838, απευθύνεται στη διοίκηση Κυλληνίας και είναι δυσανάγνωστη.

Στις 16 Ιουνίου 1838 ο δήμαρχος Γ. Οικονομόπουλος πιστοποιεί ότι η κτηματική περιουσία του Γιάννου Στεριοπούλου δημότη του δήμου Βλασίας είναι αξίας 4.000 δρχ. Στις 29.9.1838 ο γραμματέας της επιτροπής γνωρίζει στον διοικητή Κυλληνίας ότι από τα εννέα πωλητήρια των εκποιηθέντων κτημάτων της μονής που στάλθηκαν στην επιτροπή, επικυρώθηκαν τα επτά τα οποία και επιστρέφει να τα επιδώσει στους ανήκοντες αγοραστές. Τα λοιπά δύο του Αναστασίου Μιχαλοπούλου και του Παναγ. Νικολοπούλου δεν επικυρώθηκαν, και για το πρώτο επικαλούνται την από 27 Ιουλίου διαταγή περιμένοντας σχετική απάντηση και για το δεύτερο γιατί δεν είχαν αναγραφεί πλήρη στοιχεία στην περιγραφή του κτήματος. Στις 29 Οκτωβρίου 1838 ο Διοικητής Κυναίθης ζητεί διευκρίνιση για τα μη εγκριθέντα πωλητήρια, την οποία δίδει η Γραμματεία των εκκλησιαστικών.

Στις 10 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης διαβιβάζει αίτηση από 2.1.1839, του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής Αγ. Νικολάου Βλασίας προς την επί των εκκλησιαστ. Γραμματεία να επιτραπεί ο διορισμός του δικηγόρου Χριστοδούλου Τζίνου για την εκδίκαση στο πρωτοδικείο Πατρών υπόθεσης με ιδιώτη που κατείχε μοναστηριακά κτήματα.

Σε άλλο έγγραφο το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής περιγράφει προς τον διοικητή Κυναίθης τη διένεξη της μονής με τον κάτοικο των Πατρών Δημήτριο Κρίτζο στον οποίο είχαν ενοικιάσει κτήματα της μονής και ζητάει την άδεια να ορίσει δικηγόρο για την υπεράσπιση της υπόθεσης.

Η Γραμματεία στις 16 Ιανουαρίου 1839 απαντάει στην από 10.1.1839 αναφορά του διοικητή Κυναίθης ότι το ηγουμνοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου δεν αρκεί να ζητάει την άδεια προς επιχείρησιν δίκης και να γνωστοποιεί το όνομα του δικηγόρου αλλά πρέπει να επισυνάψει στην αίτηση και αποδεικτικό τακτικού δικηγόρου ότι η δίκη δεν είναι προφανώς άνομος, άδικος και ανυποστήρικτος και τότε θα απαντήσει στην αίτηση.

Στις 25 Ιανουαρίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματεία αναφορά με τις αναγκαίες διορθώσεις στα πωλητήρια των Π. Νικολοπούλου και Αναστασίου Μιχαλοπούλου και ζητάει την επικύρωση αυτών. Το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής στις 27.5.1839 γνωρίζει στην αρμοδία Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών ότι όρισε αντιπρόσωπον τον Ιωνά για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα. Με αναφορά του από 18.5.1839 ο διοικητής Κυναίθης γνωρίζει στην επι των εκκλησ. Γραμματεία ότι ο ένας εκ των μέσω της δημοπρασίας αγοραστών Χαράλαμπος Μακροδημόπουλος, υπαναχωρεί και παρά τις πολλές εκκλήσεις δεν πληρώνει τα χρήματα. Ζητείται η άδεια να ξανακάνουν δημοπρασία για το εν λόγω ακίνητο ή να τους υποδειχθεί τρόπος αντιμετώπισης του θέματος. Η επιτροπή με σημείωση πάνω στο ίδιο έγγραφο δίνει οδηγίες στον διοικητή Κυναίθης για επαναδημοπράτηση του αγρού αυτού και αποζημίωση της μονής από τον υπαναχωρήσαντα Μακροδημόπουλο και σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας του για αποζημίωση να προχωρήσουν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό κτήματος αυτού.

Σε άλλο έγγραφο του Μαΐου 1839 αναφέρονται τα εξής: «Σημείωσις εξηγμένη εκ των καταστίχων της Μονής Αγίου Νικολάου, του β. Δεκάτου, το οποίον το Ταμείον της Μονής ταύτης επλήρωσεν εφ’ όλων των προϊόντων των κτημάτων της κατά τα έτη: 1836-1837 και 1838 εις το τότε εκκλησιαστικόν Ταμείον. Κατά το έτος 1836 επλήρωσεν δρχ. 70. Κατά το έτος 1837 επλήρωσεν δρχ. 50. Κατά το έτος 1838 επλήρωσεν δρχ. 40. Την 27 Μαΐου 1839/ Άγιος Νικόλαος/ Οι Σύμβουλοι/ Παρθένιος ηγούμενος/ Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Φέρει δε το έγγραφο κυκλική σφραγίδα με το σχήμα του σταυρού στη μέση και κυκλικά αναγράφεται: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝ ΚΥΝΑΙΘΗ.

Στις 28 Ιουνίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης στέλνει αναφορά στην Γραμματεία επί των εκκλησιαστικών με την οποία διαβιβάζει αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής για την πιστοποίηση του δικηγόρου Πατρών Χ. Ξούκη.

Η αναφορά του ηγουμενοσυμβουλίου από 11 Ιουνίου 1839 προς την διοίκηση Κυναίθης αναφέρει τα εξής: «Προ της ελληνικής επαναστάσεως, η Μονή του Αγίου Νικολάου εις χωρίον Άγιον Βλάσιον Κυλληνίας δέδωκε δια των πατέρων αυτής εις εμφύτευσιν προς τον ποτέ Δημήτριον Κρίτσον παπατσήν Πατραίον μίαν άμπελον εκ στρεμμάτων ως έγγιστα πέντε κειμένην εντός του δήμου Πατρών εις θέσιν καλουμένην Μπουντοβάγια, επί συμφωνία του να δίδει προς την μονήν κατ’ έτος προς γρόσια είκοσι και οκάδας είκοσι και πέντε έλαιον. Η άμπελος αύτη έλαβε κατά καιρόν διαφόρους διακατόχους∙ νυν δε διακατέχεται παρά της Κωνσταντινιάς Ξυγκού, Σμαράϊδου Ξυγκού και συζύγου αυτής Αντωνίου Ηλιοπούλου κατοίκου Πατρών. Οι διακάτοχοι αυτής δέδωκαν μέχρι της επαναστάσεως τον ετήσιον κανόνα, ως άνωθεν, αλλ’ από την επανάστασιν και ήδη ηρνήθησαν την απόδοσιν του αναντιρρήτου τούτου χρέους των ιδιοποιούντες αυτήν και ούτως η Μονή υστερείται αρκετά. Διά ταύτα λοιπόν και επειδή κατά τον 8ον Νόμον της Βιβλ. Γ. Τίτλ. Δ΄ της Εξαβίβλου Αρμενοπούλου, η Μονή χαίρει δια την έλλειψιν τοσούτων χρόνων του συμφωνηθέντος κανόνος του δικαιώματός της να ζητήση ου μόνον τα άχρι σήμερον καθυστερούμενά της δικαιώματα, αλλά και την επιστροφήν της διαληφθείσης αμπέλου, ήδη αποκατασταθείσης αγρού, από τους διαληφθέντας τελευταίους διακατόχους και την εγκατάστασίν της εις αυτήν, το οποίον και είναι πλέον σύμφορον δια την Μονήν. Και επειδή ο υποφαινόμενος προϊστάμενος αυτής, ταύτην αγωγήν δεν δύναται κατά το από 12(24) Μαΐου 1835 Β. Διάταγμα να κινήση, χωρίς προλαβόντως να του δοθή η άδεια του παρίστασθαι επί δικαστηρίου και του να διορίση δικηγόρον τινά προς υπεράσπισιν των δικαιωμάτων της διαληφθήσης Μονής. Διά ταύτα εγκλείων και αποδεικτικόν του κυρίου Χ. Ξούκη Δικηγόρου παρά τοις εν Πάτραις Δικαστηρίου περί του ότι η προκειμένη δίκη δεν είναι άδικος∙ παρακαλεί την Σ. ταύτην Διοίκησιν όπως ευαρεστηθή να αναφέρη ταύτα όθεν δεί δια να τω δοθή η απαιτουμένη άδεια του παρίστασθαι επί Δικαστηρίου δια την διαληφθείσαν υπόθεσιν και να διορισθή προς διεξαγωγήν της δίκης ταύτης πληρεξούσιος της Μονής ο διαληφθείς Δικηγόρος Κύριος Χριστόδουλος Ξούκης∙ και υποσημειούμαι με το ανήκον σέβας./ Εν Αγίω Βλασίω την 11 Ιουνίου 1839/ ο ευπειθέστατος./ Παρθένιος ηγούμενος./ Σύμβουλοι Καλλίνικος/ Γρηγόριος». Επισυνάπτεται πιστοποίηση με ημερομηνία 10.6.1839 του δικηγόρου Ξούκη ότι «η δίκη… δεν είναι προφανώς άλογος, άδικος και ανυποστήρικτος».

Η επιτροπή με ημερομηνία 4.7.1839 προς τον ηγούμενο της μονής Αγίου Νικολάου δίδει την άδεια για έναρξη δικαστικού αγώνα μεταξύ της Μονής και των αντιδίκων αυτής, καθώς και για τον διορισμό του Χριστόφορου Ζούκη ως δικηγόρου της Μονής. Στις 11.7.1839 ο διοικητής Κυναίθης με έγγραφο ορίζει τα του αναπλειστηριασμού. Στη συνέχεια και από πρακτικό που επισυνάπτεται προκύπτει ότι στις 25 και 26 Ιουλίου 1837 έγινε δημοπρασία αλλά δεν υπήρξε προσφορά και στις 27.7.1839 προσέφεραν: ο Νικολίνος(;) Α. Ζαήμης (;) δρχ. 250, ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 270 δρχ., ο Χαράλ. Μακροδημητρόπουλος 280 δρχ. και τέλος ο Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος 290 δρχ. Έτσι πλειοδότρια ήταν η τελευταία. Στις 29 Ιουλίου 1839 ο διοικητής Κυναίθης αναφέρει στην επί των Εκκλησιαστ. Γραμματεία ότι έγινε αναπλειστηριασμός του ακινήτου για το οποίο υπαναχώρησε ο Μακροδημόπουλος αλλά η τιμή που επιτεύχθηκε ήταν κατά 100 δραχμές μικρότερη της προηγούμενης δημοπρασίας. Επισυνάπτει το πρακτικό της επαναδημοπράτισης και ζητάει την έγκριση της επιτροπής. Στις 29 Αυγούστου η Γραμματεία εγκρίνει το πρακτικό του αναπλειστηριασμού και ορίζει να πληρώσει ο Μακροδημητρόπουλος τους τόκους και τη διαφορά τιμής. Στη συνέχεια υποβάλλεται και εγκρίνεται το πωλητήριο στις 27.9.1839. Στη συνέχεια η μονή διαβιβάζει ομολογίες χρεωστών της στη διοίκηση Κυναίθης και στη συνέχεια στην αρμοδία Γραμματεία η οποία επιστρέφει τις ομολογίες και συστήνει να κινηθεί η μονή δικαστικά κάνοντας όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέσω δικηγόρου και σχετικών αδειών και εγκρίσεων που πρέπει να της δοθούν.

Από έγγραφο του οικονομικού εφόρου Καλαβρύτων, που συντάχθηκε στα Καλάβρυτα στις 2 Αυγούστου του 1852 και απευθύνεται στο υπουργείο των εκκλησιαστικών προκύπτει ότι το μοναστήρι διεκδικούσε εκτάσεις σε θέσεις που κατονομάζονται και που κατά τον προϊστάμενο της επαρχίας ανήκουν στο δημόσιο και μάλιστα η μονή στρεφόταν κατά ποιμένων, υλοτόμων κ.λ χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Ο υπουργός έδωσε εντολή στον νομάρχη στις 12.81852 να καλέσει τη μονή να παρουσιάσει τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων στις θέσεις που αναφέρονται στο έγγραφο. Στις 29.9.1852 γίνεται νέα υπόμνηση από το υπουργείο προς το νομάρχη Αχαΐας και Ήλιδος αφού μέχρι τότε δεν υπήρχε απάντηση με τα στοιχεία που ζητούσε το υπουργείο. Στις 11.9.1858 ο νομάρχης υποβάλλει στο υπουργείο αναφορά του δημάρχου Λαπαθών με τις ζητούμενες πληροφορίες.

Η αναφορά του δημάρχου Λαπαθών Καραμεσίνη έχει συνταχθεί στις 6.9.1832 και απευθύνεται στον έπαρχο Καλαβρύτων. Είναι δυσανάγνωστη και αναφέρει ότι τις αναφερόμενες θέσεις κατείχε η μονή πριν την Επανάσταση και οι μοναχοί καταδιώκουν τους βοσκούς και ποιμένες διότι μεταξύ των δασικών εκτάσεων που ανήκουν στο δημόσιο μετά την επανάσταση, υπάρχουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις της μονής όπως στη θέση Φλωσκούνη όπου έχει περί τα 4 στρέμματα στην κυριότητά της με έγγραφα.

Το υπουργείο των εκκλησιαστικών έστειλε το εξής έγγραφο στη μονή Αγ. Νικολάου: «Εν Αθήναις τη 25 Σεπτεμβρίου 1852./ Προς Πανοσιώτατον ηγούμενον της εν Καλαβρύτοις διατηρουμένης μονής του Αγίου Νικολάου και τους περί αυτού Συμβούλους./ Περί αντιποιήσεως Εθνικών τινων/ κτημάτων ως μοναστηριακών./ Κατηγγέλθητε ότιαντιποιείσθε τας εθνικάς θέσεις Φλωσκούνι, Καλλιφώνι, Σκαφίδια, Μπούγα, διάσελον Παντάσια, Γργορ… της Κουνσουλόβρυσης ως ανηκούσας δήθεν εις την μονήν της οποίας προΐστασθε, και ότι κατά συνέπειαν φορολογείτε και ενάγετε ενώπιον των Δικαστηρίων διαφόρους ποιμένας, υλοτόμους κ.λ. λαμβάνοντες τα δικαιώματα τα ανήκοντα εις το Δημόσιον. Επειδή εάν μεν αντιποιείσθε τα αλλότρια, εκείνα τουτέστι τα οποία εις την Μονήν Σας δεν ανήκουσι, ενεργείτε πράξιν καταδιώξιμον και τιμωρητέαν∙ εάν δε δυνάμει τίτλων δύνασθε να αποδείξετε ότι δεν αντιποιείσθε, αλλ’ αντέχεσθε της ιδιοκτησίας της ανηκούσης εις την Μονήν Σας, έχετε δικαίωμα εις υπεράσπισην νόμιμον, δια ταύτα, δια να γνωρίσωμεν το βάσιμον ή μη της άνω καταγγελίας, έχομεν ανάγκην να Μας πληροφορήσετε άνευ της ελαχίστης αναβολής, άμα λαβόντες την παρούσαν, περί των εφεξής. Εάν έχετε υμείς σήμερον, και εάν τίνος χρόνου έχετε την αδιαφιλονίκητον κατοχήν των προμνησθεισών θέσεων, αίτινες παριστώνται ως εθνικαί. Και β΄, Διά τίνων τίτλων αποδεικνύετε την επ’ αυτών των θέσεων ιδιοκτησίαν της Μονής. Μετά των πληροφοριών δε τούτων, όσον […] ευκρινώς και σαφώς εκτεθεισομένων, Σας προσκαλούμε να μας υποβάλετε και αντίγραφα επικυρωμένα των παρά τη υμετέρα μονή σωζομένων εγγράφων της ιδιοκτησίας. Την περί ταύτα απάντησίν σας περιμένομεν εντός δύο εβδομάδων, το βραδύτερον, από της παραλαβής της παρούσης./Ο υπουργός [υπογραφές]».

Στις 6.10.1852 το υπουργείο επανέρχεται και δίδει πρόσθετη οκταήμερη προθεσμία στη μονή για να απαντήσει. Ακολουθεί η παρακάτω απάντση της Μονής: «Εν τη Μονή Αγίου Νικολάου/ την 10η Οκτωβρίου 1852/ Προς το επί των εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Σ. Υπουργείον./ Κατά συνέπειαν της υπ.αριθ. 4194. 4247/2990 διαταγής του Σ. τούτου υπουργείου προς την Μονήν, πληροφορούμε αυτό ως εφεξής./ Τα περιγραφόμενα εις το εσώκλειστον εν αντιγράφω πιστοποιητικόν των κατοίκων Βλασίας όρη και δάση, κατέχει η Μονή προ αμνημονεύτων χρόνων και επί Τουρκοκρατίας εισέτι ως ιδιοκτησίαν της και τα οποία ηγόρασε εκ της Οθωμανικής Πύλης, εκδοθέντων περί της αγοραπωλησίας ταύτης των τακτικών εγγράφων, τα οποία ευρίσκοντο εις την Μονήν προ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. […] εν καιρώ επαναστάση ένεκεν των Οθωμανικών και εμφυλίων σπαραγμών, όταν απώλεσαν άπαντες οι Έλληνες παν ότι είχον απωλέσθησαν και οι τίτλοι της ιδιοκτησίας της. […] τούτο και οι εν τω πιστοποιητικώ εμφαινόμενοι κάτοικοι βεβαιούν την αδιαφιλονίκητον κατοχήν και κυριότητα, την οποίαν η Μονή έχει επί των ορέων αυτών και δασών, και το οποίον πιστοποιητικόν υποβάλλομεν εν αντιγράφω εις το υπουργείον προς απόδειξιν των εκτεθέντων εις την παρούσαν μας./ Εκτός τούτου εντός των περιγραφέντων εν τω πιστοποιητικώ τούτο ορίων κείται και η Μονή και οι αγροί αυτης, εξ’ ών αναλαμβάνουν οι εν αυτή πατέρες τους δημητριακούς καρπούς προς διατροφήν των./ Ουδείς άλλος των κατοίκων δύναται να αρνηθή την κυριότητα και κατοχήν την οποίαν προ αιώνων έχει η Μονή εις τα’ αναφερόμενα όρη και δάση, ειμή τινές απονενοημένοι, αίτινες θέλοντες να βόσκωσιν τα ζώα των δωρεάν εις τα μέρη ταύτα, αναφέρονται οσημέραι εις το επί των οικονομικών υπουργείον και φροντίζουν [… 2 λέξεις] να θεωρηθούν ως εθνικαί./ Μακράν ούτως να πιστεύσωμε, ότι το υπουργείον θέλλη παραδεχθή τας τοιαύτας ψευδείς και […] αναφοράς, είμεθα πλέον παρά βέβαιοι, ότι θέλει απορρίψει ταύτας ως […2-3 λ.] καθόσον τα περιγραφόμενα όρη και δάση θεωρούμε ως πλήρη και αναφαίρετη ιδιοκτησίαν της Μονής./ Υποσημειούμεθα/ ευσεβάστως/ ευπειθέστατοι/ Ο Ηγούμενος/ Παρθένιος ιερομόναχος./ Το Συμβούλιον/ Καλλίνικος ιερομόναχος/ Δανιήλ ιερομόναχος.».

Ακολουθεί το εξής δυσανάγνωστο πιστοποιητικό έγγραφο: «Οι υπογεγραμμένοι κάτοικοι γέροντες του χωρίου Αγίου Βλάση του ομωνύμου Δήμου πιστοποιούμεν εν βάρει συνοδείας ως και θεμιτής και χρείας τυχούσης μεθ’ όρκου τα εξής. 1ον. Ότι το όριον Καλλιφώνιον και Φλουσκούνιον περιέχουν δάσος και θερινά λειβάδια δύοπερίπου χιλιάδων προβάτων και συνορεύοντα με ράχην κερασιάς, Κόκκινον βράχον, ψεύτην, όριον Καλλιφωνίας βράχον αντίκρυ Κρύας Βρύσης, όρη Λεχουρίου καθώς ρέουσιν τα βρόχινα ύδατα, Ράχην Φλουσκουνιάς Γλυγορνόνμη Χαρκοσκάλαν, με την Μονήν Αγίου Νικολάου και αλωνίων της ήσαν ανέκαθε προ αμνημονεύτων χρόνων υπό την κατοχήν και κυριότητα της Μονής του αγίου Νικολάου, τόσον επί τουρκοκρατίας όσον και επί βασιλείας. 2ον. Ότι και άλλοτε κατ΄αίτησιν των ιερομονάχων της Μονής Αγίου Νικολάου επιστοποιήσαμεν ταύτα καίτοι ως εν παντί καιρώ και όπως δυνάμεθα να ομολογήσωμεν μεθ’ όρκου. Εις πίστωσιν των ανωτέρω δίδομεν το παρόν μας εις χείρας του καθηγουμένου Παπαπαρθενίου κατ’ αίτησίν του δια να του χρησιμεύση όθεν ανήκει./ Εν Βλασία τη […] 1848. Αποστόλης ιερεύς Σακελλάριος/ Μ. Νικολόπουλος/ Κανέλος ιερεύς Οικονόμος/ Μ. ιερεύς Σακελλάριος/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Α. Ντζόρτζης/ Ιωάννης Ρουμελιώτης. Γ. Καραμεσίνης/ Ν. Καραμεσίνης. Γ. Κυριαζόπουλος/ Δημήτριος Καρπής/ Στάθης Καρκλάς(;) δι εμού Μ. Νικολοπούλου. […]/ Νικόλαος Δημακόπουλος/ Μίχος ….ταζακόπουλος δι εμού του […]/ Κ. Αναγνωστόπουλος/ Γ. Καραμεσίνης/ Αντώνης Θεοδώρου/ Αποστόλης Μ. Θεοδωρόπουλος/ Κωνσταντής Παπασταθούρος/Ν. Πολυζώης δι εμού Καλλινίκου ιερομονάχου/ Δ. Λιάσκος δι εμού Δ. ιερομονάχου/ Κωνσταντίνος Δ. Ντουφεξής δι εμού […]/ Γιάννης Λάπας δι εμού Δημακόπουλου/ Παναγιώτης Καλαντζής και Θεόδωρος […] δι εμού/ Ν. Καραμεσίνης/ Βασίλειος Μπάκος δι εμού Π. Νικολοόπουλου/ Γιάννης Στάγγος/ Ιωάννης Δημόπουλος/ Επικυρούται το γνήσιο…. Ο Δημαρχεύων πάρεδρος του δήμου Βλασίας/ /Τ.Σ/ Α. Μιχαλόπουλος».

Στη συνέχεια έγγραφο συνταχθέν στην Αθήνα από το υπουργείο των Οικονομικών με ημερομηνία 27.10.1852 αναφέρεται σε κτήματα της μονής Αγίου Νικολάου για τα οποία έχουν χαθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας και λέγει ότι η κυριότητα μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες κ.λ. Στις 3.1.1853 το υπουργείο Οικονομικών στέλνει έγγραφο στο υπουργείο εκκλησιαστικών για τα κτήματα του Μ. Σπηλαίου. Στις 12.1.1853 το υπουργείο των εκκλησιαστικών στέλνει στο υπουργείο των οικονομικών διευκρινήσεις ότι τα κτήματα είναι της μονής Αγίου Νικολάου και όχι του Μ. Σπηλαίου και με το ίδιο έγγραφο προτρέπει τους πατέρες της μονής να προσκομίσουν τους ζητηθέντες τίτλους ιδιοκτησία των κτημάτων, η να προσφύγουν, ακολουθούντες τη σχετική διαδικασία, κατά του δημοσίου για να δικαιωθούν για όσα δεν έχουν τίτλους και τα θεωρούν ιδιοκτησία της μονής .

Το έτος 1835 η Μονή Αγ. Νικολάου είχε 8 μοναχούς και ανήκε στον δήμο Βλασίας. Αναφέρεται η Μονή σε πίνακες με τα διατηρούμενα μοναστήρια στο νομό Αχαΐας και Ήλιδος (Βλασία, Δήμου Λαπαθών) κατά τον καιρό της εκδόσεως του περί μοναστηρίων Β.Δ. 25/9/1833 και κατά τις στατιστικές σημειώσεις της Ιεράς Συνόδου που συνέλεξε με υπουργική πρόσκληση στις 17.10.1857. Αναφέρεται στην αρχική σύσταση της κοινότητας Κάτω Βλασίας με το Β.Δ. 1 8/8/1912 (ΦΕΚ 256/Α/28-8-1912.

Αναφέρονται σε κατάσταση, ως ανήκοντες στη Μ. Αγίου Νικολάου οι παρακάτω μοναχοί ή ιερομόναχοι κ.λ.: Τουφεκζιόγλους Γρηγόριος, Λαζόπουλος Δαμασκηνός, Πριρόπουλος Καλλίνικος, Λασκόπουλος Νεκτάριος, Παπαπαναγόπουλος Παρθένιος, Κακοδήμος Παγκράτιος, Ζαφειρόπουλος Παρθένιος, Βασιλόπουλος Χριστόφορος, για τους οποίους βλ. αντίστ. λ. Οι μοναχοί του τα έτη: 1879, 1889, 1896, 1907, 1920, 1928, 1940, 1951, 1961, 1971, 1981, 1991, 2001 ήσαν αντίστοιχα: 13, 27, -, 16, 7, -, 6, 3, 2, 2, 2, 1, -. Ο Νικ. Βέης συνέταξε το 1902 (;) τους καταλόγους των χειρογράφων της μονής Αγίου Νικολάου του δήμου Λαπαθών . Από το ΦΕΚ 322/15.11.1891 προκύπτει ότι η συνδρομή της μονής Αγίου Νικολάου Λαπαθών υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ήταν 273 δραχμές. Στο ΦΕΚ. 65/13.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως 107 δρχ. Στο ΦΕΚ. 68/16.4.1898 αναφέρεται ότι η μονή συνεισέφερε υπέρ του κηρύγματος του θείου λόγου 64 δρχ. Από το ΦΕΚ. 38/22.2.1902 προκύπτει ότι η εισφορά της μονής υπέρ της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως για το έτος 1902 ήταν 88 δραχ. ενώ τα έσοδα τα υποκείμενα σε εισφορά 6920 δραχ.

Η μονή Αγίου Νικολάου συνεισέφερε για τη στοιχειώδη εκπαίδευση για το διάστημα 1895 – 1913 κατ’ έτος τα εξής ποσά αντίστοιχα: το 1895, 250 δρχ. το 1896, 166 δρχ. το 1901, 90 δρχ. το 1904, 92 δρχ. το 1907, 85 δρχ το 1910, 72 δρχ. το 1913, 73 δρχ. (Μούρτζης, σ. 269).Το 1896 ηγούμενος της μονής ήταν ο Παρθένιος Καστανάς (βλ. λ.). Με Β. Δ. από 21.9.1909 (ΦΕΚ. 221/Α/30.9.1909) δίδεται άδεια στο ηγουμενοσυμβούλιο της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας να παραχωρήσει για εμφύτευση κτήματα στη Μυρτιόλακκα του Ριόλου του δήμου Δύμης. Με Β. Δ. από 15.12.1909 (ΦΕΚ. 303/Α/21.12.1909) εγκρίνεται η εκποίηση κτημάτων της μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας στο χωριό Μπρακουμάδι μιάς σταφιδαμπέλου εκτάσεως 12 στρεμ. και 200 τετραγ. μέτρων και ετέρου αγρού στην ίδια θέση και συνεχομένου της σταφιδαμπέλου.

Από το οδοιπορικό βιβλίο: Άνω Βλασία απ’ τα έλατα βγαλμένη αντιγράφω τον παρακάτω θρύλο: «Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο τοπικός αγάς έκλεψε όλα τα πρόβατα της μονής και τα κατέβασε στο Κατάκολο για να τα πουλήσει στα απέναντι νησιά. Όμως το πλοίο με τα κλεμμένα δεν έφευγε από την ακτή, οπότε ο καπετάνιος που γνώριζε από θαύματα ρώτησε αν τα ζώα είναι βακούφικα (μοναστηριακά δηλαδή), οπότε και θα έπρεπε να βγούν έξω για να μπορέσει να φύγει το πλοίο. Αυτό και έγινε και το ποίο απέπλευσε αφούβγήκε και η τελευταία κλεμένη προβατίνα από το μοναστήρι της Βλασίας. Το κοπάδι, μαζί με μία σκύλα που το είχε ακολουθήσει ως τη θάλασσα, πήρε τους δρόμους οδηγούμενο από μια σκοτεινή ανδρική μορφή. Το επόμενο πρωί οι καλόγεροι που είχαν ήδη δεηθεί στον Άγιο Νικόλαο για την επιστροφή των ζώων, είδαν το κοπάδι να κοιμάται έξω από την μάντρα της μονής μαζί με το σκυλί. Το θαύμα είχε γίνει και ο κλέφτης αγάς, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του θαλασσινού αγίου, δώρισε στη μονή ένα ασημένιο καντήλι με ένα καραβάκι κρεμασμένο επάνω του. Σήμερα το καραβάκι βρίσκεται κρεμασμένο πάνω στην ιερή πύλη».

(Συνεχίζεται…).

Σημείωση: ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος αναφέρθηκαν, για τη χρήση του παρόντος και τις πηγές του.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s