Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας (Μέρος Γ΄ – τελευταίο).

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

Η μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας: Στην Κάτω Βλασία στις 23 Ιουλίου του 1948 είχε από ημέρες στρατοπεδεύσει το 617 Τ. Π. της 72ας Ταξιαρχίας με Διοικητή τον Σταύρο Δρακουλαράκο και Υποδιοικητή τον Ιωάννη Δαμιανό. Προβλεπόταν να μείνει εκεί αρκετό καιρό γι’ αυτό και ένας λόχος του είχε οχυρωθεί μέσα στο χωριό, ένας δεύτερος στα γύρο υψώματα, ο τρίτος γύρω από το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το χωριό και μία διμοιρία είχε οχυρωθεί μέσα στο μοναστήρι.

Οι αντάρτες απεφάσισαν να χτυπήσουν το Τάγμα και συγκέντρωσαν δυνάμεις από το Μαίναλο και την περιοχή του Ερύμανθου. Η αρχική άποψή τους ήταν να το αφήσουν να φύγει και παρακολουθώντας το να το χτυπήσουν εν κινήσει, αλλά επεκράτησε η άποψη του Γκιουζέλη Στ. να χτυπηθεί εκεί όπου είχε στρατοπεδεύσει. Το Τάγμα ήταν εμπειροπόλεμο και καλά οχυρωμένο. Η επίθεση έγινα τη νύχτα της 22ας προς 23η Ιουλίου στις 4.40 και ήταν αιφνιδιαστική. Οι αντάρτες ήσαν τόσο σίγουροι για την έκβαση της μάχης ώστε είχαν «μαζέψει από τα γύρω χωριά 200 περίπου ζώα να φορτώσουν τα λάφυρα, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Τα ζώα με τους χωρικούς ιδιοκτήτες τους αφού μείνανε σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης μέσα στο δάσος και κινδύνευσαν και αυτοί από την αεροπορία, ξαναγύρισαν στα χωριά τους»[1].

Σύμφωνα με τον Αλ. Τσιγκούνη[2]: «ο αγών εκατέρωθεν υπήρξε πεισματώδης, δε Κ/Σ ενήργησαν αλλεπαλλήλους επιθέσεις δι’ εφεδρικών μονάδων, άπασαι όμως απεκρούσθησαν με βαρείας απωλείας των Κ/Σ. Από της 7ης πρωινής ώρας επενέβη εις τον αγώνα η Αεροπορία, πολυβολούσα και βομβαρδίζουσα τους Κ/Σ και ενισχύσασα ούτω σημαντικώς τους ημετέρους. Απεστάλησαν ενισχύσεις εκ Καλαβρύτων, οίτινες αφιχθείσαι περί ώραν 11.30 έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Ομοίως απεστάλη εκ Πατρών Διλοχία του Κ. Β. Ε. Περί την 12.30 ώραν αι εθνικαί δυνάμεις ενήργησαν αντεπίθεσιν και ανέτρεψαν τους Κ/Σ, ους κατεδίωξαν προς Ν.Δ. βοηθούμενοι και υπό της Αεροπορίας. Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν 1 αξιωματικός και 2 στρατιώται και ετραυματίσθησαν 5 αξιωματικοί και 40 οπλίται, εκ δε των Κ/Σ εφονεύθησαν 67 ανευρεθέντες επί του πεδίου της μάχης και ετραυματίσθησαν περί τους 70. Συνελήφθη εις συμμορίτης τραυματίας…». Ο συγγραφέας σ’ ότι αφορά τις απώλειες των στρατιωτών, δεν αποδίδει την πραγματικότητα αφού οι τάφοι και οι σταυροί στον περίβολο της μονής είναι 13.

Για τους νεκρούς αντάρτες ο Κ. Καραλής (Ιστορία των δραματικών γεγονότων της Πελοποννήσου 1943-1949 – Αθήναι 1969) αναφέρει ότι ήσαν 152 και οι τραυματίες 200 (υπερβολικό), ο «Μπελάς» (Κ. Παπακων/νου: Νεκρή Μεραρχία) γράφει ότι ήσαν 10 οι νεκροί και 40 οι τραυματίες και προσθέτει ότι με στρατιωτικό ηγέτη (και όχι τον Γκιουζέλη) δεν θα αποτύγχανε η μάχη, ενώ ο Αρ. Καμαρινός (Ο Εμφύλιος στην Πελοπόννησο 1946-1949, Αθήνα 2000) αναφέρει ότι οι νεκροί ήσαν 16 και οι τραυματίες 32.

Η μάχη στη Βλασία απέτυχε για τους αντάρτες γιατί το Τάγμα ήταν έμπειρο και καλά οχυρωμένο, γιατί δεν πέτυχε ο αιφνιδιασμός των ανταρτών και γιατί οι ενισχύσεις ήσαν άμεσες και σημαντικές, κυρίως από τον αέρα.

Οι κάτοικοι της Βλασίας, αλλά και των γύρω χωριών πιστεύουν ότι η νικηφόρα έκβαση της μάχης οφείλεται σε θαύμα του Αγίου Νικολάου, ο οποίος παρουσιάστηκε στον διοικητή του 617 Τ. Π. Στ. Δρακουλαράκο καθώς κοιμόταν, την νύχτα εκείνη της αιφνιδιαστικής επίθεσης και τον ξύπνησε λέγοντας του ότι ήταν κυκλωμένος από τους αντάρτες.

Σ’ ανάμνηση της μάχης εκείνης αλλά και σε ένδειξη τιμής προς τους πεσόντες, στον περίβολο του ναού υπάρχει στρατιωτικό νεκροταφείο και έχει στηθεί ηρώο πεσόντων. Μέσα δε στον ναό υπάρχει μία ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου, δώρο των αξιωματικών και οπλιτών του 617 Τ. Π. προς τον Άγιο που τους έσωσε τη ζωή.

Όπως και νάχει, η μάχη αυτή αποτελεί την πρώτη μεγάλη αποτυχία των ανταρτών στην Πελοπόννησο και το ανεβασμένο από την μάχη της Χαλανδρίτσας, γόητρό τους πληγώθηκε σοβαρά.

Από τη Βλασία άρχισε η αποτυχία κάθε μελλοντικής προσπάθειας των ανταρτών στην Πελοπόννησο. Ο «Μπελάς» στον 2ο τόμο αναφέρει μεταξύ άλλων: «…Με τα φωτήματα φτάσαμε στο Πορετσό.. Το απόγευμα μας κάλεσαν από λοχαγό και πάνω στη διοίκηση της Μεραρχίας. Εκεί μας μίλησε ο Γκιουζέλης. Έτσι αργόστροφος όπως ήταν μετρούσε κάθε κουβέντα που μας έλεγε. Ήταν πολύ προσεχτικός σ’ αυτό που έλεγε. Δεν είχε πλούσιο λεξιλόγιο… Μας ανακοίνωσε ότι ένα τάγμα εχθρικό με δύναμη γύρω τους 700 άντρες με τρεις σωλήνες όλμων και τριάντα μεταγωγικά, κινήθηκε στο χώρο της ορεινής Αχαΐας και έφθασε στην Άνω Βλασία. Έχει πιάσει το χωριό και το Μοναστήρι. Είναι ευκαιρία να το παγιδέψουμε και να το εξοντώσουμε… Η διοίκηση της μεραρχίας αποφάσισε να το χτυπήσει. Γι’ αυτό έκαμε και τη συγκέντρωση των δύο ταγμάτων που ήταν δυνατό να φθάσουν έγκαιρα. ίσως μετά τη νύχτα να φθάσει και ο Μπασακίδης και ο Μανώλης [Σταθάκης] αν πάρουν τη διαταγή… Η επιχείρηση θα άρχιζε τα χαράματα. Πριν φωτίσει θα έπρεπε να πιάσουμε τα πρώτα σπίτια. Την επίθεση θα την έκαναν τρεις λόχοι. Δύο του Ταϋγέτου και ένας δικός μας. Ένας λόχος θα έμπαινε στην εφεδρεία της Μεραρχίας. Θα χτυπούσαμε ταυτόχρονα στη δημοσιά, στο χωριό και στο μοναστήρι. Η επίθεση θα ενισχύονταν και με πυρά δύο βαρειών πολυβόλων. Ένας λόχος ο δικός μας, θα έπιανε το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι για να χτυπάει κάθετα μέσα στο μοναστήρι. Μόλις τέλειωσε μας ζήτησε να ρωτήσουμε κάτι που δεν καταλάβαμε. Μπήκαν πολλές ερωτήσεις από τους διοικητές των λόχων. Οι διοικητές των ταγμάτων δεν έκαναν καμιά… Τελικά η συζήτηση πήρε μάκρος κι όλο για το Μοναστήρι κουβεντιάζαμε. Ο Κανελλόπουλος κατάλαβε ότι οι διοικητές των λόχων έχουν μέσα τους αντιρρήσεις. Τότε ρώτησε ανοιχτά: «Μήπως έχετε προτάσεις να κάνετε και προσπαθείτε να τις βάλετε με ερωτήσεις;» Απαντήσαμε όλοι μαζί: «Ναι, δεν πρέπει να χτυπήσουμε τώρα. Το Μοναστήρι δεν πέφτει». Ο Κανελλόπουλος απάντησε ότι αυτό το ζήτημα δεν μπαίνει για συζήτηση. Η διοίκηση αποφάσισε. Τώρα συζητάμε το πώς θα γίνει καλύτερα η δουλειά. Τότε έκλεισαν όλοι τα μλοκάκια τους κι ετοιμάστηκαν να φύγουν. Ο Γκιουζέλης ανησύχησε. Πήρε το λόγο και μας επανέλαβε τα ίδια… Από τη συγκέντρωση φύγαμε όλοι με κρύα καρδιά. Ο Κανελλόπουλος το είδε αυτό. Οι διοικήσεις των Αρχηγείων έκαναν την κατανομή των αποστολών. Ο Σαρήγιαννης ανάθεσε στο λόχο της νεολαίας που τον διοικούσε ο Ετεοκλής Δουμουλάκης να χτυπήσει το Μοναστήρι. Στο λόχο του Λύσσαντρου να πιάσει το ύψωμα πάνω από το Μοναστήρι και να χτυπήσει κάθετα το Μοναστήρι. Οι λόχοι αυτοί είχαν σειρά. Ο δικός μου [Μπελά] θα έμενε στην εφεδρεία της Μεραρχίας επειδή είχε πάρει μέρος στη μάχη στις Κουμπάρες. Είχε νυχτώσει πιά. Εκεί πάνω στο διάσελο της Βλασίας θα μέναμε τη νύχτα και από εκεί θα ξεκινούσαν τα τμήματα για τις αποστολές τους. Κατατοπίσαμε τους διμοιρίτες μας. Πριν ξεκινήσουμε θα κατατοπίζαμε και τους αντάρτες… Μια ώρα νύχτα ξημερώνοντας 23 Ιούλη 1948 ξεκινήσαμε. Σε μισή ώρα τα τμήματα συγκρούστηκαν. Ο εχρός αιφνιδιάστηκε παράτησε το χωριό και τόβαλε στα πόδια. Μερικοί οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια. Οι πιο πολλοί όμως μοιράστηκαν. Άλλοι τράβηξαν για τη δημοσιά και το κύριο τμήμα για το Μοναστήρι. Όπως έπεσαν μπουλούκι πάνω στον Ετεοκλή τον ανάγκασαν να μαζευτεί και έτσι μπήκαν στο μοναστήρι γύρω στους τριακόσιους μαζί με την διοίκηση δηλαδή το Δρακουλαράκο, που ήταν τραυματισμένος ελαφρά στο χέρι, και τον ασύρματό τους. Ο Λύσσαντρος τους χτυπούσε συνέχεια και δεν μπορούσαν να κινούνται άνετα μέσα στο Μοναστήρι. Αλλά τους χτυπούσε μόνο από μια πλευρά. Οι άλλες ήταν απυρόβλητες. Ο Ετεοκλής έκαμε αμέσως επίθεση κι έφθασε στην πόρτα που την είχαν αφήσει ανοιχτή. Έκανε απόπειρα, μπήκε μια ομάδα μέσα αλλά γύρισε πίσω γιατί μέσα χαλούσε ο κόσμος. Ο Ετεοκλής τώρα χτυπούσε γύρω – γύρω και ο λόχος του Λύσσαντρου μπιχτά. Αυτοί που οχυρώθηκαν στα τελευταία σπίτια, ανέκοψαν τους άλλους δύο λόχους… Με το ραδιόφωνο είχαμε πιάσει τον ασύρματο του Δρακουλαράκου. Καλούσε για βοήθεια… Η διοίκηση στην αρχή, ακούγοντας τον Δρακουλαράκο να κλαίει χεσμένος, νόμισε ότι πάμε καλά. Όταν ήρθε η αναφορά των διοικητών ότι εκτόπισαν τον εχθρό από το χωριό, χάρηκε. Δεν πρόσεξε όμως που έλεγαν ότι «τα μεταγωγικά διέφυγαν προς τη δημοσιά και δεν βρήκαμε υλικό». Μετά από μισή ώρα ήρθαν κι άλλες αναφορές των διοικητών. Σ’ αυτές αναφέρονταν ότι τα τμήματα έχουν καθηλωθεί. Ήρθε και η αεροπορία. Έριξε εφόδια στο Μοναστήρι. Χτύπησε το ύψωμα που είχε πιάσει ο Λύσσαντρος. Τραυμάτισε δύο-τρείς και ανάμεσα σε αυτούς σοβαρά στο μάτι τον Λύσσαντρο. Απώλειες μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαμε πολλές… Το Μοναστήρι δεν έπεφτε. [Ο Κανελλόπουλος] έδωσε εντολή να ρίξουμε όσα βλήματα ατομικών όλμων έχουμε. Ιδιαίτερα εμπρηστικά… Ρίξαμε οχτώ βλήματα. Μερικά καπνογόνα. Πάνω στη σύγχιση ο Ετεοκλής έκανε επίθεση. Μπήκαν μέσα στο προαύλιο. Τους καθήλωσαν. Ο τόπος άναβε. Αναγκάστηκαν να ξαναβγούν. Τότε ο Κανελλόπουλος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι επιθέσεις. Σε μένα έδωσε εντολή να γυρίσω εκεί που ήμουνα. Γυρίσαμε πίσω στη διοίκηση της μεραρχίας. Ο Γκιουζέλης κατέβασε τα μούτρα. Κατάλαβε κι αυτός ότι το Μοναστήρι τώρα που ενισχύθηκε δεν πέφτει. Στα μεταγωγικά δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε. Από τη δημοσιά οργάνωσαν αντεπίθεση. Μου έδωσαν εντολή να τους χτυπήσουμε με το βαρύ πολυβόλο. Τους χτυπήσαμε. Ανατράπηκαν και γύρισαν πίσω. Ο Δρακουλαράκος εξακολουθούσε να κλαψουρίζει. Είχε φθάσει τώρα πιά μεσημέρι και τα πράγματα είχαν σταθεροποιηθεί. Η αεροπορία πολυβολούσε τις γύρω κορυφές δηλαδή στα άσπρα βράχια και τις ελατόκλαρες. Ήταν φανερό ότι νικήσαμε χωρίς να πάρουμε τίποτα. Τι κι αν καταλάβαμε το χωριό; Τι κι αν τους προξενήσαμε σοβαρές απώλειες; Δεκαπέντε νεκρούς και χώρια οι τραυματίες. Για μας αυτά δεν μέτραγαν… Τέλος διέταξε υποχώρηση. Φύγαμε ανενόχλητοι. Ο λόχος μου έμεινε οπισθοφυλακή. Όταν αποσύρθηκαν τα τμήματά μας πίσω από το διάσελο, τότε αυτοί αναθάρρησαν. Έκαναν απόπειρα να βγούν από το χωριό. Μερικές ριπές με το βαρύ πολυβόλο και ξαναχώθηκαν στις τρύπες τους μέχρι που νύχτωσε. Δέκα νεκροί δικοί μας έμειναν εκεί. Οι πιο πολλοί μπροστά στο Μοναστήρι. Είκοσι δύο τραυματίες πήραμε μαζί μας, μόνο τέσσερις σοβαρά. Ο ένας πέθανε την άλλη ημέρα από ακατάσχετη αιμορραγία… Από τους τέσσερις βαρειά τραυματισμένους οι δύο ήσαν παλαιοί δικοί μου αντάρτες. Ένας φαντάρος από αυτούς που είχαμε πιάσει αιχμαλώτους στη μάχη στου Βάγγου κι είχε μείνει αντάρτης στη διμοιρία μου, και το Βλαχόπουλο, ο Κώστας Βλάχος ή Αναστασόπουλος, ο αδερφός του Παναγιώτη Βλάχου ή Αναστασόπουλου, από το χωριό Τσιωρωτά της Μεσσηνίας. Τον είχα πάρει αντάρτη στην ομάδα μου… Ήταν τότε 18 χρονών που τον πήρα. Τώρα ήταν ομαδάρχης στο λόχο του Ετεοκλή. Ο φαντάρος την άλλη ημέρα πέθανε από αιμορραγία. Είχε τραυματιστεί στο μπούτι και στην κοιλιά. Το Βλαχόπουλο είχε τραυματιστεί στο θώρακα, στην κοιλιά και στα πόδια… Ξανασυγκεντρωθήκαμε το βράδυ στο διάσελο της Βλασίας… Τελικά η διοίκηση διέταξε να γυρίσουμε στις βάσεις μας… Μετά πό τη μάχη της Βλασίας άρχισε ο κατήφορος. Δεν το καταλάβαμε από την αρχή. Όταν ήρθαν και τα άλλα τότε είδαμε την αρχή. Από δω και πέρα η μια αποτυχία διαδεχόταν την άλλη… Το Δρακουλαράκο και το 516 τάγμα, θα το είχαμε γκρεμοτσακίσει στις χαράδρες του Παναχαϊκού και του Ερύμανου αν δεν τον χτυπούσαμε στο Μοναστήρι της Βλασίας αλλά τον παίρναμε κατά πόδι όταν θα έβγαινε από την τρύπα του… Μετά τη μάχη στη Βλασία τσακισμένοι και περίλυποι γυρίσαμε στη Γορτυνία…» .

Ο Μπρούσαλης (Οι Ανυπότακτοι…) αναφέρει τους παρακάτω αντάρτες μεταξύ των νεκρών: Φ. Ψιλοβασιλόπουλος, Τζουλουχάς (ομαδάρχες), Φ. Γεωργούλιας (Κωστομέρα Ολυμπίας), Γιαν. Λαμπρόπουλος (Αυλώνα Τριφυλίας), Σταυρ. Κονταργύρης και Δημ. Μπατσάκης (Άγιο Δημήτρη Λακωνίας), Θεόδ. Ρουμελιώτης (Αβραμιό Μεσσηνίας), Αθαν. Τσίριμπας (Τσαπόγα Μεγαλόπολης), που πέθανε μετά.

Για τη μάχη στον Άγιο Νικόλαο της Βλασίας, παραθέτω εδώ και την άποψη του Ιωάννη Κωστόπουλου (Αντάρτες…) με συμπληρωματικά στοιχεία «… Τα δικά μας τμήματα έμειναν στον Ερύμανθο και το Παναχαϊκό. Μαζί μας τώρα ήταν και ο Γκιουζέλης με τον Κανελλόπουλο. Αυτές τις μέρες ένα τάγμα στρατού κινήθηκε σ’αυτά τα μέρη και κατέληξε να μείνει στο χωριό Βλασία. Το αρχηγείο αποφάσισε να το χτυπήσουμε πριν εδραιωθεί για τα καλά, ώστε να το εξαναγκάσουμε να αποσυρθεί, για να έχουμε το μέρος ελεύθερο. Το είχαμε σχεδόν κυκλώσει και περιμέναμε πότε θα μπει σε πορεία για να το τσακίσουμε. Αυτοί όμως άραξαν στο χωριό και δεν έλεγαν να το κουνήσουν. Τότε ο Γκιουζέλης αποφάσισε να τους χτυπήσουμε μέσα στο χωριό. Αυτό που αποφάσισε ο Γκιουζέλης ήταν κάπως δύσκολο να το πετύχουμε, διότι στο πάνω μέρος του χωριού ήταν ένα μοναστήρι [Άγιος Νικόλαος] που δέσποζε σ’ όλο το χωριό. Το μοναστήρι είχε γύρω – γύρω μαντρότοιχο από ασβεστολιθιά πάνω από μέτρο ύψος και όλο το υπόλοιπο ήταν τέτοια η κατσκευή του που ήταν σχεδόν κάστρο. Όποιος κατείχε το μοναστήρι ήταν και ο κύριος του χωριού και της κατάστασης γενικώτερα. Όπως μας έλεγε μετά τη μάχη ο Πέρδικας, που κατεβήκαμε μαζί στην Αργολίδα, έγιναν πολλές συζητήσεις για το αν θα έπρεπε να χτυπήσουμε το τάγμα μέσα στο χωριό ή να περιμένουμε να ξεκινήσει, για να το χτυπήσουμε ενεδρικά. Ο Πέρδικας όπως μας άφησε να εννοηθεί, στο τέλος υπερίσχυσε η γνώμη του Γκιουζέλη, ο οποίος έλεγε ότι δεν πρέπει να το αφήσουμε να μας ξεφύγει τώρα που το έχουμε στη φάκα. Ενώ οι Κανελλόπουλος – Πέρδικας και λοιποί καπεταναίοι ενόμιζαν ότι θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν το χτυπήσουμε πάνω στην κίνηση. Η απόφαση πάρθηκε και κάλεσαν τους λοχαγούς να τους δώσουν τις τελευταίες οδηγίες σχετικά με το σχέδιο της επιχείρησης. Στο χωριό θα χτυπούσε ο λόχος του Σουγκλάκου και άλλος ένας από τον Ταΰγετο. Στο μοναστήρι θα χτυπούσε ο λόχος της Δημοκρατικής Νεολαίας με λοχαγό τον Ετεοκλή Δημουλάκη. Ο Ετεοκλής ήταν από την Πολίχνη της πάνω Μεσσηνίας… και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες που έζησε το 1952. Τον βρήκαν μεθαμένο σε κάποια σπηλιά έξω απ’ την Καλαμάτα. Ο άλλος λόχος που θα έπαιρνε μέρος στο μοναστήρι ήταν του Βασίλη Κωνσταντόπουλου ή Λύσανδρου. Ο Βασίλης …ήταν από το Αγρίδι δίπλα από τη Βυτίνα… Τον συνέλαβαν την άνοιξη του 49, τον πέρασαν στρατοδικείο στην Τρίπολη και τον εκτέλεσαν… Η μάχη άρχισε μισή ώρα νύχτα πάνω κάτω. Στο χωριό με το πρώτο χτύπημα ο λόχος του τάγματος αιφνιδιάστηκε και οι φαντάροι τράβηξαν για το μοναστήρι. Ο Ετεοκλής δεν μπόρεσε να τους ανακόψει, ήταν πολλοί και αυτοί σχεδόν τον πήραν σβάρνα. Κάπου 200 και πάνω άτομα. Οι άλλοι μισοί οχυρώθηκαν στο κάτω μέρος του χωριού. Ο Λύσανδρος χτυπούσε με το λόχο του το μοναστήρι. Από επάνω και ο Ετεοκλής οργάνωσε και αυτός μια επίθεση. Έφθασε σχεδόν έξω από την μάντρα του μοναστηριού. Αποφάσισαν να την καβαλήσουν να πηδήξουν μέσα, δεν τα κατάφεραν όμως. Τους ρήμαξαν με τις ριπές και οπισθοχώρησαν. Οι δύο λόχοι κάτω στο δρόμο στην άκρη του χωριού άπαθαν τα ίδια. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Ο Κανελλόπουλος έκαμε μια τελευταία προσπάθεια. Είχαμε κάποια σωλήνα όλμου με καμιά 15αριά βλήματα, τα περισσότερα καπνογόνα. Τα έριξε όλα μέσα στο μοναστήρι. Τότε και ο Ετεοκλής έκαμε την τελευταία επίθεση με τα καπνογόνα που τύκλωσαν τον τόπο, μια διμοιρία κατάφερε να πηδήξει μέσας την μάντρα και άνοιξαν την πόρτα. Δεν κατάφεραν τίποτα. Για κακή μας τύχη έφτασαν και τα αεροπλάνα και βομβάρδιζαν με ρουκέτες γύρω από το μοναστήρι. Η διμοιρία οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες, 7-8 νεκροί. Κοντά σ’ αυτούς και ο Διμοιρίτης Θανάσης Τσίρμπας από του Τσαπόγα της Μεγαλόπολης. Ένα παλικάρι και ομορφόπαιδο 20 χρονών. Η μάχη είχε κριθεί. Τα χάσαμε όλα. Έχουμε πάνω από 20 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Ευτυχώς οι τραυματίες δεν είναι βαριά. Δύο είναι βαριά. Ο ένας πέθανε τη νύχτα. Ο άλλος ήταν από του Τσορωτά αδελφός του Παναγιώτη Βλάχου. Είχε πολλά τραύματα στο θώρακα και νόμισα ότι δεν θα γλιτώσει το θάνατο. Τα κατάφερε όμως και έζησε. Τον συνάντησα στην Αθήνα πριν λίγα χρόνια, μόλις μου είπε ποιός είναι δεν πίστευα στα μάτια μου. Χαρήκαμε και οι δύο, διότι και αυτός με είχε ξεγραμμένο. Ο Κανελλόποιυλος βλέποντας αυτή την κατάσταση διέταξε τα τμήματα να οπισθοχωρήσουν όπως μπορούσαν. Και όπως έγινε. Αυτή ήταν η μεγάλη αποτυχία του στρατού μας στο Μοριά. Δεν ήταν δυστυχώς και η τελευταία, παρόλο που είχαμε αρκετές δυνάμεις σε έμψυχο υλικό και πολεμοφόδια…».

Ομοίως παραθέτω την περιγραφή του Γ. Μόσχου (Χρόνια της Φωτιάς…): «… Η μάχη στη μονή Κ. Βλασίας./ Στα τέλη του Ιουλίου 1948, στο ημικύκλιο των ανταρτοκρατούμενων χωριών των νομών Αχαΐας, Αρκαδίας, Ηλείας και γύρω από τις περιοχές Αιγίου, Βλασίας, Κοντοβάζαινας και Ζαχάρως Ηλείας οι οποίες υπήρξαν βάσεις του Εθνικού Στρατού, κινείτο το 617 Τάγμα της 72ας Ταξιαρχίας, προβαίνοντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, υπό τον Διοικητή του ονόματι Δρακουλαράκο. Το Τάγμα αυτό είχε μεταφερθεί στην Πελοπόννησο από την Κεντρ. Ελλάδα, το Δεκέμβριο του 1947… Το Τάγμα Κρανιά δρούσε στη Ν. Α. Πελοπόννησο και σε μια εποχή όπου ακόμα (μέσα 1947) δεν είχε αναπτυχθεί πλήρως η αντάρτικη δράση, ενώ στη Βόρεια και Κεντρική Πελοπόννησο επιχειρούσε το Τάγμα Χωροφυλακής υπό τον Γ. Ζάρα, που προϋπήρχε στην περιοχή του Τάγματος Κρανιά. Είναι γεγονός ότι τόσο οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής Κρανιάς και Ζάρας όσο και ο Διοικητής Δρακουλαράκος του 617 Τ. Π. είχαν μάθει καλά την αντιμετώπιση της αντάρτικης στρατηγικής, γι’ αυτό και αποτελούσαν σοβαρούς αντιπάλους του Δ.Σ.Ε. στην Πελοπόννησο. Δεν θα είναι υπερβολή αν υποστηρίξω, ότι με την αποτελεσματικότητα της δράσης τους και τον έντεχνο τρόπο αποφυγής της σύγκρουσης με το Δ.Σ.Ε. όταν αυτή δεν επρόκειτο να διεξαχθεί σε προνομιακό, για τα εθνικιστικά στρατεύματα πεδίο, έγιναν μύθος για τους αντπάλους των αναταρτών. Τα τάγματα αυτά ήσαν αξιόμαχα, και οι διοικητές τους ήξεραν να αποφύγουν τις αντάρτικες παγίδες. Βεβαίως τα τάγματα όπως και τα αποσπάσματα Χωροφυλακής αποτελούνταν από άνδρες μισθοφορικούς που την εποχή αυτή εύρισκαν ένα κομμάτι ψωμί στη Βασιλ. Χωροφυλακή, με την κατάταξή τους σε αυτήν. Και επειδή δεν ήταν η ιδεολογία ο συνδετικός κρίκος τους, όπως συνέβαινε στις τάξεις του Δ.Σ.Ε., όταν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και άμεσο κίνδυνο της ζωής τους εγκατέλειπαν το πεδίο της μάχης, όπως έγινε και στη Χαλανδρίτσα, στις 5.7.48. Δηλαδή έδιναν μάχη μόνον όταν επρόκειτο να την κερδίσουν. Όμως τα Τάγματα Χωροφυλακής Γ. Ζάρα και Αρ. Κρανιά, όπως και το Τάγμα Πεζικού 617 του Δρακουλαράκου, αποτελούσαν εξαίρεση. Ειδικώτερα το Τάγμα Δρακουλαράκου, δυνάμεως περίπου 500 ανδρών ποτέ δεν μετεκινείτο με σκόρπιους τους λόχους του και δεν επέστρεφε στον προορισμό του από το ίδιο δρομολόγιο. Έτσι ήταν δύσκολο στο Δ.Σ.Ε. να του στήσει ενέδρα και να το χτυπήσει. Ήδη ένα μήνα πριν, δηλ.στις 24 Ιουνίου 1948 στη μάχη της Ζαχάρως οι αντάρτες αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από ένα τάγμα κυβερνητικού Στρατού και αυτό σίγουρα βάρυνε στην κρίση τους. Έτσι το βράδυ της 22ας Ιουλίου 1948 προς το πρωί της 23ης του μηνός, που το 617 Τ.Π. στάθμευσε στη Μονή Βλασίας, σε μια σύσκεψη που έγινε μεταξύ των επιτελών του Δ.Σ.Ε. βεβιασμένα πάρθηκε η απόφαση να το χτυπήσουν. Στη σύσκεψη αυτή που έγινε στο Αρχηγείο Πελοποννήσου υπό το Διοικητή Στεφ. Γκιουζέλη, παρουσίασε το σχέδιο μάχης ο επιτελάρχης του Δ.Σ. της Πελοποννήσου αντισυνταγματάρχης Κ. Κανελλόπουλος (πρώην κάτοικος Βλασίας) και συμμετείχαν ο επίσης αντισυνταγματάρχης Σαρρήγιαννης (Σαρρής Γιάννης) οι Ταγματάρχες Πέρδικας (Γιαννακούρας Μήτσος) και Κώστας Βρετάκος και οι διοικητές των λόχων. Αν και λόγω του περιορισμένου χρόνου που διέθετε ο Δ.Σ.Ε. για να συγκεντρώσει αρκετές δυνάμεις, οι αξιωματικοί αυτοί αποφάσισαν, μετά την επιμονή των Γκιουζέλη και Κανελλόπουλου (κατά τον ανθυπολοχαγό Κ. Παπακωνσταντίνου) το χτύπημα του 617 Τ.Π. αισιοδοξώντας σε νίκη των ανταρτών, ιδιαίτερα μετά τη νίκη τους στη Χαλανδρίτσα. Το χάραμα στις 4.30 της 23.7.48 οι αντάρτες χτυπούν το Σταθμό Διοίκησης του 617 Τ.Π. που εδρεύει στη μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας, η οποία όμως είναι περιτοιχισμένη από υψηλό μαντρότοιχο και αποτελεί βασικό μειονέκτημα για τους επιτιθέμενους. Πάντως, όπως είχε τονισθεί στη σύσκεψη ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας, αυτή η επίθεση θα αποτελούσε μάχη αντιπερισπασμού και μάλιστα επιτυχής στον αποφασιστικής σημασίας αγώνα του Δ.Σ.Ε. που διεξήγαγε στο Γράμμο. Παράλληλα με την επίθεση στο μοναστήρι, μια ακόμα επιθετική ενέργεια των ανταρτών εξελίσσεται στο κεφαλοχώρι της Κάτω Βλασίας. Οι αντάρτες που καιροφυλακτούσαν στη δασώδη περιοχή είχαν βρει την ευκαιρία που ζητούσαν, και μάλιστα από απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων. Όμως το τάγμα του Δρακουλαράκου που διανυκτερεύει στη Βλασία δεν αιφνιδιάστηκε, διότι λίγα λεπτά πριν την επίθεση έπεσαν πυροβολισμοί στο χώρο του μοναστηριού όπου κοιμόταν ο λόχος Διοίκησης και έτσι χάθηκε το βασικό πλεονέκτημα των ανταρτών που ήταν ο αιφνιδιασμός. Επίσης είχε εκραγεί και μια παγιδευμένη υπό του στρατού χειροβομβίδα. Η μάχη άρχισε σκληρή. Η διλοχία του Στρατού που είχε εγκατασταθεί αμυντικά σε σπίτια της Κάτω Βλασίας εγκατέλειψε μετά από δύο ώρες τις θέσεις της, αλλά ένας σημαντικός αριθμός σταρτιωτών κατάφερε να φθάσει στο Μοναστήρι και να ανισχύσει τις θέσεις των αμυνομένων. Μάλιστα από τις 7 το πρωί ένα σμήνος μαχητικών αεροπλάνων παίρνει μέρος στη μάχη πολυβολώντας τους αντάρτες από πολύ ψηλά. Δεν κατέβαιναν κάτω από τα 800 μέτρα τα αερπλάνα γιατί από την πλευρά τους οι αντάρτες τα αντιμετώπιζαν με καταιγιστικά πυρά από το έδαφος, με ό,τι όπλα διέθεταν. Και αυτό το ήξεραν οι αεροπόροι. Έπειτα από τρεισήμισι ώρες οι έγκλειστοι στρατιώτες στη Μονή, άρχισαν να κάμπτονται ελλείψει πυρομαχικών. Οι αγωνιώδεις εκκλήσεις του Δρακουλαράκου προς τους πιλότους να τους κάνουν ρίψεις εφοδίων και οι διαμαρτυρίες τους προς τις διοικήσεις της Πάτρας και των Καλαβρύτων να του στείλουν ενισχύσεις με μηχανοκίνητα, έδειχναν την τραγική κατάσταση των αμυνομένων. Γι’ αυτό και η κατάσταση άλλαξε μόνον όταν με μια ριψοκίνδυνη και παράτολμη ρίψη τους οι αεροπόροι ενίσχυσαν με πολεμοφόδια που έπεσαν εντός της μονής του Αγ. Νικολάου, τους αμυνόμενους και αναπτέρωσαν το ηθικό τους έως τις 12.30 που έφθασαν ενισχύσεις μηχανικινήτων στρατού από τα Καλάβρυτα και μια διλοχία από το Κ.Β.Ε. Πάτρας. Τις οποίες οι αντάρτες δεν είχαν εφεδρικές δυνάμεις για να τις αντιμετωπίσουν και να τους δοθεί χρόνος για τη συνέχιση της μάχης στη Μονή. Έτσι με διαταγή του Κανελλόπουλου απεσύρθηκαν. Οι απώλειες των ανταρτών ήσαν 16 νεκροί και 32 τραυματίες εκ των οποίων βαριά ο αξιωματικός Πληροφοριών ανθυπ/γός του 2ου Τάγματος Τηλέμαχος Συρράκος. Μια ριπή πολυβόλου του έσπασε το πόδι. Ο κυβερνητικός στρατός είχε 10 νεκρούς και 45 τραυματίες. Γλίτωσε όμως την εξόντωση όπως είχε συμβεί με τη Χωροφυλακή στη Χαλανδρίτσα και το στρατό στα Καλάβρυτα. Και αυτό χάρη στους θαρραλέους αεροπόρους των οποίων τρία αεροπλάνα έπαθαν σημαντικές βλάβες από τα αντάρτικα πυρά, αλλά και στη συνεχή μετακίνηση και έξυπνη διάταξη των δυνάμεων του Ταγματάρχη Δρακουλαράκου. Σε κριτική που έγινε αργότερα στο χωριό Βελιμάχι για την επίθεση στη Βλασία, αυτή κρίθηκε θετική. Πάντως στο βιβλίο της Στρατιωτικής Διοίκησης Πελοποννήσου «Ο συμμοριτισμός στην Παλοπόννησο 1946-49» αναφέρονται 20 νεκροί από τους αντάρτες και δύο νεκροί από το στρατό. Τις επόμενες ημέρες πληροφορίες που δόθηκαν στον Τύπο της Πάτρας εκ μέρους του Στρατού, αναφέρονται σε εξωφρενικούς αριθμούς. Μιλούν για 152 νεκρούς αντάρτες και δύο νεκρούς από το στρατό, ενώ τις απώλειες των πρώτων τις ανεβάζουν ακόμα και σε 200 νεκρούς. Ειδικώτερα αναφέρονται τούτα: «Το μεσονύκτιον της Πέμπτης προς την Παρασκευήν ηκούσθη έκρηξις χειβομβίδος επί του υψώματος Ερύμανθος το οποίον είχε παγιδευθεί υπό στρατιωτικού τμήματος δια χειροβομβίδων. Αμέσως εδόθη το σύνθημα του συναγερμού, διότι ήτο προφανές πλέον ότι εκεί ευρίσκοντο αντάρται. Περί την 3.30 πρωϊνήν της Παρασκευής ο Διοικητής του Τάγματος ετέθη επί κεφαλής περιπόλου και εξήλθε προς ανίχνευσιν πέραν του υψώματος της μονής Αγίου Νικολάου, όπου όμως εδέχθη ριπάς αυτομάτων όπλων υπό των συμμοριτών. Η περίπολος ήρχισε να βάλλη, συμπτυσσομένη ταυτοχρόνως ίνα ενωθή μετά του λόχου της. Την 4.05 ακριβώς εξεδηλώθη λυσσώδης επίθεσις κατά του υψώματος Αγίου Νικολάου εξ αποστάσεως 20-30 μέτρων, δεδομένου ότι λόγω του δασώδους της περιοχής οι συμμορίται είχον κατορθώσει να πλησιάσουν πολύ (…)».

Πριν την επίθεση ο Βρεττάκος στην ημερήσια διαταγή του προς τους αντάρτες τονίζει: «Το τάγμα αυτό το έχουμε χτυπήσει δύο φορές και δεν μπορέσαμε να το τσακίσωμε. Τώρα πρέπεινα το διαλύσουμε. Η επίθεσις θ’ αρχίση στις 4.45 και πρέπει στις 5.45 να πέση το Μοναστήρι, όπου η διοίκησις του τάγματος, άλλως η επίθεσις εχάθηκε»…».

Ο Λάζαρης (σ. 223) αναφέρει: «… Έπρεπε συνεπώς το τάγμα του Δρακουλαράκου να συντριβεί ή τουλάχιστον να υποχρεωθεί σε αποχώρηση – και τη σχετική αποστολή ανέλαβε μια ισχυρή αντάρτικη δύναμη, όχι όμως τόσο ισχυρή όσο χρειαζόταν. Συγκεκριμένα την επίθεση κατά του εχθρού ανέλαβαν δύο λόχοι των ανταρτών υπό τον Ετεοκλή Δουμουλάκη και τον Βασ. Κωνσταντόπουλο ή Λύσανδρο, ενώ ένας τρίτος λόχος, υπό τον Κων/νο Παπακωνσταντίνου ή Μπελά, παρέμεινε στις εφεδρείες της διοίκησης, πού τη συγκροτούσαν ο Κων. Κανελλόπουλος, ο Σαρηγιάννης και ο ίδιος ο Στεφ. Γκιουζέλης. Η επίθεση άρχισε τα ξημερώματα και αιφνιδίασε το τάγμα του Δρακουλαράκου, το οποίο έσπευσε να εγκαταλείψει τις περισσότερες θέσεις του – ο κύριος ωστόσο όγκος του με επικεφαλής τον διοικητή του, κατόρθωσε να μπεί στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, το οποίο και μετέτρεψε σε απόρθητο φρούριο. Οι αντάρτες επιχείρησαν με επανειλημμένες εφόδους να καταλάβουν το μοναστήρι, όταν όμως επενέβη η εχθρική αεροπορία, υποχρεώθηκαν, για να μην εκτεθούν στους πολυβολισμούς της, να υποχωρήσουν […]. Οι απώλειες των ανταρτών στη μάχη της Βλασίας υπήρξαν σημαντικές. Οι νεκροί ήταν οπωσδήποτε λιγότεροι από 152, που ισχυρίζεται ο Κων. Καραλής[3], αλλά σαφώς περισσότεροι από 16, που ισχυρίζεται ο Αρ. Καμαρινός[4]. Ο αντίπαλος είχε υποστεί μικρότερες απώλειες – τουλάχιστον όμως 13 νεκρούς, όπως φανερώνουν άλλωστε οι ισάριθμοι τάφοι στρατιωτών, που βρίσκονται στο μοναστήρι[5]…».

Η μονή είχε μετόχι στα Αγιοβλασίτικα Δύμης, και στα κτήματα της μονής (πρώην κτήματα Σαήδ αγά) είχαν εγκατασταθεί μερικοί οι οποίοι τα επεξέτειναν σε βάρος δασικών εκτάσεων. Διασώζεται η οικία των μοναχών (το Καλογερικό) στη Σπαρτούλα (οικισμό στα Αγιοβλασίτικα). Είχε περιουσία, 18 ελαιόδντρα και ζώα στο Παυλόκαστρο. Στην εφημερίδα «Φωνή των Καλαβρύτων» αναφέρεται ότι ο εκ Βλασίας Κων/νος Αβραντινής που έμενε στην Πάτρα, προσέφερε 600.000 δραχμές «για να γίνει περιτοίχιση και διαμόρφωση του προαυλίου της ιεράς μονής Αγίου Νικολάου Βλασίας. Το έργο χάρις στις σύντονες παροσπάθειες του καλού Ηγουμένου της Μονής π. Θεοδωρήτου Ζουρνά[;] ήδη εκτελέστηκε και μάλιστα με παραδοσιακή τοιχοποιΐα που κατασκεύασε ο τεχνίτης Θεόδωρος Στουρνάρας. Ο π. Θεοδώρητος με γράμμα του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Πάτρας «Πελοπόννησος» ευχαριστεί τον κ. Αβραντινή και τη σύζυγό του Χρύσα Αβραντινή. Στις ευχαριστίες τους προστίθενται και οι ευχαριστίες όλων των Βλασιωτών./ Γεώργιος Τσαπικούνης».

——————————————————————-

[1] Δημ. Παλαιολογόπουλος: Ο εμφύλιος πόλεμος στην επαρχία Καλαβρύτων 1946-1949.-Εκδόσεις Παρασκήνιο.

[2] Αλ. Τσιγκούνη: Ο Συμμοριτισμός στην Πελοπόννησο- Αθήνα 1961

[3] «Κων. Καραλή, ό.π., τ. Β΄».

[4] «Αρ. Καμαρινού, ό.π.».

[5] «Δημ. Παλαιολογόπουλου, ό.π.».

Σημείωση: Για τις πηγές και τη χρήση του παραπάνω κειμένου καθώς και όσων προηγήθηκαν, ισχύουν όσα στο πρώτο μέρος έχω αναφέρει. Για ευνόητους λόγους δεν αναγράφω επακριβώς εδώ τις πηγές και όχι από έλλειψη εκτίμησης στους πνευματικούς δημιουργούς.

Το πλήρες κείμενο παρατίθεται στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων»

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s