Το λεύκο.

Ήταν δεν ήταν μια σπιθαμή το βλαστάρι, η παραφυάδα, που είχε ξεπροβάλλει από τη σχισμή της τεράστιας πλάκας, στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού σε υψόμετρο πάνω από 1.000 μέτρα. Το παραπούλι αυτό, προερχόταν από τις υπόγειες ρίζες ενός μεγάλου λεύκου που άπλωνε τα κλαδιά του και με το παχύ και πυκνό φύλλωμά του σκίαζε την πετρόστρωτη αυλή του σπιτιού. Τον ίσκιο του; το θρόισμα των φύλλων; ή τη δροσιά του;. Τι να πρωτοθυμηθώ; Το μικρό αυτό βλασταράκι λοιπόν είχε καταφέρει να φυτρώσει εκεί που τίποτα άλλο από το φυτικό βασίλειο δεν θα μπορούσε και γεμάτο ζωή πλέον αντίκρυζε τον ήλιο και απολάμβανε τη δροσερή αύρα του βουνού. Ήταν τόσο τρυφερό με τα φωτεινά και απαλά χρώματα στα ντελικάτα του φύλλα! Σκόπευε να φτάσει, ίσως και να ξεπεράσει σε ύψος και ζωηράδα το γεννήτορά του. Η πέτρα όμως και η περιορισμένη σχισμή της μάλλον δεν θα του το επέτρεπαν. Αλλά αυτό δεν το γνώριζε και πεισματάρικο όπως ήταν είχε ριζώσει εκεί και προσδοκούσε ν’  αναπτυχθεί περίφημα. Γύρω – γύρω και σε άλλες πέτρες είχαν φυτρώσει και άλλες παραφυάδες από το ίδιο λεύκο. Εκεί το έδαφος μόνο πέτρες έχει, χώμα ελάχιστο.

Το «έτερόν μου ήμισυ» το έβαλε στο μάτι, αυτό, εκεί στη σχισμή της πλάκας. Ήταν τρυφερό, πανέμορφο, ένα στολίδι της πέτρας που αισθανόταν ακόμα και την παραμικρή πνοή του ανέμου.

Ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Το πλησίασε, το κοίταξε και έσκυψε, άπλωσε το χέρι της  και το τράβηξε… Την είδα και της φώναξα:

 -Μη, θα το κόψεις!

Αλλά δεν πρόλαβα… Πριν προλάβω να ξαναμιλήσω, το κρατούσε ήδη στο χέρι της… Είχε και λίγη γυμνή ρίζα. Χώμα…  που να βρεθεί;

-Γιατί το ξερίζωσες; τη ρώτησα.

Με κοίταξε με μια φευγαλέα ικανοποίηση.

-Θα το πάρω στην Αθήνα! μου είπε.

-Μέχρι να πάμε στην Αθήνα αυτό θα έχει ξεραθεί! της είπα νευριασμένα.

-Αυτό άστο σε μένα, απάντησε.

Έβρεξε χαρτί, αυτό το χαρτί από το ρολό της κουζίνας, έβαλε και λίγο ψιλό χώμα το έβρεξε κι αυτό, τύλιξε τη λίγη ρίζα του και το έβαλε σε μια πλαστική σακουλίτσα.

Η ζωή αυτού του ντελικάτου βλαστού είχε αφαιρεθεί με ένα βάρβαρο τρόπο και χωρίς λόγο. Αυτό μου δημιούργησε μια ψυχοφθόρο κατάσταση. Η αύρα του βουνού, ο καθαρός αέρας, το οξυγόνο και η προοπτική του να μεγαλώσει και να ξεπεράσει το μεγάλο λεύκο, είχαν πλέον χαθεί γι’ αυτό, είχαν γίνει παρελθόν. Ούτε καν θα μπορούσε να αντιληφθεί που θα βρισκόταν πλέον. Εγώ ήμουν βέβαιος ότι δεν θα άντεχε τις 4 ώρες το ταξίδι της επιστροφής, μέσα στις λαμαρίνες του αυτοκινήτου και κάτω από τις αυγουστιάτικες αχτίνες του ήλιου.

Όταν φτάσαμε στην Παιανία, το βλασταράκι αυτό είχε πλέον μαραθεί και σε λίγες ώρες τα ντελικάτα φύλλα του έπεσαν και αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας απερίσκεπτης ενέργειας.

Αυτό το γυμνό βλασταράκι, που είχε μείνει μια λεπτή βεργούλα, δεν το ξαναείδα. Πέρασαν οι καλοκαιρινοί μήνες, πέρασε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη. Μια μέρα μου λέει η σύζυγός μου:

-Έλα να δεις!

Και πήγα και έμεινα άφωνος. Κάτι άλλαξε μέσα μου, μια ελπίδα πέρασε από μπρος μου και το μήνυμά της ήταν «Ίσως…».

-Βλέπεις το λευκάκι; μου είπε.

– Μα πώς;   Αυτό δεν είχε ξεραθεί;… Είναι σίγουρα το λευκάκι που φέραμε από τα «βουνά»;

-Ναι! Αυτό είναι! Πέταξε φυλλαράκια.  Θα το αφήσω στη γλάστρα, που το έχω φυτέψει από την ημέρα που το φέραμε και μετά, μόλις ξεπεταχθεί, θα το μεταφυτεύσουμε σε άλλο μέρος.

Δεν το πίστευα. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ήξερα βέβαια ότι είχε αγάπη στα φυτά και στα λουλούδια και ότι είχε μεγάλη πείρα γύρω απ’ αυτά, αφού φρόντιζε αρκετά στη βεράντα του σπιτιού μας.

Του έβαζε λίπασμα, το πότιζε και το βλασταράκι μεγάλωσε και ζωήρεψε και έκανε πάλι ωραία ντελικάτα φύλλα που ξαναπήραν αυτά τα πρώτα φωτεινά και απαλά χρώματα. Του έλλειπε βέβαια η αύρα του βουνού, ο καθαρός αέρας, η ησυχία και η μοναξιά που πριν κοντά ένα χρόνο απολάμβανε εκεί που γεννήθηκε. Τώρα άκουγε τις μηχανές των αυτοκινήτων να αυξομειώνουν τον ήχο τους, τις κόρνες να αντηχούν παράξενα, τους οδηγούς να στολίζονται μεταξύ τους με τα γνωστά «κοσμητικά επίθετα» και το χειρότερο αντί για οξυγόνο ανέπνεε τα καυσαέρια της λεωφόρου. Αυτό με είχε βάλει σε σκέψεις. Πως μπορούσε να ζει σ’ αυτές τις συνθήκες αυτό που είχε μάθει να ζει αλλιώς; Ίσως η ζωή όπως – όπως, να είναι καλύτερη από το θάνατο; Αυτό το «όπως – όπως» σκέφτηκα ότι θα μπορούσα, ίσως, να το βελτιώσω.

Άνοιξα έναν μεγάλο λάκκο στο πολύ μεγάλο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι. Αγόρασα ειδικό αφράτο χώμα το οποίο ανακάτεψα με κοσκινισμένο κοκκινόχωμα που πήγα και μάζεψα στα αμπέλια και με χώμα από πεύκα και άλλα δέντρα που μάζεψα στη ρίζα του βουνού. Γέμισα το λάκκο και φύτεψα εκεί το λευκάκι. Του έβαλα και ένα στήριγμα ψηλό για το μπόι του, γιατί αυτό το φυτό ήθελα να γίνει μεγάλο, τεράστιο και εύρωστο. Ήταν ένα κομμάτι της πατρίδας μου που το είχα πλέον κοντά μου. Το πότιζα ανελλιπώς, το λίπαινα συχνά και το πρόσεχα καθημερινά. Το φυτό ρίζωσε, μεγάλωσε και το καμάρωνα γιατί αποτελούσε στολίδι στο γυμνό πεζοδρόμιο. Πανέμορφο κεντρικό θέμα σε πίνακα ζωγραφικής με γκρίζο και απροσδιόριστο φόντο. Καθώς μεγάλωνε, φρόντιζα να μεγαλώνω και το άνοιγμα στο πεζοδρόμιο για να υπάρχει χώρος να ποτίζεται και να αναπτύσσεται.

Μερικές φορές μου έλεγε η σύζυγός μου:

-Θυμάσαι το φυτό που φέραμε από το χωριό σου; Που το είχες ξεγραμμένο; Βλέπεις πόσο έγινε;

Πράγματι χαιρόμουν και η ικανοποίησή μου ήταν μεγάλη καθώς το έβλεπα να πασχίζει να ξεπεράσει το ύψος του σπιτιού – περί τα 7 μέτρα -. Απέκτησε πολλά κλαδιά, πυκνά και ωραία φύλλα, ανοιχτού χρώματος σταχτί από την κάτω πλευρά και πράσινου ανοιχτού από πάνω. Πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια και η μόνη σκέψη που με βασάνιζε ήταν ότι τα κλαδιά του πλησίαζαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα. Ήθελα να τα κλαδέψω εγώ, γιατί είχα δει ότι αυτοί που έκαναν αυτή τη δουλειά, ήσαν κυρίως αλλοδαποί, απρόσεχτοι και άγαρμποι.  Δεν πρόλαβα όμως γιατί μια μέρα γυρνώντας από τη δουλειά, είδα αρκετά από τα κλαδιά του κάτω, δίπλα στον κορμό του. Κόπηκε η ανάσα μου. Κοίταξα πάνω και το είδα. Του έλλειπε ένα κομμάτι από την ομορφιά του. Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Δεν πειράζει», σκέφτηκα. «Και εγώ αν τα έκοβα το ίδιο θα αισθανόμουν». Όλα αυτά γινόντουσαν την άνοιξη, όταν είχαν φουντώσει τα νέα φύλλα. Πέταξα τα κομμένα κλαδιά και συνέχισα να το φροντίζω. Άλλη μια φορά αισθάνθηκα πολύ άσχημα όταν φυσούσε δαιμονισμένος αέρας πάνω από 9  μποφόρ και φοβήθηκα πολύ πως θα μπορούσε να μου το ξεριζώσει. Αυτό όμως αποδείχτηκε ότι είχε βαθιές και δυνατές ρίζες.

Προς το τέλος Ιουνίου, ένα μεσημέρι που ο ήλιος έκαιγε και είχε μεγάλη ζέστη, παρατήρησα κάτι πολύ ανησυχητικό στο δέντρο. Τα φύλλα του στην πάνω πλευρά είχαν γεμίσει από μία κολλώδη γυαλιστερή ουσία και είχαν γυρίσει προς τα κάτω. Η κάτω πλευρά ήταν γεμάτη από μαύρα πολύ μικρά ζωύφια, κάτι σαν μελίγκρα. Στεναχωρήθηκα. Πήρα ένα φύλλο και πήγα στο γεωπόνο. Αυτός με αόριστα μισόλογα μου έδωσε να καταλάβω ότι κάτι κακό συνέβαινε στο δέντρο. Μου έδωσε ένα φάρμακο να το ραντίσω. Το δέντρο όμως ήταν πολύ μεγάλο και δύσκολα θα μπορούσα να το φτάσω έως την κορυφή. Αγόρασα ένα μεγάλο κοντάρι, προσάρμοσα ένα μεγάλο λάστιχο στην ψεκαστήρα και αρχικά ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού και ράντισα το μισό. Στη συνέχεια κατέβηκα στη βεράντα και ράντισα όσο μπορούσα απ’ εκεί και στη συνέχεια από το πεζοδρόμιο και το δρόμο ράντισα το υπόλοιπο. Αυτό έγινε τρεις – τέσσερις φορές το καλοκαίρι αυτό, αλλά…. δεν έφερε αποτέλεσμα. Τα φύλλα του δέντρου αρχικά έγιναν σκληρά, κιτρίνισαν, στη συνέχεια συρρικνώθηκαν και γύρισαν προς την κάτω πλευρά και άρχισαν να πέφτουν γεμάτα από την κολλώδη αυτή ουσία. Αλλά και στις πλάκες του πεζοδρομίου είχε  πέσει αυτή η ουσία και δυσκόλευε κάθε περαστικό.

Το δέντρο πλέον είχε αρρωστήσει, υπέφερε και μαζί του και εγώ.

Ρώτησα παντού και όλοι μου έλεγαν ότι δεν υπάρχει τρόπος να το σώσω. Την επόμενη χρονιά πήγα στον «Συνεταιρισμό» και εκεί μου έδωσαν ένα άλλο φάρμακο με το οποίο το ράντισα επτά φορές, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Αποτυχία! Όλοι μου έλεγαν να το κόψω, αλλά δεν ήθελα ούτε να ακούσω αυτή την εκδοχή.

Περί το τέλος Ιανουαρίου, όταν είχαν πέσει τα φύλλα του και λίγο πριν «πετάξει» τα καινούργια, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να το κλαδέψω και ν’ αφήσω μόνο τον κορμό του, ώστε μαζί με τα κομμένα να πετάξω και την ασθένειά του. Αυτό και έκανα. Έκοψα όλα τα κλαδιά του σύριζα στον κορμό ο οποίος έμεινε γυμνός χωρίς ίχνος ζωής πάνω του. Επί πλέον ράντισα πολύ καλά τον γυμνό αυτόν κορμό με τα φάρμακα που μου είχαν υποδείξει τα δύο προηγούμενα χρόνια. Παρ’ ότι δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έβγαζε νέα κλαδιά και φύλλα και ήμουν μάλλον ανήσυχος και απογοητευμένος, αυτό ξαναγεννήθηκε και μάλιστα πιο ζωηρό. Φούντωσε και τα κλαδιά του απλώθηκαν παντού. Το παρατηρούσα καθημερινά. Μια ελπίδα ξαναγεννήθηκε μέσα μου. Αυτή τη χρονιά δεν παρουσίασε κάποιο σύμπτωμα όπως πριν. «Σώθηκε» σκέφτηκα, αλλά θα περίμενα την επόμενη χρονιά. Αυτά τα συμπτώματα, τα προηγούμενα χρόνια, εμφανιζόντουσαν με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού.

Πράγματι, για κακή του τύχη, με τις πρώτες επόμενες ζέστες τα φύλλα άρχισαν να γυαλίζουν και να εμφανίζουν την ίδια κατάσταση των προηγουμένων χρόνων. Τα δάκρυα του φυτού είχαν εμφανιστεί στο φαιοπράσινο πρόσωπό του. Οι ελπίδες μου εξανεμίστηκαν, έσβησαν, και με πόνο ψυχής σκέφτηκα σοβαρά πλέον να το κόψω από τη ρίζα. Δεν τολμούσα όμως να πάρω την απόφαση. Περίμενα μήπως συμβεί κάτι και σωθεί το δέντρο.

Μια μέρα προς το τέλος του Ιουνίου, έπιασε μια καταιγίδα απότομη και ισχυρή και όταν τελείωσε, παρατήρησα ότι, παρά τη ζέστη που υπήρχε και τον ήλιο που έκαιγε, τα φύλλα του δέντρου δεν γυάλιζαν και δεν είχαν πάνω την κολλώδη αυτή ουσία. Είχαν ξεπλυθεί. Περίμενα τις επόμενες ημέρες και το δέντρο ξανάρχισε το γνωστό του δάκρυ. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τη βροχή… Το δέντρο με προσκαλούσε. Έτσι δοκίμασα… Πήρα το λάστιχο και με πίεση και πολύ νερό προσπάθησα να το ξεπλύνω. Όταν τέλειωσα το δέντρο δεν γυάλιζε ούτε την κολλώδη ουσία είχε στα φύλλα του. Αλλά στη συνέχεια παρατήρησα τις επόμενες ημέρες ότι και τα φύλλα του δεν έπεσαν.

Πέρασε καιρός και μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ήξερα το λόγο της συμπεριφοράς αυτής του δέντρου. Όταν το έβλεπα να με καλεί, έσπευδα και ειδικά το καταμεσήμερο, όταν ο ήλιος ήταν εκεί πάνω και τα φύλλα του «ίδρωναν», του έριχνα πολύ νερό με πίεση και αυτό σταματούσε να «δακρύζει» και να γυαλίζουν τα φύλλα του. Δεν έριχνε πιά τα φύλλα, ήταν σχετικά εύρωστο και έβγαζε νέα κλαδιά.

Όμως κάτι άλλο θα έπρεπε να συμβαίνει και το δέντρο παρουσίαζε αυτά τα συμπτώματα. Σκέφτηκα τη γύρω του κατάσταση, την άσφαλτο που έκαιγε και τις πλάκες του πεζοδρομίου που κάλυπταν όλο τον περιβάλλοντα χώρο, την έλλειψη υγρού εδάφους κάτω απ’ αυτά και μια ιδέα πέρασε από το μυαλό μου: «Μήπως χρειάζεται πότισμά; Μήπως δεν βρήκαν οι ρίζες του νερό και βασανίζεται;».

Έτσι άρχισα παράλληλα με το ξέπλυμα των φύλλων, να το ποτίζω. Αυτό άλλαξε αμέσως. Ζωήρεψε, φούντωσε, τα χρώματα των φύλλων του έγιναν λαμπερά και έντονα και ήταν πολύ ωραία να το κοιτάζεις. Έτσι σταμάτησα να του βρέχω τα φύλλα και συνέχιζα μόνο να το ποτίζω για πολλή ώρα, μία φορά την εβδομάδα. Πλέον ζει και αναπτύσσεται χωρίς πρόβλημα εδώ και δυο χρόνια… Είναι το μοναδικό στην περιοχή…

Η σχέση μας τώρα είναι στενά συναισθηματική. Εγω φροντίζω να το ξεδιψάω και εκείνο ανταποκρίνεται ευχαριστώντας με, με τη ζωντάνια του, τα χρώματά του και την ομορφιά του. Έτσι πορευόμαστε πλέον. Είμαι ικανοποιημένος που δεν το θυσίασα, ανακαλύπτοντας ότι με τη φροντίδα μου μπορεί να ζήσει, έστω και σε κατάσταση ημιελευθερίας δηλ. άμεσης εξάρτισης από μένα, έξω από τους κανόνες της φύσης.

 Δεν ξέρω βέβαια πόσον καιρό, ή πόσα καλοκαίρια, θα ζω για να μπορώ να του συμπεριφέρομαι έτσι. Αυτό που ξέρω είναι ότι όσο θα ζώ, αυτό το δέντρο, θα προσπαθήσω να το κρατήσω στη ζωή, να το ποτίζω και αν ξαναχρειαστεί, να το ξεπλένω από τις αρρώστιες του τόπου, που ίσως ξαναζήσει. Δυστυχώς ο τόπος που το φιλοξενεί αποδείχθηκε ξένος και εχθρικός γι’ αυτό. Ελπίζω βέβαια, ότι ίσως και η ίδια η φύση θα του συμπεριφερθεί φιλικά και θα το βοηθήσει, ώστε το «ορεσίβιο» λεύκο να εγκλιματιστεί τελικά στις νέες  συνθήκες του «αστικού» ρυπαρού περιβάλλοντος.

Θ. Τζώρτζης.

 

 

This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s