3. Η «Διευθύντρια»…

Ο Θέμης ο Ρουντάκης γυμνός ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι και περίμενε τη Βούλα. Τον είχε γδύσει πριν μπει στο μπάνιο. Ένας σκελετός, μισός άνθρωπος και είκοσι χρόνια νεώτερός της. Καμιά νεότερή του δε γύριζε να τον κοιτάξει. Απέναντι ακριβώς στη μέση του τοίχου κορνιζαρισμένος, μουσάτος και σοβαρός ο άντρας της τον κοίταζε. Μόνο τον κοίταζε. Δεν τον έβλεπε αφού ήταν σε κομματικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Ο Θέμης γύρισε στα αριστερά. Στην καρέκλα είχε πετάξει τα εσώρουχά της. Μπροστά στον καθρέφτη σε δυο μικρότερες φωτογραφίες αντικριστά ο γιος της κοίταζε την κόρη της. Ο γιος της ήταν φοιτητής σε σχολή Ιχθυοκαλλιέργειας στην επαρχία. Η κόρη συζούσε με έναν αστυνομικό. Όπως του είχε πει η Βούλα ο αστυνομικός είχε κατηγορηθεί από την υπηρεσία του ότι έφερνε αλλοδαπές και τις προωθούσε σε κύκλωμα πορνείας. Τον τσίμπησαν ασφαλίτες αλλά τη  γλίτωσε γιατί στο κύκλωμα ήταν και ο γιος ενός βουλευτή. Ο Θέμης είχε δυο παιδιά μεγάλα. Ο ένας γιος του ήταν μόνιμος στο στρατό, παντρεμένος στη Δράμα. Δεν είχε ακόμη παιδί. Ο άλλος ήταν ταπετσέρης με δικό του μαγαζί. Ήταν και αυτός παντρεμένος και είχε μια κόρη είκοσι μηνών. 

Κοίταξε το ρολόι του. Οχτώ και δέκα.

«Ρε πούστη μου» μονολόγησε «θα δεις που θα έχω προβλήματα με τη δουλειά. Έπρεπε να είμαι εκεί από τις εφτά!».

Η Βούλα βγήκε γυμνή, φάτσα μπροστά του, τινάζοντας τα μαλλιά της πίσω. Το σώμα της και η γενική της εικόνα τον έσπρωχναν να κοιτάξει αλλού. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να περιμένει κάποιος από μια ξετσίπωτη εξηντάρα;

– Έλα ρε αγάπη μου! Έχουμε αργήσει!

– Τι πρόβλημα έχεις ρε άντρα; Έχω κανονίσει να μας χτυπήσουν τις κάρτες. Σύνελθε! Δε θέλω νεύρα!

Δεν πρόλαβε να ξαναμιλήσει εκείνος. Έπεσε πάνω του…. Έκανε σαν πρωτάρα, σαν τρελή. Δε μιλούσαν για δεκαπέντε λεπτά. Τέλειωσαν εξαντλημένοι. Της ζήτησε να φύγουν αλλά εκείνη δεν ήθελε να σηκωθεί. Άναψε ένα τσιγάρο και το έδωσε σε εκείνον. Άναψε και ένα για πάρτη της.

–  Αγάπη, να σου πω κάτι;

–  Τι;

–  Μη σκέφτεσαι και μη φοβάσαι τίποτα. Τους έχω όλους στο χέρι. Δεν πρόκειται να μας πειράξει κανείς. Οι περισσότεροι έχουν περάσει από τη θέση που είσαι τώρα εσύ!

Εκείνος μπλόκαρε. Δεν έπαιρνε και πολλές στροφές… Σάστισε.

–  Δηλαδή έχεις πηδηχτεί μ’ όλους αυτούς;

–  Με τους περισσότερους!

Έσβησε το ακάπνιστο τσιγάρο του και γύρισε προς εκείνη.

–  Και δε μου λες μωρή καριόλα γιατί μου κάνεις την κυρία τόσο καιρό τώρα;

Του έσκασε ένα ανέκφραστο χαμόγελο. Ένοιωθε κυρίαρχη.

–  Μην εκνευρίζεσαι μικρέ. Καλύτερη κυρία στις μέρες μας είναι εκείνη που έχει όποιον θέλει και πετυχαίνει ό,τι θέλει. Εγώ έχω φέρει στα πόδια μου τους περισσότερους.

–  Μα εσύ, απ’ όσα λες, δεν άφησες και κανέναν! της πέταξε αναψοκοκκινισμένος.

–  Ε, πως! έχω κάποιους ακόμα! του απάντησε με ειρωνεία.

–  Α! αλήθεια; Για πες!

–  Ρε άντρα ξέρεις ποιος με εξιτάρει πιο πολύ;

–  Για λέγε, να μάθουμε!

–  Αυτός ο πούστης ο […] !

Πετάχτηκε σαν ελατήριο και στάθηκε στα γόνατά του. Τη βούτηξε από τα μαλλιά. Ήταν έξαλλος.

– Κοίτα, μαζί τελειώσαμε! Άκουσες κωλογύναικο; Μου πουλάς φούμαρα για ψυχολογικά προβλήματα και τέτοια και μου κλαίγεσαι και εγώ σα μαλάκας σε πιστεύω και σε τσοντάρω κι από πάνω και συ πηδιέσαι με τον μισό Οργανισμό; Εσύ μωρή βρομιάρα δεν είσαι γυναίκα, η προσωποποίηση της ξεφτίλας είσαι!

Την άφησε και κατέβηκε από το κρεβάτι. Μπήκε γρήγορα στο μπάνιο.

Εκείνη έμεινε εκεί ακίνητη. Τέλειωσε το τσιγάρο, γύρισε και κάθισε  στο πλάι του κρεβατιού. Σκέπασε με  το μαζεμένο σεντόνι το μπροστινό μέρος του κορμιού της. Σκεφτόταν με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Τα παιδιά στις φωτογραφίες συνέχιζαν να κοιτάζονται! Δεν την έβλεπαν. Μόνο ο μουσάτος του τοίχου την κοίταζε. Περίμενε. Ο  Θέμης βγήκε με τα εσώρουχά του. Πήγε να πάρει το παντελόνι του…

Σήκωσε τα μάτια της και τον κάρφωσε. Είχε ζαρώσει τα πάνω χείλη της και είχε σηκώσει το αριστερό της φρύδι. Φαινόντουσαν οι δύο αυλακιές ανάμεσα στα μάτια, στη ρίζα της μύτης της. Ήταν απαίσια. Φάνταζε σα μάγισσα.

–  Κοίτα να σου πω μεγάλε! Εγώ δε σηκώνω αγριάδες! Πρόσεξε τις επόμενες κινήσεις σου για να μη βρεις το μπελά σου! Ο δικός μου κάνει ότι του λέω. Κοίτα μη βρεθείς στην άλλη άκρη της Ελλάδας! Και να ξέρεις επιβήτορες υπάρχουν πολλοί, ακόμη και πολύ νεώτεροι από σένα!

–  Άντε και χάσου, καριόλα!

Μόλις στα γρήγορα είχε κουμπώσει τη ζώνη του παντελονιού του.

–  Καλαά! Πρόσεξε μόνο σου λέω! Εκείνος άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Εκείνη σηκώθηκε, άφησε το τσαλακωμένο σεντόνι στο κρεβάτι και έσυρε το πλαδαρό της σώμα προς το  μπάνιο.

Υ. Γ.: Ισχύει ότι έχει γραφεί στα προηγούμενα αφηγήματα.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s