Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

2.

Έναρξη της Επανάστασης του 1821: Η 25η Μαρτίου 1821 είναι η ημέρα η οποία επίσημα και ίσως με σκοπό να αποτελέσει μία συνεκτική και συμβολική όλων των γεγονότων της Πελοποννήσου ημερομηνία, με Βασιλικό Διάταγμα[1] της 15/21 Μαρτίου 1838, καθιερώθηκε[2] ως ημέρα έναρξης της επανάστασης[3] και συνεορτασμού με τον Ευαγγελισμό και γι’ αυτό τα αναφερόμενα ως προεπαναστατικά γεγονότα, παρ’ ότι αυτά καθ’ εαυτά αποτελούν πολεμικά επεισόδια έναρξης της επανάστασης και ίσως ήτο ορθότερο να αναφέρονται ως πρωτεπαναστατικά γεγονότα, αφορούν το διάστημα πριν την 25η Μαρτίου.

Ο Φωτάκος αναφέρει: «Όλα αυτά τα κτυπήματα έγιναν από τις 15 έως εις τας 21 Μαρτίου. Εζήτησα να βάλω ημερομηνίαν καθενός, αλλά είναι όλαι ημερομηνίαι ασύμφωνοι περί τούτου, και εγώ δεν ημπόρεσα αυτά να τα μάθω ακριβώς όλα πότε έγιναν διότι δεν μας ήρχοντο αι ειδήσεις ευθύς».

Στη συνέχεια μετά τις 23 Μαρτίου ακολούθησε η ανακοίνωση προς τους Ευρωπαίους, του Αχαΐκού Διευθυντηρίου στην Πάτρα και των Μεσσηνίων[4] στην Καλαμάτα περί της αυτοδιάθεσης των Ελλήνων.

Την έναρξη της επανάστασης ευνόησε και η αποστασία του Αλή Πασά, όστις αρνήθηκε να μεταβεί στην Πύλη διότι θα αποκεφαλιζόταν. Έτσι  (τον Μάϊο του 1820) στάλθηκε εναντίον του ο διοικητής της Πελοποννήσου Χουρσίτ πασάς με χιλιάδες Οθωμανικού στρατού, αποδυναμώνοντας έτσι την Πελοπόννησο και διευκολύνοντας την επανάσταση.

Ο Τούρκος ιστορικός Σανί-ζαντέ Μεχμέτ Αταουλλάχ Εφέντης αναφέρει[5] τα εξής για την εξέγερση των Ελλήνων, αποδίδοντάς την σε υποκίνηση τόσο από το χριστιανικό ιερατείο, όσο και από τα ευρωπαϊκά κράτη[6]: «Οι παπάδες [του έθνους των Ρωμιών] … διαστρεβλώνοντας τις λέξεις και αλλοιώνοντας τους λόγους, κατά τrιν παμπάλαια αξιόμεμπτή τους σννήθεια[7], κυκλοφόρησαν διάφορες φήμες και ερεθιστικές φαντασιώσεις, όπως ότι «Άγγελος κατέβηκε στην Ιερονσαλήμ» ή «Ο Πατριάρχης έμαθε ειδήσεις από το υπερπέραν» [με το μήνυμα] «Νίκη των χριστιανών» και «Εμφάνιση του κράτους των [αρχαίων] Ελλήνων», υποκινώντας έτσι διάφορους αφελείς και αδαείς σε ανταρσία και στάση. Ιδιαίτερα, στις διαβουλεύσεις τrις Ιεράς Συμμαχίας (Santa Alyαnça) ορισμένων συμμάχων κρατών της Ευρώπης είχε αποφασιστεί να αναλάβουν από κοινού τη γενική ελευθερία τον χριστιανικού στοιχείου (umumen millet-i kzristiyan’in serbesiyyetini). Και οι Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης συνεχίζουν: «Τέλος, περιγράφονται επί μακρόν διάφορες ενδείξεις της σχεδιαζόμενης συνωμοσίας για ξεσηκωμό όλων των χριστιανών με υποκίνηση της Ρωσίας[8]. Υποτίθεται, κατά τον Σανί-ζαντέ, ότι από τη στιγμή που δεν ευοδώθηκαν τα σχέδια για έκκληση στην Ιερά Συμμαχία, υπήρχε το σχέδιο να επιτεθούν οι χριστιανοί αιφνιδιαστικά στα μουσουλμανικά καταστήματα των μεγάλων πόλεων και να αποβιβαστούν στρατιώτες στον κόλπο Ξηρού της Θράκης και στο Αϊβαλί· όταν ούτε αυτό το σχέδιο κρίθηκε εφικτό, προκρίθηκε μια ορισμένη μέρα να συγκεντρωθούν σε εκκλησίες και να ξεκινήσουν την επανάσταση. Προς επίρρωση των παραπάνω, ο Σανί-ζαντέ παραθέτει μια σειρά επαναστατικά τραγούδια που κυκλοφορούσαν, αλλά και προφητείες σχετικές με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο[9]. Παρόμοιες φήμες, άλλωστε, μεταφέρει στο έργο του και ο Βαχίτ Πασάς, καϊμακάμης της Χίου και επικεφαλής των στρατευμάτων που διέπραξαν την περίφημη σφαγή το 1822[10]: «Η εμφάνιση της ανταρσίας των Ρωμιών (fitne-i Rum) συνέβη όταν το μιλλέτι των Ρωμιών, από τους ραγιάδες ζιμμήδες (ehl-i zimmet re’ayadan millet-i Rum) παυ κατοικούν στα θεοφρούρητα οθωμανικά εδάφη, υποκείμενοι στον πειρασμό διαβολικών ανθρώπων και στην υποκίνηση καταραμένων μοναχών τοv είδους τους, υπέπεσαν στην πρόθεση να ανορθώσουν τάχα τις τελετές [τη θρησκεία] τον Ιησού. Σύμφωνα με τις διεφθαρμένες απόψεις τους, είχε έρθει ο καιρός να περάσουν στα χέρια των χριστιανών τα ηνία της κτήσης των περιοχών των Ρωμιών και των [αρχαίων] Ελλήνων (bilad-ι Rum ve Yunan), ο καιρός για να περιφέρονται εδώ και κει ελεύθεροι (serbest serbest gezub tozacak) σύμφωνα με τις μαντείες και τους πειρασμούς των παλιών ημερολογίων τους (köhne takvim istihrac ve istidraclarι iktizasιnca). Τι απατηλή ψευδαίσθrιση! Με αυτή τη μάταια πρόθεση και με αυτό το αβάσιμο όνειρο, αυτή η άθλια τάξη (ta’ife-i li’am) ακολούθησε το δρόμο της ανταρσίας και της εξέγερσης. Θεός φυλάξοι, στην αρχή είχαν σvμφωνήσει να βάλουν μια νύχτα από σαράντα πενήντα τόπους ξαφνικά φωτιά στην πόλη της υψηλής βασιλείας, τη θεοφρούρητη μέχρι το τέλος του χρόνου από τη θεϊκή προστασία, και να εξοντώσουν τους μουσουλμάνους σε κάθε τόπο. Με τη χάρη τον Θεού, το σχέδιο έγινε γνωστό και πάρθηκαν μέτρα για να βρουν τιμωρία ο πατριάρχης των Ρωμιών και οι υπόλοιποι αρχηγοί της εν λόγω φυλής (sanadίd-i kavm-ι mersum), όσοι βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, προτού αυτή η φωτιά της ανταρσίας και ο σπινθήρας της αναστάτωσης επιπέσει στις πόλεις και στα χωριά». Οι ίδιοι συγγραφείς (Λαΐου – Σαρηγιάννης, σ. 79-80) παραθέτουν την αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, όστις αναφέρει: «… Στις αρχές της εξέγερσης στη χερσόνησο, όταν φάνηκε ότι η αλαζονεία και ο δόλος των ραγιάδων θα έφερναν αναμφίβολα [μεγάλο] πόλεμο και μάχη και ότι σε κάθε περίπτωση ήταν επείγον και αναγκαίο να επιδειχτεί σύνεση και προφύλαξη, ήταν απαραίτητο και αναπόφευκτο για τη φροντίδα των υποθέσεων του τόπου να μεταφερθούν στο Μοριά και να παραμείνουν εκεί πέντε ή έξι χιλιάδες στρατιώτες προτού ανάψει για τα καλά η φωτιά της ανταρσίας και της διαφθοράς. Για το σκοπό αυτό, οι πρού­χοντες της χερσονήσου επανειλημμένα προειδοποίησαν τον  Σαλίχ Αγά, κεχαγιά[11] του Χουρσίτ Πασά, που εκείνος τον είχε διορίσει καϊμακάμη[12],ότι «το φάρμακο του γεγονότος πρέπει να ληφθεί προτού εκείνο συμβεί».[13]  Ωστόσο, ο εν λόγω αγάς δεν έδωσε σημασία στα λόγια τους, επειδή είχε μολυνθεί από υπεροψία και δεν είχε δύναμη ή ζήλο για να ασχοληθεί με τη διοίκηση των υποθέσεων του τόπου…».

Δεκαετίες πριν του σήμερα, αρκετοί ακόμα και διανοούμενοι, εκμεταλλευόμενοι τα πολλά αυτά γεγονότα άρχισαν με διάφορα βιβλία και δημοσιεύματα να παρουσιάζουν μια διαμάχη σχετικά με το πότε και πού κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 και να προωθούν την αναγνώριση της Καλαμάτας ως την πόλη όπου άρχισε η επανάσταση[14].

Μεταξύ αυτών ήσαν ο Κολονάλος, όστις το 1948 υποστήριξε ότι η Καλαμάτα προηγήθηκε στην έναρξη και των Καλαβρύτων και των Πατρών. Ο Ακαδημαϊκός και καθηγητής Κουγέας το 1957, ο οποίος υποστήριξε το ίδιο για την Καλαμάτα: «Ότι η πρώτη σοβαρά και επίσημος επαναστατική πράξις έλαβε χώραν εις την Καλαμάταν (όπου ήταν παρόντες οι παραπάνω Πρωταθλητές του ιερού μας Αγώνα) την 23 Μαρτίου 1821[15] και όχι εις την Αχαΐαν (τας Πάτρας ή την Αγίαν Λαύραν) την 25 Μαρτίου, ως κοινώς νομίζεται, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως…».[16] Ο Απ. Β. Δασκαλάκης (Τα αίτια και οι παράγοντες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Εν Παρισίοις 1927, σ. 77, υποσημ.) αναφέρει: «… Πράγματι ο Υψηλάντης είχεν ορίσει την 25 Μαρτίου, ως ημέραν γενικής εκρήξεως της Ελληνικής επαναστάσεως, ακριβώς λόγω του συμβολισμού της. Αλλ’ ούτε αυτός ο ίδιος, ούτε άλλος των αρχηγών ετήρησε τούτο, η δ’ επανάστασις εκηρύχθη, αλλαχού επισπευθείσα και αλλαχού επιβραδυνθείσα, αναλόγως των τοπικών συνθηκών και περιστάσεων. Το ότι η ύψωσις της σημαίας της επαναστάσεως εν Αγία Λαύρα, και μάλιστα την 25 Μαρτίου, είναι θρύλος και όχι πραγματικόν γεγονός, ουδεμίαν μας αφήνουν αμφιβολίαν αι σύγχρονοι ιστορικαί πηγαί. Ο Π. Πατρών Γερμανός, όστις φυσικά επί του σημείου τούτου είναι ο μάλλον αρμόδιος, εις τα απομνημονεύματά του, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, όχι μόνον δεν αναφέρει τοιούτον τι, αλλ’ αφηγούμενος πως διεδραματίσθησαν τα πρώτα γεγονότα της Αχαΐας, αφήνει να εννοηθή ότι ουδέποτε έλαβε χώραν. Την 5 Μαρτίου 1821, παρακούσαντες εις την πρόσκλησιν των Τούρκων της Τριπόλεως, οι προύχοντες της Αχαΐας και ο Γερμανός, κατέφυγον μεν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας, αλλ’ απεμακρύνθησαν εκείθεν δια τον φόβον μη συλληφθούν, μεταξύ 10-15 Μαρτίου, χωρίς να λάβουν εισέτι ουδεμίαν οριστικήν απόφασιν. […]. Την 25 Μαρτίου ουδείς ευρίσκετο εις την Λαύραν δια να κηρύξη την επανάστασιν, η οποία άλλωστε είχε ήδη κηρυχθήκαι από της 23 ο μεν Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης κατέλαβον τας Καλάμας και επολιόρκουν όλα τα φρούρια μέχρι της Αρκαδίας, οι δε Γερμανό, Λόντος, Ζαΐμης κ.λ.π. είχον καταλάβει τα Καλάβρυτα και επολιόρκουν ήδη το φρούριον των Πατρών. Ταύτα χάριν της ιστορικής αληθείας. Αλλ’ η ημέρα του Ευαγγελισμού, συμπέσασα πάντως εντός των πρώτων γεγονότων, και επιβληθείσα εις την κοινήν συνείδησιν ωςσυμβολίζουσα εν συσχετισμώ της θρησκευτικής σημασίας της τον όλον αγώνα της Ελληνικής ελευθερίας, δικαίως ωρίσθη ως εθνική εορτή διλα του διατάγματος του 1838…». Ο ίδιος (Δασκαλάκης, σ. 84) αναφέρει: «Από της 16 Μαρτίου ήρχισαν αι εις διάφορα σημεία επιθέσεις των κλεφτών κατά διαφόρων Τούρκων υπαλλήλων και άλλων, πράξεις αι οποίαι άλλοτε θα εχαρακτηρίζοντο απλώς ως ληστείαι, αλλά με την έξαψιν και την ταραχήν, η οποία επεκράτει δικαίως εχαρακτηρίσθησαν ως προμηνύματα της επαναστάσεως. Την 21 Μαρτίου ο διοικητής των Καλαβρύτων Αρναούτογλου τρομοκρατηθείς εκ μιάς τοιαύτης επιθέσεως κλεφτών εκλείσθη εις τους πύργους ως εν εμπολέμω καταστάσει. Τότε οι Πετιμεζάδες συναθροίσαντες όλους τους αφορμήν ζητούντας προς έναρξιν των εχθροπραξιών κλέφτας και λοιπούς οπλοφόρους επολιόρκησαν τους πύργους και εξηνάγκασαν τους Τούρκους να παραδοθούν. Αυτό υπήρξε το πρώτον πολεμικόν επεισόδιον της Ελληνικής επαναστάσεως…».

—————————————————————————————–


[1] «Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής» .

[2] «Ωστόσο, η ιδέα να καθιερωθεί η 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή είχε διατυπωθεί ήδη από το 1834, στο υπόμνημα που είχε συντάξει στα γαλλικά ο Π. Σούτσος [ως σύμβουλος του υπουργού Εσωτερικών Ι. Κωλέττη] και το οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, είχε καταθέσει ως πρόταση για σχέδιο νόμου στον Όθωνα ο Ι. Κωλέττης με τίτλο «περί της καθιερώσεως εθνικών εορτών και δημόσιων αγώνων κατά το πρότυπο εκείνων της αρχαιότητας»*. Ο συντάκτης του Παναγιώτης Σούτσος, Φαναριώτης και οπαδός του «αγγλικού» κόμματος με γαλλική παιδεία, δεν αναφερόταν στη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού κατά την αιτιολόγηση της πρότασής του. Αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή στο ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία και στη συνέχεια στην Αχαΐα, κατέληγε: Η φωτιά της επανάστασης που ξέσπασε έκαψε την Πάτρα στις 22 του ίδιου μήνα [Μαρτίου] και στις 25 ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η 25 Μαρτίου πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως η μέρα της νέας εποχής, πόσω μάλλον που αυτή η μέρα προφητεύονταν από τους καλόγερους του Μεγάλου Σπηλαίου ως η μέρα της αναγέννησης της Ελλάδας και ως τέτοια την φοβούνταν οι Οθωμανοί της Πελοποννήσου και έπαιρναν μέτρα ασφαλείας…**» (Κουλούρη Χριστίνα «Γιορτάζοντες το έθνος εθνικοί επέτειοι στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα» 2012, σελ. 198).

* «Sur l’institution des solennités nationales et des jeux publics à l’instar des ceux del’antiquité», 22 janvier/2 février 1835. Αναδημοσιεύεται ολόκληρο στο Κων. Αθ. Διαμάντης, [Πρότασις καθιερώσεως εθνικών επετείων και δημοσίων αγώνων κατά το πρότυπον των εορτών της αρχαιότητος κατά το έτος 1835, «Αθηνά», Σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τομ. 73, 74 (1972, 1973)] σ. 312-325.

** «Κων. Αθ. Διαμάντης, ό.π., σ. 314. Ο Σούτσος γράφει ότι ο Π.Π. Γερμανός μαζί με τους προεστούς των Καλαβρύτων και του Αιγίου κήρυξαν την επανάσταση στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στις 17 Μαρτίου.».

Το 1836 για να εορτασθεί ο γάμος του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας κόπηκε μία σειρά από δώδεκα αναμνηστικά μετάλλια με κύριο θέμα την Επανάσταση του 1821. Μεταξύ αυτών των μεταλλίων ήταν και ένα, στο οποίο υπάρχει στη μία του πλευρά ανάγλυφη η σκηνή με τον Γερμανό να κρατά τη σημαία και το σταυρό και δύο αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού, γύρω δε να φέρει την επιγραφή: «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ – ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε΄, 3). Στην άλλη δε πλευρά του να εικονίζεται ανάγλυφη η μορφή του Γερμανού χωρίς κάλυμα κεφαλής και γύρω την επιγραφη: «ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ». Το σπανιώτατο αυτό μετάλλιο βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

[3] Ο ίδιος ο Παναγιώτης Σούτσος, στη συλλογή ποιημάτων του με τίτλο «Η κιθάρα», τα οποία εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1835, είχε κάνει μνεία ότι η 25 Μαρτίου ήταν ημέρα εορτής των γενεθλίων της Ελλάδος, στο ομότιτλο ποίημά του: «Η 25 Μαρτίου/ ή/ Τα γενέθλια της Ελλάδος./ Έχομεν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν δεν σφάλλω./ Εις το μέτωπόν σου φως μου! Τι αδάμαντας να βάλλω;/ Ελαφρότερον της πάχνης φόρεσ’ ένδυμα λευκόν/ Ώ σεμνή μου ερωμένη! Ώ του έαρος εικών!/ Της Ελληνικής ετέθη σήμερον αυτονομίας/ η αθάνατος κρηπίς,/ (κ.λ.)…».

[4] Σχετικά με τον Π. Μαυρομιχάλη, του οποίου ο υιός Αναστάσης και ένας εκ των ανεψιών του ο Πανάγος Πικουλάκης* (Τρικούπης, Α΄, 53) ήσαν σταλμένοι στην Τριπολιτσά από τον ίδιο, όστις αρνήθηκε να πάει, και εκρατεύντο φυλακισμένοι, ο Π. Π. Γερμανός (Απομνημονεύματα…, (1900) , 28) αναφέρει, ότι όταν οι συσκεφθέντες στην Αγία Λαύρα, μεταξύ των οποίων και ο Π. Π. Γερμανός ανεχώρησαν για τα μέρη τους, «…εν τοσούτω έγραψαν εις τον Πετρόμπεην και εις τους Δεληγιανναίους και εις άλλα μέρη, δια να ιδούν, τι σκοπόν έχουν [για την έναρξη της επανάστασης], αλλ’ εκείνοι έχοντες εις την Τριπολιτζάν τους συγγενείς των, δεν ετόλμων μηδέ να αναφέρωσι περί τοιούτων πραγμάτων…». Ο Απ. Δασκαλάκης (ό. α. σ. 84) αναφέρει: «… Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον από την άλλην πλευράν της Πελοποννήσου, την Μάνην, εξελίσσοντο εξ’ ίσου σηματικά γεγονότα. Ο ηγεμών της Μάνης Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αν και μεμυημένος εις την εταιρείαν, εδίσταζε δια την κήρυξιν της επαναστάσεως. Ήθελεν ιδίως να εξακριβώση αν ήσαν αληθή τα υπό των αποστόλων της εταιρείας διαδιδόμενα περί Ρωσσικών ενισχύσεων. Προς τούτο απέστειλεν ένα έμπιστόν του εις Πετρούπολιν […]. Τοιουτορτόπως ο μπέης της Μάνης έμεινεν εν απολύτω αγνοία της πραγματικής καταστέσεως. Είχε δε και προσωπικούς λόγους δισταγμού, αφού εις υιός του ευρίσκετο όμηρος της πίστεώς του εις την Κωνσταντινούπολιν. Και οι μεν Φιλικοί δια ν’ αποφύγουν κάθε ζημίαν από το πατρικόν φίλτρον, κατόρθωσαν να τον φυγαδεύσουν. Αλλ’ εν τω μεταξύ ο άλλος υιός του είχε σταλή εις την Τρίπολιν, όπου εκρατήθη αιχμάλωτος…». Περί των ενεργειών του  Π. Μαυρομιχάλη, βλ. και άλλη υποσημ. σε επόμενες σελίδες του παρόντος λ.

*» «Όστις επέστρεψεν μετ’ ολίγον εις Μάνην αδεία της εξουσίας εις εξόπλισιν δήθεν των Μανιατών κατά των κακά βουλευομένων» (Σ. Τρικούπης, Ιστορία…, Α΄, 53, υποσημ. (γ) εις σελ. 318). Βλ. και υποσημείωση σε επόμενη σελ. του ιδίου λ.

[5] Λαΐου Σ. – Σαρηγιάννης Μ. Οθωμανικές αφηγήσεις…, 35 κ. ε.

[6] «Yιlmazer (επιμ.), Sαni-zαde tαrihi, σ. 1082».

[7] «Το λεκτικό του Σανί-ζαντέ (tahrif-i kelam) εδώ υπονοεί την παλιά κατηγορία, στο πλαίσιο της διαθρησκευτικής πολεμικής, ότι οι χριστιανοί διαστρέβλωναν την Αγία Γραφή για να κρύψουν τα προμηνύματα του ερχομού του Προφήτη. Για τη χρήση του επιχειρήματος στην οθωμανική περίοδο βλ. Tijana Krstic, Contested Conversions to Islam: Narratives of Religious Change in the Early Modern Ottoman Empire, Στάνφορντ, Stanford University Press, 2011, σ. 70, 85, 104».

[8] «Yilmazer (επιμ.). Samί-zαde tiirίhi, σ. 1059-1071».

Ο Γιουσούφ Μπέης (σελ. 83) αναφέρει για την καθοδήγηση των Ρώσσων και τις προετοιμασίες του Καποδίστρια: «… ο Καποδίστριας είχε έρθει στο Μοριά αποκλειστικά για να προσελκύσει τους ραγιάδες, να ερεθίσει τα πνεύματά τους και να προκαλέσει στο τέλος κάποια αναστάτωση. […]. Το ότι λίγο αργότερα όλοι οι ραγιάδες σήκωσαν τις σημαί­ες της εξέγερσης και της ανταρσίας, οφείλεται προφανώς στη συνεχή καθοδήγηση των Ρώσων και στο γεγονός ότι ο Καπο­δίστριας ανακατεύτηκε και άναψε τα αίματα στη χερσόνησο. Μάλιστα, είναι γνωστό και καταγεγραμμένο στις παλαιότερες ιστορίες πως κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Μοσχο­βίτες το [11]83 *  οι ραγιάδες του Μοριά διέπραξαν διάφορες προδοσίες και κακοήθειες εναντίον των μουσουλμάνων, δείχνοντας οπαδικό ζήλο και εχθρότητα, παρόλο που η ισχύς και η δύναμή τους ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με αυτή τη φορά. Με λίγα λόγια η τάξη των Ρωμιών είχε εδώ και αρκετό καιρό συνεννοηθεί με τους Μοσχοβίτες και είχαν συνάψει συμφωνία και πάρει σταθερή απόφαση να συνδέσουν  τις τύχες τους, κρατώντας την υπόθεση μυστική ανάμεσά τους για όσο καιρό χρειαζόταν…».

* «1769/1770»

[9] «Στο ίδιο, σ. 1070-1071».

[10] «Maden / Egilmez, Vahid Pasa΄nιn Hayatι, σ. 63-64 (οι εκδότες διαβάζουν be tarίki Rum αντί του προφανώς σωστού batrίki Rumμε κάποια λάθη και ελευθερίες η μετάφραση του Δ. Δανιήλογλου (Απομνημονεύματα πολιτικά τον Βαχίτ Πασά, σ. 52)· συντομευμένο το χωρίο στην έντυπη οθωμανική έκδοση (Vahid Pasa. Tarih-i ναkα-ι Sakιz, σ. 2-3)».

[11] «Kahya-kethίida: εκπρόσωπος και διαχειριστής των υποθέσεων ανώτερου αξιωματούχου».

[12] «Kaimmakam: επίτροπος, τοποτηρητής ανώτερου αξιωματούχου».

[13] «Περσικά στο κείμενο. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι μετά την άλωση της Τριπολιτσάς Οθωμανοί τον διαβεβαίωσαν ότι σε απογραφή του πληθυσμού τον Μάιο του 1821. οι μουσουλμάνοι της πόλης ανέρχονταν σε 34.000 άτομα εκ των οποίων οι 16.000 ήταν στρατιώτες. Βλ. Καvέλλου Δεληγιάvvη Απομvημοvεύματα, τ. Α’, σ. 277. Ο αριθμός των 16.000 στρατιωτών διαφέρει σημαντικά από τους 12.000 που αναφέρει ο Γιουσούφ Μπέη και μάλιστα αναφερόμενος σε ολό­κληρη την Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον Μπαχίρ Εφέντη, όταν ξέ­σπασε η Επανάσταση ο (μουσουλμανικός) πληθυσμός της Τριπολιτσάς ανερχόταν σε 4.000-5.000 κατοίκους- σε αυτούς προστέθηκαν οι μου­σουλμάνοι του Λάλα και των γύρω περιοχών που κατέφυγαν στην τει­χισμένη Τριπολιτσά, ενώ στην πόλη βρίσκονταν επίσης 1.000-2.000 μισθοφόροι Αλβανοί. Οι ικανοί για πόλεμο, ωστόσο, ήταν «μερικές χι­λιάδες», βλ. Yilmazer (επιμ.). Vak’a-niίvis Es’ad Efendi Tarihi, σ. 679. Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει ότι κατά την έναρξη της Επανάστασης υπήρχαν στην Τριπολιτσά 30.000 μουσουλμάνοι. λίγοι χριστιανοί κ, ελάχιστοι εβραίοι, ενώ οι μάχιμοι ήταν 10.000, Τρικούπης, Ιστοpίa τnς Ελλnvικής Επαναστάσεως, τ. Β ‘, σ. 63. Ο μικρός – σε σύγκριση με τις ελληνικές πηγές – αριθμός του οθωμανικού στρατού που δίνουν ο Γιουσούφ Μπέης και Εσάτ Εφέντη σε σύγκριση με τον αριθμό των θυ­μάτων -40.000 και 50.000 κατά τον Γιουσούφ- επιβεβαιώνει ότι στην πόλη είχε μετακινηθεί σημαντικό μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού της χερσονήσου».

[14] Αλλά και στις μέρες μας (2020) και εν όψει των εορταστικών γεγονότων των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, μόλις πριν την αποχώρησή του από τη Δημοκρατία λόγω λήξης της θητείας του, υπέγραψε στις 12 Μαρτίου 2020 τα Προεδρικά διατάγματα 35 και 36 (τεύχος Α΄, Αρ. φύλλου 61), όπου αναφέρονται τα εξής: «2. 35. Καθιέρωση της 17ης Μαρτίου ως δημόσιας εορτής τοπικής σημασίας και ως ημέρα αργίας για τον Δήμο Ανατολικής Μάνης Νομού Λακωνίας. 3. 36. Καθιέρωση της 17ης Μαρτίου ως δημόσιας εορτής τοπικής σημασίας και ως ημέρα αργίας για τον Δήμο Δυτικής Μάνης Νομού Λακωνίας». Εις δε το Π.Δ. 35 στο άρθρο 1 αναφέρεται: «Καθιερώνουμε τη 17η Μαρτίου επέτειο της έναρξης του ενόπλου αγώνα κατά των Τούρκων το έτος 1821, ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας και αργίας για το δήμο Ανατολικής Μάνης νομού Λακωνίας» και στο ίδιο άρθρο του 36 Π.Δ. αναφέρονται τα εξής: «Καθιερώνουμε τη 17η Μαρτίου επέτειο της έναρξης του ενόπλου αγώνα κατά των Τούρκων το έτος 1821, ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας και αργίας για το δήμο Δυτικής Μάνης νομού Λακωνίας». Τα προεδρικά αυτά διατάγματα εκτός του Καλαματιανού, Προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου, υπογράφουν, ο υπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Θεοδωρικάκος, Μανιάτικης καταγωγής γεννηθείς στο Κερατσίνι και ο υφυπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης.

[15] [Όμως: ο Ν. Κ. Σακελλαρόπουλος (Ιστορία…, Α΄, 266) αναφέρει: «…Σπουδαία εδώ μαρτυρία έχουμε από τον οπλαρχηγό Διονύσιο Ευμορφόπουλο [1780-1861) από την Ιθάκη, που ηταν παρών στα γεγονότα. Στα απομνημονεύματά του μεταξύ άλλων γράφει: « … κινήθηκα προς αντάμωση του Λόντου και Ζαΐμη, οι οποίοι βρίσκονταν στο Μέγα Σπήλαιο με πολλούς άλλους, αλλά δεν τους πρόφτασα και μετέβηκα στην Κερπινή και έμαθα τα διατρέχοντα μέχρι εκείνη την ώρα. Το Πρωί ο Λόντος μετέβηκε στη Βοστίτσα, εγώ μετά του Ζαίμη μετέβηκα στον Άγιο Βλάση [Βλασία}, όπου έγινε συγκέντρωση στρατοπέδου. Εκεί έφτα­σαν οι αρχιερείς Γερμανός και Καρνίκης Προκόπιος και ενεργούσαν όλοι με μεγάλη δραστηριότητα. Στις 23 ο Γερμανός ήρθε στην Πάτρα και στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όπου έχει ανεγερθεί και αναμνη­στικό Ηρώο, ύψωσε τη σημαία του Ανδρέα Λόντου και όρκιζε το λαό με την επωδό ελευθερία ή θάνα­τος. .. ». Από τη σπουδαία τούτη μαρτυρία φαίνεται ξεκάθαρα πως οι προαναφερθέντες έφυγαν αμέ­σως μετά την ορκωμοσία με κατεύθυνση στην Πά­τρα, που ήταν ο αντικειμενικός τους σκοπός…».]

[16] «Σ. Β. Κουγέας, Η Μεσσηνιακή επέτειος, εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας», αρ. φ. 3, 20 Μαρτίου 1947».2

Πηγή: «Ιστορικό λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» υπό συμπλήρωση.

Συνεχίζεται…..



This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s