Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

3.

Έναρξη της επανάστασης του 1821. (Συνέχεια από το προηγούμενο).

…. Ο Τάκης Αργ. Σταματόπουλος το 1958, στο βιβλίο «Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο» όπου στη σελίδα 20 εκτός του ότι αναφέρει ότι στην Αγία Λαύρα δεν ύψωσε καμιά σημαία ο Π. Π. Γερμανός, αλλά παραθέτει και γνώμες πολλών άλλων αρνητών του γεγονότος, ο Γιάννης Αναπλιώτης[1] στο βιβλίο του «Αγία Λαύρα (ιστορία και μύθος)» το 1969, όστις στον πρόλογό του αναφέρει ειρωνικά ότι η Αγία Λαύρα ήταν ένας ωραίος θρύλος, ένα γοητευτικό παραμύθι, ένα όνειρο κ.λ., και άλλοι. Όπως αλλού αναφέρει ό Γ. Αναπλιώτης (Αγ. Λαύρα…, 35), την 21η Μαρτίου 1821 στη θέση Φραγκοπήγαδο κοντά στην Καλαμάτα, εφονεύθη από το στρατιώτη του Ηλία Φλέσσα, Δ. Λιανό, ο επίσημος Τούρκος Μουράτης, η δε θυγατέρα αυτού αιχμάλωτη παραδόθηκε στον Αναγνωσταρά και «το περιστατικό τούτο εχρησίμευσεν ως έναυσμα της αμέσως αναφλεχθείσης κατά τα μέρη εκείνα επαναστάσεως[2]». Ο ίδιος αναφέρει επίσης (σ. 46) ότι «… 1. Τα μεμονωμένα επεισόδια που προηγήθηκαν της επίσημης κηρύξεως της Επαναστάσεως του 1821 ήσαν απλούστατα οι προπομποί της… 2. Τα επεισόδια των Καλαβρύτων, που είναι και τα σημαντικώτερα, με συνέχεια και συνέπεια, δεν απορρέουν από τις προθέσεις των συσκεφθέντων στη Λαύρα δεσποτάδων και προεστών. Είναι αυτοσχεδιασμοί κι ενέργειες κλεπτο-φιλικών. Πίσω απ’ αυτές μπορεί να δεί κανείς τη σκιά του Παπαφλέσσα, μα όχι και τις σκιές των «πεφοβισμένων» αρχόντων του Αχαϊκού χώρου, Αυτοί ούτε τις εμπνεύσανε ούτε τις επικροτήσανε αμέσως. Τις δέχτηκαν όπως ο άρρωστος το πικρό γιατρικό. Κι οπωσδήποτε: Δεν έχουν την έννοια επαναστατικού κινήματος.[3] Τη θέση αυτή υποστηρίζει με πολλή πειστικότητα κι ο Δασκαλάκης: «Ως προς τα πρώτα επεισόδια, αποφαίνεται επιθέσεων εναντίον Τύρκων υπό κλεπτών, ή άλλων ενόπλων Ελλήνων, ταύτα πρέπει να θεωρηθούν ως μη έχοντα σχέσιν με την συγκέντρωσιν της Λαύρας, ουδέ προς τα εκτυλιχθέντα εν συνεχεία επαναστατικά γεγονότα εις Καλάβρυτα, Πάτρας, Μεσσηνίαν και αλλαχού της Πελοποννήσου. Εις άλλας περιπτώσεις θα εχαρακτηρίζοντο ως ληστρικαί και ή έστω ηρωϊκαί πράξεις Κλεπτών, συνηθέσταται εις την Ελλάδα επί Τουρκοκρατίας, δικαιολογούσαι την κινητοποίησιν μερικών τουρκικών αποσπασμάτων, ίσως και τον καταλογισμόν ευθύνης εις τους προκρίτους της περιφερείας δια την διασάλευσιν της τάξεως. Αλλ’ υπό τας περιστάσεις εκείνας ορθώς απεδόθη εις ταύτα ιδιαιτέρα σημασία και κατεγράφησαν επιμελώς υπό της ιστορίας ως προανακρούσματα των καθ’ αυτό επαναστατικών γεγονότων…»[4]. Επικαλούμενος δε ο Γ. Αναπλιώτης, τον Φάνη Μιχαλόπουλο (Πότε και πώς εκηρύχθη η Επανάστασις του 1821 – Ένα άγνωστον έγγραφον του Αμβροσίου Φραντζή, εφημ. «Έθνος» Αθ., φ. 25 Μαρτίου 1953) αναφέρεται στη χρονολογική κατάσταση του εγγράφου αυτού του Αμβροσίου Φραντζή, κατά την οποία «Εις Καλάμας υψώθη η ελληνική σημαία δια του Πέτρου Μαυρομιχάλη και λοιπών οπλαρχηγών την 22αν Μαρτίου του 1821[5]…» και «… Εις Καλάβρυτα δια των προυχόντων και των στρατιωτικών Πετιμεζαίων την 24ην Μαρτίου. Εις Κλουκίνας της επαρχίας Καλαβρύτων δια των προκρίτων και λοιπών την 24ην Μαρτίου…». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Αναπλιώτη, ο πίνακας αυτός φτιάχτηκε από τον Αμβρ. Φραντζή μετά την έκδοση του διατάγματος του Όθωνα που όριζε την 25η Μαρτίου ως ημέρα έναρξης της επανάστασης. Και ο Αναπλιώτης (σ. 110) δέχεται την ημερομηνία της 22 Μαρτίου για την Καλαμάτα, και σημειώνει: «Ωστόσο η 24 Μαρτίου, που μας δίνει για τα Καλάβρυτα, σαν μέρα ενάρξεως του επαναστατικού αγώνα στην περιοχή τους, χρειάζεται επαλήθευση κι από τις άλλες πηγές». Καταλήγοντας στον επίλογό του ο Αναπλιώτης (σ. 148) και με μια αποχρώσα δόση ειρωνείας για τους Καλαβρυτινούς αγωνιστές, αναφέρει: «… Αναζητήσαμε την πρώτη ανάσα του Εικοσιένα στο Μοριά. Τον πρώτο βρυχηθμό της Λευτεριάς. Την πρώτη ντουφεκιά που ρίχθηκε κατά της σκλαβιάς. Ενάντια στην Τυραννία. Τ’ αναζητήσαμε όλα αυτά. Μα δεν τα βρήκαμε στη σοφία και στη βιβλική μορφή του σεπτού ιεράρχη Γερμανού. Ούτε στου Ασημάκη Ζαΐμη το κρασοπότηρο. Ούτε στου Σωτήρη Χαραλάμπη το σκουντούφλικο ξεσήκωμα. Ούτε στου Ασημάκη Φωτήλα το ζεστό λυτρωτικό λόγο. Ούτε στο λειτουργικό αχό της ασημένιας καμπάνας της Αγιαλαύρας. Δεν είδαμε στους χρυσοκέντητους κροσσούς του ιερού της λαβάρου της Λευτεριάς την πρώτη αστραπή. Τη βρήκαμε στου Παπαφλέσσα την αποκοτιά και τα ματωμένα ράσα. Στου Γέρου του Μοριά το γερακίσιο μάτι. Στου Πετρόμπεη το ροδαλό καθάριο πρόσωπο – σύμβολο της καινούριας ζωής του Ελληνισμού που μόλις τότε ρόδιζε στον ορίζοντα. Στου Αναγνωσταρά τον παλληκαρίσιο λόγο: «Το δίκαιόν μας θα το πάρωμεν με το χέρι μας». Στου αραποτσούκαλου Νικηταρά το δαμασκί σπαθί. Στου Μητροπέτροβα – παλιού κλέφτη – τη μπαρουτοκαπνισμένη μορφή, Στου Σολιώτη, στων Πετιμεζάδων, στου Αναγνώστη Στριφτόμπολα τα σταυρωτά τα φυσεκλίκια…». Ο Φιλήμων στα προλεγόμενα στα Υπομνήματα του Π. Π. Γερμανού αναφέρει ότι «Τα εις Κατζάναν, Λιβάρτζι και Φενεόν συμβάντα τη 18 και 19 Μαρτίου δεν κανονίζουσιν την κυρίαν εποχήν της Επαναστάσεως, αν και πρόδρομοι ταύτης…». Ο ίδιος (Φιλήμων, τ. Γ΄, σ. 8) αναφέρει: «… Αλλ’ έρχεται συν Θεώ της επαναστάσεως ο σπινθήρ από της 18 Μαρτίου[6] 1821, και ο σπινθήρ ούτος, από του ενός μέχρι του άλλου άκρου της Χερσονήσου και από αυτής επί του Αιγαίου και της στερεάς, μεταδίδει την φλόγα του πολέμου εκείνην, ην αι τοσαύται προσπάθειαι και θυσίαι των Τούρκων, αι τοσαύται κατά γην και κατά θάλασσαν δυνάμεις τούτων, περιέστειλαν μεν κατά μέρη, προϊόντος του χρόνου, ουκ έσβεσαν όμως βόσκουσαν επί εννέα έτη. Τα Καλάβρυτα, πιστή κατά την Μεσημβρινήν Ελλάδα ηχώ του κηρύγματος του Αλεξξάνδρου Υψηλάντου, δίδουσι το σύνθημα. […]. Απόστολοι αληθείς της μεγάλης βουλής του Υψίστου, ο μεν Σωτήριος Χαραλάμπης, βλέπων ζημιώδη πάσαν αναβολήν και συνεπής ων επί τη ιδέα, ην εξέφρασεν εν τη Λαύρα, ενθαρρύνει τον Νικόλαον Σολιώτην. Ούτος δε ενεδρέυων τη 16 Μαρτίου μμετά του Αναγνώστου Κορδή και άλλων εν ταις Πόρταις του Αγριδίου, χωρίου των Κλουκινών, φονεύει τους λεγομένους «γυφτοχαρατζίδας» και τρεις εκ των «εσπάχ» Τριπολίτας Τούρκους, διαβαίνοντας γραμματοφόρους του καϊμακάμου Μεχμέτ Σαλήχ προς τον Χουρσήτ πασσάν. Επίσης εφόνευσε και ετέρους επτά Τούρκους κατά τα πέριξ χωρία Αρφαρά του τμήματος Χασίων. […]. Συγχρόνως [με το κτύπημα του Σολιώτη στις Πόρτες Αγριδίου] οι πέριξ κάτοικοι φονεύουσιν εν τω πλησίον κειμένω χωρίω Βερσοβά άλλους τινάς εκ της Αμφίσσης εις Τρίπολιν μεταβαίνοντας Τούρκους. Παρά τον Σολιώτην δε ο Σωτήριος Χαραλάμπης εισηγήσατο και τω Κωνσταντίνω Πετιμεζά, κεκρυμμένω άχρι τούδε εν τω Μεγασπηλαίω, ίνα εξέλθη και τεθή επικεφαλής των οπλοφόρων των εν ταις Κατσάναις χωρίων Μάζι και λοιπών. Και ούτος μεν ανταπεκρίθη ευθύς μετά του προκρίτου αυτών Κωνσταντίνου Παπαδέου, κατοίκου εν Μάζι. Οι δε δύο ομώνυμοι γέροντες Ασημάκης Ζαΐμης και Ασημάκης Φωτήλας, συντρώγοντες εν τη Κυναίθη, ενθουσιάζονται ο πρώτος παρά του δευτέρου και συγκροτούσι τας φιάλας οίνου ως σημείον χαράς δια την αρχομένην τέως προσβολήν κατά των τυράννων και εν τη Πελοποννήσω. Επικαλούμενος δε βοηθόν τον Θεόν δια του σημείου του σταυρού, ο Ζαΐμης απαγγέλλει προς τον παρ’ αυτώ αρματωλόν και σωματοφύλακα Χονδρογιάννην το πρόσταγμα βάρε![7] Και ούτος τη 18 Μαρτίου ενεδρεύει μετά άλλων εν ταις Κατσάναις κατά την θέσιν Χελωνοσπηλιάς, ίνα προσβάλη τον Σειδή σιπαχήν, Λαλαίον, μεταβάινοντα εκ των Καλαβρύτων εις Τρίπολιν και συνοδεύοντα τον Νικόλαον Ταμπακόπουλον, τραπεζίτην εκ Γόρτυνος. […]». Αλλά ο ίδιος (Δοκίμιον…, τ. Γ΄, 64) αναφέρει: «Περαίνοντες το παρόν περί της επαναστάσεως εν Πελοποννήσω κεφάλαιον, κηρύσσομεν άδικον όλως και ως προς τινα πρόσωπα εν μέρει και ως προς το έθνος εν γένει την ιδέαν, ότι αι πρώται εν Καλαβρύτοις γενόμεναι προσβολαί ήσαν «ληστρικαί… έργον τριών ή τεσσάρων οπλοφόρων ατάκτων».[8] Άδικον μεν δια τα πρόσωπα, διότι απαλλοτριοί από του Σωτηρίου Χαραλάμπου, Ασημάκη Ζαΐμου, Ασημάκη Φωτήλα και άλλων την τιμήν του πρωταθλητού, άδικον δε δια το έθνος, διότι εν άλλαις λέξεσι καταστρέφει εν όλον παρελθόν μεγάλων εργασιών, και παρίστησιν ούτω την επανάστασιν της Πελοποννήσου και επομένως της Ελλάδος απάσης ουχί ως ιδέαν εθνικήν, πραγματοποιουμένην επί τέλους, αλλ’ ως εν σύμβασμα τυχαίον και μικρόν, εξ’ ού αποτέλεσμα μέγα παρήχθη. Εάν αι γενόμαναι εν Καλαβρύτοις προσβολαί ήταν ληστρικαί, οι πρόκριτοι συνελάμβανον βεβαίως, διότι ηδύναντο, «τους τρεις ή τέσσαρας ατάκτους οπλοφόρους» και παρέδιδον τη τουρκική αρχή, ήτις απήτησε μάλιστα τούτο, απαλλασόμενοι δια του τρόπου αυτού της ευθύνης και των περαιτέρω συνεπειών. Ουδενός δε τοιούτου γενομένου, έπεται αναντίρρητος η συστηματικότης των προσβολών αυτών διότι εγένοντο κατά διαταγήν, διότι οι προσβαλόντες ήσαν στρατιώται των προκρίτων, διότι αι προσβολαί σύγχρονοι ενεργήθησαν εν τρισί θέσεσι της αυτής επαρχίας, διότι αμέσως επολιορκήθησαν ο βοεβόνδας και οι λοιποί Τούρκοι των Καλαβρύτων και, επί τέλους, διότι προ των προσβολών μεν τοσαύται εγένοντο συνεννοήσεις, τον πόλεμον αφορώσαι, μετά τας προσβολάς δε η Πελοπόννησος άπασα διηγέρθη ευθύς. Αποτέλεσμα τοιούτον ουδέποτε ηδύναντο φέρειν προσβολαί ληστρικαί και άτακτοι, ουδέ «το έργον τριών ή τεσσάρων ατάκτων οπλοφόρων» ηκολούθει ποτέ η Πελοπόννησος και η Ελλάς άπασα. Ούτε κατ’ ουσίαν άρα, ούτε κατά τρόπον, αν τι τοιούτον εννοείται, ληστρικαί υπήρξαν αι προσβολαί των Καλαβρύτων, ο πρώτος ούσαι σπινθήρ της μεγάλης επαναστατικής πυρκαϊάς κατά την μεσημβρινήν Ελλάδα. Μόνω τω «Μόρα καϊμακάμη» Μεχμέτ Σαλήχ συνεχωρείτο και λέγειν και γράφειν: «Εις τον δρόμον Κατσάναις εβγήκαν μερικοί κλέπται (οι καθ’ ημάς λησταί), και εβάρεσαν μερικούς περαστικούς». Είτε ως εξουσία είτε ως ιδιώται, οι Τούρκοι ωνόμαζον τους επαναστάντα Έλληνας «χιρζίζ γκιαουρλάρ» (κλέπτας απίστους). Ουδείς δ’ αγνοεί των ανθρώπων, ότι, ως έλειπον και ταμεία πλήρη χρημάτων και αποθήκαι πλήρεις όπλων, πολεμοφοδίων και τροφών, ούτως έλειπον εν τοις Καλαβρύτοις και εν πάση άλλη επαρχία και στρατοί συγκροτημένοι και μεγάλοι, όπως επιδεικτικήν επιχειρήσωσι την έναρξιν του πολέμου, και ουχί εκ των ενόντων. Αυτήν ωφείλομεν την δικαιοσύνην υπέρ του πατριωτισμού ανθρώπων, οίτινες εν τοις πρώτοις εξετέθησαν υπέρ των όλων και θυσία η ευγενεστέρα και ιστορικωτέρα προσηνέχθησαν και ήδη και καθ’ όλον τον υπέρ αναεξαρτησίας αγώνα».[9] Αλλά και αυτόν ο Γ. Αναπλιώτης προσπαθεί να αποδομήσει, αναφέροντας (σ. 49 κ. ε.) ότι «η επιχειρηματολογία του Φιλήμονα δε στηρίζεται σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα, αλλά σε παραχαραγμένα και παρερμηνευθέντα συμβάντα…» κ.λ. Την ύπαρξη των προεπαναστατικών γεγονότων ουδείς την αρνείτα, αλλά εξ’ αυτών άλλοι θεωρούν μυθεύματα τα περί της ύψωσης του λαβάρου στην Αγία Λαύρα από τον Π. Π. Γερμανό, και άλλοι ότι τα γεγονότα του 1821 στο Αγρίδι και στα άλλα μέρη της επαρχίας Καλαβρύτων, ήσαν μεμονωμένα και δεν συνιστούν έναρξη επανάστασης, και άλλοι ότι η επίθεση στη Χελωνοσπηλιά είχε ληστρικό χαρακτήρα. Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημονεύματα…, Α΄, 63) αναφέρει ότι: «… Την 22 [Μαρτίου 1821] κινούσιν από την Μάνην ο Θ. Κολοκοτρώνης[10], ο Διονύσιος Τρουπάκης (και Μούρτζινος), ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου (και Αναγνωσταράς), ο Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης, ο Καπιτανάκης, ο Κουμουνδουράκης, και άλλοι Μανιάται και έρχονται εις την Καλαμάταν, όπου ήλθεν επομένως και ο Π. Μαυρομιχάλης. Την 23 έφθασεν εκεί ο,τε Νικηταράς, ο Αρχιμανδρίτης Δικαίος, ο Μητροπέτροβας, ο Κεφάλας και άλλοι από τα πέριξ, και ο αριθμός των υπό τας σημαίας τούτων τε και εκείνων ενόπλων υπερβαίνει τας πέντε χιλιάδας. Οι Τούρκοι παραδίδονται δια συνθηκών. Την 24 εψάλη παράκλησις εις τον Θεόν δια την σωτηρίαν και ελευθερίαν της πατρίδος παρά τον Πάμισον ποταμόν, εχειροτονήθη ο Π. Μαυρομιχάλης αρχιστράτηγος υπό των παρευρεθέντων Ελλήνων, και διεκήρυξεν εν ονόματι του έθνους την επανάστασιν …[παραθέτει ο Σπηλιάδης την διακήρυξη, και συνεχίζει:] Την δε 25 πραγματικώς αρχιστράτηγος ο Θ. Κολοκοτρώνης, παραλαμβάνει τριακοσίους Μανιάτας από τον Μούρτζινον, και κινείται προς τα Μεσόγεια. Ο Νικηταράς τον παρακολουθεί, οι δε άλλοι όλοι στρατεύονται κατά των φρουρίων της Μεσσηνίας, άπαντες δε τουφεκίζουν καθ’ οδόν δια να ενσπείρωσιν αφ’ ενός φόβον και τρόμον εις τους Τούρκους, και αφ’ ετέρου δια να ακούσωσιν ο λαός και να λάβωσι πανταχού τα όπλα, ως και τα έλαβον. Και τοιουτοτρόπως την 25 Μαρτίου του 1821 επανέστη η Πελοπόννησος μετά την 24 του Φεβρουαρίου, καθ’ ήν ο Υψηλάντης διεκήρυξεν εις την Μολδαυίαν την επανάστασιν. Ο δε Πέτρος Μαυρομιχάλης μετά τρεις ημέρας αφ’ ής περιωρίσθησαν εις Τριπολιτσάν οι Αρχιερείς και προεστώτες μεθ’ ών και ο υιός του, γράφει προς την εξουσίαν και ειδοποιεί, ότι οι κάτοικοι της Μεσσηνίας επανέστησαν και συνέρρευσαν υπέρ τας δέκα χιλιάδας εις Καλαμάταν, όπου εκείνος, ως πιστός της βασιλείας μετέβη, και μόλις ηδυνήθη να διασώση τους εκεί ευρισκομένους Οθωμανούς ομού με τον έπαρχον, τους οποίους οι αποστάται απαιτούσι. Γνωμοδοτεί δε να αποδώση[11] η εξουσία τους αρχιερείς και προεστώτας ως και τον υιόν του[12], και ούτω να γενή ανταλλαγή με τον έπαρχον και τους Οθωμανούς της Καλαμάτας. Η εξουσία απαντήσασα τον εξέπληξεν ότι ήτον ύπουλος και επίβουλος…». Όμως φαίνεται ότι η Επανάσταση είχε προδοθεί. Ο Γιουσούφ Μπέης (Λαΐου – Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 94) αναφέρει: «Ο Σεΐχ Νετζίπ Εφέντης, από τους σεΐχηδες της Τριπολι­τσάς, είχε παλιότερα σχέσεις και οικειότητα με κάποιον άπι­στο μανιάτη κλέφτη· προκειμένου να αποσπαστούν πληροφο­ρίες, του έστειλε άνθρωπο και γράμμα.[13]Την τρίτη μέρα επέ­στρεψε ο άνθρωπος με την απάντηση, η οποία διαβάστηκε σε συμβούλιο όπου ήμουν και εγώ και έτσι την κατέγραψα εδώ: «Φίλε μου εφέντη! Το μιλέτι των Ρωμιών είναι στο σύνολό του ομόφωνο και σύμφωνο. Ας ανοίξουν αμέσως οι μουσουλμά­νοι τα μάτια τους. Τόσα λόγια αρκούν· δεν βοηθάει να γράψω γράμμα, και χαιρετώ». Ο Π. Π. Γερμανός (Απομνημονεύματα… (1900), 30-31) αναφέρει:«…Και επειδή πλέον η σκηνή ηνεώχθη, έγραψαν ευθύς οι Αρχηγοί της των Πατρών πολιορκίας αποστείλαντες και ανθρώπους εις τον Πετρόμπεην[14], εις τους Δεληγιανναίους, εις την Γαστούνην και εις άλλα μέρη της Πελοποννήσου, δίδοντες την είδησιν των συμβεβηκότων, και παρακινούντες τους να μην αναβάλλουν τον καιρόν, ότι πλέον άλλη θεραπεία δεν είναι, ότε πρώτοι οι Μανιάται με τον Πετρόμπεη εμβήκαν εις Καλαμάταν, και ηχμαλώτισαν τον εκεί Βοεβόδαν Αρναούτογλουν και άλλους τινάς Τούρκους ευρεθέντας εκεί.[15] Εις δε τα Καλάβρυτα επολιόρκησαν εις τους τρεις πύργους τους εκεί Τούρκους, οίτινες μετ’ ολίγων ημερών αντίστασιν παρεδόθησαν με συνθήκας…»…..

—————————————————————————————————-


[1] Ο Αναπλιώτης (Αγία Λαύρα…, 22) αναφέρει ότι: «Το κτύπημα του Βυτινιώτη τραπεζίτη και φιλικού Νικολή Ταμπακόπουλου και του συντρόφου του Σεϊδή, έπειτα από «χωσιά» στη Χελωνοσπηλιά, είναι καθαρά ληστρική ενέργεια. […]. Οι επαναστάσεις δεν αρχίζουν με ληστείες, αλλά μ’ άλλου είδους κτυπήματα. Και προπαντός: Με παράλληλη διακήρυξη του δικαίου που τα επιβάλλει…».

[2] «Δ. Χ. Δουκάκης, Μεσσηνιακά και ιδία περί των Φαρών και Καλαμάτας, εν Αθήναις 1911, τ. Γ΄, σ. 221. Το φόνο του Μουράτ μνημονεύει και ο Φίνλεϋ. Ο Φραντζής γράφει σχετικά: «Όταν δε έφθασεν (ο Μουράτ) εις το μέρος όπου ήτο η ρηθείσα ενέδρα, τω είπεν ο Νικηταράς. Βρε Τούρκο, άφησε τ’ άρματά σου κι’ έλα εδώ! Ο Μουράτης νομίσας τους λόγους αυτούς ως αστεϊσμόν παρακούσας ώδευσε, πάραυτα δε ο Νικηταράς διέταξε και δι’ ενός πυροβόλου εφόνευσαν αυτόν».».

[3] «Ο Γ. Π. Κρέμος (Νεωτάτη γενική ιστορία, εν Αθήναις 1890, τ. Δ΄, σ. 779) τις χαρακτιρίζει – σωστά – «προοίμια της επαναστάσεως εν Πελοποννήσω». Ο Μέντελσον Βαρθόλδυ (Ιστορία της Ελλάδος, ό. π.π.), «ληστικές επιδρομές και μεμονωμένους φόνους». Ο Μ. Οικονόμου (ό. π.π., σ. 58) «μεμονωμένες και άσχετες» με την Επανάσταση. Ο Άμβρόσιος Φραντζής (ό. π.π., σ. 147) «ακροβολισμούς» που «έγιναν ως υποκεκρυμένοι υπό το πρόσχημα ληστρικού κινήματος, και ουχί δημοσίου γεγονότος αποστατικού». Κι ο Σπ. Τρικούπης (ό. π.π., σ. 59) σαν «μη επαναστατικές».».

[4] «Απ. Β. Δασκαλάκης, Πώς εκηρύχθη η επανάστασις εις την Πελοπόννησον, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1962, σ. 139».

[5] «Η ημερομηνία συμφωνεί απόλυτα με τη μαρτυρία του Γέρου του Μοριά: «Το κίνημά μας έγινεν εις τας 22 Μαρτίου εις την Καλαμάταν. Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους…».».

[6] «Ούτως εξηγείται και περιγραφή τις των κατά την εποχήν ταύτην γενομένων, μηνολογουμένη τη 20 Ιουνίου 1821 εν Ύδρα και αρχομένη ως ακολούθως: «Εις το μέρος των Καλαβρύτων Μαρτίου 18 εκηρύχθη πρώτον η ελευθερία. Έπειτα εις το μέρος Πάτρας και Βοστίτζας…».».

[7] «Το βαρώ, άλλην παρά τοις παλαιοίς έχον έννοιαν, σημαίνει παρ’ ημίν το επιτίθεμαι δι’ όπλων, πολεμώ, θανατόνω».

[8] «Κατά πολύ διέστρεψαν διάφοροι τον νούν του πρώτου εν Καλαβρύτοις κτυπήματος, πικράς προσάψαντες κατηγορίας κατά προσώπων, και εις πολλούς περιπεσόντες παραλογισμούς, τον ένα χείρονα του άλλου. Η προσωπικότης και η πολιτική διαίρεσις ουδ’ αυτής εφείσθη της οφειλομένης δικαιοσύνης εις άνδρας, εκθέσαντας εν τοις πρώτοις και εαυτούς και τέκνα και περιουσίας υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος. Παραιτούμεθα δε πάσης αντιπαραθέσεως και ακριβολογίας επί των πραγμάτων, ίνα μη προσβάλωμεν και ημείς πρόσωπα».

[9] Στο λ. Καλαβρύτων επαρχία, παρατίθενται επί πλέον στοιχεία εκ του Δοκιμίου του Φιλήμονος, περί της ενάρξεως της επαναστάσεως στην επαρχία Καλαβρύτων.

[10] [Στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 είχε φτάσει στη Σκαρδαμούλα της Μάνης (Θ. Κολοκοτρώνης: Διήγ. συμβάντων της Ελλην. φυλής, καταγρ. Γ. Τερτσέτης, επιμ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα, 145.)]

[11] Όπως ο ίδιος ο Σπηλιάδης (Α΄, 65) αναφέρει, οι Τούρκοι κάλεσαν τους δημίους με σκοπό να θανατώσουν τους εγκλείστους αρχιερείς και προεστούς ως και τον υιό του Μαυρομιχάλη, αλλά με την μεσολάβηση του διερμηνέα Σταυράκη στον τοποτηρητή, τον οποίο έπεισε ότι οι φυλακισμένοι δεν θα έπρεπε να πέσουν θύματα των παθών, ο τοποτηρητής διέταξε να αποσυρθούν οι δολοφόνοι, οι δε φυλακισμένοι μετεκομίσθησαν σε άλλον απόκεντρο θάλαμο.

[12] [Ο Π. Πατρών Γερμανός (Υπομνήματα…, 12) αναφέρει: «… Εν τοσούτω, έμβαινον εις την Πελοπόννησον δια του Ισθμού ολίγα Οθωμανικά Στρατεύματα, και ο Καϊμακάμης απεφάσισε να προσκαλέση εις την Τριπολιτζάν τους Αρχιερείς και Προεστώτας, επί τω λόγω, ότι είναι αναγκαίαι υποθέσεις να θεωρηθώσι. Και πρώτον μεν επροσκάλεσε τους Προεστώτας, οι οποίοι ευθύς άρχισαν να εμβαίνουν εις την Τριποιτζάν. Εζητήθη και από μέρους του Πετρόμπεη ένας άνθρωπος, και απέστειλε τον υιόν του Αναστάσιον. Έπειτα έγιμε πρόσκλησις και των Αρχιερέων…»]

[13] «Ο Φιλήμων αναφέρει ότι οι Μανιάτες Κουμουνδουράκης και Καλκαντής είχαν προδώσει το μυστικό της επικείμενης επανάστασης στον Μουσταφά Αγά της Μονεμβασιάς και ότι ενημερώθηκαν σχετικά οι αξιωματούχοι της Τρίπολης. Ενδεχομένως ένας από τους δύο Μα­νιάτες πληροφόρησε σχετικά και τον Σεΐχ Νετζίμπ Εφέντη. Βλ. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο, 1834, σ. 321-323.».

[14] [Αλλά και ο Τούρκος Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου-Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμαν. Αφηγήσεις…, 93) αναφέρει: «Ο Τάταρος που είχε προηγουμένως σταλεί στον Πετρόμπεη, αρχηγό της Μάνης, επέστρεψε φέρνοντας την απάντηση του τελευταίου, η οποία ήταν η εξής: Άκουσα ότι οι κλέφτες και ληστές, των οποίων τα ονόματα αναφέρετε, πέρασαν στο Μοριά και περιφέρο­νται εντός των συνόρων μας. Ενημερώθηκα και από τις αναφορές παυ έφτασαν τώρα ότι εάν πράγματι βρίσκονται σε αυτά τα μέρη, πρέπει να εκδιωχτούν από τα σύ­νορά μας σύμφωνα με τους όρους [που ισχύουν] στη χερσόνησο· είναι λογικό, καθώς τέτοιοι ληστές περιφέ­ρονται στα σύνορά μας κρυφά και φανερά και κυκλοφο­ρούν διάφορες φήμες, να έχει δημιουργηθεί καχυποψία εναντίον μας στις αρχές τον τόπον και της χερσονήσοv. Για την ασφάλεια των κατοίκων, μπορώ να στείλω ως ενέχυρο (ρεxv) το παιδί μοv,* τον γραμματικό μαυ παυ είναι και σvγγενής μαυ, και άλλους πέντε δέκα συγγε­νείς μαυ, να μείνουν εκεί ως εγγύηση. Αν θεωρείτε πως ούτε έτσι υπάρχει ασφάλεια, μόλις φτάσει σχετική δια­ταγή του καϊμακάμη μαζί με γράμματα των προκρίτων της χερσονήσου, να έρθω και προσωπικά ο ίδιος…».]

*«Πρόκειται για τον Αναστάση Μαυρομιχάλη».

Και σε επόμεν σελ. (95) συνεχίζει: «… Όσο για τα λεγόμενα στο γράμμα που είχε φτάσει προηγουμένως από τον αρχηγό της Μάνης, συ­ζητήθηκαν και δεν κρίθηκε αναγκαίο προς το παρόν να ζη­τηθεί να έρθει και ο ίδιος, καθώς υπήρξαν κάποιες αντιρρή­σεις ωστόσο, αποφασίστηκε ότι θα ήταν σκόπιμο να στείλει πράγματι τον γιο του, τον γραμματικό του και κάποιους αν­θρώπους του. Γράφτηκε και στάλθηκε απάντηση, και σε πέντε μέρες πράγματι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Τριπολιτσά ο γιος, ο γραμματικός και κάποιοι άνθρωποί του…».

[15] «Εν τη ώα [ώα=περιθώριο] υπάρχει το εξής σημείωμα γεγραμμένον δι’ άλλης χειρός: «Εδώ πρέπει να προστεθή η από 25 Μαρτίου προκήρυξις του Πετρόμπεη από το μέρος του Έθνους προς τους Χριστιανούς μονάρχας, δι ής παραίστενεν τα αίτια οπού εβίασαν το Έθνος να πιάση τα όπλα και εζήτει την υπεράσπισίν των».».

Πηγή: «Ιστορικο λεξικο της επαρχίας Καλαβρύτων» όπως αυτό επανασυντάσσεται.

Σημείωση: Ισχύει ότι προβλέπει η νομοθεσία γιατα πνευματικά δικαιώματα.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s