Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

6.

(Συνέχεια από προηγούμενα…)

Πως οι Τούρκοι έβλεπαν τα πράγματα…

Οι ημερομηνίες που προσδιορίστηκαν στη συνέλευση αυτή (της Βοστίτσας), για την έναρξη της επανάστασης ήσαν οι εξής: η 25 Μαρτίου ή η 23 Απριλίου του Αγίου Γεωργίου, ή η 21 Μαΐου του Αγίου Κωνσταντίνου και αυτό διότι τις ημερομηνίες αυτές μπορούσαν να γίνουν συγκεντρώσεις λόγω των θρησκευτικών αυτών εορτών.

Όπως ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (Ιστορία της Ελλην. Επαναστ…, 115) αναφέρει, «… οι Έλληνες ίδρυσαν εις πλείστα όσα μέρη μεγάλα και μικρά σχολεία κατά το ευρωπαϊκόν σύστημα (αλά – φράγκα, κατά την έκφρασιν του Δζεβδέτ, όστις εκθέτει ενταύθα τα πράγματα αρκετά συγκεχυμένα), διδάσκοντες εις ταύτα υπό τα όμματα των κρατούντων, ότι οι Έλληνες, έχοντες άλλοτε ένδοξον και μέγα κράτος περιέπεσαν σήμερον εις πενίαν και ταπείνωσιν. Διέδιδον βιβλία και περιοδικά ικανά να εξεγείρουν τα πνεύματα των ραγιάδων, εν γένει δε εγίνοντο πράγματα τα οποία ουδεμία κυβέρνησις θα επέτρεπε. Εις τους ναούς οι παπάδες δεν έκαμνον άλλο παρά να κυρύττουν υπέρ της ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αλλά πάσα έρευνα εις τας εκκλησίας θα εθεωρείτο ως επέμβασις εις τας θρησκευτικάς υποθέσεις. Δεν ηδύνατο άραγε η τουρκική κυβέρνησις να επιβλέπει τα ελληνικά σχολεία; Ηδύνατο και ώφειλε να τα επιβλέπει. Αλλά πως και δια ποίων μέσων; Οι μουσουλμάνοι δεν εγνώριζον την ελληνικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας. Ήτο τότε εποχή φανατισμού και οι σπουδάζοντες ξένας γλώσσας εθεωρούντο άθρησκοι. Θα έπρεπε και η επίβλεψις των σχολείων να γίνεται δια των Φαναριωτών. Αλλ’ οι πλείστοι εξ αυτών ευρίσκοντο εντός της επαναστατικής αυτής κινήσεως. Οι δε Έλληνες δεν ηρκούντο εις την ίδρυσιν σχολείων εις πλείστα όσα μέρη της Τουρκίας, αλλ’ απέστελλον πολλούς νέους εις την Ευρώπην, όπου εσπούδαζον τα επιστήμας και τας τέχνας. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών ελάμβανον ενεργόν μέρος εις τους κατά ζηράν και θάλασσαν πολέμους των ευρωπαϊκών κρατών, τελειοποιούμενοι ούτως εις τα του πολέμου, επανερχόμενοι δε εις την πατρίδα των ήσαν έτοιμοι να χρησιμοποιηθούν εν ανάγκη. Έχοντες δε συχνά σχέσεις μετά των Ευρωπαίων και μιμούμενοι τα ήθη και έθιμά των ήσαν γνωστοί και εξετιμώντο, αναζωπυρούντες την περί τα γράμματα και την φιλοσοφίαν φήμην των αρχαίων Ελλήνων…».

Ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (σ. 156) αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Δζεβδέτ πασά, οι Έλληνες αρχηγοί είχαν σχεδιάσει να επιτεθούν παντού κατά των μουσουλμάνων την νύκτα του Πάσχα[1] και να τους σφάξουν όλους. Αν το κίνημα αυτό δεν είχε επιτυχία θα απέδιδαν τα γεγονότα αυτά στον Αλή πασά Τεπελενλή[2]. Το μυστικό είχαν αναλάβει να το κοινοποιήσουν στις πόλεις και τα χωριά παπάδες[3], οι οποίοι είχαν αρχίσει να ορκίζουν προεστώτες ότι δεν θα εφανέρωναν σε κανένα αυτό το μυστικό πριν παρέλθει ορισμένος χρόνος.

Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα (Νικηφ. Μοσχόπουλο, 102), οι Τούρκοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εγγράφως ζήτησαν από τον Χουρσίτ πασά να στείλει στην Τριπολιτσά επειγόντως 5.000-6.000 στρατό για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενο ξεσηκωμό των Ελλήνων, αλλ’ εκείνος έστειλε από τη Λάρισα όπου βρισκόταν μόνο 300 άνδρες με λίγους αξιωματικούς.

Το αίτημα αποστολής στρατιωτικής δύναμης επανελήφθη μετά από 25 ημέρες, αλλά ο Χουρσίτ απάντησε με τον ταχυδρόμο του «ότι δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλουν ότι, αν εκραγεί το ελάχιστο κίνημα των ραγιάδων, θα στείλει στρατόν, «του οποίου κάθε πετριά θα στοιχίσει έναν άνθρωπον». Εν τω μεταξύ όμως πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα προς περιφρούρησιν της τάξεως εν Πελοποννήσω…». Οι Τούρκοι με έκπληξη διάβασαν αυτή την απάντηση γνωρίζοντες ότι οι Έλληνες ήσαν αριθμητικώς ανώτεροι και μέχρι ο πασάς να στείλει το στρατό που ανέφερε οι Έλληνες θα τους είχαν εξολοθρεύσει. Έτσι το αίτημα αποστολής στρατού επανελήφθη. Και ο Νικηφ. Μοσχόπουλος συνεχίζει: «… Αυτό ήτο, γράφει ο Δζεβδέτ πασάς, το πρώτον λάθος του Χουρσίτ, όστις υπετίμησε τας δυνάμεις του εχθρού. Ο Χουρσίτ ενόμιζεν, ότι οι Έλληνες της Πελοποννήσου ήσαν οι παλαιοί εκείνοι ραγιάδες, οίτινες έκυπτον την κεφαλήν εις εν μόνον νεύμα, ενώ τώρα αυτοί, ετοιμάζοντες μεγάλην επανάστασιν, ήθελον να κερδίσουν καιρόν, προσπαθούντες να εξαπατήσουν την κυβέρνησιν. Όπως προκαλέσουν ακόμα μεγαλυτέραν σύγχυσιν πνευμάτων, ο διερμηνέας της γενικής διοικήσεως του Μωρέως Στεφανάκης και μερικοί από τους προεστώτας, επισκεφθέντες τον τοποτηρητήν του βαλή Σαλίχ Αγάν, ανέφερον προς εξαπάτησιν, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος φυγών εις Ζάκυνθον τα μέσα του 1820, κατά την εποχήν του πρώην βαλή Μωρέως Οσμάν πασά Δζεμπετζή, επροτίμησε την αγγλικήν ιθαγένειαν, ως και οι εκ Καλαβρύτων Πετμεζάς, Χρήστος και Νικηταράς ήλθον εις Πελοπόννησον και ευρίσκονται παρά τω Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μπασμπόγ[4] της Μάνης, και πρέπει να επιβλέπωνται, όπως διαπιστωθεί κατά πόσον ούτοι μένουν πιστοί. Προσέθετον δε ότι συνελήφθη πλαστόν γράμμα του Πετιμεζά προς τον εν Νιαούση ευρισκόμενον πρώην υπηρέτην του, παραγγελλον εις αυτόν να στρατολογήσει εμμίσθους χριστιανούς Αλβανούς και ότι πρέπει να κληθεί ο Πετμεζάς. Προς εξέλεγξιν των πληροφοριών τούτων εστάλησαν ταχυδρόμοι εις τον ηγεμόνα της Μάνης, συγχρόνως κληθείς ο πρώην υπηρέτης του Πετμεζά εις Τρίπολιν και εξετασθείς ενώπιον των Τούρκων προκρίτων, κατέθεσεν, ότι έλαβε πράγματι κάποιαν τοιαύτην επιστολήν, αλλά δεν γνωρίζει τι τρέχει. Επειδή δε επέμενεν αρνούμενος να ομιλήσει, εφυλακίσθη. Εν τω μεταξύ επέστρεψεν ο εις τον ηγεμόνα της Μάνης αποσταλείς ταχυδρόμος κομίσας επιστολήν, εις την οποίαν ελέγοντο τα εξής: «Γενομένων μυστικών και φανερών ερευνών δια τους «ληστάς» περί των οποίων ερωτάτε, διεπιστώθη ότι δεν διήλθον ούτοι δια Πελοποννήσου, είναι δε απίθανον το ότι πέρασαν. Αλλά προς διασκέδασιν των υπονοιών αποστέλλω ως ομήρους τον γραμματέαν μου και δεκαπέντε περίπου εκ των πιστών ανθρώπων μου. Αν και εις αυτό δεν δοθεί πίστις, θα έλθω εκεί ο ίδιος». Επί τούτου μετεκλήθησαν ο υιός του και μερικοί εκ των ανθρώπων του εις Τρίπολιν, όπου και εκρατήθησαν[5].

————————————————————————–


[1] [Το ίδιο υποστηρίζει και ο Τούρκος Γιουσούφ Μπέης σε αφήγησή του, ότι οι άπιστοι «… είχαν αποφασίσει από πριν μεταξύ τους να οργανωθούν από κοινού με τους αντάρτες του Μοριά και τη νύχτα του κόκκινου αυγού [του Πάσχα] να επιτεθούν σε μικρούς και μεγάλους, να πιάσουν τους μουσουλμάνους στον ύπνο της άγνοιας και να τους επιτεθούν ξαφνικά στα σπίτια και στα άλλα μέρη όπου θα βρίσκονταν, με μαζική σφαγή να εξοντώσουν όλους τους μουσουλμάνους και έτσι να πετύχουν τους σκοπούς τους…» (Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννη: Οθωμανικές αφηγήσεις…, 102).]

[2] [Ο ίδιος ο Γιουσούφ Μπέης αναφέρει: «…Είχαν σκεφθεί επίσης το εξής τέχνασμα: αν μέσα στο παραπάνω διάστημα εμφανίζονταν στρατιωτικές ενισχύσεις και διέλυαν τις συναθροίσεις τους, τότε να φορτώσουν όλη την ανταρσία στον Αλή πασά, θυμίζοντας τους ληστές που [υποτίθεται ότι] είχε στείλει στο Μοριά ο Αλή Πασάς για να φέρουν αναστάτωση, όπως είχε συζητηθεί προηγουμένως στη συνάντηση στο ιεροδικείο της Τριπολιτσάς. Με τον τρόπο αυτό θα άφηναν εντελώς κατά μέρος κάθε μοχθηρή πράξη που είχαν ξεκινήσει και θα επέστρεφαν στην προηγούμενη υποταγή τους σώζοντας έτσι τις ψυχές και τα κεφάλια τους…» (Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννη: Οθωμανικές αφηγήσεις…, 103).]

[3] [Ο Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου -Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 87) αναφέρει:«Με τέτοια άτοπα και αδιανό­ητα λόγια και φήμες βρήκαν ευήκοον ους στους ανόητους ραγιάδες. Τόσο πολύ τους τρομοκράτησαν, ώστε μέρα νύχτα, όποτε έβρισκαν ευκαιρία, κρυφά ή φανερά εγκατέλειπαν τους καζάδες και τις πόλεις, ανά δέκα ή δεκαπέντε οικογένειες, και διέφευγαν στα χωριά, για να εγκατασταθούν από κει στα βουνά…». Ο ίδιος σε άλλο σημείο (σελ. 84-86) αναφέρει: «…οι άθλιοι άπιστοι είχαν συμφωνήσει να εκδηλώσουν σε πρώτη ευκαιρία τη φυσική εχθρότητα που υπήρχε στα διεφθαρμένα μυαλά τους και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή με μυστικότητα. Στο πλαί­σιο αυτό, οι πλανημένοι μοναχοί και οι καταραμένοι παπά­δες τους ταξίδευαν κρυφά, τρεις τρεις ή πέντε πέντε, στις μουσουλμανικές πόλεις διάφορων περιοχών, ξεσηκώνοντας τους ραγιάδες των χωριών και των κωμοπόλεων με διάφο­ρα ψέματα και συκοφαντίες για να κρατήσουν κρυφές αυτές τις σφαλερές πράξεις τους χρησιμοποιούσαν την απειλή του αφορισμού σύμφωνα με τις τελετές τους. Στο τέλος, είχαν φυ­τέψει τον σπόρο της ανταρσίας σε όλους τους ραγιάδες και με τον καιρό τούς είχαν μαζέψει όλους στη συνωμοσία τους. Όταν κάποιοι από αυτούς τελικά αποτραβήχτηκαν και απεί­χαν από την προσπάθεια, [οι συνωμότες] σοφίστηκαν τη δια­βολική κακία να σκοτώσουν μυστικά πάνω από εφτακόσιους, άλλους στον ύπνο τους και άλλους με δηλητήριο, όπως μου είπαν κάποιοι έντιμοι αρχηγοί και όπως αποδείχτηκε.* Οι προαναφερθέντες καταραμένοι παπάδες σκορπίστη­καν στην επικράτεια και προσεταιρίστηκαν τους εξέχοντες και επικεφαλής κοτζαμπάσηδες και προύχοντες του Μοριά, κάνοντάς τους μετόχους στο μυστικό και υπαινισσόμενοιτις υπόλοιπες διαβολιές τους…»]

*«Η αναφορά του Γιουσούφ Μπέη σε ιερείς που διέδωσαν την ιδέα της Επανάστασης μπορεί να εκληφθεί είτε ως έχει είτε να θεω­ρήσουμε ότι αναφέρεται στους «ιερείς» της Φιλικής Εταιρείας, ένας από τους βαθμούς των μελών της, οι οποίοι, κατά τον Φιλήμονα, απο­τελούσαν την πλειονότητα της εταιρείας. Υπέρ της δεύτερης εκδοχής συνηγορούν τα παρακάτω: ο Γιουσούφ Μπέης γράφει το κείμενό του αρκετά χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, βασιζόμενος σε πλη­ροφορίες που συγκέντρωσε τόσο κατά τον εγκλείσμό του στο Ναύπλιο όσο -κυρίως- μετά την απελευθέρωσή του και κατά τη διαμονή του στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Τότε πλέον η οθωμανική διοίκηση έχει εμπεριστατωμένη εικόνα των συνωμοτικών ενεργειών που έλαβαν χώρα πριν το 1821. Επιπλέον, η δυνατότητα του Γιουσούφ Μπέη να επικοινωνεί στα ελληνικά, και οι σχέσεις του με κάποιους από τους επαναστάτες ενδεχομένως να τον βοήθησαν να έχει εκ των υστέρων πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση της Επα­νάστασης στην Πελοπόννησο. Επίσης η δράση του αρχιμανδρίτη Γρη­γόριου Δικαίου, του Παπαφλέσσα, ως κατηχητή της Φιλικής Εταιρείας και οργανωτή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, καθώς και η ορμή και ο ενθουσιασμός που τον χαρακτήριζαν δικαιολογούν τα λεγόμενα του Γιουσούφ Μπέη, που αναφέρεται σε ιερείς. Όταν, μάλιστα, ο Παπα­φλέσσας ρωτήθηκε από τον καπουδάν πασά στην Κωνσταντινούπολη σε τι αποσκοπεί περιφερόμενος, απάντησε ότι κατηχεί τους χριστια­νούς (Νικολάου Σπηλιάδη, Απομvημοvεύματα διά να χρησιμεύσωσιv εις τηv vέav ελληvικήv ιστορίαv (1821-1843), τ. Α, Αθήνα, 1972, σ. 9-10). Η αναφορά, μάλιστα, του Γιουσούφ Μπέη στις δολοφονίες ανθρώπων που αποφάσισαν να απέχουν από την ετοιμασία της Επανάστασης ή φανέρωσαν το μυστικό, παραπέμπει στη δράση της Φιλικής Εταιρείας, βλ. Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί τrις Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο, 1834, σ. 151-169, 229-230. Ο αριθμός των εφτακοσίων, όμως, είναι σαφέστατα υπερβολικός- ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Παπαφλέσσα ως τέχνασμα για να πείσει ή και να τρομοκρατήσει τους διστακτικούς προεστούς του Μοριά, και έτσι να μεταφέρθηκε στον Γιουσούφ Μπέη».

[4] «Μπασμπόγ» (σύνθετον εκ του «μπας»=κεφαλή και του «μπογ»=αρχηγός) ωνόμαζον οι Τούρκοι τους ηγεμόνας της Μάνης. Την τουρκικήν αυτήν λέξιν, η οποία σημαίνει «αρχικαπετάνιος», π Τρικούπης γράφει «μπας – μπογούς».

[5] «Ταύτα προσεγγίζουν πολύ όσα γράφει ο Σ. Τρικούπης, τον οποίον έχει υπ’ όψιν του ο Δζεβδέτ πασάς εν μεταφράσει».

[Ο Ν. Σπηλιάδης (Απομνημ. τ. Α΄, 116) αναφέρει ότι ενώ η επανάσταση κάθε ημέρα εκτεινόταν, ο Π. Μαυρομιχάλης ευρισκόμενος στην Καλαμάτα έστειλε στη Τριπολιτσά τον δάσκαλο Γεράσιμο για να διαπιστώσει αν ζούν και σε τι κατάσταση ευρίσκοντο οι εκεί φυλακισθέντες προεστώτες και αρχιερείς, μεταξύ των οποίων ευρίσκετο και ο γιός του. Οι Τούρκοι τον δέχθηκαν αλλά τον παραπλάνησαν. Έβγαλαν από τη φυλακή τους φυλακισθέντες, τους έβαλαν σε ένα δωμάτιο ευπρεπές και του επέτρεψαν να τους επισκεφθεί παρουσία δύο-τριών Τούρκων οι οποίοι γνώριζαν τα ελληνικά. Οι προύχοντες και αρχιερείς κάτω από το φόβο και τις οδηγίες που πιθανόν πήραν από τους Τούρκους του είπαν ότι ώφειλαν ευγνωμοσύνη στους Τούρκους για τις πολλές περιποιήσεις τους. Ο Γεράσιμος διαβεβαίωσε τους Τούρκους ότι ο Π. Μαυρομιχάλης θα έκανε τα πάντα για να σβήσει την πυρκαϊά η οποία είχε φουντώσει και ζήτησε μόλις ησυχάσουν τα πράγματα να γράψουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη αναφέροντες τις εκδουλεύσεις του Μαυρομιχάλη. Επίσης ο Γεράσιμος μετέφερε στους Τούρκους ότι ο Π. Μαυρομιχάλης θα συνεννοείτο με τους Καλαβρυτινούς για ανταλλαγή των αιχμαλώτων Τούρκων που είχαν συλληφθεί στα Καλάβρυτα και εκείνων που ο ίδιος είχε αιχμαλώτους στην Καλαμάτα, με Έλληνες αιχμαλώτους. Οι Τούρκοι υποκρινόμενοι, δέχθηκαν τις προτάσεις του Γερασίμου, τον περιποιήθηκαν και τον «απέπεμψαν φιλοφρόνως» και αμέσως μετά ξανακατέβασαν τους ιερείς και προεστώτες στα μπουντρούμια της φυλακής. Ο Γεράσιμος ανακοίνωσε στο ελληνικό στρατοπεδο ότι ο Μαυρομιχάλης τον έστειλε να προτείνει στους Τούρκους ανταλλαγή των φυλακισθέντων μεταξύ των οποίων και ο γιός του, με αιχμαλώτους Τούρκους της Καλαμάτας και άλλων μερών της Πελοποννήσου.].

[Ο ίδιος (Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα…, τ. Α΄, 127) αναφέρει για την αποφυλάκιση των αρχιερέων και προεστώτων: «… ο Κεχαγιάς [Τούρκος κεχαγιάς του Κιοσέ Μεχμέτ πασά] εισελθών εις Τριπολιτσάν, διέταξε και απεφυλακίσθησαν [μετά από πέντε ή έξη μήνες] οι αρχιερείς και προεστώτες, τους ωμίλησεν με πολλήν ηπιότητα, τους υπεσχέθη εντελή αμνηστίαν, και τέλος τους υπεχρέωσε και έγραψαν εις τας επαρχίας ν’ αφήσωσι τα όπλα, να ζητήσωσι την συγχώρησιν παρά της εξουσίας, και να ησυχάσωσιν εν τη ασφαλεία της ζωής και της ιδιοκτησίας των ως και πρότερον…».]

Πηγή: Το «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» όπως επανασυντάσσεται.

Σημείωση: Τα παραπάνω υπόκεινται στην περί πνευματικών δικαιωμάτων νομοθεσία.

(Συνεχίζεται…)

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s