Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

7.

(Συνέχεια από το προηγούμενο…)

Σημείωση: Τα περισσότερα εξ’ όσων γεγονότων της επανάστασης του 1821 αναφέρω εδώ σε συνέχειες, έχω καταγράψει και παρουσιάζονται και στα ένθετα της εφημερίδας «ΗΜΕΡΑ» με επιμέλεια του κου Παν. Σακελλαρόπουλου. Για εύκολη ανάγνωση και από όσους δεν είναι συνδρομητές της εφημερίδας παρατίθεντε εδώ, ίσως εκτενέστερα λόγω και του περιορισμένου χώρου στο εν λόγω έντυπο.

Οι τούρκοι προσκαλούν τους Αρχιερείς και προύχοντες της Πελοποννήσου στην Τριπολιτσά.

Α.

Οι Τούρκοι είχαν μάθει την κάθοδο του Παπαφλέσσα στο Μωριά, τη μετάβαση του Κολοκοτρώνη στη Μάνη, τη φήμη για μελετωμένη επανάσταση των Ελλήνων απεφάσισαν να καλέσουν τους Αρχιερείς και Προύχοντας της Πελοποννήσου  στην Τριπολιτσά, δήθεν για να ζητήσουν εξηγήσεις, αλλά στην ουσία ήθελαν να τους αποκεφαλίσουν και να ματαιώσουν κάθε πιθανότητα για επανάσταση αυτών.

Αυτοί με πρώτον τον Π. Π. Γερμανό, παρά τις αντιρρήσεις, αρχικά έδειξαν ότι θα μετέβαιναν εκεί και ξεκίνησαν στις 4 (ή κατ’ άλλους 9) Μαρτίου, αλλά καθ’ οδόν τους ενεχειρίσθη από επίτηδες σταλμένον άνθρώπό τους, επιστολή πλαστή, την οποία κατά μία εκδοχή είχε συντάξει ο ίδιος ο Π. Π. Γερμανός, αλλά δήθεν έστελνε Οθωμανός φίλος τους από την Τριπολιτσά, με την οποία τους προειδοποιούσε ότι αν μεταβούν εκεί θα θανατωθούν, αυτοί γύρισαν πίσω, μέσω Καρνεσίου, στα Καλάβρυτα και στην Αγία Λαύρα στις 9 (ή κατ’ άλλους 11-12) Μαρτίου 1821. Ο Π. Π. Γερμανός(Απομηνμονεύματα…(1900), 22) αναφέρει: «… και τέλος πάντων, επ’ ευλόγω προφάσει, να έχωσιν εις Τριπολιτσάν συναγμένους τους τε Αρχιερείς και Προεστώτας, ώστε δοθείσης μικράς αιτίας, να τους φονεύσωσι, και να μηδενισθώσιν οι σκοποί του Έθνους των Ελλήνων, μη όντος οδηγού τινος, άνευ του οποίου οι Λαοί μένουσιν εις αμηχανίαν…». Και όπως στην σελίδα 25 αναφέρει: «… ο Καϊμακάμης απεφάσισε να προσκαλέση εις την Τριπολιτσάν τους Αρχιερείς και Προεστώτας, επί λόγω ότι είναι αναγκαίαι υποθέσεις να θεωρηθώσι…». Εις δε την σελίδα 27 αναφέρει: «… την θ΄ λοιπόν Μαρτίου εκίνησαν όλοι ομού εκ των Καλαβρύτων, αψάμενοι της δια Τριπολιτζάν οδού. Εις δε τον διωρισμένον τόπον απήντησαν τον άνθρωπον με τα γράμματα, εστάθησαν εκεί, τα ανέγνωσαν, εκοινολόγησαν εις όλους τους συνοδοιπόρους με αγανάκτησιν και λύπην τα γραφόμενα, και αμέσως άλλαξαν τον δρόμον, και υπήγαν εις εν χωρίον λεγόμενον Καρνέσι, και εκείθεν έγραψαν εις τους εν Τριπολιτζά Αγάδες και Προεστώτας με επίτηδες ταχυδρόμον…. Μετά δε την αποστολή του ταχυδρόμου έμειναν εκεί την νύκτα εκείνην. Την δε επιούσαν ημέραν [10 Μαρτίου] μετέβησαν εις το Μοναστήριον της Αγίας Λαύρας. Εκεί συσκεφθέντες απεφάσισαν να μη δώσουν αιτίαν τινά…».

Εκεί οι αρχιερείς και προεστοί εικάζεται ότι θα έμειναν μέχρι τις 17 Μαρτίου, ημέρα εορτής του Αγίου Αλεξίου και στη συνέχεια ανεχώρησαν και μετέβησαν σε διάφορα μέρη. Ο Γερμανός και ο Α. Ζαΐμης στα Νεζερά, ο Λόντος στο Διακοφτό, ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο Ασημάκης Φωτήλας και ο Προκόπιος στην Κερπινή. Ο Σωτ. Χαραλάμπης και ο Σωτ. Θεοχαρόπουλος στη Ζαρούχλα.  

Κατά μία εκδοχή του πατρός Γαβριήλ της μονής Ταξιαρχών, όταν οι προύχοντες της Αχαΐας ξεκίνησαν για την Τριπολιτσά, παρ’ ότι ο Αρναούτογλου τους διαβεβαίωσε ότι δεν έχουν να φοβούνται τίποτα, έστειλε κρυφά ένα Τούρκικο απόσπασμα με εντολή να τους πιάσει και δεμένους να τους οδηγήσει στην Τριπολιτσά. Η όμορφη Αϊσέ, που ο πάτερ – Γαβριήλ την λέει, Φατμέ, και αλλού αναφέρεται ως Καχριέ, αγαπημένη του Παναγιωτάκη γιού του Ασημάκη Φωτήλα, η οποία γνώριζε το μυστικό του πατέρα (ή κατ’ άλλους θείου) της Αρναούτογλου, ντύθηκε αντρίκια, καβάλησε ένα άλογο, προσπέρασε το Τούρκικο απόσπασμα, έφτασε τους Προύχοντες στο Χάνι που ήταν κοντά στο χωριό Συρμπάνι και τους αποκάλυψε το μυστικό.

Ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος αναφέρει: «… Προσήλθον και οι εκ των πέριξ κληθέντες προεστώτες. Επειδή δε οι των Καλαβρύτων, της Γαστούνης, της Βοστίτσης και των Παλαιών Πατρών δεν προσήλθον, απεστάλη προς αυτούς ο τατάρης Χασίμ. Εκείνοι όμως απέφυγον να έλθουν.[1] Άλλοι μεν προφασίσθησαν ασθένειαν, μερικοί ανέβαλον την αναχώρησίν των μέχρις ότου φύγουν και οι άλλοι, ενώ ο προεστώς των Καλαβρύτων Σωτήρης[2] απήντησεν εις τον τατάρην: «Δεν είναι δυνατόν να μεταβώμεν εις Τρίπολιν, διότι ήλθε γράμμα[3] από σημαίνοντας μουσουλμάνους, λέγον, ότι άμα φθάσωμεν εκεί θα θανατωθώμεν. Και συ να πάς αμέσως απ’ εκεί που ήλθες». Πράγματι, ο ατυχής – είναι η έκφρασις του Δζεβδέτ – τατάρης ανεχώρησεν, όταν όμως έφθασεν εις δύσβατον χαράδραν, εφονεύθη υπό πεντήκοντα περίπου «ληστών» – ούτως ονομάζει ο Τούρκος ιστορικός τους Έλληνας επαναστάτας – οίτινες επιτεθέντες αφήρεσαν παρ’ αυτού χρήματα του Δημοσίου, τα οποία είχον παραδοθεί εις αυτόν εκ Πατρών…».

Ο Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου -Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 95) αναφέρει: «… Επέστρεψαν και οι άνθρωποι που είχαν σταλεί προηγου­μένως στους κοτζαμπάσηδες και τους δεσπότες για να τους φέρουν [στην Τριπολιτσά].’Εφτασαν οι δεσπότες και οι κοτζα­μπάσηδες του Μυστρά, του Λεονταριού, του Άργους, της Κα­λαμάτας και των υπόλοιπων καζάδων· ωστόσο από τα Καλά­βρυτα, τη Γαστούνη, τη Βοστίτσα και την Παλιά Πάτρα ήρθε μόνο ως πληρεξούσιος ο ταμίας Καλαμογδάρτης και ένας ζιμμής ονόματι Γιώργης: ο δεσπότης και ο πραγματικός κο­τζάμπασης Νικόλαος Λόντος, δεν εμφανίστηκαν, ούτε και οι κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων. Για το σκοπό αυτόν κρίθη­κε αναγκαίο να ξανασταλεί άνθρωπος, και γράφτηκαν επεί­γουσες επιστολές από τον καϊμακάμη, τους [μουσουλμάνους] προκρίτους και όσους κοτζαμπάσηδες ήταν στην Τριπολιτσά. Ο Ιμπραχίμ Πασά-ζαντέ, πρώην καϊμακάμης του Μοριά και βοεβόδας του εν λόγω καζά [ της Τριπολιτσάς]. έγραψε και άλλο ένα γράμμα που περιείχε εγγυήσεις ασφαλείας εκ μέρους του Μουσταφά Μπέη, καπουτζήμπαση της Υψηλής Πύλης, και το έστειλε με τον Τάταρο της ακολουθίας του, Πατρινό Χασίμ. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία ήμασταν περιορισμένοι στην Τριπολιτσά. Για την προετοιμασία και τον ανεφοδιασμό του κάστρου του Ναυπλίου όμως, ήταν αναγκαίο να βρισκόμα­στε μια ώρα αρχύτερα στο εν λόγω κάστρο· με τη γνώμη των προκρίτων και την άδεια του καϊμακάμη πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Μόλις φτάσαμε στο κάστρο, εξηγήσαμε την κατάσταση σε όλους τους κατοίκους και επιδοθήκαμε στην κατασκευή οχυρώσεων. Όταν έφτασε ο Τάταρος Χασίμ, ο οποίος μετέφερε την επείγουσα κλήση για τους κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων και της Παλιάς Πάτρας στον εν λόγω καζά, παρέδωσε τα γράμματα αυτά στους προδότες κοτζαμπάσηδες των Καλα­βρύτων, Σωτήρη Χαραλάμπη και Ασημάκη Ζαΐμη, καθιστώ­ντας τους σαφές ότι έπρεπε να ξεκινήσουν το συντομότερο για την Τριπολιτσά. Εκείνοι εξάρτησαν τον ερχομό τους από το εάν θα ερχόταν επίσης ο δεσπότης και ο κοτζάμπασης της Πάτρας. Όταν ο εν λόγω Τάταρος έφτασε στην Πάτρα, πα­ρέδωσε και διάβασε στον δεσπότη και τον κοτζάμπαση τα γράμματα προς αυτούς εκείνοι, όμως, προσποιήθηκαν τους άρρωστους και προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες. Ο Τάταρος επέστρεψε στα Καλάβρυτα, επιμένοντας ότι οι κοτζαμπάση­δες έπρεπε να ξεκινήσουν για την Τριπολιτσά. Η απάντησή τους ήταν: «Είναι δύσκολο να πάμε στην Τριπολιτσά, γιατί στα γράμματα παν μας έστειλαν κάποιοι μουσουλμάνοι με επιρροή έγραψαν σαφώς ότι, τη στιγμή παν θα φτάσου­με, θα σκοτώσουν είτε εμάς είτε όλους όσους είναι εκεί. Το καλύτερο για σένα είναι να φύγεις μια ώρα αρχύτερα». Έτσι επέμειναν να γυρίσει ο Τάταρος, και τον έστειλαν πίσω με τέτοιο τελεσίγραφο και ανάρμοστη απάντηση. Όταν εκείνος έφτασε στο ρέμα που λέγεται Κατσάνες, πεντακόσιοι άπιστοι του έκοψαν το δρόμο από τα βουνά· μόλις άκουσε τις τουφεκιές και κατάλαβε τι τον περίμενε, προσπάθησε να γυρί­σει πίσω ελπίζοντας να γλιτώσει τη ζωή του, αλλά αυτοί τον κύκλωσαν από μπρος και από πίσω.

Β.

Τα γεγονότα όμως των Καλαβρύτων είχαν ανησυχήσει[4] τους μουσουλμάνους οι οποίοι είχαν αρχίσει να καταφεύγουν στα πλησιέστερα φρούρια. Σ’ αυτό συνέτεινε και το εξής γεγονός: «Την 5ην Μαρτίου 1821 δύο μουσουλμάνοι του Ναυπλίου, ο εκ Λαρίσης Ίμπος και ο Χασάν Χάϊτας, ενώ περιεπάτουν εις την αγοράν, όπου συνηθροίζοντο οι ραγιάδες, εξεκένωσαν υπεροπτικώς τα πιστόλια των. Τότε οι Έλληνες, νομίσαντες ότι ανεκαλύφθη το κίνημα, το οποίον επρόκειτο να εκραγεί την νύκτα του Πάσχα, κατέφυγον αμέσως εντός της πόλεως ενώ οι εις τα βουνά ένοπλοι ραγιάδες, οίτινες ανέμενον την ορισμένην ημέραν, ήρχισαν να εξέρχωνται από τα κρυσφύγετά των[5]. […] Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εξηκολούθουν να αποδίδουν γενικώς τα πανταχού εκδηλούμενα επαναστατικά συμπτώματα εις κινήσεις του Αλή[6] πασά και παίζοντες κωμωδίαν, επεχείρουν να εξαπατούν τους μουσουλμάνους…»[7].

Ο Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου -Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 87) αναφέρει: «… Μόλις το πληροφορήθηκαν οι δικαστές και οι αξιωμα­τούχοι τους [την προετοιμασία της Επανάστασης], προειδοποίησαν αυστηρά όσους έπρεπε, προ­κειμένου να εμποδίσουν αυτά τα τραγικά γεγονότα, ωστόσο ήταν αδύνατο να τα σταματήσουν. Επειδή ήταν απολύτως αναγκαίο να προληφθεί αυτός ο κίνδυνος, συγκλήθηκε συμ­βούλιο στο ιεροδικείο της Τριπολιτσάς, της έδρας των βαλή­δων, με τη συμμετοχή των προκρίτων της χερσονήσου, των εμπόρων και όσων από τους επικεφαλής των ραγιάδων ήταν παρόντες στην πόλη: του κοτζάμπαση της Τριπολιτσάς Σωτή­ρη Κουγιά, του κοτζάμπαση της Καρύταιvας παπα-Αλέξη, του κοτζάμπαση του καζά του Άγιου Πέτρου Πανούλη, του κοτζά­μπαση του καζά του Μυστρά Αναγνώστη Κοπανίτσα, και με­γάλου πλήθους άλλων ανθρώπων. Εκείνο το διάστημα, είχα βρεθεί κι εγώ [Γιουσούφ Μπέης] ο φτωχός στην εν λόγω πόλη για τις δουλειές μου, και συμπτωματικά έφτασα στο ιεροδικείο. Έψαχναν να βρουν ποιοι ήταν εκείνοι που άναψαν τη φωτιά της ανταρσί­ας, ποιος είναι δηλαδή ο αίτιος των φημολογιών που ακού­γονταν. Οι πρόκριτοι απευθύνθηκαν στους προαναφερθέντες επικεφαλής [των ραγιάδων] ως εξής: «Όλοι θέλουμε και πρέπει να πάρουμε τα κατάλλη­λα μέτρα και να τιμωρήσουμε τους αιτίους, γιατί αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει τους κατοίκους του τόπου σε αγωνία και ανασφάλεια. Τώρα, τη στιγμή που δεν υπάρχει κανένα γεγονός ή ένδειξη ότι οι μουσουλμάνοι έχουν οποιουσδήποτε κακούς σκοπούς για τους ραγιά­δες, και ενώ ο καθένας ασχολείται με τη δουλειά τον, τέτοια αναίτια και κρυφή φυγή των ραγιάδων προκαλεί στους κατοίκους* φρίκη, φόβο και τρόμο».Εκείνοι απάντησαν: «Εμείς δεν έχουμε ιδέα από τέτοιες δουλειές, και δεν επιθυμούμε επ’ ουδενί τέτοιες εξελίξεις. Όλοι μας είμα­στε κατήγοροι όσων είναι αίτιοι τέτοιων αναταραχών. Έχουμε μείνει άναυδοι σχετικά με την αιτία που προ­κάλεσε τέτοια ταραχή· μέρα και νύχτα έχουμε χάσει και εμείς τον ύπνο και την ησυχία μας. Δεν περιμένουμε καμία ενέργεια εκ μέρους των ραγιάδων της χερσονή­σου που να μη συνάδει με την οφειλόμενη υποτέλεια». Στο τέλος της συζήτησης, ο κοτζάμπασης του καζά της Καρύταινας Θοδωράκης** πήρε ξανά το λόγο και είπε: «εγώ εγγυώμαι και συνομολογώ για τον δικό μου καζά». Με τέτοια ψεύτικα λόγια έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Είπε πάλι κατόπιν: «Το αίτιο και ο λόγος αυτής της αναταραχής πρέπει να προέρχεται μόνο από τα τεχνάσματα και τις απάτες τον Αλή Πασά. Λόyω της πίεσης που δέχτηκε αυτός από την πολιορκία του, θα έστειλε κάποιους επικεφαλής των ληστών τον στο Μοριά για να ξεσηκώσουν ταραχή, ού­τως ώστε το Υψηλό Κράτος να υποθέσει ότι οι ραγιάδες τον Μοριά συνωμοτούν και να στείλει στη χερσόνησο κομμάτι του στρατού που έχει αναλάβει την πολιορκία, με αποτέλεσμα να ελαφρύνει η πίεση εναντίον του. Τίποτε άλλο δεν έχει παρατηρηθεί. Μόνο, για να κα­ταπραϋνθούν οι καρδιές των ανθρώπων, για την ώρα ας συγκεντρώσουμε τους παπάδες των συνοικιών και ας συγκεντρώσουν, κατά τα έθιμά τους, στα μοναστήρια τους ραγιάδες, προειδοποιώντας τους και νουθετώντας τους εναντίον τέτοιων κινήσεων παυ προκαλούν ανησυχία. Αυτό πρέπει να κάνουμε εμείς, επειδή όμως μόνο με δικά μας λόγια και πράξεις δεν θα ηρεμήσει αυτή η κατάσταση πρέπει να παρευρίσκονται και οι υπόλοιποι κοτζαμπάσηδες, καθώς και οι δεσπότες, ούτως ώστε να βρει τέλος η αναταραχή.»*** Αφού τέλειωσε, όλοι επέστρεψαν στην έδρα του πασά· εκ­δόθηκαν οι απαραίτητες διαταγές για να έρθουν στην Τριπο­λιτσά μια ώρα αρχύτερα οι υπόλοιποι κοτζαμπάσηδες και οι δεσπότες, και στάλθηκαν κλητήρες στους διάφορους καζάδες…

* «Όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στους «κατοίκους», εννοεί τους μουσουλμάνους.».

**«Εννοείται ο Θεοδωράκnς Δεληγιάννης».***«Βλ. και Καvέλλοv Δεληγιάvvn Απομvημοvεύματα, τ. Α’, σ. 122-123. Βλ. επίσης Φωτάκου Απομvημοvεύματα, τ. Α,, σ. 51.».

—————————————————-


[1] [Ο Ν. Σολιώτης αναφέρει στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του: «… Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτο έφθασεν η τοιαύτη φήμη εις τας ακοάς των Μωαμεθανών, οίτινες προσεκάλεσαν εις Τριπολιτσάν δια σφοδρών διαταγών τους άρχοντας, προεστώρας και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Επήγαν δε εις Τριπολιτσάν άπαντες εκτός οι ιερείς και προεστώτες των Καλαβρύτων και της Βοστίτσης. Και ούτοι εξεκίνησαν δήθεν δια Τριπολιτσάν μετά των οποίων και εγώ, είχομεν δε μαζί μας και τον παρά του Καϊμακάμη σταλέντα προς συνοδείαν Τάταρην και ένα Δερβίσην προς μαρτυρίαν του πράγματος. Εφθάσαμεν εις Καχριά χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων εν Κατσάναις, όπου οι πρόκριτοι είχον προδιατεθειμένον ένα χωρικόν, όστις τους έφερε τα απ’ αυτούς τους ιδίους σχεδιασθέντα γράμματα, ως από μέρους φίλου των πιστού Τούρκου εκ Τριπολιτσάς στελλόμενα, τα οποία έλεγον «αν θέετε την ζωήν σας μην έλθετε τώρα εις Τριπολιτσάν». Ταύτα ποιήσαντες επεστρέψαμεν εις το Μοναστήρι της Αγίας Λάυρας. Εκεί ήλθον γράμματα από τους Δεληγιανναίους λέγοντα: «Μη κινηθήτε, αδελφοί μου, διότι οι αδελφοί μας όντες φυλακισμένοι εις τριπολιτσάν χάνονται». …» (Ελληνική Επανάστασις ή Λεύκωμα Πελοποννησίων 1821-1931 επί τη 100τηρίδι εν Θεσσαλονίκη… Νέα Υόρκη, τ. Α΄, σ. 25-27).]

[2] «Πρόκειται περί του Σωτηρίου Θεοχαροπούλου, όστις έδρασεν επωφελώς προ της Επαναστάσεως ως Φιλικός και κατόπιν κατά την διάρκειαν αυτής».

[3] [Για το πλαστό αυτό γράμμα, τα προηγηθέντα και εκδοχή για τις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες, βλ. στο Ιστορικο Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων, λ. Δαφαλιάς Αθανάσιος, υποσημ.]. [Ο Σπηλιάδης (τ. Α΄, 26) περιγράφει ως εξής τα γεγονότα: «… εξεκίνησαν τέλος [οι προεστοί] συνοδευόμενοι από τα παληκάρια των Χριστιανούς τε και Τούρκους, από τε τον κομιστήν της διαταγής του Πασιά ταχυδρόμον και από τινα Δερβίσην, και καθ’ οδόν απαντώνται εις το χωρίον Καστριά των Καλαβρύτων την 9 του Μαρτίου από πεζοδρόμον (υπό των ιδίων επ’ αυτώ τούτω διωρισμένον), εκ Τριπολιτσάς τάχα ερχόμενον, και κομίζοντα επιστολήν (υπό των ιδίων γεγραμμένην), σταλείσαν δήθεν από φίλον των Οθωμανόν εκ των εν τοις πράγμασι, δι ής ειδοποιούνται ότι θα φονευθώσιν εισερχόμενοι. Τότε δη τον μεν ταχυδρόμον μετά του Δερβίση ως και τα παληκάρια των όσοι Οθωμανοί, αποπέμπουσι, λέγοντες ότι δεν υπάγουσιν εκότες εις την σφαγήν, αφού έγραψαν εις τε τους Τούρκους και εις τους προεστώτας και αρχιερείς ότι, δεν ήξευρον διατί ήθελον εκείνοι να τους φονεύσωσι, και ότι απεφάσισαν ν’ απέλθωσιη εις Κων/πολιν, να ζητήσωσι από τον βασιλέα δικαιοσύνην. Επομένως προσέφυγον εις την μονήν Αγιαλαύρας, όπου πάλιν αποφασίζουσι να μην κινηθώσι, και αν οι Τούρκοι ήθελον τους καταδιώξει, να φύγωσιν εκτός της Πελοποννήσου, ειδέ και ήθελον επιχειρήσει να σφάξωσι τους χριστιανούς, να λάβωσι και αυτοί τα όπλα και να τους κηρύξωσι τον πόλεμον…»]. [Ο Π. Πατρών Γερμανός στα Απομνημονεύματά του αναφέρει: «… έπλασαν γράμματα τινά, γεγραμμένα τάχα εκ της Τριπολιτζάς προς αυτούς παρά τινος φίλου των Τούρκου, ότι μερικοί των προκρίτων αγάδων έπεισαν την Διοίκησιν δια να θανατώση παραλόγως τους σημαντικώτέρους της Πελοποννήσου Έλληνας…» και ο Τούρκος τους καλούσε να μην προσέλθουν γιατί θα θανατωθούν. Το επίπλαστο αυτό γράμμα φέρεται να συνέταξε ο ίδιος ο Π. Πατρών Γερμανός, ο οποίος προσθέτει για τα γράμματα αυτά, ότι όταν τα πήραν οι Αχαιοί ηγέτες στον προκαθωρισμένο τόπο «… εστάθησαν εκεί τα ανέγνωσαν, εκοινολόγησαν εις όλους τους συνοδοιπόρους με αγανάκτησιν και λύπην τα γραφόμενα και αμέσως άλλαξαν τον δρόμον και υπήγον εις εν χωρίον λεγόμενον Καρνέους [Καρνέσι]…». Ο Π. Πατρών Γερμανός αναφέρει ότι αυτά τα γεγονότα έγιναν στις 4 Μαρτίου, ενώ ο Αμβρόσιος Φραντζής (Ιστορία…, Α΄, 139) αναφέρει ότι το γράμμα «… το οποίο διελάμβανε τα εφεξής: Φίλοι μου Ανδρέα Ζαΐμη, Σωτ. Χαραλάμπη, Ανδρέα Λόντε, και λοιποί, Μην τύχη και αποφασίσετε να εμβήτε εις Τριπολιτζάν διότι εσάς θα σκοτώσουν προτύτερα από τους άλλους. Εγώ σαν φίλος μπιστεμένος σας δίδω το χαμπέρι (την είδησιν), και, ε ο Θεός και η γης, και το γράμμα μου να το κάψετε. Ταύτα και όχι άλλο. Μαρτίου 8». είχε ημερομηνία 8 Μαρτίου 1821, δόθηκε στις 9 Μαρτίου και είχε κομιστή ταχυδρόμο από το χωριό Σούβαρδο. Ο Ιεράρχης προσθέτει: «… Εκείθεν [από το Καρνέσι] έγραψαν εις τους εν Τριπολιτζά αγάδες και προεστώτας με επίτηδες ταχυδρόμον ότι διευθυνόμενοι δια τα εκεί, κατά την επιταγήν της Διοικήσεως, απήντησαν καθ’ οδόν τα ειρημμένα γράμματα και φοβηθέντες αμποδίσθησαν. Επαραπονούντο δε εις τους αγάδες, διατί ζητούν αδίκως να τους βλάψουν και εν ενί λόγω τους παρεκάλλουν να τους συγχωρήσωσι να μείνωσιν εις τα ίδια και είναι ικανοί οι εις Τριπολιτζάν να θεωρήσωσι κάθε υπόθεσιν…»].

[4] [Ο Φιλήμων (Δοκίμιον, Α΄, 13) αναφέρει: «… η αρχή παρεσκεύαζεν συγχρόνως την αποστολήν και δυνάμεως στρατιωτικής εις Καλάβρυτα, λόγω μεν ίνα καταδιώξη τους κλέπτας και ταραξίας, κυρίως δε ίνα συλλάβη τους αρχιερείς και προκρίτους της Αχαΐας. Πέμψασα δε τα προς αυτούς γράμματα των εν Τριπόλει, διά τινος Χρήστου Χαροκόπου, διηύθυνε συγχρόνως και εις την Γόρτυνα, ήν παρά πάσαν άλλην των ομόρων επαρχιών υπόπτευε, την ακόλουθον διαταγήν, οικίαν και πνεύματι και γλώσση εις τουρκικήν διοίκησιν. Ταύτην καταχωρίζομεν εν τω κειμένω ως πρώτον επίσημον έγγραφον, δι ού βεβαιούται ου μόνον η εποχή του πρώτου εν Καλαβρύτοις κρούσματος, αλλά και το πνεύμα και τα τότε μέτρα της τουρκικής εξουσίας*. «Μεχμέτ Σαλήχ ελέω Θεού** Καπιτζήμπασης και Μόρα Καϊμακάμης. Προς εσάς γέροντες και λοιποί ραγιάδες των χωρίων καζά Καρύταινας, φανερώνομεν, ότι εις τον καζά Καλαβρύτων επάνω εις τον δρόμον Κατζάναις ευγήκαν μερικοί κλέπται, ως επληροφορήθημεν, και εβάρεσαν μερικούς περαστικούς*** και τον Νικολήν Ταμπακόπουλον, εδώ ερχόμενον, και επειδή τούτο το κάμωμα, είναι πολλά εναντίον και εις το γενικον νιζάμι και εις τας υψηλάς βασιλικάς προσταγάς και εις το σουρούτι , οπού με νέζρι χοτζέτια **** είναι δεμένον εις όλους τους καζάδες του Μορέως, δια τούτο έχοντες άγρυπνον πρόνοιαν εις όλα αυτά, εστείλαμεν κατά το παρόν μερικούς εδικούς μας ανθρώπους εις τον καζάν Καλαβρύτων, δια να κτυπήσουν και κυνηγήσουν αυτούς τους κακούργους κλέπτας. Επειδή όμως ενδέχεται αυτοί οι κακότροποι να καταντήσωσι και εις τον εδικόν σας καζάν, ή να φανώσιν αυτού άλλοι τοιούτοι κακούργοι, δια τούτο γράφοντες το παρόν μας μπουγιουρδί σας προστάζομεν σφοδρώς, οπού ως πιστοί και ευπειθείς ραγιάδες, να μην υποφέρετε τους τοιούτους, μήτε να δεχθήτε τελείως κανένα από αυτούς, μήτε κρυφά, μήτε φανερά, μήτε να τους δώσετε ψωμί ή άλλον τίποτε ζαχιρέ, αλλά αμέσως κατά το κοινόν σουρούτι και νιζάμι, άμα οπού φανώσιν εις τα μέρη σας, και εις τον Βοεβόδα του καζά σας να δίδετε είδησιν […] και να τους κυνηγήσετε αυτούς τους αχρείους, ή να τους βαρέσετε, με όποιον τρόπον ημπορείτε, να τους σκοτώσετε και να στείλετε τα μικρά κεφάλια τους εδώ εις το Διβάνι του Μορέως. […]. Και αν με το κυνήγημα και την προθυμίαν σας εξολοθρευθώσιν αυτοί οι κακότροποι, θέλετε ευεργετηθή με την πρέπουσαν ανταμοιβήν. Αν όμως (ό μη γένοιτο!) δεν κατορθωθή τούτο, και εσείς θέλετε υποπέσει εις οργήν, και άλλα περισσότερα ασκέρια είναι ανάγκη να κάμωμεν ταΐνι, και θέλουν σας προξενηθούν βαρειά έξοδα και ζημίαι…/ 1821 Μαρτίου 20 Διβάνι Μωρέως».]

*«Σημειωτέον προσέτι ότι το έγγραφον αυτό, όπερ εύρομεν κατά το 1826 εν Ναυπλίω καλύπτον το στόμιον λυκήθου (λαδικού) ενός παντοπωλείου, χρησιμεύει και ως αναίρεσις επίσημος, όσων τινές έγραψαν εσφαλμένως περί του πρώτου εν τοις Καλαβρύτοις κρούσματος, ισχυριζόμενοι ως ανύπαρκτον, ότι «ο ΣεΙδής Λαλιώτης εβαρέθη εν ταις Καστάναις [Κατσάναις].».

**«Όλα τα έγγραφα των κατά τας ελληνικάς επαρχίας τουρκικών αρχών, και προ πάντων τα διοικητικά, εγράφοντο πάντοτε εν τοιαύτη μιξοβαρβάρω γλώσση δι’ Ελλήνων γραμματέων. Επίσης και οι ιδιώται Τούρκοι ανταπεκρίνντο προς τους ραγιάδες Έλληνας δια τοιαύτης γλώσσης […].».

***«Παρατηρητέον ενταύθα τον τρόπον, δι’ ού η τουρκική αρχή εκφράζεται, σιωπώσα μεν περί του Σεϊδή σιπαχή, αναφέρουσα δε μόνον «μερικούς περαστικούς». Αληθώς , Τούρκος ανήρ ούτε ενόει ποτέ, πώς δύναται κατά του Τούρκου ο κτήνος θεωρούμενος ραγιάς, ούτε ωμολόγει ποτέ, ότι ραγιάς πρεσέβαλε Τούρκον δια των όπλων, αν τι τοιούτον συνάβαινε. Δια τούτο και ο Μεχμέτ Σαλήχ εξ υπερηφανείας ουκ ωνόμασε τον Σεϊδή Σιπαχήν, ίνα μη δείξη, ότι Τούρκος ανήρ έστι προσβλητέος υπό ραγιάδων».

****« «Σουρούτι» εννοείται η τάξις. «Νέζρι χοτσε΄τια» δε εισί τα υποσχετικά εγγραφα των επαρχιών, βεβαιωμένα παρά της λεγομένης υπό των Τούρκων ιεράς Κρίσεως […].».

[5] «Το επεισόδιον αναφέρει ο Τρικούπης (Τόμος Α΄, σελ. 55 της εκδόσεως του 1888) λέγων ότι: «Οι Αργείοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός, εκυριεύθησαν υπό φόβου πεσούσης μιάς μόνον πιστολιάς και μετέφεραν τας οικογενείας των εις το Ναύπλιον».».

[6] Ο ίδιος συγγραφέας (Μοσχόπουλος) μεταφέρει την άποψη του Δζεβδέτ πασά, ο οποίος υποστήριζε ότι: «Όταν εξερράγη η Ελληνική Επανάστασις, έπρεπε να συγχωρηθεί ο Αλή πασάς και να χρησιμοποιηθεί εναντίον ταύτης. Τούτο επρότεινε και ο ίδιος [Αλή Πασάς], και μάλιστα εζήτησεν αμνηστίαν, υπό τον όρον να αποσυρθεί και ιδιοτεύσει εις Πάργαν, οπόθεν πάλιν θα ηδύνατο να παρέχει υπηρεσίας. Αλλ’ ο Χαλέτ εφέντης εξηκολούθει τα «παχειά» λόγια του, ισχυριζόμενος ότι η Επανάστασις αύτη ήτο έργον του Αλή και ότι, αν κατασταλεί το κίνημα του, θα εξέλειπε και η Επανάστασις, ως εκ τούτου δε επέμεινε να τον έχουν υπό πολιορκίαν και επί τέλους τον εθανάτωσαν. […]. Η Ελληνική όμως Επανάστασις δεν εξησθένησε. Απεναντίας οσημέραι ενισχύετο, και τα λόγια του Χαλέτ απεκαλύφθη ότι ήσαν ψεύματα…». Και σε άλλο σημείο (σ. 314) αναφέρει ότι Τουρκική βεζυρική διαταγή καλούσε τους επικεφαλής Τούρκους στην Πελοπόννησο, να καταβάλουν κάθε προσπάθεια όπως «εντός του έτους λήξη η υπόθεσις [της Επανάστασης) της Πελοποννήσου».

[7] Το περιστατικό παραθέτει και ο Τούρκος ιστορικός αφηγητής Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου-Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 101) ως εξής: «…Συσκέπτονταν [οι Ρωμιοί] για να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους μουσουλμάνους, και να έχουν το νου τους. Εκείνοι είχαν αμφιβολίες και το σκέφτονταν. Ωστόσο, σύμφωνα με το ρητό «όταν θέλει ο Θεός κάτι, το προκαλεί»,*και ως δείγμα των κρυφών μυστικών του Θεού, μια Κυριακή, που ήταν η 12n μέρα του εν λόγω έτους,** κάποιοι κάτοικοι του Ναυπλίου ονόματι Γενισεχιρλί Ιμπίς και Χάιτα Χασάν βρέθηκαν για δουλειές τους στο παζάρι της εν λόγω πόλης, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος, ήρθαν στο κέφι και έριξαν μια πιστολιά. Με τη σκέψη να μη δοθεί αφορμή για να φανερωθεί το μοχθηρό σχέδιο των άπιστων ραγιάδων που ήταν μαζεμέ­νοι στο παζάρι, εκείνοι σκόρπιζαν και έφευγαν από την πόλη, ενώ οι οπλισμένοι άπιστοι ληστές που ήταν κρυμμένοι και περίμεναν στα περίχωρα της πόλης φοβήθηκαν, και άρχισαν να κινούνται -θέλοντας και μη- από τις καθορισμένες θέσεις τους και να φανερώνουν τους εαυτούς τους.*** Οι [μουσουλ­μάνοι] κάτοικοι έχασαν κάθε αίσθηση ασφάλειας και άρχισαν να φεύγουν προς το Ναύπλιο· ο κοτζάμπασης του καζά και οι προύχοντες μαζεύτηκαν στο κονάκι του ζαμπίτη και ρώτη­σαν τους κατοίκους ποιος ο λόγος της φυγής τους. Εκείνοι, καθώς είχε γίνει φανερό ότι η συμπεριφορά των ραγιάδων θα οδηγούσε σε ανταρσία και ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχε μείνει δικαιολογία για το θράσος τους να προχωρήσουν σε ανοιχτή εξέγερση, απάντησαν: «να ζούμε μαζί σας στο εξής σημαίνει ότι προτιμούμε να κάψουμε ανοιχτά τις ζωές μας».

* «Αραβικά στο κείμενο».

** «5/17 Μαρτίου 1821. Η ημερομηνία διαφέρει από αυτή που αναφέρεται σε ελληνική πηγή, βλ. επόμενη σημείωση».

***« Για το επεισόδιο αυτό, βλ. Δnμ. Κ Βαρδουνιώτnς, «Η Επανά­στασις εν Άργει», Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον vπό τον εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910, εν Αθήναις 1910, σ. 228: «Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάιντας μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον και εις τας 25 ανεχώρησαν όλοι οι Οθωμανοί διά Ναύπλιον, χωρίς να μείνει κανένας».».

Πηγή: Το Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων.

Σημείωση: Ισχύει ό,τι σε προηγουμενες αναρτήσεις έχω αναφέρει, για περιορισμούς της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων.

(Συνεχίζεται)…

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s