Τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 στην επαρχία Καλαβρύτων.

(Συνέχεια από το προηγούμενο…).

10.

Γεφύρι Αμπίμπαγα, Χελωνοσπηλιά, Φροξυλιά.

Α. Σκιαγραφώντας τον Σωτήρη Παπαδαίο από το Μάζι, ο Φωτάκος αναφέρει τα  εξής: «Ήτον από το χωρίον Μάζι, και υπηρέτησε στρατιωτικώς παρά τω Ανδρέα Ζαΐμη. Πριν δε αρχίσει η επανάστασις και πριν ακόμη βαρέσουν τους Τούρκους εις το Αγρίδι και της Πόρταις οι περί τον Νικολάκην Σολιώτην, ο Σ. Παπαδαίος με τους συντρόφους του Αθανάσιον Φεφέ, Αθανάσιον Κωστόπουλον από το Μάζι, και Γιαννάκην Βύραν από το χωρίον Κρινόφυτα φυλάττοντες τον δημόσιον δρόμον είδον Τούρκον ερχόμενον από τα Καλάβρυτα κατά την θέσιν Πλατανιάν, τον οποίον ετουφέκισαν και εσκότωσαν χωρίς να γνωρίζουν τίνος ήτον. Ύστερον όμως έμαθον, ότι ήτο του Αρναούτογλου διοικητού των Καλαβρύτων, όστις τότε ηκολούθη όπισθεν, και ακούσας τα τουφέκια, και υποπτευθείς εγύρισε πάλιν και έφθασε νύκτα εις τα Καλάβρυτα. Την δε ακόλουθον ημέραν οι Έλληνες έγιναν πολλοί και επήγαν και εφύλατον εις το γεφύρι του Αμπίπαγα ονομαζόμενον[1]. Εκεί δε έπιασαν εξ Τούρκους Αναπλιώτας, τους οποίους έγδυσαν και τους επήραν, ό,τι και αν είχαν, αλλά δεν τους εφόνευσαν, επειδή ο Γεώργιος Πετρούτσος από το χωρίον Ά(ρ)μπουνα εξήτησε τούτο, διότι ένας από τους Τούρκους ήτον ο σπαής του χωριού του. Αφού δε τους παρέλαβε τους έστειλεν εις Ναύπλιον κακώς έχοντας. Ο Σ. Παπαδαίος ευρέθη εις πολλάς μάχας μετά του αδελφού του κατά την πολιορκίαν των Πατρών, εις Λεβίδι, και εις Μεσολόγγιον υπήγε μετά του Ανδρέα Ζαΐμη» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 31).

Επίσης ο Φωτάκος (Απομνημ. σ. 14) αναφέρει: «κατ’ εκείνας τας ημέρας ο Νικ. Ταμπακόπουλος από Βυτίναν τραπεζίτης της Τριπολιτσάς εκίνησε από τα Καλάβρυτα δια την Τριπολιτσάν έχων εις ασφάλειάν του μαζί του και τον Σεϊδήν Λαλιώτην με άλλους έως 5 Τούρκους και κάμποσους Έλληνας. Την ώραν που εκαβάλικεν η γυνάικα του Σωτήρη Χαραλάμπη του είπε κρυφά να έχη τον νούν του, διότι εις τον δρόμον θα τον κτυπήσουν διά να πάρουν τα χρήματα και ταις ομολογίαις όπου εχρεωστούσαν μερικοί πρόκριτοι των Καλαβρύτων. Περνών λοιπόν το γεφύρι του Αμπίμπαγα άλλαξε τον δρόμον του, εβγήκεν από τον δημόσιον δρόμον και εκοιμήθη εις το χωρίον Κουρνόφυτα και την νύκτα επήγε εις Κράβαρι. Εκεί ο Κουτσοηλίας χωρικός του είπεν ύποπτα λόγια και δια τούτο εφόρτωσε τα ζώα και τα έστειλε μπροστά δι’άλλου δρόμου να περάσουν την Χελωνοσπηλιά, να κολλήσουν του Παγκράτι και να υπάγουν κατά του Δάρα, όριον της πατρίδος του. Κατόπιν εξεκίνησε και αυτός από άλλον δρόμον δια το χωρίον Λυκούρια, να πάει εις το σπίτι του Αναγνώστη Μακρή, και καθώς έφθασεν εκεί άκουσεν ότι σταλμένοι από τον Ζαΐμην, ο Χονδρογιάννης από το Μάζι, ο Λαμπρούλιας από το χωρίον Μποτιά, εκίνησαν από την Κερπινήν, εκατέβηκαν και εις το χωρίον Κάνι και επήραν και τον Ασημάκην Ντόλκα, Γιάννη Ντόλκα από το χωρίον Κάνι και Γεώργιον Δημόπουλον από Μάζι, έπιασαν την θέσιν Χελωνοσπηλιά εκτός του δημοσίου δρόμου, εκεί έπιασαν έναν αράπη εισπράκτορα και τον Νικόλαον Γιαννακόπουλον εξ’ Αλωνισταίνης, άνθρωπον του Ταμπακοπούλου και τους έδεσαν μαζί και επήραν τα φορτώματά του. Αφού επήραν τα φορτώματα επήγαν έπειτα δια να εύρουν και τον Ν. Ταμπακόπουλον και τον Σεϊδήν εις τα Λυκούργια και να τους σσκοτώσουν, αν ημπορούσαν. Εκεί αντάμωσαν τον Αναγνώστην Κολιόπουλον και του είπαν ότι έχουν σκοπόν να κάψουν το σπίτι του Μακρή με τους Τούρκους και τον Ταμπακόπουλον και ότι είναι σταλμένοι από τον Ασημάκην Ζαΐμην. Αλλ’ ο Μακρής το έμαθεν, εδυσαρεστήθη ως φίλος του Σωτ. Χαραλάμπη και έδωσε τον υιόν του κατά ζήτησιν του Ταμπακόπουλου να τους συντροφεύση έως του Φονιά τον κάμπον. Εκεί ο Ταμπακόπουλος και ο Σεϊδής εισακούσθησαν με τους Τούρκους του Φονιά, εκλείσθησαν εις ένα πύργον, έπειτα έφερε δύναμιν ο Ταμπακόπουλος τον Μάρκον Κολοκοτρώνην και άλλους Βυτινιώταις και τον επήγαν εις την Βυτίναν, ο δε Σεϊδής επήγεν εις την Τριπολιτσάν[2] […]. Την άλλην ημέραν οι ίδιοι έπιασαν του Αμπίμπαγα το γεφύρι και εφύλαγαν τον δημόσιον δρόμον δια να σκοτώσουν Τούρκους, και έτυχε να έρχεται από τας Πάτρας ο Σελήμαγας, τζινδάραγας (κλειδούχος) του Ναυπλίου, με άλλους τρεις Τούρκους, τους έπιασαν ζωντανούς και τους επήραν τα χρήματά τους. Και τον μεν Σελήμαγαν τον εζήτησαν από τον Σωτήρη Παπαδέα ως αγάν των και καλόν άνθρωπον ο καπετάνιος του χωρίου Άρμπουνα Γεώργιος Πετρούτσος και οι άλλοι χωριανοί του, και αφού τους τον έδωσαν, τον έστειλαν εις το σπίτι του εις Ναύπλιον, τους δε άλλους τους έστειλαν έπειτα εις τα Καλάβρυτα.

Κατ’ εκείνας τας ημέρας εσκότωσεν ο Ν. Σολιώτης με τον Αναγνώστη Κορδή και λοιπούς εις το Αγρίδι εις ταις Κλουτσίναις τους γυφτοχαρατσίδες. Και πάλιν δε ο ίδιος έπειτα από τρεις ημέραις εσκότωσε τους Αλβανούς εις Βερσοβά των Χασιών. Τότε συγχρόνως εσκότωσαν οι Λιβαρτσινοί δύο Τριπολιτσιώτας Τούρκους σπαΐδες εις το Λιβάρτσι των Καλαβρύτων…». Εκεί ο μοναχός Ιωνάς Κανελλόπουλος συναντήθηκε με το διαβόητο Καλαβρυτινό κακοποιό Μπούσγελη και από φόβο μήπως συλλυφθεί, πέταξε στο ποτάμι τον κατάλογο με τους μυηθέντες απ’ αυτόν στη Φιλική Εταιρεία (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 215). Στις 21 Μαρτίου 1821 ο Χονδρογιάννης με τους άνδρες του παραφύλαγαν στη γέφυρα Αμπίμπαγα για να φονεύσουν και άλλους Τούρκους και εκεί συνέλαβαν τον διαβαίνοντα από την Πάτρα Σελήμαγαν, κλειδούχο του Ναυπλίου, μαζί με τρείς Τούρκους, και τον Σελήμαγα τον άφησαν ελεύθερο ως καλόν αγά, ύστερα και από μεσολάβηση του Γεωργ. Πετρούτσου καπετάνιου από το χωριό Άρμπουνας. Τους άλλους τους έδεσαν και τους έστειλαν στους αρχηγούς στα Καλάβρυτα (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 46). Ο Φραντζής (τ. Α΄, σ. 27) αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης (πατέρας του Θ. Κολοκ.) στη γέφυρα του Αμπήμπαγα στις Κατσάνες της επαρχίας των Καλαβρύτων εφόνευσε τον ανδρείο Μπεκιάρη με 36 ομοεθνείς του.

Β. Χελωνοσπηλιά. Είναι τοποθεσία στη Λυκούρια Καλαβρύτων. Απέχει ένα χιλιόμετρο από τις πηγές του Λάδωνα και περί τα έξη χιλιόμετρα από τη Λυκούρια. Εκεί ο αρματωλός και σωματοφύλακας του Ασημάκη Ζαΐμη[3], Χονδρογιάννης, ύστερα από εντολή του (Ζαΐμη), μαζί και με άλλους (Λαμπρούλια από Μποντιά, Γιάννη και Ασημάκη Ντόλκα από το Κάνι και Γεώργ. Δημόπουλο από το Μάζι) (Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 43), αλλά και Σταμάτη Μποντιώτη (Φωτάκο: Βίοι…, 30) στήνει ενέδρα στις 16 ή 18(;)[4] Μαρτίου 1821[5], για να κτυπήσει τον Σεϊδή σπαχή, Λαλαίο Τούρκο[6], ο οποίος συνόδευε τον Τραπεζίτη Νικόλαο Ταμπακόπουλο που μετέβαινε από τα Καλάβρυτα στη Τρίπολη.[7]

Το γεγονός αναφέρει και ο Τούρκος ιστορικός αφηγητής Γιουσούφ Μπέης (Σ. Λαΐου- Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις…, 98) ως εξής: «… Ο ζιμμής Ταμπακόπουλος, ο οποίος ήταν σαράφης στην Τριπολιτσά, πηγαίνοντας από τα Καλάβρυτα στην Τριπολιτσά έφτασε στο προαναφερθέν ρέμα [Κατσάνες], και εκεί οι αντάρτες άπιστοι έκοψαν και αυτού το δρόμο, λεηλάτησαν το ταμείο που μετέφερε μαζί του, και τραυμάτισαν με μολύ­βι δύο μαθητευόμενους που τον υπηρετούσαν. Ο ίδιος με κάποιο τρόπο γλίτωσε την αιχμαλωσία, και περνώντας από βουνό σε βουνό πάτησε, τέλος, πόδι στον καζά της Κορίνθου. Δύο μουσουλμάνοι από τα Μπαρδούνια, που ήταν μαζί του, κίνησαν για την Τριπολιτσά, για να γνωστοποιήσουν το γεγο­νός, και διηγήθηκαν την περιπέτειά τους στους κατοίκους[8].

Επειδή στην Τριπολιτσά δεν υπήρχε αυτόνομη πυρι­τιδαποθήκη και υπήρχε χρεία μπαρουτιού, φυσιγγιών και σφαιρών, κάπου ογδόντα Τριπολιτσιώτες έφτασαν με δια­ταγή του καϊμακάμη στο Ναύπλιο, προκειμένου να σταλούν πολεμοφόδια από την πυριτιδαποθήκη της πόλης. Ύστερα από κάποιες συζητήσεις μεταξύ των κατοίκων, παραδόθηκαν στα χέρια τους τριάντα έξι σεντούκια πυρίτιδας και τέσσερα σεντούκια φυσίγγια. Μόλις από τις περιγραφές αυτών των ανθρώπων μάθαμε τα γεγονότα των Καλαβρύτων…». Όταν θα αναχωρούσε ο Ταμπακόπουλος από τα Καλάβρυτα, η γυναίκα του Σωτήρη Χαραλάμπη τον επλησίασε και του είπε κρυφά να έχει το νού του, διότι στο δρόμο θα τον χτυπήσουν δια να του πάρουν τα χρήματα και τις ομολογίες που χρωστούσαν κάποιοι πρόκριτοι των Καλαβρύτων.

Κατά μία άλλη εκδοχή: καθώς οι δύο αυτοί (Ταμπακόπουλος, Σεϊδής) πλησίαζαν στη θέση αυτή (Χελωνοσπηλιά), κάποιος βοσκός ο οποίος αγνοούσε το λόγο της ενέδρας τους φώναξε: «Σας έχουν χωσιά!». Αμέσως εκείνοι ελοξοδρόμησαν αριστερά της οδού, παρά το διάσελο της Λυκούριας, και έχοντες γρήγορα άλογα διέφυγαν προς του Φονιά το χάνι, όπου κλείστηκαν σε οχυρό πύργο. Ο Χονδρογιάννης έσπευσε να συλλάβει αυτούς πυροβολώντας αλλά δεν το κατόρθωσε και συνέλαβε τον υπηρέτη του Ταμπακόπουλου Νικόλαο Γιαννόπουλο ή Έλατο, μαζί με τα φορτηγά τα οποία και πήρε μαζί του (Φιλήμων τ. Γ΄. σ. 9).

Ο Σπηλιάδης (τ. Α΄, σ. 28) αναφέρει: «…Αφ’ ού ο Καλαμογδάρτης ανεχώρησεν από την Αγιαλαύραν, ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος, τον δανειστήν επαγγελλόμενος εις Τριπολιτσάν, έχων να λαμβάνη αρκετά χρήματα από τον έπαρχον Αρναούτογλουν, ενοικιαστήν και των προσόδων της επαρχίας, δι’ άς ο αδελφός του Γ. Ταμπακόπουλος, έμπορος, είχε δώσει εγγύησιν εις Κωνσταντινούπολιν, καθώς και αρκετά δάνεια από τους προεστώτας και άλλους Καλαβρυτινούς και από την επαρχίαν, ευρίσκετο ομού με τον έπαρχον εις Καλάβρυτα. Αφ’ ού δε έλαβον ούκ ολίγα, θεωρών την ανωμαλίαν των πραγμάτων, και επειδή ήτον εταίρος, απεφάσισε ν’ αποχωρήσει εκείθεν εις τα ίδια, και την 16 του αυτού αναχωρεί ομού με τον πιστον του Σεϊδή Λαλιώτην, τον οποίον είχεν εις την υπηρεσίαν του μ’ ολίγους στρατιώτας Τούρκους. Αλλ’ εις Χελωνοσπηλιάν, κατά τας Κατσάνας, ενεδρεύοντες οι Χονδρογιανναίοι, κτυπώσι τον προπορευόμενον υπηρέτην με τα φορτηγά ζώα, και λαφυραγωγούσιν όσα εύρον χρήματα και πράγματα. Ο Ταμπακόπουλος με τον Σεϊδήν παρηκολούθουν μακρόθεν όθεν τότε παραλλάξαντες οδόν, και μη φανέντες δια το δασώδες του τόπου, έφυγον εις Φενεόν, όθεν συνοδεύονται με δύναμιν οπλοφόρων και απέρχονται εις τα ίδια. Η πράξις αύτη κατ’ άλλους μεν έτεινεν εις το να φονευθώσιν ο Σεϊδής με τους Τούρκους του· κατ’ άλλους δε το να διαρπαγώσιν όσα έφερε ο Ταμπακόπουλος χρήματα και δανειστικά έγγραφα, ενεργηθείσα παρά των οφειλετών αυτού. Εν τοσούτω οι Τούρκοι έγραψαν προς τους προεστώτας και αρχιερείς εις Αγιαλαύραν όπως ήθελον ούτοι, και απέστειλαν τας επιστολάς των δια του Κυριακού, όστις μόλις έφθασεν εις το χωρίον Δάραν, ήκουσε τα γενόμενα εις Χελωνοσπηλιάν, και δειλιάσαντος του ταχυδρόμου, επέστρεψαν άπρακτοι επίσης, και διηγήθησαν τα όσα έμαθον· και εκ τούτων εις μεν τας κεφαλάς των Τούρκων εγεννήθησαν αμφιβολίαι, οι δε χριστιανοί έλαβον αφορμήν να διϊσχυρίζωνται, υπερασπίζοντες εαυτούς ότι, τα τοιαύτα είναι πράξεις ληστών και όχι αποστατων, διότι οι αποστάται δεν ήθελον κτυπήσει τον ομογενή Ταμπακόπουλον. Ταυτοχρόνως έφθασαν και οι Τούρκοι του Σεϊδή εις Τριπολιτσάν, οίτινες εβαβαίονον ότι οι λησταί Χονδρογιανναίοι τους εκτύπησαν, οι οποίοι διετέλουν υπό την επιρροήν του Ζαΐμη. Οι δε προσφυγόντες εις Αγιαλαύραν έστειλαν τετρακοσίους Έλληνας στρατιώτας, όσους είχον ήδη συναγάγει περί αυτούς, εις Καλάβρυτα, όθεν παρέλαβον τας οικογενείας των προεστώτων και άλλων τινών, και τας εξασφάλισαν εις Μ. Σπήλαιον· αλλ’ επροξένησαν τρόμον εις τους Τούρκους, εξ, ών οι μεν εντόπιοι με τας οικογενείας των εκλείσθησαν εις τρείς πύργους, ο δ’ έπαρχος με τους περί αυτόν αναχωρεί την 17 εις Τριπολιτσάν, δια ν΄αποφύγει τον κίνδυνον και να εκθέση τα γενόμενα…».

Ο Μιχ. Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», Αθήνα, 1873, σελ. 86, αναφέρει: «…Τότε (την 16 Μαρτίου) ευρεθέντες εις Καλάβρυτα ο Σεϊδή-Κεχαγιάς και ο εκ Βυτίνης Τραπεζίτης Νικ. Ταμπακόπουλος, επέστρεφον εις Τρίπολιν, πυροβοληθέντες δε από τους Χοντρογιαννέους (πλαγία και μυστική ενθαρρύνσει του Ασημάκη Ζαΐμη), εις θέσιν Χελωνοσπηλιά, αυτοί μεν εσώθησαν δρομαίοι εις Φενεόν, εφονεύθησαν δε δύο υπηρέται του Τούρκου και τα πράγματά των διηρπάγησαν…»[9].

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης (Ελληνικά Υπομνήματα, Αθήνα 1856, σ. 4) αναφέρει: «…Έπειτα ο Ν. Ταμβακόπουλος Τραπεζίτης, συνοδευόμενος υπό τινος Τούρκου Σεϊδή, ανεχώρησεν από Καλάβρυτα δια Τρίπολιν, ότε οι Χονδρογιανναίοι, εξαρτώμενοι από τον Ζαΐμην, ενέδρευσαν εις Χελωνοσπηλιάν, θέσιν δι’ ής έμελλε να διαβή ο Ταμβακόπουλος, ίνα φονεύσωσι τον τούρκον, και αφαιρέσωσιν από τον Ταμβακόπουλον τας χρεωστικάς ομολογίας τινών προκρίτων. Αλλά διέφυγον την ενέδραν, μεταβάντες ο μεν Ταμβακόπουλος εις Βυτίναν, ο δε τούρκος εις Τρίπολιν, όστις διεκοίνωσε πάντα ταύτα…».

Το γεγονός αυτό οι ιστορικοί Νικ. Σπηλιάδης, Θεόδ. Ρηγόπουλος και Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρουν ότι έγινε στις  16 Μαρτίου, οι Φιλήμων, Δεληγιάννης, Φωτόπουλος στις 18 Μαρτίου, ο Φραντζής στις 19 Μαρτίου, όπως και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, η Ιωάννα Γιανναροπούλου στις 16-20 Μαρτίου. Ο Τάκης Χρ. Γιαννακόπουλος τοποθετεί το γεγονός αυτό στις 15 Μαρτίου, χωρίς ν’ αναφέρει την πηγή της πληροφορίας του αυτής. Ίσως είναι η μαρτυρία της 20χρονης τότε Γιωργούλας Μπαλιάτσου από το Παγκράτι Καλαβρύτων η οποία πέθανε το 1913 σε ηλικία 113 ετών και αφηγείται ότι το γεγονός στη Χελωνοσπηλιά έγινε στις 15 Μαρτίου, γιατί όπως αναφέρει «…ήθελε δυό μέρες νάρθει τ’ Αγιαλεξιού».

Γ. Η Φροξυλιά ή Παλαιόπυργος είναι τπν. Τουρλάδας. Εκεί συνέβη ένα από τα πρώτα[10] επαναστατικά γεγονότα στις 16 και 17 Μαρτίου 1821, κατά τον σύλλογο των απανταχού Τουρλαδαίων όστις αναφέρει σχετικά: «…Δυο σημαντικά ομαδικώς οργανωμένα ένοπλα επαναστατικά γεγονότα έλαβαν χώρα στις 16 και 17 Μαρτίου 1821, στην τοποθεσία «Φροξυλιά» της Τουρλάδας, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έτυχαν ανάλογης προβολής… Τα γεγονότα στηρίζονται σε επίσημα κείμενα όπως, τα απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τα απομνημονεύματα του Φωτάκου ο οποίος διατέλεσε υπασπιστής του Γέρου του Μωριά., Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως επίσης και σε άλλα έγγραφα που ευρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τα γεγονότα έχουν ως εξής: στα χρόνια της τουρκοκρατίας η επικοινωνία μεταξύ Καλαβρύτων και Τριπόλεως γινόταν μέσω δημοσίας οδού, που ακολουθούσε τις τοποθεσίες από Καλάβρυτα προς Τρίπολη: Καλάβρυτα – Άνω Λουσοί, κάτωθεν των Καστριών, Γεφύρι του Αμπήμπαγα, Φροξυλιά-Πλατανιά, Χελωνοσπηλιά – Λάδωνας, Δάρα – Τρίπολη. Οι τοποθεσίες Φροξυλιά και Πλατανιά ανήκουν διοικητικά στην Τουρλάδα σε μικρή απόσταση από τον οικισμό. Ο δρόμος αυτός υπάρχει και σήμερα, τουλάχιστον στην περιοχή της Τουρλάδας. Το απόγευμα της 16ης Μαρτίου 1821 ο Σωτήριος Παπαδαίος[11] από τα Μαζέικα με τους συντρόφους του σε ενέδρα (χωσιά) στη θέση «Φροξυλιά» σκότωσαν τον Αράπη του Βοεβόδα των Καλαβρύτων, Αρναούτογλου, που μετέβαινε στου Δάρα με εντολή του κυρίου του να ειδοποιήσει τους εκεί κατοίκους να ετοιμάσουν την υποδοχή του. Την επόμενη ημέρα 17 Μαρτίου 1821, ο Χονδρογιάννης από τα Μαζέικα, ο Σωτήριος Παπαδαίος και οι άνδρες του μεταξύ των οποίων και ο Ντόλκας από του Κάνι, έστησαν ενέδρα ομοίως στη θέση «Φροξυλιά», προκειμένου να επιτεθούν στους διερχόμενους Τούρκους. Την ίδια ημέρα ο βοεβόδας των Καλαβρύτων μη γνωρίζοντας τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας αναχώρησε από τα Καλάβρυτα για να μεταβεί στην Τρίπολη για να ενημερώσει τον καϊμακάμη της Τριπόλεως για τις κινήσεις των οπλαρχηγών στα Καλάβρυτα. Όταν οι προπορευόμενοι της συνοδείας έφθασαν στην τοποθεσία «Φροξυλιά» έπεσαν στην ενέδρα των προαναφερόμενων αγωνιστών και στη μάχη που ακολούθησε φονεύθηκε ο καφετζής (= ο υπεύθυνος καταλυματίας για την παραμονή) του Αρναούτογλου με αποτέλεσμα να αναγκασθεί κακήν κακώς να επιστρέψει στα Καλάβρυτα και να μη μεταβεί στην Τρίπολη. Τα δύο αυτά γεγονότα θορύβησαν πολύ τους Τούρκους και ενθάρρυναν τους προκρίτους των Καλαβρύτων. Έκτοτε η τοποθεσία που έγιναν τα γεγονότα ονομάζεται «Καφετζής». Σε ανάμνηση του γεγονότος η κοινότητα Κλειτορίας (Μαζεΐκων) το 1930, σε ανάμνηση του γεγονότος έδωσε την ονομασία «Οδός Φροξυλιάς – Τριπόλεως» στο δρόμο που οδηγεί από την Κλειτορία στην Τρίπολη. Επίσης τότε είχε γίνει προσπάθεια για τη διάνοιξη δρόμου και την ανέγερση μνημείου, όμως η μεσολάβηση του πολέμου ανέστειλε αυτή τη διαδικασία. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των Απανταχού Τουρλαδαίων «Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ», αναγνωρίζοντας και εκτιμώντας τη σπουδαιότητα των προαναφερόμενων γεγονότων αποφάσισε να ανεγερθεί μνημείο στο λόφο ακριβώς επάνω από τη «Φροξυλιά» όπου από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα ευρίσκεται και το εξωκλήσι του Αγ. Γεωργίου ώστε να διατηρηθεί άσβεστη η μνήμη των γεγονότων αυτών στις επερχόμενες γενεές».

Για τα γεγονότα στον Παλαιόπυργο, στα Κεφαλόβρυσα και στα Πλατάνια, ο Γ. Παπανδρέου αναφέρει σχετικά: «Ο Αρναούτογλους, Βοεβόδας Καλαβρύτων… μαθών τους διαφόρους φόνους και μη έχων επαρκή στρατιωτικήν δύναμιν απεφάσισε να φύγη εις Τρίπολιν, αφού διανυκτερεύση εν τω χωρίω Δάρα (του νυν δήμου Νάσωνος της Μαντινείας), όπερ ήν τσιφλίκιον αυτού. Εις τούτο λοιπόν αποφασίσας να διευθυνθή, οκτάωρον περίπου των Καλαβρύτων απέχον, εντός της 20 Μαρτίου, προέπεμψεν από πρωΐας εις Δάρα ένα των δούλων του, Αιθίοπα, ίνα ειδοποιήση τους Δαραίους να προετοιμάσωσιν υποδοχήν δια τον κύριον. Κατόπιν δ’ εξεκίνησε και ο Αρναούτογλους μετά της συνοδείας αυτού. Αλλ’ ο Σωτήρης Παπαδαίος, Αθαν. Φεφές, και Αθαν. Κωστόπουλος εκ Μάζι, Ιω. Βίρας εκ Κρινοφύτων και Γαλάνης εκ Βρωσθαίνης, συνεννοηθέντες εφόνευσαν εν θέσει Παλαιοπύργω και Κεφαλοβρύσοις της Κλειτορίας παρά το χωρίον Πλανητέρου τον ρηθέντα αράπην, τας δ’ επ’ αυτού ευρεθείσας επιστολάς του Αρναούτογλου έπεμψαν εις τον Σωτ. Χαραλάμπην παρ’ ού και είχον παρορμηθή προς σφαγήν Τούρκων. Οι αυτοί δε, συμποσωθέντες και μετ’ άλλων εις 12, ολίγον ανωτέρω των άνω θέσεων μετά την θέσιν Πλατάνια, ενεδρεύσαντες συνέλαβον κατά την δείλην της αυτής ημέρας τον σουρτζήν και τον φροντιστήν (τσαούσην) του Αρναούτογλου σπεύδοντας εις Δάρα, ίνα ετοιμάσωσι δείπνον δια τον αυθέντην. Και τον μεν τσαούσην εφόνευσαν, τον δε σουρτζήν ως χριστιανόν αφήκαν, αλλ’ εκείνος ειδοποίησεν τον αυθέντην αυτού, εις μιάς ώρας διάστημα όπισθεν ακολουθούντα, εξ’ ού ο Αρναούτογλους επέστρεψεν αυθημερόν δια νυκτός δια Σουδενών, όπου αφήκεν αποσκευάς παρά τω Αρματωλώ Ασημάκη Σκαλτσά, έντρομος εις Καλάβρυτα. Εκεί δε φθάσας περί τα ξημερώματα της 21 έντρομος εκλείσθη εντός των τριών πύργων των τουρκικών της πόλεως μεθ’ όλων των εκεί τουρκικών οικογενειών και της μικράς υπ’ αυτόν στρατιωτικής δυνάμεως…» (Παπανδρέου: Επαρχία Καλα/των…, σ. 44).

Ο Φωτάκος (Απομνημονεύματα…, (1858), 16) αναφέρει: «… Την αυτήν ημέραν [μετά το κτύπημα στη Χελωνοσπηλιά] την αυγήν όπου οι άλλοι έπαιρναν τα φορτώματα του Ταμπακοπούλου, ο Σωτήρης Παπαδέας από το Μάζι με τους συντρόφους του Θανάση Φεφέ, τον Θανάση Κωστόπουλον Μαζαίους, τον Γιαννάκην Βίρα από το χωριό Κουρνόφιτα, και τον Γαλάνην από το χωρίον Βρόσθαινα, εσκότωσε τον αράπην του Αρναούτογλου κατά την θέσιν Παλαιόπυργον και Κεφαλόβρυσα. Αυτόν τον έστελνε εις του Δάρα να ειδοποιήση τους ραγιάδες να έβγουν να τον πάρουν και να ετοιμάσουν να τον δεχθούν εις το χωριό, το οποίον ήτο τσιφλίκι του. Εις τον αράπην ηύραν και γράμματα, τα οποία έστελνεν ο Αρναούτογλους εις την Τριπολιτσάν, και τα έστειλαν εις τον Σωτήρην Χαραλάμπην. Κατά το δείλι της αυτής ημέρας οι ίδιοι αφού ήλθαν και άλλοι και έγιναν έως 12, χωσιασμένοι ολίγον παραπάνω εις τα Πλατάνια, εσκότωσαν τον καφετσήν του Αρναούτογλου, ο οποίος ήρχετο με τον σουρτζή εις του Δάρα, δια να ετοιμάση το κονάκι του αφεντικού του[12]. Αλλά τον σουρτζή ως χριστιανόν τον άφησαν και εκείνος έτρεξε πίσω και ειδοποίησε τον αφέντη του, ο οποίος ήρχετο έως μίαν ώραν μακρότερα, τον σκοτωμόν του καφετζή από τους κλέφτας. Εγύρισε λοιπόν ο Αρναούτογλους ευθύς πίσω δια τα Καλάβρυτα και περνών νύκτα από τα Σουδενά άφησε δύο φορτώματα από τα πράγματά του εις το σπίτι του Ασημάκη Σκαλτσά αρματωλού και επήγε και εκλείσθη εις τα Καλάβρυτα…». Αυτό το γεγονός οι Τουρλαδαίοι το τοποθετούν στις 16 και 17 Μαρτίου.

Η ακριβής ημερομηνία των γεγονότων στη Χελωνοσπηλιά και στη Φροξυλιά δεν δίδεται με σαφήνεια ενιαία από όλους τους ιστορικούς και κατά συνέπεια, κατ’ εμέ είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Ίσως να προηγήθηκαν τα γεγονότα της Χελωνοσπηλιάς.

Στις 17 Μαρτίου, είναι η εορτή του Αγίου Αλεξίου και πανηγυρίζει η μονή της Αγίας Λαύρας. Την ημέρα αυτή βρέθηκαν χιλιάδες προσκυνητές μεταξύ των οποίων και οπλαρχηγοί στην Αγία Λαύρα. Εκείνη την ημέρα λογικά έγινε αυτό που ονομάζουμε ορκωμοσία. Εκεί δόθηκαν εντολές στους οπλαρχηγούς για τη συνέχεια του αγώνα.

———————————————————–


[1][Ο Τάκης Χρ. Γιαννακόπουλος (Ταξιδεύοντας…, 130) τοποθετεί το γεγονός αυτό στις 17 Μαρτίου, χωρίς ν’ αναφέρει την πηγή της πληροφορίας του αυτής: «Ο Παπαδέας είναι εκείνος που στις 17 του Μάρτη στα 1821 παραφύλαξε στο γεφύρι του Αμπίμπαγα κάτω από το χωριό της Μαντινείας Ντάρα με σκοπό να σκοτώσει τον ίδιο τον βόϊβοντα των Καλαβρύτων Αρναούτογλου που πήγαινε από τα Καλάβρυτα στην Τρίπολη. Ο Παπαδέας δεν κατόρθωσε να σκοτώσει τον Αρναούτογλου παρά μονάχα τον καφετζή και τον Σουρτζή του…»]

[Ο Ν. Κ. Σακελλαρόπουλος (Ιστορία…, Α΄, 261) τοποθετεί το γεγονός αυτό στις 18 Μαρτίου 1821.]

[2] «Αυτά κατ’ άλλον τρόπον ο Σ. Τρικούπης (Ιστορ. Α΄, 47) τα εκθέτει και λέγει μάλιστα ότι ετουφέκισαν τον Σεϊδήν και τον Ν. Ταμπακόπουλον, ενώ καθώς είπαμεν ουδέ τους είδαν εις τα μάτια τους».

[3] Ο Σ. Τρικούπης (Ιστορία… Α΄, (1968), 58) αναφέρει: «… Ο γέρων Ασημάκης Ζαΐμης, προεστώς των Καλαβρύτων και πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ’ αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας, τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ους άλλοτε λυτρώσας του θανάτου, ηγάπα, εμπιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρείας και προπαρασκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15 Ματρίου, ενώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη, τους ηρώτησε «τί νέον;». Εκείνοι απεκρίθησαν , ότι την επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ’ οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον αυθέντην των επ’ ωφελεία του γένους. Ο γέρων Ζαΐμης, ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και αφού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον σταυρόν του και τοις είπε «στην ευχήν μου παιδιά»*. Οι δύο κλέπται, λαβόντες την ευχήν του άρχοντος και παραλαβόντες καί τινας άλλους, παρεμόνευσαν επί της εις τριπολιτσάν οδού κατά την Χελωνοσπηλιάν, και ετουφέκισαν τον Σεηδήν διαβαίνοντα ανύποπτον και έχοντα συνοδόν τον Ταμπακόπουλον αναβαίνοντα και αυτόν δι υποθέσεις του εις Τριπολιτσάν. Ο Σεηδής δεν εβλάφθη, και έφιππος ων έφυγε και διεσώθη αβλαβής και ο συνοδοιπόρος του Ταμπακόπουλος, αφαρπασθέντος μόνον του σκευοφόρου ίππου του. Έτυχε δε την αυτήν ημέραν ν’ αναχωρήση εις τριπολιτσάν και ο διοικητής Καλαβρύτων Ιμβραήμης Αρναούτογλους. Ο δε καταλυματίας του προπορευόμενος εις αριστοποίησιν, και πλησιάσας όπου ετουφεκίσθη ο Σεηδής, έμαθε το γεγονός, και φοβηθείς μετά του αυθέντου του ενέδραν επέστρεψεν έντρομος και διηγήθη όσα συνέβησαν αυθημερόν. Ο Αρναούτογλους πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός, ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί…». * «Δεν εγνώρισα άνθρωπον τόσον ολιγόλογον ως τον Ασημάκην Ζαΐμην. Τον είδα πολλάκις εν συναναστροφή πολλών καπνίζοντα και σιωπώντα σιωπήν βαθείαν καθ’ όλην την ομιλίαν».

[4] Ο Γ. Αναπλιώτης (Αγία Λαύρα…, (1969), 28) αναφέρει ότι το γεγονός αυτό θάγινε στις 18, με το εξής σκεπτικό: «Και κάτι άλλο που δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το «γεύμα» της Κερπινής. Ο Τρικούπης λέει ότι έγινε στις 15 Μαρτίου. Το επεισόδιο της Χελωνοσπηλιάς τοποθετείται στις 16 (Φραντζής, Σπηλιάδης, Οικονόμου). Ο Φιλήμονας το χρονολογεί στις 18. Έμμεσα συμφωνεί μαζί του κι ο Κανέλλος Δεληγιάννης, σημειώνοντας ότι ο Σεϊδής έφτασε στην Τριπολιτσά στις 19. Αν το κτύπημα είχε γίνει στις 16, ο Σεϊδής θάπρεπε να φθάσει στην Τριπολιτσά το πολύ την επομένη – στις 17. Αν όμως έφτανε τότε, το γνωστό μπουγιουρντί του Τοποτηρητή του Χουρσίτ Μεχμέτ Σαλήχ (για το οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω), προς τους Καρυτινούς «γέροντες», θάπρεπε να έχει εκδοθεί αν όχι «αυθημερόν», οπωσδήποτε την επομένη το αργότερο. Δηλαδή στις 18 Μαρτίου. Ωστόσο το μπουγιουρντί, που στηρίζεται στις μαρτυρίες του Σείδή, φέρει χρονολογία 20 Μαρτίου. Κι αυτό ισχυροποιεί τη «θέση» Φιλήμονα – Δεληγιάννη, ως προς τη σωστή ημερομηνία του επεισοδίου της Χελωνοσπηλιάς. Μάλλον θάγινε στις 18…».

[5] Ο Θεόδ. Ρηγόπουλος (Απομνημονεύματα, 10), τοποθετεί χρονικά το γεγονός αυτό στις 16 Μαρτίου 1821 και την επομένη ή στις 18 όπως αναφέρει, εκτύπησαν τον Αρναούτογλου. Προσθέτει επίσης ο Ρηγόπουλος (σ. 11): «… Την επιούσαν ή την 18 ιδίου μηνός Μαρτίου ηκούσθη εκεί [στο Σοπωτό] ότι εκτύπησαν τον βοεβόνδαν των Καλαβρύτων Ιμπραήμ Αγά Αρναούτογλην, Τριπολίτην. Αλλά δεν είχεν ούτως, ειμή ότι ο βοεβόνδας απέστειλεν εις Τρίπολιν τον καφετζήμπασήν του μεθ’ ενός αράπη, ίνα δώσωσι την είδησιν της εν Καλαβρύτοις εξεγέρσεως, και διαβαίνοντες εκ του Δάρα να είπωσιν εις τους κατοίκους ίν’ αποστείλωσιν εις Καλάβρυτα οπλοφόρους (διότι το χωρίον Δάρα ήτο ιδιοκτησία του) και τον συνοδεύσωσιν εις Τρίπολιν. Και φθάσαντες ούτοι εις Καστριά μεταξύ Σουδενών και Μαζαιΐκων επυροβολήθησαν υπό Ελλήνων, και ο μεν αράπης εφονεύθη, ο δε καφεντζήμπασης συνελήφθη…». Και ο Ρηγόπουλος συνεχίζει: «Την δε 20 Μαρτίου, αν δεν απατώμαι, διέβαινον εκ Σοπωτού δύο Τούρκοι Μουκαπελετζήδες λεγόμενοι μεταβαίνοντες εις Τρίπολιν. Και τούτους ιδόντες αρειμάνιοι τινες νέοι ώρμησαν να τους φονεύσουν, επί κεφαλής δε αυτών ην εις Κουτζογιώργης λεγόμενος, όστις έφερεν, ως ενθυμούμαι, όπλα ολάργυρα και σπάθην τοιαύτην. Αλλ’ οι πρόκριτοι του χωρίου, εν οις και ο διδάσκαλός μου, εμπόδισαν τον φόνον των Τούρκων και τους επροστάτευσαν, διότι έλεγον ότι ήσαν αγαθοί άνθρωποι οι Τούρκοι εκείνοι. Ήτο δε Σάββατον εσπέρας, και την επιούσαν συνώδευσαν αυτούς οι πρόκριτοι δι’ οπλοφόρων, όπως διαβώσι τα όρια του χωρίου εν ασφαλεία. Αλλ’ οι αρειμάνιοι εκείνοιι προλαβόντες ετοποθετήθησαν εις το προς την Χόβολην στενόν άνωθεν του χωρίου, και εκεί τους εφόνευσαν διαβαίνοντας…».

Εκτός του Ρηγόπουλου, στις 16 Μαρτίου τοποθετούν το γεγονός και άλλοι ιστορικοί (Τρικούπης Α΄, (1968), σελ. 58-60, Σπηλιάδης σελ. 28-29 και Οικονόμου σελ. 86). Ο Δεληγιάννης (σελ. 141-143) μετά τις 18 Μαρτίου.

 Ο Φραντζής (Επιτομή…, Α΄, 146-147, 150), αναφέρει: «…Συνέπεσε δε ταυτοχρόνως να ευρεθή εις Καλάβρυτα δι’ υποθέσεις του ιδιαιτέρως καί τις Σεϊδεκεχαγιάς ονομαζόμενος, καθώς και ο εκ Βυτίνης Νικόλαος Ταμπακόπουλος έχων και αυτός να λαμβάνη χρήματα, ως μεγαλέμπορος και σαράφης (Τραπεζίτης) διατελών εις Τριπολιτζάν. Αμφότεροι ούτοι εμελέτων προ ημερών τινών να αναχωρήσωσι εκ Καλαβρύτων δια την Τριπολιτζάν, και την 16 Μαρτίου εξήλθον εις οδοιπορίαν ομοθυμαδόν. Έλληνες δε τινες εκ Καλαβρύτων (στοχαζόμενοι ότι μεθ’ εαυτού έφερε χρήματα ο Σεϊδεκεχαγιάς, και μήπως γενομένης της ρήξεως ωφεληθώσιν άλλοι Έλληνες εξ αυτών των χρημάτων, πολύ δε μάλλον διότι ο ανόητος ενθουσιασμός ήτον εξηπλωμένος και εκεί) ενεδρεύοντες εις την θέσιν Χελωνοσπηλιάν, άμα φθάσαντα τον Σεϊδεκεχαγιάν μετά του Ν. Ταμποπούλου, επυροβόλησαν αυτόν, αλλά είτε εκ δειλίας τινός είτε εκ προσοχής δια να μη φονεύσωσι τον Ν. Ταμπακόπουλον, δεν εδυνήθησαν να φονεύσωσι τον Σεϊδεκεχαγιάν, ουδέ καν να τον πληγώσωσιν. Επί τω αιφνιδίω τούτω πυροβολισμώ ο Σεϊδεκεχαγιάς μετά του Ταμπακοπούλου κτυπήσαντες τους ίππους των, δρομαίως διεσώθησαν αβλαβείς εις την πεδιάδα του Φονιά (Φενεώ), κακείθεν δε ο μεν Σεϊδεκεχαγιάς απήλθεν εις την Τριπολιτζάν, ο δε Ν. Ταμπακόπουλος εις την πατρίδαν του την Βυτίνην. Οι δε πυροβολήσαντες κατά του Σεϊδεκεχαγιά Έλληνες παρέλαβον μόνον τον Σεησχανάν (τα επί του φορτηγού ίππου έπιπλα) του Ν. Ταμπακόπουλου, τα ενδύματα και αρκετά χρήματα, τα οποία (κατά τας δοθείσας πληροφορίας) μέχρι τούδε δεν επεστράφησαν καθ’ ολοκληρίαν..» εις δε την σελίδα 150 αναφέρει, μη διασαφηνίζοντας την ημερομηνία 19 Μαρτίου: «… Μετά δε το κατά του Σεϊδίκκεχαγιά συμβάν εις την Χελωνοσπηλιάν (την 19 Μαρτίου) έφθασεν είδησις εις Τριπολιτζάν ότι ετουφέκισαν και τον Αρναούτ ογλούν Βοεβόδα των Καλαβρύτων…».

 Ο Φιλήμων αναφέρει ότι το γεγονός έγινε στις 18 Μαρτίου (τ. Γ΄, (1860), 9, 12-14, 406-407) «… οι δε δύο ομώνυμοι γέροντες Ασημάκης Ζαΐμης και Ασημάκης Φωτήλας, συντρώγοντες εν τη Κυναίθη ενθουσιάζονται ο πρώτος παρά του δευτέρου ύσι τας φιάλας οίνου εις σημείον χαράς δια την αρχομένην τέως προσβολήν κατά των τυράννων και εν τη Πελοποννήσω. Επικαλούμενος δε βοήθειαν τον Θεόν δια του σημείου του σταυρού, ο Ζαΐμης απαγγέλλει προς παρ’ αυτώ αρματωλόν και σωματοφύλακα Χονδρογιάννην το πρόσταγμα «βάρε»!* και ούτος τη 18 Μαρτίου ενεδρεύει μετά άλλων εν ταις Κατσάναις κατά την θέσιν Χελωνοσπηλιάς, ίνα προσβάλη τον Σεϊδήν Σιπαχήν, Λαλαίον μεταβαίνοντα εκ των Καλαβρύτων εις Τρίπολιν και συνοδεύοντα τον Νικόλαον Ταμπακόπουλον, τραπεζίτην εκ Γόρτυνος. Αλλ’ ενώ επλησίαζον προς την θέσιν ταύτην οι δύο ούτοι, ποιμήν τις άνωθεν, αγνοών της ενέδρας τον λόγον, έκραξεν προς αυτούς «Σας έχουν χωριά!». Αμέσως δ’ εκείνοι μεν ελοξοδρόμησαν αριστερά της οδού προς το διάσελον της Λυκουρίας, δι’ ής απήλθον, έχοντες ίππους ταχείς, εις του Φονιά, όπου εκλείσθησαν εντός οχυρού πύργου. Ο δε Χονδρογιάννης έδραμε προς σύλληψιν αυτών, πυροβολών κατόπι. Αλλά μη δυνηθείς τούτο, συνέλαβε τον υπηρέτην του Ταμπακοπούλου Νικόλαον Γιαννακόπουλον (ή Έλατον) μετά των φορτηγών, και διήρπασε ταύτα…». * «Το βαρώ, άλλην παρά τοις παλαιοίς έχον έννοιαν, σημαίνει παρ’ ημίν το επιτίθεμαι δι’ όπλων, πολεμώ, θανατόνω».

Στα «Υπομνήματα περί της επαναστάσεως…» (1837) του Π. Πατρών Γερμανού και στη σελ. κζ΄των προλεγομένων από τον Φιλήμονα, αναφέρεται ότι: «Τα εις Κατζάναν, Λιβάρτζι και Φενεόν συμβάντα τη 18 και 19 Μαρτίου δεν κανονίζουσιν την κυρίαν εποχήν της Επαναστάσεως, αν και πρόδρομοι ταύτης…».

Το γεγονός αναφέρει ο Π. Πατρών και στη σελ. 16: «… Επειδή κατ’ εκείνας τας ημέρας συνέπεσε ν’ αναχωρήση εκ Καλαβρύτων δια την Τριπολιτζάν ένας Τούρκος Λαλιώτης, Σεϊδής λεγόμενος, ομού και ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος· τούτους προφυλάττοντες μερικοί στρατιώται Καλαβρυτινοί εις ταις Κατζάναις, τους εκτύπησαν, και οι μεν επρόλαβον και έφυγον, το δε πράγμα τους όλον το εκυρίευσαν οι στρατιώται. Την επιούσαν ημέραν εκίνησε και ο Αρναούτογλους, Βοεβόδας των Καλαβρυτων, δια την Τριπολιτζάν· ηκολούθησε και εις αυτόν τον ίδιον· και ο μεν φεύγων επανήλθεν εις τα Καλάβρυτα, του εφόνευσαν δε δύο ανθρώπους του και επήραν όλον το πράγμα του. Συγχρόνως άλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύο Σπαχίδες Τριπολιτζιώτας εις τα χωρία του Λιβαρτζιού, και πάλιν άλλοι εις τον Φενεόν τους γυφτοχαρατζίδες…», και διευκρινιστικά στη σελ. 242: «… Τούτους δε διέταξεν ο Ασημάκης Ζαΐμης, ανήρ άφοβος και αποφασιστικός εις τα κινήματά του, και τους απέστειλεν από την Κερηνήν εις τον δρόμον της Καστάνας, και τον εκτύπησαν, χωρίς να εξεύρη, ότι ήταν μαζί του και ο Ταμαπακόπουλος, με σκοπόν να διαλύση τας μεταξύ των Αρχιερέων και λοιπών Προεστώτων αμφιβολίας, και να κόψη τον Γόρδιον κόμβον. Την ιδίαν ημέραν και ουχί την δευτέραν, ώδευε προς την Τρίπολιν και ο Βοεβόνδας των Καλαβρύτων, και εκ του ανωτέρω συμβεβηκότος επέστρεψεν έντρομος εις Καλάβρυτα…».

Ο Μένδελσον Μπαρτόλδυ (1873) «Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως» Α΄, 260, αναφέρει «Μετέβη λοιπόν ο Χονδρογιάννης μετά τινων φίλων του κλεφτών εις Καστάνα[;] την 30 Μαρτίου [18 Παλαιό ημερ.] και έστησεν ενέδρα κατά του Ταμπακόπουλου…».

 Ο Ι. Ζαφειρόπουλος (11-12) «εν τούτω τω χρόνω…». Ο γιός του Ασημάκη Ζαΐμη Ανδρέας (σχετ. έγγραφο, Λ. Δρούλια Ε.Κ. Α΄. 67-68) στις 8 Μαρτίου.

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης (σ. 4 Υπομν.) το τοποθετεί μετά τις 19 Μαρτίου.

Ο Finlay (τ. A΄, 193-194) στις 17 ή 18 Μαρτίου. Η Ιωάννα Γιανναροπούλου (Μία επιστολή…, 57) στις 16-20 Μαρτίου.

 Ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος (Ιστορικά…, 41) αναφέρει ότι το γεγονός αυτό συνέβη στις 18 Μαρτίου 1821: «Την 18ην μάλιστα, άνδρες του Χονδρογιάννη ήρπαξαν τα φορτία του τραπεζίτου Ταμπακοπούλου εν τη θέσει «Χελωνοσπηλιά» της Κλειτορίας.».

Ο Τάκης Χρ. Γιαννακόπουλος (Ταξιδευοντας…, 118) τοποθετεί το γεγονός αυτό στις 15 Μαρτίου, χωρίς ν’ αναφέρει την πηγή της πληροφορίας του αυτής.

[6] Ο Καν. Δεληγιάννης (Απομν. τ. Α΄. σ. 142) αναφέρει: «έστειλαν δε και τον Χοντρογιάννην να φονεύση τον Σεϊντήν Χαμουτσάν, Λαλιώτην, όστις είχεν ενοικιάσει εκείνο το έτος τον ποιμενικό φόρο των Καλαβρύτων και είχε κάμει μεγάλας καταχρήσεις και καταπιέσεις, όστις ήτο εις την πρωτεύουσαν μετά του Νικολή Ταμπακοπούλου, δια να λάβουν χρήματα από τον βοεβόδαν Ιμπραήμαγαν Αρναούτ Ογλούν, άτινα εχρεώστει εις τον Ταμπακόπουλον, αλλά δεν έλαβον πολλά καθόσον είχον στείλει εμπροσθοφυλακήν τον Νικολόν Γιαννακόπουλον από Αλωνίσταιναν μ’ όλα τα πράγματά τους, και οι Χονδρογιανναίοι νομίσαντες, ότι εις τα φορτία ήτο ποσότης χρημάτων πολλών έπεσεν η προσοχή τους εις τα λάφυρα, και λαβόντες καιρόν ο Ταμπακόπουλος και ο Σεϊδής διέφυγον έφιπποι την ενέδραν και τρέχοντες έφθασαν καταδιωκόμενοι εις του Φονιά και προλαβόντες ωχυρώθηκαν εις ένα πύργον. Έστειλαν ευθύς έναν άνθρωπόν τους εις την Βυτίναν, την πατρίδα του και έτρεξαν οι συγγενείς του και άλλοι έως διακόσιοι ωπλισμένοι και τους διέσωσαν. Και τον μεν Σεϊδήν απέστειλεν ασφαλώς εις Τρίπολιν, ως φίλον και σύντροφόν του, αυτός δε έμεινεν εις Βυτίναν και έλαβε μετά των άλλων ενεργητικόν μέρος εις την επανάστασιν. Του Ταμπακόπουλου όμως του ήρπασαν μέρος των χρημάτων και τινων ενδυμάτων οι Χονδρογιανναίοι, τους οποίους ήναξαν οι κληρονόμοι του εις τα δικαστήρια επί Καποδιστρίου και κατεδικάσθησαν. […]. Φθάσας λοιπόν ο Σεϊδής εις την Τριπολιτσάν την 19 Μαρτίου εξέθεσεν όλα τα συμβεβηκότα και ότι εις τα Καλάβρυτα εφαίνοντο οι άνθρωποι πεφοβισμένοι…».

[7] Ο Π. Π. Γερμανός (Απομνημονεύματα… (1900), 29) αναφέρει: «… κατ’ εκείνας τας ημέρας [χωρίς να αναφέρεται ποιές ακριβώς] συνέπεσε ν’ αναχωρήση εκ Καλαβρύτων δια την Τριπολιτζάν ένας Τούρκος Λαλιώτης, Σείδής λεγόμενος, ομού και ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος. Τούτους παραφυλάττοντες μερικοί στρατιώται Καλαβρυτινοί εις ταις Κατζάναις, τους εκτύπησαν, και οι μεν επρόλαβον και έφυγον, το δε πράγμα τους όλο το εκυρίευσαν οι στρατιώται. Την επιούσαν ημέραν εκίνησε και ο Αρναούτογλους, Βοεβόδας των Καλαβρύτων, δια την Τριπολιτζάν. Ηκολούθησε και εις αυτόν το ίδιον, και ο μεν φεύγων επανήλθεν εις τα Καλάβρυτα, του εφόνευσαν δε δύο ανθρώπους του και επήραν όλο το πράγμα του…».

[8] «Ο Ταμπακόπουλος είχε αξιοσημείωτη πιστωτική δραστηριό­τητα λίγα χρόνια πριν την επανάσταση με μεγάλο κύκλο χρεωστών. Κάποιοι εξ αυτών ήταν πρόκριτοι όπως ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο οποίος φαίνεται ότι οργάνωσε την επίθεση εναντίον του Ταμπακόπουλου, με στόχο να αποσπάσει τις χρεωστικές ομολογίες. Βλ. Βασίλης Κρεμμυ­δάς, Εταιρεία τοκογλυφίας Ν. Ταμπακόπουλος και Σια, 1816-1820, Αθήνα. Gutenberg, 2013, κυρίως σ. 15-16.».

[9] O Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος («Άγνωστα στοιχεία για το επεισόδιο της Χελωνοσπηλιάς και τους Χοντρογιανναίους», Επετηρίς των Καλαβρύτων, τ. 5, 1973), αναφέρει ότι: «… Οι Φραντζής, Σπηλιάδης, Τρικούπης, Οικονόμου τοποθετούν το επεισόδιο αυτό στις 16 Μαρτίου 1821, οι Φιλήμων και Δεληγιάννης στις 18, ο Ανδρέας Ζαΐμης, προφανώς λανθασμένα στις 9…».

[10] [Για τις ημερομηνίες των γεγονότων στη Φροξυλιά και Χελωνοσπηλία βλ και στο λ. Χελωνοσπηλιά και κυρίως στις υποσημειώσεις, όπου αναφέρεται ότι ενδέχεται να συνέβησαν είτε την ίδια ημέρα, είτε να προηγήθηκαν τα γεγονότα στη Χελωνοσπηλιά.]

[11] [Ο Τάκης Χρ. Γιαννακόπουλος (Ταξιδευοντας…, 130) τοποθετεί το γεγονός αυτό στις 17 Μαρτίου, χωρίς ν’ αναφέρει την πηγή της πληροφορίας του αυτής.]

[12] «Ο Σ. Τρικούπης δεν γνωρίζει όλως διόλου σχεδόν το συμβάν (Ιστορ. Α΄, 77) περί Αρναούτογλου, ούτε ότι την άλλην ημέραν, αφού επέρασεν ο Ν. Ταμπακόπουλος, εσκότωσαν τον Αράπη και κατά το δείλι της ίδιας ημέρας τον Καφετσή, αλλά λέγει μόνον ότι ο καταλυματίας, τον οποίον είπαμεν Καφετζήν, αφού επλησίασεν εις το μέρος όπου ετουφεκίσθη ο Σεϊδής έμαθε το γεγονός και φοβηθείς δια τον αφέντην του εγύρισε πίσω έντρομος και ειδοποίησεν αυτόν δια να γυρίση πίσω, αλλ’ ο σουρτζής μόνον εγλύτωσεν, ως είπομεν, και αυτός εγύρισε και ειδοποίησε τον αφέντην του».

Πηγή: Το υπό συμπλήρωση «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων».

Περιορισμοί νομοθεσίας: όπως στις προηγούμενες συνέχειες.

(Συνεχίζεται…)

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s