Δημητρίου Ινδαρέ: «Λενάκι. Δυο φωτιές και δυό κατάρες».

Έλαβα από τον κο Δημήτρη Ινδαρέ, το βιβλίο του: «Λενάκι. Δυο φωτιές και δυό κατάρες», το οποίο εκδόθηκε από το βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, προσδιορίζεται από τον συγγραφέα ως «δοκίμιο» και τον πρόλογο έχει κάνει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, την δε εικονογράφηση η ΛΥΔΙΑ ΒΕΝΙΕΡΗ.

Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Δημήτρη Ινδαρέ, για την ευγενική του προσφορά και του εύχομαι «Και σε άλλα καλύτερα και ανώτερα».

Πριν από αρκετό χρονικό διάστημα και πριν την συγγραφή αυτού του βιβλίου είχαμε συναντηθεί με τον αγαπητό κο Δημήτρη Ινδαρέ, καθώς τότε αναζητούσε πηγές για τον θρύλο της ξακουστής ωραίας Ελένης του Λειβαρτζίου η οποία ερωτεύθηκε τον Τούρκο Ελμάζ αγά ή Λιμάζαγα κ.λ. Εκτός αυτών, συζητήσαμε επίσης τα των επιτιμίων και της άρσης αυτών. Τότε με ενημέρωσε ο κος Ινδαρές ότι κατέχει αρκετά έγγραφα των προγόνων του, μερικά των οποίων πολύ αργότερα μου ενεπιστεύθη και τα δημοσίευσα στο παρόν blog: Gerbesi.

Εκτιμώντας την αγάπη του για το χωριό της καταγωγής του, όντας κάτοικος Πατρών, την αγωνία του να εύρει στοιχεία διαφωτιστικά του θρύλου και αποδεικτικά για τη σχέση των προγόνων του με αυτόν τον θρύλο, την ιστορική αξία όσων εγγράφων είχε στα χέρια του ως επίσης και την προσπάθειά του να καταγράψει αυτά σε κάποιο  ντοκιμαντέρ, όπως μου είπε, του έδωσα όλες τις πηγές που εγώ γνώριζα και ό,τι είχα καταγράψει στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» και του εξέφρασα την άποψη, όλα αυτά να τα περιλάβει σε μια μονογραφία για το θέμα.

Ο κος Δημήτρης Ινδαρές προχώρησε το εγχείρημα και το αποτέλεσμα είναι το εξαιρετικό αυτό πόνημα.

Ο συγγραφέας κατάφερε στο «δοκίμιο» αυτό να παρουσιάσει «εύγευστα» και με ροή στην ανάγνωση, όχι μόνο όλη την πλοκή της ιστορίας της Ελληνίδας και του Τούρκου με τα σχετικά τραγούδια και μαρτυρίες, αλλά να διαφωτίσει και ιστορικές στιγμές του Λιβαρτζίου και όσων την εποχή εκείνη αλλά και αργότερα διαδραμάτισαν κάποιο σημαντικό ρόλο στην περιοχή.

Το έργο του αυτό θα το χαρακτήριζα ως μία άριστη πηγή πληροφοριών για την ωραία Ελένη του Λιβαρτζίου και τον έρωτά της με τον Τούρκο Ελμάζαγα, που αποτελεί την μία πλευρά, στην οποία αναφέρονται τα σχετικά με το θρύλο, τα τραγούδια, οι οικογενειακές κ.λ. αυτοβιογραφικές των προγόνων του συγγραφέα αναφορές. Την δε άλλη πλευρά αποτελούν τα πολύ σημαντικά ιστορικά στοιχεία που παρατίθενται από τον συγγραφέα για το χωριό αυτό και τους προγόνους του.

Το έργο αυτό αποτελεί μία ακόμα πολύτιμη προσφορά την τοπική λαογραφία-ηθογραφία και ιστοριογραφία της επαρχίας των Καλαβρύτων.

Στη συνέχεια, και για την ικανοποίηση του αναγνώστη ο  όποιος δεν γνωρίζει τα σχετικά με την Ελένη του Λιβαρτζίου και τον Ελμάζαγα, και με δεδομένο ότι δεν έχω το δικαίωμα να παραθέσω εδώ τμήματα του εν λόγω «δοκιμίου», παραθέτω ενδεικτικά ελάχιστο μέρος από τις πολλές σελίδες που έχω καταγράψει στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» για το θέμα:

«…Από τον Χ. Π. Κορύλλο (Λαογρ. Ν. Πολίτου τ. Β΄σ. 181) αναφέρεται ότι: στο Λιβάρτζι, πρωτεύουσα του δήμου Ψωφίδος των Καλαβρύτων, που ήταν επίσημο κεφαλοχώρι επί τουρκοκρατίας, διότι είχε ισχυρούς άρχοντες, τις παραμονές της Επανάστασης ζούσε κάποιος Ελμάζαγας[1] Αλβανός πλούσιος αφού κατείχε την περιοχή των Τριποτάμων (αρχαίας ψωφίδος) και του χωρίου Μολιτσίου του δήμου Λάμπειας της Ηλείας, όπου είχε και πύργους οχυρούς. Στο Λιβάρτζι ήκμαζε τότε ο κυρ Χριστόδουλος Παπαδόπουλος Μοραγιάννης (Γερουσιαστής Πελοποννήσου), η οικογένεια του οποίου καταγόταν από το Μυστρά, απ’ όπου οι προπάτορές του ήρθαν καταδιωκόμενοι στο Λιβάρτζι, ο οποίος ήταν πανίσχυρος και πλουσιώτατος, είχε δε και πύργο τριόροφο πολυτελέστατον και οχυρότατον, του οποίου τα ερείπια σώζονται ακόμη και σήμερα. Η Ελένη, κόρη του άρχοντα αυτού, αγαπούσε τον Ελμάζαγα ο οποίος την αγαπούσε και αυτός. Ο πατέρας της δεν ήθελε να τη δώσει στον Αλβανό λόγω του θρησκεύματος η Ελένη τον ακολούθησε και εδήλωσε ενώπιον του πασά της Τριπόλεως όπου εκλήθη, ότι τον ακολούθησε με τη θέλησή της. Από τότε ο πατέρας της και οι αδελφές της την καταράστηκαν και ουδέποτε την επλησίασαν. Η Ελένη απέκτησε ένα αγόρι και ένα κορίτσι[2] με τον Ελμάζαγα, τουρκόπουλα. Κατά την Επανάσταση εχάθηκαν οι γονείς και έμειναν τα παιδιά, τα οποία οι Λιβαρτζινοί εβάπτισαν και το αγόρι ονόμασαν Χριστόδουλο, έδωσαν δηλαδή το όνομα του παππού του, το δε κορίτσι Μαρία. Τα παιδιά τα εγνώριζαν οι κάτοικοι με τα ονόματα Τουρκο Χριστόδουλος και Τουρκο Μαρία. [«Αυτά τα δύο παιδιά, ύστερα από την επανάσταση, βρέθηκαν στην Τρίπολη. Ο Χριστόδουλος έγινε ράφτης και το 1878 ήρθε στο Λειβαρτζι, γηρεύοντας τη μητρική κληρονομιά.» (Στασινόπουλος Ν.)]. Αυτή είναι η ιστορία περιληπτικά του παρακάτω τραγουδιού:««Που πας, Ελένη, από βραδιού, που πας τώρα το βράδυ;/ – Πάω στη θειά μου τη Γιαννού, τη θειά μου τη Ροδούλα,/ να νέσω το βαμπάκι μου, να φτιάσω τα προικιά μου,/ να φτιάσω μπόλια του γαμπρού, της πεθεράς μαντήλι,/ να φτιασω του Λιμάζαγα ολόχρυση σερβέτα»./ Λιμάζης με τον ταμπουρά, Ελένη με τη ρόκα,/ εσυναπαντηθήκανε στου μαγαζιού την πόρτα./ Σκύβ’ ο Λιμάζης τη φιλεί στα μάτια και στα φρύδια/ «Μη με φιλής Λιμάζαγα, στα μάτια και στα φρύδια, τι μ’ έχει η μάννα μ’ ακριβή, κι ο κύρης μου χαιδιάρα».» ήκατ’ άλλη παραλλαγή: «Σκύβ’ ο Λιμάζης τη φιλεί στα μάτια και στα χείλη,/ και στο δεξί της μάγουλο που είχε το κοκκινάδι./ «Μη με φιλείς. Λιμάζαγα, μη με σφιχταγκαλιάζεις, τι το μαθαίνει η μάννα μου, το λέει τ’ αφεντός[3] μου,/ και σου χαλάει τα χωργιά, σου καίει και τους πύργους/ Λιμάζαγας να ειν’ καλά και πύργους φτιάνει κι’ άλλους.». Για το τραγούδι αυτό διηγούνται και το εξής ανέκδοτο: κάποια μέρα ένα μαστορόπουλο, καθώς έχτιζε ένα σπίτι στο Λιβάρτζι, τραγουδούσε αυτό το τραγούδι και ο Λιμάζαγας διερχόμενος απαρατήρητος το άκουσε. Όταν πλησίασε και ρώτησε ποιός τραγουδούσε το τραγούδι του, ουδείς τολμούσε να πει την αλήθεια. Επειδή όμως ο Τούρκος επέμενε απειλητικός, ένας από τους χτίστες υπέδειξε το μαστορόπουλο. Τότε ο Λιμάζαγας το εκάλεσε και το διέταξε να τραγουδήσει πάλι. Το παιδί, φοβισμένο στην αρχή ξεθάρεψε στη συνέχεια και τραγούδησε με γλυκειά φωνή και όταν είπε: Λιμάζαγας να ειν’ καλά και πύργους φτιάνει κι άλλους, ο Τούρκος φώναξε Ινσαλλάχ! Και εφιλοδώρησε γενναίως το μαστορόπουλο. Μια τρίτη παραλλαγή έχει ως εξής: ««Που πας, Ελένκο μοναχή, που πας τώρα το βράδυ;/ – Πάω στη θειά μου τη Γιαννούλ’, πάω να νυχτεράψω,/ να γνέσω το βαμπάκι μου, να φτιάσω τα προικιά μου,/ να φτιάσω μπόλιες δώδεκα, μαντήλια δεκαπέντε,/ να φτιασω του Λιμάζ’ αγα να κεντηστό μαντήλι»./ Λιμάζης με τον ντάμουρα κ’ Ελένη με τη ρόκα,/μα και συναντήθηκαν σ’ ένα στενό σοκάκι./ Σκύβ’ ο Λιμάζης τη φιλεί στο χέρι και στο πόδι,/ κι’ ανάμεσα στο μάγουλο πού χε το κοκκινάδι./ «Μάννα το φίδι μ’ έφαγε στο χέρι και στο πόδι, κι’ ανάμεσα στο μάγουλο πού χα το κοκκινάδι».» (Ν. Πολίτης: Λαογρ. τ. Ε΄. σ. 143 – υπό Μιχαήλ Τρανού: Αρκαδικά τραγούδια). [Περί αυτών βλ. και Γ. Παπανδρέου: Ιστορία Καλαβρύτων, ανατύπ. σ. 198, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι όταν ήταν παιδί γνώρισε τον Χριστοδουλάκη ή Τουρκάκη, υιό της Ελένης και του Λιμάζαγα, χριστιανό και γέροντα, εμπορευόμενο ιερατικά ενδύματα στο Σοπωτό, ο οποίος επισκεπτόταν στο Σκούπι την καταγομένην από το Λειβάρτζι μητέρα του (Παπανδρέου) Εξακουστή. Η αδελφή του Μαρία ενυμφεύθη στην Πάτρα τον πολύ κατόπιν αστυνόμο Ντάνογλη]…»

——————————————————————————


[1] Ο Νικηφ. Μοσχόπουλος (Ιστορία Ελλην. Επαναστ…, 246), αναφέρει όσα αφηγείται ο Τούρκος ιστορικός Δζεβδέτ πασάς: «Ήδη επί της βασιλείας του σουλτάνου Σελίμ* ο τότε βαλής της Πελοποννήσου, Αχμέτ πασάς Σαλλαμπάς** έκτισε περί την πόλιν [Τρίπολη] τείχος, ούτως ώστε ήτο από τότε το καταφύγιον των μουσουλμάνων. Επειδή όμως κείται εις σημαντικήν απόστασιν από της θαλάσσης, η μεταφορά τροφίμων εις αυτήν ήτο δύσκολος. Οι κάτοικοι αυτής ανήρχοντο εις 5.000, αλλ’ ευρίσκοντο εντός αυτής και περί τους 2.000 Αλβανοί στρατιώται, ως και η οικογένεια του Ελμάς αγά, επί πλέον είχον καταφύγει εκεί και οι κάτοικοι των περιχώρων…».

* «Πρόκειται περί του Σελίμ του Γ΄(1789-1807)».

**«Η λέξις σημαίνει «ο οποίος κουνά το κεφάλι του».».

[2] [Το 1825, σύμφωνα με κατάσταση (αντίγραφο) η οποία δεν φέρει ημερομηνία ούτε και συντάκτη, αλλά σ’ αυτήν έχουν καταγραφεί οι ευρισκόμενοι σε διάφορες επαρχίες Τούρκοι (συνολικά 348 ψυχές), «… στην επαρχία Καλαβρύτων υπήρχαν σημαντικές φαμήλιες. Εις Καλάβρυτα εις χωρίον Λιβάρτζι του Ελμάσαγα η κόρη και το παιδί της ψυχές 2. […]». (Γ.Α.Κ.).]

[3] Στα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας τα παιδιά έλεγαν και λέγουν μερικές φορές τον πατέρα τους αφέντη. Επίσης και οι σύζυγοι τους συζύγους αλά και ωραία τα αδέλφια των συζύγων τους.

Α. Τζώρτζης.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s